Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2019

Ο ΚΌΣΜΟΣ ΤΩΝ ΧΑΜΈΝΩΝ





Ο…
Στεκόταν κάμποση ώρα εκεί, στη μέση του δρόμου, αναποφάσιστη. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Να κλάψει ή να μισήσει τον εαυτό της.  Σήκωσε το άσπρο χέρι το έβαλε ανάμεσα στα κατάμαυρα μαλλιά της. Μαλλιά απαλά χαϊδεμένα απ τη μάνα της. Χρόνια την θυμάται από παιδί να την αγγίζει  και να της ψέλνει την αξία μιας τίμιας ζωής. Ήταν ποτέ τίμια η ζωή;
Η Νέλλη Στερνίου δεν είχε πάρει ποτέ μια οριστική απάντηση σ αυτό το ερώτημα, αν και έγερνε προς την αρνητική θέση. Όχι, δεν ήταν τίμια αυτή η ζωή.
Μπήκε την τελευταία στιγμή, κυριολεκτικά το σίδερο του έγδαρε τον ώμο αλλά πρόλαβε. Πρόλαβε το τρένο για την Κηφισιά. Ιδρωμένος, έψαξε για μια θέση μέρα μεσημέρι. Τη βρήκε, βολεύτηκε, κοίταξε γύρω του, λίγος κόσμος, λίγοι άνθρωποι αλλά και πολύς να ήταν δεν τον ένοιαζε, ότι έψαχνε να βρει στη ζωή του είχε πάει στράφι. Όχι δεν ήταν απελπισμένος ο Παύλος Δεμίρης, φωτορεπόρτερ το επάγγελμα, πάντα κουβαλούσε μια φωτογραφική μηχανή στον ώμο του, είχε αποκρυσταλλωμένες απόψεις. Δε θα γινόταν αυτός έρμαιο των πιθανοτήτων.
Κουβαλούσε την ισχυρή θέληση, μια από αυτές, πως έπρεπε να βρει τη σωστή, μια αληθινή γυναίκα να την κάνει σύντροφο του. Όχι μεσοβέζικες καταστάσεις σαν αυτές που είχε κάνει μέχρι τότε στη ζωή του, γιατί στα τριανταπέντε σου χρόνια δεν δικαιούσαι να κάνεις κι άλλες βλακείες. Έτσι έλεγε στον εαυτό του και στους φίλους που τον παρότρυναν να κάνει μια σχέση. Σχέση, άλλη μανιώδης λέξη αυτή. Τι θα πει σχέση;
Κι έτσι έμενε μόνος του καιρό τώρα, ίσως δυο χρόνια.
-Δυο χρόνια! Είναι πολύς καιρός, του είπε ο απέναντι. Δυο χρόνια χωρίς γυναίκα; απόρεσε. Πως γίνεται αυτό;
-Άλλοι έχουν μείνει και δέκα χρόνια, του ανταπάντησε.
-Εγώ θα βρω αυτό που θέλω! φώναξε ο Παύλος. Ούρλιαξε.
Όσοι τον άκουσαν θορυβήθηκαν. Δεν περίμεναν να ήταν τόσο τρελός. Να ψάχνει μέσα στον ανόητο κόσμο να βρει τη μοναδική, την τέλεια γυναίκα για να την κάνει σύντροφο του ή αλλιώς θα έμενε μόνος μια ζωή.
Ωστόσο το τρένο έτρεχε, πλησίαζε στο τέρμα, εκεί στην Κηφισιά όπου έπρεπε να πάρει μερικά πλάνα για τις ανάγκες της δουλειάς του. Ήταν για ένα άρθρο του Κυριακάτικου φύλλου περί την μπουρζουαζία κι αυτός έπρεπε θα φωτογράφιζε μερικά από τα σπίτια των πλουσίων. Ήταν θεόμουρλος κι αυτός και ο αρχισυντάκτης αλλά τι τον ένοιαζε; Του άρεσε η δουλειά του αλλά μέχρι εκεί. Δε θα γινόταν ποτέ σκλάβος κανενός πράγματος, κανενός ανθρώπου, κανενός θεού.
Σκλάβος. Απίστευτη λέξη. Απίστευτη η ουσία της. Τι σημαίνει να είσαι σκλάβος; Δούλος; Όλοι είμαστε σκλάβοι! κατέληξε σε μια συμφωνία με τον εαυτό του. Σκλάβοι των ουσιών. Του αλκοόλ, της ηρωίνης, του κορμιού. Η Νέλλη τα είχε όλα. Όλα αυτά, ίσως και άλλα.
Συνοφρυωμένος κατέβηκε  στα λουλούδια της Κηφισιάς. Τα κοίταξε και τότε την είδε. Τον είδε κι αυτή κατεβάζοντας επιτέλους το χέρι από τα μαύρα μαλλιά της.
Η αινιγματική Νέλλη τρεμόπαιξε τα δικά της λουλουδένια μάτια, δεν τα κατέβασε, της άρεσε να τον ψάξει βαθειά. Πως κοιτάμε καμιά φορά με το παιχνιδιάρικο ύφος να τριβελίζει μέσα στο φως του άλλου; Πως αγαπάμε από την πρώτη στιγμή αυτό το βλέμμα που κάτι ζητάει, κάτι αγαπάει, κάτι θέλει και δεν το γνωρίζουμε γιατί γίνεται;
Φαίνεται να ήταν αυτή ή τουλάχιστον της έμοιαζε.
-Πάμε κάπου; πρότεινε κι η Νέλλη έγνεψε ναι.
-Ναι, γιατί όχι;
Και συμφώνησαν. Κάθισαν στο πουθενά, στο κάπου. Έψαξαν ο εις τον άλλον. Η άλλη αυτόν, κοιτάχτηκαν ώρες στα μάτια, αυτός την ήθελε πιο πολύ, εκείνη δεν καιγόταν ενώ το τραγούδι έλεγε ποιος έχει λόγο στην αγάπη. Φίλιππος Πλιάτσικας ή κάτι τέτοιος. Η Νέλλη αρνήθηκε πεισματικά να γίνει ταίρι του ίσως πάνω από δυο χρόνια. Έπαιζε, ήθελε, κάτι δεν της πήγαινε κι ο Παύλος απόκαμε. Όταν βρήκε αυτό που ήθελε εκείνο δεν τον ήθελε. Όχι ακριβώς αλλά γιατί; Που ήταν η τραγωδία; ποιος σκότωσε τον Οιδίποδα; ηλίθια ερώτηση αλλά πάει. Πηγαίνει.
Πολλές φορές το βλέμμα της ήταν απλανές, έμοιαζε με εκείνο των ανθρώπων που παίρνουν ουσίες κι Παύλος  σιχαινόταν αυτά τα πράγματα. Λες; αναρωτιόταν και δεν ήθελε να το πιστέψει αλλά πιστεύεις δεν πιστεύεις εσύ, τα πράγματα έχουν την δική τους σειρά, έξω από τις βουλές σου.
-Και την έχασες; Άκουσε για πολλοστή φορά τον φίλο του τον Βαγγέλη να τον ρωτά.
Αυτός σκυθρώπιασε. Ηλίθιος κι αυτός ο Βαγγέλης.
Σκυθρώπιασε. Τι σκατολέξη ήταν αυτή; Ίσως να είχαν περάσει δυο χρόνια ακόμα από τότε και θα ήταν απαράδεχτο να μην είχε βρει μια άλλη να του αρέσει
-Ξέρεις, έχασα την εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους εξ αιτίας της, του απάντησε κι ο Βαγγέλης έμεινε να τον κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα. Ανοιχτό. Μηδέν ολοστρόγγυλο. Γιατί τι άλλο μπορούσε να κάνει; Σιγά που χάθηκε ο κόσμος για μια Νέλλη! Έλα όμως που χάνεται ο κόσμος για μια Νέλλη ... λιγοστεύει επικίνδυνα η οθόνη, μικραίνουν οι απαντήσεις, οι λύσεις ... και τότε;

