Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2019

FOR A FIEW AMMOS MORE





 Στην άκρη του μικρού τοίχου, ήταν αφημένο ένα κόκκινο τριαντάφυλλο τοποθετημένο έτσι, λες αδιόρατα από χέρι μαγικό, έδινε την εντύπωση πως κάτι ήθελε να πει. Πάντα ένα μοναχικό τριαντάφυλλο, κάτι έχει να πει, μια ιστορία προφανώς,κι επειδή ο ήλιος αργούσε να βγει ακόμα, οι δροσοσταλίδες πάνω στο κόκκινο πέταλο, φάνταζαν λαμπερές σταγόνες ασημιού. Το αχνογαλαζο του πρωινού, σ αυτή την πλευρά του Σαρωνικού στο Καβούρι, όταν έλειπε όλος αυτός ο πολύβουος κόσμος ήταν υπέροχο. Μια μοναξιά απερίγραπτη, ένας κόσμος ολόκληρος δικός σου. Η θάλασσα ακέραια, γαληνεμένη, δεν πάφλαζε ούτε στεναγμός. Ποιος όμως να είχε αφήσει εκεί, αυτό το δροσερό τριαντάφυλλο; Γιατί κάποιος το είχε αφήσει εκεί, δεν ήταν πεταμένο, φαινόταν. Την πρώτη φορά που το είδα, δεν ξαφνιάστηκα τόσο πολύ. Του ριξα μια αδιάφορη ματιά-τι με νοιάζει έμενα για τριαντάφυλλα, σκέφτηκα- και βούτηξα στη θάλασσα. Απόλαυσα το πρωινό νερό, σε όλη την μεγαλοπρέπεια του. Βγήκα και ξαναπήγα στο πικρό τοίχο όπου είχα στημένο το μαγαζάκι μου. Γιατί, εμένα που με λένε Αρτέμη, είμαι μικροπωλητής σ αυτή την άκρη του κόσμου. Δεν ήταν πολλά χρόνια που έκανα αυτή τη δουλειά και μου την είχε μάθει ο Γύφτος. Ο φίλος μου ο Γιώργος. Δεν ήταν γύφτος αλλά τόσα χρόνια κοντά στη θάλασσα είχε πάρει οριστικά μαύρο χρώμα χειμώνα-Καλοκαίρι και όλοι πια έτσι τον φώναζαν και να δεις που του άρεσε, δεν τον πείραζε. Εγώ του είπα, αν με φώναζαν γύφτο θα τους σκότωνα. Εσύ, μου απάντησε ατάραχος, καπνίζοντας το αιώνιο στριφτό του. Εσύ, δεν είσαι εγώ, άραξε στα κιλά σου μπόι. Εγώ, ήμουνα το μπόι, ο Αρτέμης που είχα πάει δυο-τρεις τάξεις στο γυμνάσιο και επειδή δεν τα παιρνα τα γράμματα, μόνος μου αποφάσισα να βγω στο πεζοδρόμιο και να μάθω τα κόλπα του. Έγινα μικροπωλητής εδώ κι εκεί. Έτρεχα στα παζάρια, στο Μοναστηράκι, στον Πειραιά, στον Σχιστό, στις λαικές αγορές. Τα Καλοκαίρια όμως άραζα εδώ στο Καβούρι από τότε που γνώρισα τον Γύφτο. Γίναμε κολλητοί μα πάντα κάτι με φόβιζε στην εμφάνιση του, στον ωμό τρόπο που έβλεπε την ζωή. Ήταν έτοιμος να σκοτώσει άνθρωπο αν ένιωθε πως θίγονταν τα συμφέροντά του, ήταν έτοιμος να κλέψει- τον είχα πιάσει πολλές φορές να κλέβει πορτοφόλια λουόμενων-κι εμένα δε μου άρεσαν αυτά τα πράγματα. Εγώ, ήθελα να είμαι τίμιος, να βγάζω το ψωμί μου τίμια, να φτιάξω τη ζωή μου, να παντρευτώ κάποτε, να κάνω παιδιά. Ο Γύφτος, βέβαια, τα κορόιδευε όλα αυτά. Για κοίτα ρε, έναν