Μια εικόνα του κόσμου μας είναι τα σπίτια. Τα σπίτια που συχνάζουν άντρες για να δουν ή να κάνουν κάτι με ότι υπάρχει εκεί μέσα. Μια τσατσά, μια πουτάνα, ένας ταβατζής. [Το αίμα να κυλάει στην άσφαλτο, γιατί με πας αλλού; γιατί πας με άλλον; Έτσι σου αρέσει;]
Ο Παύλος Δεμίρης άρχισε αυτές τις επισκέψεις από τότε που έβγαλε οριστικό συμπέρασμα πως δεν υπάρχει η τέλεια γυναίκα που έψαχνε. Κι έτσι αυτός ο ευκαιριακός έρωτας με ξένα κορμιά, απλά κορμιά στο σκοτάδι ή στο ημίφως, αγκαλιές που δεν χρειάζονται φιλιά, αν σε φιλήσει μια πόρνη στα χείλη θα πει πως σ αγαπά κι αν σ αγαπήσει μια πουτάνα θα είσαι σπάνιος άντρας κι έτσι, όταν κατέβηκε τα δυο ή τρία σκαλιά του σπιτιού, κάθισε στο σαλονάκι μαζί με άλλους και περίμενε όπως ανάγγειλε η τσατσά πως θα εμφανιζόταν το κορίτσι. Η κοπέλα μας. Πίσω απ την κουρτίνα παραμόνευε ο ταβατζής, η δόση, τα ναρκωτικά, το σώμα που δεν καταλαβαίνει, το μυαλό που είναι αόριστο, ο μύθος πως χρειαζόμαστε ένα αιδοίο, ένα καυλί κι όταν επιτέλους βγήκε στη σκηνή το κορίτσι, η Νέλλη Στερνίου, δεν έγινε κανένας σεισμός, ούτε έπεσαν κάποια σπίτια, απλά το μετέωρο βλέμμα, η γρήγορη κίνηση του Παύλου να φύγει, να φύγει, να πάει κάπου μακριά για να μη τη σκοτώσει, αυτή ήταν η πρόωρη πρώτη σκέψη του και όλα τα γιατί γένηκαν πελώρια στην ψυχή του, η Νέλλη τον ακολούθησε στο δρόμο, στην άσφαλτο, να του εξηγήσει ήθελε, δεν έφταιγε αυτή, τα ναρκωτικά, η δόση, τα εύκολα λεφτά, η φτώχεια, ω! δεν μπορούσε, δεν την άντεχε τη φτώχεια.
Ο Παύλος Δεμίρης στάθηκε αναποφάσιστος στη μέση του δρόμου, πέρασε το χέρι του ανάμεσα στα μαύρα μαλλιά του. Μαύρα. Κατάμαυρα.
ΤΕΛΟΣ




Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2019

ΓΙΑ ΝΑ ΚΆΝΕΙς ΤΈΧΝΗ ΧΡΕΙΆΖΕΣΑΙ ΚΊΝΗΤΡΟ.[ΑΛΛΙΏΣ, ΝΑ ΑΠΟΔΕΊΞΕΙΣ ΚΆΤΙ.]