άνθρωπο που θέλει να παντρευτεί! έλεγε και με έδειχνε και ποτέ δεν καταλάβαινα αν με αγαπούσε ή μου τα λεγε όλα αυτά από συμφέρον. Από συμφέρον γιατί την δουλειά στην παραλία εγώ την έβγαζα. Ο Γύφτος καθόταν στην παράγκα του όλη μέρα και τα βραδιά γυρόφερνε με τις πουτάνες. Πουτάνες να δουν τα μάτια σου! Κοντές, χοντρές, άσχημες οι περισσότερες, ρημάδια μιας ζωής. Φέτος όμως, όλως παράξενο, είχε φέρει και δυο-τρεις πολύ όμορφες, μικρούλες. Η μια από αυτές μου γυάλισε στο μάτι. Την κοίταξα στα μάτια και μου χαμογέλασε. Την έλεγαν Ασήμω αλλά τίποτα παραπέρα. Κοίταζε τη δουλειά σου εσύ Αρτέμη, μη σε νοιάζει γι αυτά, έχεις καιρό, άσε με μένα, ξέρω εγώ τι κάνω! μου έλεγε συνέχεια. Απ΄όλες αυτές και όλους αυτούς που βλέπεις γύρω μου, ζω, μου είπε μια άλλη μέρα. Μάθε και συ να εκμεταλλεύεσαι τους ανθρώπους, τα καθάρματα κι έλα μετά να τα πούμε. Εγώ έχω φτύσει αίμα για να φτιάξω το παλάτι μου-παλάτι έλεγε την παράγκα που ήταν στριμωγμένη σε έναν χωμάτινο λόφο και δίπλα σε ένα τεράστιο πεύκο- τι νομίζεις θα παραδώσω τα όπλα έτσι; όχι, αγόρι μου, τα όπλα δεν τα παραδίδεις ποτέ! Μολών λαβέ! κι ακόνιζε ένα μαχαίρι που όποτε το έβλεπα με έπιανε ανατριχίλα. Έχεις σκοτώσει άνθρωπο; τον ρώτησα μια μέρα. Μπορεί, κούνησε αδιόρατα τα βλέφαρα. Αιντε τράβα τώρα, δεν βλέπεις το μωράκι που ζητάει κάτι να πιει; Μωράκια έλεγε τις γυναίκες. Όλες τις γυναίκες ανεξαιρέτως. Αλλά ήταν και καλός, δεν μπορώ να πω. Με πλήρωνε κανονικά, ήταν δίκαιος και με το παραπάνω με τους συνεργάτες του. Τους δικούς σου , πρέπει να τους προσέχεις, να τους έχεις στα όπα, γιατί αλλιώς, την έκατσες τη βάρκα, κατάλαβες Αρτέμη; Αιντε, πήγαινε να φέρεις τον πάγο. Κι έτρεχα εγώ παντού, με το μηχανάκι, με τα πόδια, με ότι μπορούσα. Έβγαζα όμως κάθε Καλοκαίρι τρελά λεφτά. Που θα τα βγαζες αυτά τα λεφτά ρε κακομοίρη! κορδώνονταν όταν κάναμε απολογισμούς πέρα τον Οκτώβρη. Και ήταν μια αλήθεια αυτή.
Το φετινό Καλοκαίρι, δεν είχε αρχίσει με τους καλύτερους οιωνούς. Ο κόσμος δεν είχε λεφτά, φτώχεια, κρίση κι ο Γύφτος όλο γκρίνιαζε. Που θα πάει αυτή κωλοδουλειά με τους παρτάκηδες τους πολιτικούς; Κι άρχιζε να βγάζει λόγο στους παραλουόμενους. Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι που άρχισε να μου έρχεται κάθε χάραμα εκείνο το κόκκινο τριαντάφυλλο. Ένα ωραίο τριαντάφυλλο, δροσερό, μεγάλο, αφημένο σίγουρα επίτηδες. Ποιος ή ποια είχαν λόγο ή λόγους να το αφήνουν εκεί κάθε πρωί; Δεν ήξερα τι να υποθέσω, το κοίταζα και δεν τολμούσα να το αγγίξω.
Κοίταξα πέρα τη θάλασσα που αργούλιαζε σαν λυπημένος σκύλος. Έτσι ένιωθα κι εγώ καθώς σουρούπωνε στο Καβούρι κι όλα τα υπέροχα πράγματα, ενός κόσμου αφημένου σε μια μυστήρια γαλήνη, ήταν κάτι που με συνάρπαζε στη ζωή μου. Αυτη η μοναξιά, αυτη η δική μου λύπη, ο αγέρας που γέμιζε τα πνευμόνια μου, όλα ήταν σαν να μην ξαναπερνούσαν ποτέ. Τόσο μοναδικά, όπως και τα υπέροχα κόκκινα τριαντάφυλλα μου. Ποιος να μου τα στελνε άραγε; και καθώς το είχα σκεφτεί για πολλοστη φορά, πήρα την απόφαση να παρακολουθούσα το μέρος, να ερχόμουν αύριο το πρωί πριν απ όλους, πριν κι απ το σκοτάδι και δεν μπορεί..θα έβλεπα το χέρι που τοποθετούσε τα τριαντάφυλλα για μένα. Ναι, έτσι θα έκανα. Κι αν δεν το είχα κάνει ως τώρα, ήταν που δεν ήθελα να χάσω αυτη την μαγεία, αυτο το μυστήριο, του ποιος και γιατί σκεφτόταν κάτι για μένα και έκανε αυτή την πράξη. Αλλά εκείνο το βράδυ το είχα πάρει απόφαση.Τι κοιτας σαν χαμένος τη θάλασσα ρε μπόι; με ξέκοψε απο τις σκέψεις μου ο Γύφτος. Άειντε, τέλειωσες με τις δουλειές; κοπάνα τη! πήγαινε να αράξεις γιατι σε βλέπω πολύ κουρασμένον εφέτος κι έξυνε μια βέργα λυγαριάς με το ακονισμένο μαχαίρι του. Δεν του είπα τίποτε, μισόβλεπα μόνο το σκληρό προφιλ του που τώρα βούταγε στη θάλασσα, ξανάβγαινε και χωνόταν ξανά στο νερό. Ήταν δεινός κολυμβητής. Ξεμπέρδεψα κι εγω με τις δουλειές κι όρμησα ξωπίσω του. Τον έφτασα, γύρισε με είδε. Πάμε; μου γνεψε. Πάμε, συναίνεσα. Κάναμε κόντρες, φεύγαμε σαν δελφίνια, ολόγυμνοι στο σκοτάδι που τύλιγε την θάλασσα και τον κόσμο μας. Κάποτε-κάποτε μας ένοιαζε ποιος θα νικήσει. Τις πιο πολλές φορές όχι. Απόψε όμως η κόντρα φάνηκε γεμάτη πείσμα, σαν να θέλαμε κάτι ν αποδείξει ο ένας στον άλλον, πήγαμε μέχρι τη Φλέβα και γυρίσαμε. Τερμάτισα πρώτος κι αυτό δεν του άρεσε. Γέρασα φαίνεται, αποφάνθηκε σκουπίζοντας το πρόσωπο με μια πετσέτα. Πόσον καιρό είχες να με κερδίσεις μπόι; Δε θυμάμαι, του απάντησα. Είχαμε διαφορά δέκα χρόνια. Ο Γύφτος σαράντα, εγώ στα τριάντα. Τον άφησα στην παράγκα κι έφυγα παρ ότι μου είπε να κάτσω για κρασί. Άστο αύριο του είπα, είμαι κουρασμένος. Δεν παθαίνεις τίποτα εσύ, γέλασε και κατέβασε μια κούπα.