Η ΧΑΡΆ ΤΗΣ ΖΩΗΣ [Λεπτομέρεια]



Η ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ Της Γης

Αρχίζοντας αυτή τη δουλιά, να ζωγραφίσω δηλαδή την 
Φιλοξενία της γης, δεν είχα ακριβώς κατά νου τι 
θα έφτιαχνα. 
Μια ακαθόριστη ιδέα, μερικά συγκεχυμένα 
σχεδιάσματα του μυαλού μου, μπροστά στον 
άδειο καμβά, και προτού 
τραβήξω την πρώτη γραμμή ξανακάθισα με το 
μολύβι στο στόμα 
όπως ο μαθητής που συλλογιέται 
να θυμηθώ το μάθημα της 
Ιστορίας. 
Πάντα με συναρπάζει η Ιστορία. 
Διάβαζα και διαβάζω μετά μανίας για όλους και για όλα.
Η σκέψη από πού ήρθαμε και που πηγαίνουμε, ο τρόπος που έγιναν όλα αυτά μέχρι τώρα μπορούν να αποτυπωθούν 

σε έναν πίνακα; Όχι. Άρα θα φτιάξω μια σειρά έργων που 
θα λένε κάτι γι αυτή τη γενικότητα; Κάτι για την Φιλοξενία 
της Γης; Ο τίτλος μου άρεσε, τον βρήκα, τον έψαξα τις ώρες 
που άρχισα να βάζω τα χρώματα στην παλέτα και 
ασυναίσθητα δεν πήρα τα πινέλα αλλά την σπάτουλα. 
Έτσι μου φάνηκε καλύτερα να ξεκινούσα αυτή τη δουλιά.



Στρώθηκα στη δουλιά, σχεδίασα γρήγορα πρώτα το προφίλ 
ενός άντρα, ένα χέρι να του πιάνει το μάγουλο, μια αγωνία αποτυπώθηκε στο πρόσωπο του, δεν ήθελα να είναι κάποιος συγκεκριμένος άντρας, απλά ένας άντρας, σύγχρονος ή παντοτινός και δίπλα του κολλημένο το άλλο 
του μισό, δηλαδή μια γυναίκα που κι αυτή 
δεν είναι κάποια συγκεκριμένη. 
Τοποθέτησα τις φιγούρες αυτές στο δεξιό μέρος και προς 
την άκρη, ήθελα να έχω πολύ χώρο ελεύθερο αριστερά που 
τον χρειαζόμουν για το χάος, για το κενό που μένει 
ανιστόρητο στη ζωή μας. 
Εκεί δούλεψα ένα άλλο μεγάλο πρόσωπο που πολλοί θα 
έλεγαν πως είναι του θεού αλλά εγώ που δεν πιστεύω 
σε θεούς, άφησα αυτή την πλάνη τους, των ανθρώπων 
δηλαδή, να κυριαρχεί πάνω τους αφού οι 
περισσότεροι έτσι ήθελαν: να πιστεύουν 
πως τους γέννησε κάποιος θεός!


Η Φιλοξενία της Γης υπονοεί πως από κάπου ήρθαμε 
εδώ, κάποιοι κατά τη γνώμη μου και άλλων πολλών 
μας έσπειραν εδώ κι έφυγαν, χάθηκαν στη δική τους γη. 
Στη δική τους πατρίδα. «Δε σκέφτηκες ίσως ποτέ 
τι είναι πατρίδα» λέει δια μέσου του Βαν Γογκ 
ο Σουβέστρ στον «Φιλόσοφο κάτω απ τις στέγες» και 
αραδιάζει όλα αυτά που είναι η πατρίδα. 
«Πατρίδα είναι ότι σε περιβάλλει, ότι σε 
μεγάλωσε και σε έθρεψε, ότι αγάπησες, 
αυτά τα χωράφια 
που βλέπεις, τα δέντρα, αυτά τα σπίτια, 
αυτά τα κορίτσια που περνούν κει κάτω γελώντας. 
Πατρίδα είναι οι νόμοι που σε προστατεύουν, 
το ψωμί που ανταμείβει την εργασία σου, 
τα λόγια που λες με τους άλλους, η χαρά και η λύπη 
που σου προκαλούν οι άνθρωποι κι όλα 
αυτά που ανάμεσα 
τους ζεις.»



Μερικές φορές όλα μου φαίνονται μεγάλα, 
μεγαλόφωνα και δύσκολα γιατί εγώ νιώθω 
χωρίς πατρίδα, ότι δεν είμαι 
δηλαδή από κάπου και πως υπήρχα πάντα σε 
όλο αυτό το χάος!
Όλα αυτά δεν είναι και πολύ εύκολο ή σχεδόν 
ακατόρθωτο θα λεγα να τα αποτυπώσεις σε έναν
 πίνακα ζωγραφικής. 
Χρειάζονται και τα λόγια κι ας λένε οι άλλοι πως ο 
ζωγράφος δεν επεξηγεί τα έργα του.
Για να γίνεις καλύτερος στη ζωή, χρειάζεται, μελέτη, 

χρειάζεται όραμα, πρέπει να σκεφτείς αν πραγματικά 
έχεις κάποιο χρέος και πόσοι άνθρωποι μπορούν να 
σκεφτούν γι αυτό χωρίς μικρότητα; Οι περισσότεροι 
λένε απλά εγώ δε θα σώσω τον κόσμο.

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2019

ΔΕ ΘΑ ΞΑΝΑΓΥΡΊΣΩ






Ο ΕΡΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΤΖΕΝΗΣ ΚΑΡΕΖΗ
Φυσούσε ένα λιγνό αεράκι, νύχτα στη Σταδίου, ζεστό, αδυσώπητο. Η ώρα θα ήταν περασμένες τρεις όταν ο Λεονάρντο πάρκαρε το ακριβό αυτοκίνητο στον πεζόδρομο και κατέβηκε υπερβολικά  ντυμένος με μοβ κουστούμι κι ένα σκούρο χαμόγελο στο αιώνια ειρωνικό πρόσωπο του. Στάθηκε απέναντι από το πολυτελές μπαρ-καμπαρέ που κάποτε δούλευε η Τζένη, άναψε ή σκέφτηκε ν ανάψει το αιώνιο τσιγάρο του. Χαμογέλασε που τη θυμήθηκε. Θα δούλευε άραγε ακόμα εκεί;
Είναι στ αλήθεια τυχεροί όσοι με γνωρίζουν, ήταν τα πρώτα λόγια που του είχε πει σμίγοντας τα πράσινα μάτια της στον απέναντι καθρέφτη της ουτοπίας. Τότε. Πριν δεκαπέντε χρόνια που ήταν αλαβάστρινο κορίτσι είκοσι ετών και ήθελε να γίνει ηθοποιός, να μοιάζει της Τζένης Καρέζη. Ο Λεονάρντο είρωνας από τότε, κυνικός της αμφισβήτησε αυτές τις αξίες. «Εγώ θέλω ν αγιάσω και μάλιστα με μια αγιοσύνη χωρίς θεό, όπως είναι οι Μπεκετικοί ήρωες. Εσύ να κάνεις το σωστό, τίποτε άλλο.» Αυτά της τόνισε στο πρώτο τους κρεβάτι που την έσπρωξε χωρίς ίχνος σεβασμό στο άξιο κάτω της. Αυτό ήταν το όσκαρ της, αυτή η ουτοπία της καλλιτεχνικής της μαεστρίας
Είχαν πάει στο σπίτι του στην Κηφισιά ύστερα από ένα εκκωφαντικό γλέντι σε πάρτι χλιδάτων όπου για πρώτη φορά άραζε το κορμί της η Τζένη με τα πράσινα μάτια και τις αιωρούμενες αμφισβητήσεις για την κοινωνία και τον χαφιεδισμό της. Εκεί της τόνισε για πρώτη φορά πως έπρεπε ν αναπτύξει τις άμυνες της απέναντι στους ασούμπαλους κανίβαλους,[ΚΔΟΑ. Κτηνώδης Δύναμη, Ογκώδης Άγνοια.] Εκεί  για την επανάσταση της χαμένης γενιάς που ήταν η δική της και της Κατερίνας Γώγου που άραζαν μερικές φορές στα παγκάκια της ποίησης και στα βρώμικα καφενεία της Εξαρχείων εξαθλιωμένης οντότητας. Τα κουβέντιαζε αυτά στον Λεονάρντο από την πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν και επέμενε πως θα γινόταν μια μεγάλη ηθοποιός ενώ αυτός τα άκουγε βερεσέ και την έγδυνε λαχταρώντας το αλαβάστρινο όπως είπαμε κορμί της. Αυτή αποχαυνωμένη στα είκοσι της χρόνια, κέρινο ομοίωμα του εαυτού της, άκουγε την Τσαλιγοπούλου να τραγουδά το «πως μ αγαπάς χίλιες φορές κι εγώ εσένα» ενώ έμπαινε μέσα της το έμβολο της αιώνιας αμφιβολίας να ζει κανείς ή να μη ζει, επειδή ο έρωτας αυτός καθ αυτός με άντρα που δεν τον ήθελε αλλά έπρεπε να το κάνει για λόγους ανωτέρας βίας, ανωτέρας θέλησης για ν ανέβει τα σκαλοπάτια της τέχνης και της ζωής, χωρίς να ξέρει ακόμα η αγνή πως ο κάθε Λεονάρντο και ειδικά αυτός που της είχε τύχει θα την πετούσε στον πρώτο τυχόντα κάδο απορριμμάτων.
Αυτό που την εξουθένωνε σ αυτή την ιστορία ήταν ο τρόπος που εξίσωνε την κατάσταση ο Λεονάρντο. Που προσπαθούσε να δείξει πως ήταν καλός, πως για τίποτε δεν ευθυνόταν, και πως είχε σχεδόν πάντα αλάθητο δίκιο. Αυτός ήξερε τα πάντα, είχε φίλους μεγαλόσχημους, ήταν πάμπλουτος ο ίδιος και απαξίωνε κάθε είδους μορφή διαφορετικότητας στους αντιπάλους του εκτός από την συγκεκριμένη καθεστηκυία τάξη που δεν ήθελε ν αλλάξει με τίποτε. Μπορούσες πολύ εύκολα να πλανηθείς από την γοητεία που ασκούσε στο γύρω του, να εξαπατηθείς απ το χαμόγελο του. Δεν ήταν ακριβώς όμορφος ο Λεονάρντο. Όχι. Ήταν ένα παράξενο μούτρο, κάτι σαν κάποιους μυστηριώδεις εραστές με μεγάλη μύτη, αιώνια κυνικό πρόσωπο, στραβό χαμόγελο, λιγνός, οστεώδης και ντυμένος πάντα με πανάκριβα μοβ κουστούμια. Μοβ. Αυτό ήταν το χρώμα του.
Το μοβ που δεν άρεσε στη Τζένη και της άρεσε το πράσινο. «Μια μέρα θα πεθάνεις γι αυτό το μοβ!» του είχε πει εν ευθέτω χρόνο. Κι αυτός για χάρη της είχε στολίσει εκείνο το βράδυ όλο το σπίτι με πράσινα πράγματα. Όλα πράσινα. Τα κρεβάτια, τα φώτα, τα σεντόνια, τα ποτά της ηδονής, οι υπηρέτες που κυκλοφορούσαν γύρω τους την ώρα που βυθίζονταν στην αξεπέραστη ηδονή.
Η Τζένη φώναξε πολύ εκείνο το βράδυ αλλά κανείς δεν την άκουσε. Όπως και κάμποσα ακόμα τέτοια βράδια που την παρέσερνε σε ερωτικά ξεφαντώματα, ώσπου οι πράσινοι υπηρέτες την πέταξαν στην κυριολεξία στο πλακόστρωτο της Κηφισιάς. Βέβαια μη νομίσετε πως την πέταξαν σαν άδειο σακί στο δρόμο, όχι, ο τρόπος ήταν ευγενικός, δεν μπορούσε να μην συμπεριφερθεί με τους άγραφους νόμους των ευγενών ο Λεονάρντο. Απλά από εκείνο το βράδυ, όσο κι αν προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του συναντούσε ντουβάρια. Τηλέφωνα που δεν απαντούσαν ποτέ ή τα σήκωναν άλλες φωνές άλλοι άνθρωποι ψυχροί κι αδιάφοροι. «Δεν υπάρχει εδώ κανείς Λεονάρντο κυρία» ήταν η συνηθισμένη απάντηση. Και το ακόμα πιο μυστήριο ήταν που όσες φορές κι αν την είχε στήσει έξω από το σπίτι του περιμένοντας άδικα μήπως και τον δει να βγαίνει, ποτέ δεν έγινε κάτι τέτοιο. Λες και είχε ανοίξει η γη και τον είχε καταπιεί κατά το γνωστό ρηθέν και τότε η Τζένη έβαζε τα κλάματα, μόνη της, με παρέα, ξανά μόνητη  κι έλεγε πως είχε χάσει τον έρωτα της ζωής της πως αυτή τον αγαπούσε ακόμα και θα τον αγάπαγε όσα χρόνια κι αν περνούσαν.
Τα χρόνια περνούσαν πράγματι κι η Τζένη αφού τέλειωσε με το μεγάλο όνειρο της ηθοποιού παίζοντας κάποια ρολάκια σε σήριαλ της κακιάς ώρας και μερικές σοφτ πορνό ταινίες, αφού γνώρισε  καμιά εκατοστή κορμιά δαρμένα στο ημίφως της απαισιοδοξίας, κατάντησε ν απαγγέλει στίχους της Κατερίνας Γώγου στα μπαράκια της Εξαρχείων μεριάς υποκολτούρας. Τον Λεονάρντο όμως συνέχιζε να τον αναζητά παντού.
-Είσαι τρελή μωρή; της μίλησε η Κατερίνα Γώγου μια μέρα ή νύχτα που ήταν πιωμένες του κερατά.
-Όχι φιλενάδα, τσέβδισε από το αλκοόλ που έτρεχε μέσα της. Τον πούστη τον αγάπησα πολύ.
-Αυτόν με τα μοβ κουστούμια; την κοίταξε από χαμηλή λήψη η Γώγου. Εγώ δεν πιστεύω την ιστορία σου!
-Εσύ δεν πιστεύεις τίποτε, είπε με ξεραμένα χείλη, άσβηστα σε μια δίψα αιώνιας συμφοράς. Αν τον συναντήσω τώρα θα τον σκοτώσω! Είπε και απόρεσε με τα λόγια της.
-Χαχαχαχα! γέλασε η Γώγου, δεν είσαι ικανή για τέτοια φιλενάδα. Σε βάρεσε η φτώχεια και η ομορφιά στο κεφάλι.
Η Τζένη συνέχιζε να είναι όντως πανέμορφη και δεκαπέντε χρόνια μετά δουλεύοντας αξιοπρεπώς σαν εταίρα στα μπαράκια σαν αυτό της Σταδίου. Αξιοπρεπείς, μεσήλικες πελάτες, ανίκανοι να την πηδήξουν, διαλεγμένοι απ το αφεντικό.
-Τα αφεντικά μας πνίγουν το λαιμό, μας κλέβουν τον αέρα! Θέλουν όλοι σκότωμα φιλενάδα όχι μόνο ο Λεονάρντο! Φώναξε η Γώγου.
-Αυτό που δεν μπορώ να ξεπεράσω είναι που έφαγα την κοροιδία του, ακούς; απάντησε σαν ηχώ χρόνων.
-Τι λες μωρή τρελή! Μετά από τόσα χρόνια θυμήθηκες την κοροιδία του;
-Δεν την ξέχασα ποτέ! Εγώ δε θέλω ούτε να φύγω ούτε να μείνω σ αυτόν τον κόσμο, εσείς με φέρατε εδώ! Τι φταίω εγώ!
-Κανείς δε φταίει επειδή γεννήθηκε, κανείς που πεθαίνει. Όλα μοιάζουν αληθινά μόνο οι νταβατζήδες τραβάν το μαχαίρι κι όποιον ζυγίσει ο θεός τον στέλνει στη μάνα του. Πάρε τότε ένα όπλο και ρίχτου! Στα μάτια όμως, μη λαθέψεις φιλενάδα!
Ο Λεονάρντο φύσηξε τον καπνό στο κόκκινο άνοιγμα της πόρτας του καμπαρέ. Μπήκε μέσα με τη σιγουριά του ανώτερου,με  το χαμόγελο αιώνια στραβό, το μοβ κουστούμι άστραφτε στις τσακίσεις και κατευθύνθηκε στη μπάρα. Η Τζένη τον πήρε αμέσως μυρουδιά. Δεν περνούν απαρατήρητοι αυτοί οι τύποι, θέλουν να κάνουν μπαμ με την πρώτη και το λευκό αίμα της Τζένης ανέβηκε στ αφτιά. Δεν έκανε αμέσως φανερή την παρουσία της. Κάθισε στο βάθος να σκεφτεί λίγο, να συγκεντρώσει τις δυνάμεις της για το πώς θα συμπεριφερόταν τώρα που έβρισκε ξανά μπροστά της τον άντρα που κυνηγούσε τόσα χρόνια στη φαντασίωση της, στα όνειρα της. Αυτόν που της είχε πει να αναπτύξει τις άμυνες της απέναντι σε ατσούμπαλους κανίβαλους. ΚΔΟΑ. [Κτηνώδης Δύναμη, Ογκώδης Άγνοια.] Τα θυμόταν όλα, πώς να τα ξεχνούσε, τέτοια λόγια.
Ωστόσο ο Λεονάρντο την ανακάλυψε πίσω απ το σκοτάδι. Αυτή σηκώθηκε με αξιοπρέπεια, τα μάτια τους συναντήθηκαν, το πράσινο με το μοβ έγιναν ένα, το πιστόλι ξέρασε κόκκινο από το χέρι της, το κυνικό χαμόγελο της ειρωνείας δεν έφυγε ποτέ από το στόμα ενός κόσμου φτιαγμένου στην επάρκεια του μίσους.
ΤΕΛΟς



Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2019

Η ΠΕΙΝΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΏΠΩΝ








Εκείνο το διάστημα, ήμουν άνεργος και μπατίρης. Έψαχνα καμιά δουλειά του ποδαριού, περιστασιακά να βγάζω τα τσιγάρα αλλά τίποτε δεν γινόταν. Μια μέρα εδώ μια μέρα εκεί, τα πράγματα δυσκόλευαν άγρια.
Ένα βράδυ που τριγύριζα στα παγκάκια της πλατείας, πεινούσα πολύ το στομάχι μου ούρλιαζε, είχα τρεις μέρες να βάλω κάτι στο στόμα μου, είδα την φάτσα ενός γνωστού ζητιάνου της γειτονιάς. Με κοίταζε μάλλον χαρούμενος και κάθισε στο παγκάκι απέναντί μου. Δεν ήταν και πολύ μεγάλος αλλά σίγουρα μεγαλύτερος μου. Εγώ πλησίαζα τα τριάντα, εκείνος θα σαραντάριζε.
Ντυμένος με κουρέλια, όπως είναι συνήθως αυτοί οι άνθρωποι, συνέχιζε να με κοιτάζει.
Πράγμα περίεργο για μένα, δεν ενοχλήθηκα. Στο πίσω μέρος του μυαλού μου είχε σχηματιστεί η ιδέα, πως κάτι θα έπαιρνα από αυτόν τον άνθρωπο. Τσιγάρα πάντως σίγουρα γιατί ήδη είχε ανοίξει ένα πακέτο Καρέλια άφιλτρο. Άναψε δικό του κι ύστερα μου πέταξε το πακέτο.
Το άρπαξα στον αέρα με βουλιμία. Εγώ που κάπνιζα Μάρλμπορο και σιχαινόμουν τον Καρέλια με τα κωλοτσίγαρά του!
Αλλά, ανάγκα και οι θεοί πείθονται. Έτσι άναψα ένα κι έκανα να το επιστρέψω στον ζητιάνο. Αυτός μου γνέψε με μια κίνηση που έλεγε «κράτησε το όλο έχω άλλο»
Τσιγάρα λοιπόν είχα βρει για απόψε, τα κρυψα στην τσέπη μου βαθιά μην μου πέσουν αλλά τι θα έτρωγα; Πεινούσα αφόρητα, δεν ξέρετε τι είναι να πεινάς, επειδή δεν είχα λεφτά. Έτσι είναι, αν είχα λεφτά δεν θα πεινούσα, έτσι είναι αυτά τα πράγματα.
Η ώρα θα ήταν εννιά, έφεγγε ακόμα. Καλοκαίρι καιρός ήταν, Ιούλιος μήνας και η ζέστη να σου τρώει το μεδούλι. Στην μεγάλη πλατεία της Καλλιθέας, έσταζε ιδρώτας και αίμα. Μια ξεραμένη φλούδα από τα χείλη μου κόλλησε στο χαρτί του τσιγάρου και καθώς δεν πρόσεξα, το αίμα κύλησε στο πηγούνι και στο χέρι μου. ΤΟ σκούπισα και ο λιγοστός κόσμος που κυκλοφορούσε με κοίταζε περίεργα Μα δεν με ένοιαζε Συνταξιούχοι, μικροαπατεώνες, μικροπωλητές. Ένας τέτοιος μπήκε ανάμεσα μας. Στάθηκε πρώτα μπροστά μου επιδεικνύοντας το εμπόρευμά του. Εγώ, έγνεψα αμέσως όχι, αυτό μου έλειπε. Οπότε στράφηκε στον ζητιάνο. «Κονόμησες τώρα, τα πιασες τα λεφτά σου» σάρκασα από μέσα μου.
Ο Ζητιάνος ωστόσο κοίταζε το εμπόρευμα με ενδιαφέρον. Αναπτήρες, διόπτρες, μπιχλιμπίδια.
-Πως σε λένε εσένα; Ευριπίδη; Ρώτησε τον Κινέζο.
Εγώ έσκασα στα γέλια παρ’ όλο το χάλι μου. Ο κινέζος χαμογελούσε κινέζικα κι έφευγε με αργά βήματα.
-Έλα εδώ ρε, που πας συνέχισε ο ζητιάνος, δώσε μου δύο αναπτήρες.
Ο Κινέζος γύρισε του έδωσε τους αναπτήρες, πήρε τα λεφτά, τον ευχαρίστησε χίλιες φορές κι έφυγε.