Όλο το βράδυ σχεδόν δεν κοιμήθηκα. Στριφογυρνούσα στο κρεββάτι σαν διάολος, μια με παιρνε ο ύπνος μια όχι. Τελικά, γύρω στις πέντε ντύθηκα κι έφυγα βιαστικός. Έφτασα στην παράγκα, άφησα τη μηχανή πιο πέρα και συνέχισα με τα πόδια. Κρύφτηκα πίσω από τα πρωινά αρμυρίκια που θροιζαν την αλμύρα στο πρόσωπο μου και παρακολουθούσα το σημείο, εκεί στο μικρο τοιχάκι που μου άφηναν το τριαντάφυλλο. Πρώτα άκουσα έναν παφλασμό στη θάλασσα, σαν αυτόν που πέφτει ένα κορμί-κοιταζα αλλά δεν έβλεπα τίποτε. Κι ύστερα, διαγράφηκε σαν αστραπή η σκιά ενός γυναικείου σώματος που σκουπιζόταν με μια πετσέτα στην άκρη της θάλασσας. Εγώ σώπαινα, κρατούσα την ανάσα μου. Αυτη ήταν. Η Ασήμω.Δεν μπορεί παρά να ήταν αυτή. Πράγματι, αφού την έχασα για λίγο από τα μάτια μου, ξαναφάνηκε τυλιγμένη με την πετσέτα και το τριαντάφυλλο στο χέρι να πηγαίνει και να το αφήνει απαλά στον τοίχο μου και μετα να χώνεται στην παράγκα του Γύφτου. Δεν μπορούσα να σκεφτώ και καλά κείνη την ώρα αλλά αργότερα,όταν ο ήλιος είχε υψωθεί στον ουρανό και δούλευα πυρετωδώς σκεφτόμουν την Ασήμω, την πανέμορφη Ασήμω που ήταν πουτάνα και άφηνε σε μένα μια χούφτα τριαντάφυλλα τόσον καιρό. Δεν ήξερα τι να κάμω αλλά εκείνη ήρθε και μου μίλησε κείνη τη μέρα. Τι θα κάνεις το βράδυ ρε όμορφε; κι έπαιζε με τα μάτια της στα δικά μου. Τίποτε, είπα αχνά. Εσύ μου στέλνεις τα τριαντάφυλλα; Ε, ναι, ρε μάγκα εγώ σου τα στέλνω,αν δεν σου αρέσουν να μας το πεις! Όχι,όχι, δεν είναι αυτό, διαμαρτυρήθηκα Ε, πάμε τότε καμιά βόλτα; εχω ρεπό σήμερα, είσαι; Είμαι, είπα γιατί να μην είμαι; Ωραία, πέρνα στις δέκα από την στροφή να με πάρεις και μου δειξε πέρα το γύρισμα του δρόμου. Κι έφυγε. Μ άφησε μόνο μου όλη μέρα να σκέφτομαι. Ρε, που έμπλεξα, μονολογούσα από τη μια αλλά τι πειράζει, τι σε νοιάζει; μήπως θα την παντρευτείς; Όχι, αλλά να αυτο δεν έψαχνες; αυτό δε νόμιζες πως μπορούσε να γίνει, μου λεγε ο εαυτός μου από την άλλη. Κοίτα όμως που είχε ρομαντισμό η πουτα..δαγκώθηκα, δεν ήθελα να την λέω έτσι και σκέφτηκα πως θα μπορούσε να γίνει κι αυτό, αρκεί να το ήθελε, αρκεί να ήθελε ν αλλάξει ζωή. Όλοι οι άντρες όταν γνωρίσουν μια πουτάνα, προσπαθούν να την φέρουν στον ίσιο δρόμο, σκέφτηκα και γέλασα με την αφέλεια μας, το βράδυ που βγήκα με την Ασήμω έξω και της το είπα καθώς τρώγαμε. Γιατί ν αλλάξω ρε Αρτέμη; δεν σου αρέσω έτσι κατά πως είμαι; Ε, τότε να στρίβω μωρ αδερφέ μου! Κι έκανε να σηκωθεί. Μα δεν την άφησα. Την πρόλαβα κι αυτό ήταν. Από εκείνο το βράδυ την ερωτεύτηκα κι έχασα τον ύπνο μου. Δεν υπάρχει χειρότερη δυστυχία από αυτή. Από τη μια να σου αρέσει κάτι κι απ την άλλη να πρέπει να το διώξεις, να το χάσεις. Ο καιρός περνούσε, τα τριαντάφυλλα είχαν χαθεί, τι το θελα ν ανακαλύψω ποιος μου τα στελνε; και το χειρότερο που δεν ήξερα ως τα χτες, ήταν που η Ασήμω ήταν αδερφή του Γύφτου. Κεραμίδα μου ρθε στην κεφάλα..Τι, μου λες ρε! της είπα οργισμένος Αυτό έπρεπε να μου το είχες πει από την αρχή. Δεν τα λέμε αυτά αγοράκι, τα λέμε; ο Γύφτος μου προμηθεύει πελατεία, τι σε νοιάζει εσένα. Αν μ ένοιαζε λέει; μαύρα κοράκια με ζώσανε και πάνω που ήμουν έτοιμος να της κάνω πρόταση να τα παρατήσει και να παντρευτούμε σκοντάφτω. Σκοντάφτω σε μεγάλο ύφαλο, αιντε να βγάλεις άκρη με τον γύφτο, σκέφτηκα οδυνηρά. Ήμουν σίγουρος πως θ αρνιόταν. Άσε που θα γελούσε μέρες επειδή ήξερε τα όνειρα μου να παντρευτώ μια κοπελίτσα, μια γυναικούλα να κάνω σπιτικό. Κι όμως, παρ όλα αυτά αποφάσισα να του το πω με την σύμφωνη γνώμη της Ασήμως. Το και το αδερφέ μου του πα, ένα απόγευμα του Σεπτέμβρη που είχαμε γυρίσει απο μια κόντρα μέχρι τις Φλέβες. Ο ήλιος είχε βασιλέψει και οι σκιές έπεφταν στην άμμο που καθόμασταν οι τρεις μας. Ο Γύφτος πετάχτηκε πάνω, ούρλιαξε σα θεριό, με κοίταξε στα μάτια με τέτοιο θυμό και μίσος που δεν είχα ξαναδεί.Αλλά δε φοβήθηκα, είχα το δίκιο με το μέρος μου, αλλά το δίκιο δεν κερδίζει πάντα. Ο Γύφτος μου όρμησε αναμαλλιασμένος, ήταν γερός, πιο σωματώδης από μένα και κυλιστήκαμε στην άμμο. Παλέψαμε γερά κάτω από τ αγωνιώδη βλέμματα της Ασήμως. Γιατί παλεύαμε; εγώ τουλάχιστον για να αμυνθώ, να σώσω τον Αρτέμη, έτσι κατα πως είχαν έρθει τα πράγματα και τον χτύπησα στο πρόσωπο. Μάτωσε, μάτωσε και η άμμος, κόλλησε στα σώματα μας στο μυαλό μας βουλιάξαμε στην άκρη της θάλασσας καθώς ο Γύφτος είχε βγάλει τώρα το μαχαίρι κι όρμησε να μου το στρίψει στην καρδιά. Πρόλαβα όμως και το στριψα εγω στην δικιά του, την άρρωστη καρδιά,  κι έπεσε νεκρός, στην άμμο, δίπλα σε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, καθώς η θάλασσα αργούρλιαζε πέρα σαν ένας λυπημένος σκύλος.
ΤΕΛΟΣ

3 σχόλια:

Ο ΚΌΣΜΟΣ ΤΩΝ ΧΑΜΈΝΩΝ

Ο… Στεκόταν κάμποση ώρα εκεί, στη μέση του δρόμου, αναποφάσιστη. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Να κλάψει ή να μισήσει τον εαυτό τη...