-Μπορεί να ξέρω τον πατέρα του, στράφηκε σε μένα
-Τον πατέρα του Κινέζου; Αλληθώρισα.
-Ναι, γιατί; Τον πατέρα του Κινέζου, είπε σοβαρά κι εγώ ανταριάστηκα.
Τι νόημα είχαν τώρα όλα αυτά; Η κοιλιά μου νιαούριζε κι έπρεπε κάτι να κάμω από το να κάθομαι και ν ακούω τις βλακείες του καθενός.  Έτσι, σηκώθηκα να φύγω. Δεν πρόλαβα να κάνω δυο βήματα κι άκουσα την φωνή του να μου λέει:
-Που πας ρε; Δεν πεινάς ; έλα πίσω, πάμε να φάμε.
Γύρισα και τον κοίταξα αμήχανος.
-Έλα μαζί μου, συνέχισε. Θα πάρουμε ένα κοτόπουλο, ψωμί και τα σχετικά. Έλα. Πάμε.
Δεν είπα τίποτα. Τι να λεγα; Απλά τον ακολούθησα.
Μπήκαμε σ΄ένα κοτοπουλάδικο όπου δυο-τρεις πελάτες περίμεναν στη σειρά. Στάθηκε πίσω τους. Εγώ πιο πίσω σχεδόν να μου τρέχουν τα σάλια από τις μυρουδιές. Ρε, τι είχα πάθει ο κακομοίρης! Τέτοια λιγούρα δεν την είχα νιώσει ποτέ. Κάποια στιγμή, έστρεψε πίσω με κοίταξε και με καθησύχασε με το βλέμμα σα να μου λεγε, μη μιλάς, εντάξει, περίμενε.
Όταν ήρθε η σειρά μας, παράγγειλε, ένα κοτόπουλο, πατάτες, ψωμί. Η καταστηματάρχης τα ετοίμασε, τα έβαλε σε μια μπλε νάιλον σακούλα και του τα έδωσε λέγοντας πως έκαναν δώδεκα εύρο.
-Εντάξει, της είπε σοβαρά με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση. Είναι της κυρά Μαρίας, απέναντι, ξέρεις εσύ.
-Της κυρά –Μαρίας, έσμιξε τα φρύδια της να θυμηθεί. Α, της κυρά-Μαρίας έκανε σα να θυμήθηκε. Εντάξει, εντάξει, ευχαριστώ..Εσείς τι θέλετε; Απευθύνθηκε στον επόμενο.
Εμείς πήραμε τα πράγματα και φύγαμε. Μόλις βγήκαμε έξω, σφούγγισα τον ιδρώτα από το πρόσωπο μου.
-Μην κάνεις έτσι, είπε ο ζητιάνος. Μην είσαι βλάκας, ολόκληρη Καλλιθέα, ξέρεις πόσες Μαρίες έχει; Πάμε να φάμε τώρα, έχεις αυτοκίνητο;
Ναι, αλλά το έχω στο συνεργείο! Ακολούθησα το πνεύμα του σαν συνήλθα λίγο.
-Καλά, φώναξε ένα ταξί. Πάμε στο σπίτι μου να πιούμε και καμιά μπύρα.
-Μένεις μακριά;
-Στην Ηλιούπολη.
-Και θα πάμε εκεί; Απόρεσα.
-Έχεις κάτι καλύτερο; Πάμε και θα δεις. Πως σε λένε;
-Παναγιώτη.
-Παναγιώτη, τι;
-Παναγιώτης Χυλοπίτας.
-Χαίρω πολύ, είπε σοβαρά. Αντώνης Τραχανάς κι έπιασε την κοιλιά του από τα γέλια.
Συνέχισε να γελάει και μέσα στο ταξί όταν επιτέλους βρήκαμε ένα και μπήκαμε εκείνος μπροστά κι εγώ στο πίσω κάθισμα με το κοτόπουλο στη μπλε σακούλα να μου σπάει την μύτη. Ο ζητιάνος έδωσε μια διεύθυνση στις παρυφές του Υμηττού.
-Πολύ ψηλά μένεις, είπα.
-Έχω φτιάξει ένα σπιτάκι, θα δεις.  Κι έπιασε κουβέντα με τον ταξιτζή.
Εγώ σκεφτόμουν να ανοίξω την σακούλα και να τσιμπήσω τουλάχιστον λίγο κοτόπουλο γιατί αλλιώς θα έπεφτα κάτω.
 -Πεινάει το παιδί, είπε στον ταρίφα . Δεν σε πειράζει αν φάει λίγο κοτόπουλο. Θα πληρώσουμε κάτι παραπάνω.
Ο ταρίφας γύρισε το κεφάλι και με κοίταξε με συμπόνια.
-Μόνο να μην λερώσεις τίποτα, είπε.
-Όχι, όχι, πρόλαβα ν ‘απαντήσω προτού χώσω το μισό μπούτι στο στόμα μου.
Έφαγα κάμποσο ενώ άκουγα τον ζητιάνο να συζητάει με τον ταρίφα.
-Από πού είσαι πατριώτη; ρώτησε ο ζητιάνος.
-Από την Μεγαλόπολη.
-Α, κάτω από τα’ αυλάκι, καλοί είσαστε εσείς, ας λένε, ξέρω εγώ….
Εγώ, σκεφτόμουν να φάω και το άλλο μπούτι, αλλά το μετάνιωσα. Φτάνει πια! Σκέφτηκα. Μην το παρακάνεις με την κωλοπείνα σου. Συμμάζεψα τα πράγματα μου προσεκτικά Ο ταρίφας που είχε το νου του με κοίταξε πάλι μέσα από τον καθρέφτη, σε κάποιο φανάρι. Σαν με είδε που καθόμουν ήσυχος, ηρέμησε. Του χαμογέλασα κι εγώ συγκαταβατικά. Έτσι έληξε το θέμα της πείνας μου τουλάχιστον προς το παρόν.
Φτάσαμε κάποτε στο σπίτι του Αντώνη. Αν τον έλεγαν έτσι, γιατί το Τραχανάς ήμουν σίγουρος πως ήταν ψέμα. Όπως φυσικά κι εμένα δεν με λένε Χυλοπίτα.
-Πως σε λένε τελικά; Με ρώτησε ανοίγοντας την εξώπορτα ενός πραγματικά υπέροχου σπιτιού.
-Αυτό είναι το σπιτάκι σου; έμεινα κεραυνόπληκτος.
-Κι αυτό είναι το αυτοκίνητό μου γέλασε δείχνοντας μια μαύρη μερσεντές αραγμένη στο γκαράζ. Λοιπόν; Θα μου πεις το όνομα σου;
-Α, ναι, ξεχάζεψα. Παναγιώτη Παναγιωτόπουλο, εσένα;
-Αντώνη Ράτζικα. Από το σόι των Ρατζικαίων. Μεγάλο σόι, αγωνιστές στην επανάσταση του 21, είπε περήφανα. Θα σου δείξω φωτογραφίες, έλα, πάμε.
Μπήκαμε στο σπίτι. Ένα πραγματικό αρχοντικό, εγώ ούτε στ όνειρο μου δεν θα αποχτούσα τέτοιο σπίτι.
Ο Αντώνης αφού μου είπε ένα σαν στο σπίτι σου, άραξε , εγώ θα κάνω ένα ντους κι έφτασα» εξαφανίστηκε στο βάθος. Ακούμπησα τα πράγματα στο τραπέζι του σαλονιού και περιεργάστηκα τον χώρο. Ο Αντώνης δεν άργησε. Σε λίγο εμφανίστηκε φορώντας μια  ρόμπα παντόφλες κλπ..
Καθίσαμε στην τραπεζαρία, φάγαμε και ήπιαμε μπύρες. Πιάσαμε την κουβέντα σαν δυο παλιοί καλοί φίλοι, μέχρι αργά.
-Το πάν είναι να μην πιάνεσαι κορόιδο, αυτή είναι φιλοσοφία μου μικρέ, επαναλάμβανε συχνά. Να μην πιάνεσαι κότσος.
Κι όταν κάποια στιγμή σηκώθηκα να φύγω, μου έδωσε ένα πενηντάρικο και μου είπε με νόημα:
-Σκέψου τι μπορείς να κάνεις στη ζωή.
Πέρασε καμιά βδομάδα έτσι κι αλλιώς. Τίποτα σπουδαίο βέβαια, μια από τα ίδια. Τον Αντώνη τον έβλεπα που και που αλλά στην πλατεία δεν στεκόμουν πολύ μαζί του. Φοβόμουν τα μπλεξίματα. Ταυτόχρονα έψαχνα για δουλειά. Μια δουλειά αξιοπρεπή Γκαρσόνι, φύλακας, οικοδομές, μπετατζής και όλα εις –τζης. Κοίταζα και τις μικρές αγγελίες. Οι πιο πολλές ζητούσαν πλασιέδες. Πωλητές βιβλίων, οικιακών συσκευών, μικρούς με μοτοποδήλατο. Υπήρχαν και οι μεγάλες αγγελίες που ζητούσαν διπλώματα, βιογραφικά και τέτοια αλλά εγώ δεν ήμουν μορφωμένος. Έτσι κατέληξα κηπουρός σε μια βίλα κάποιου πλούσιου με τρεις κι εξήντα τον μήνα και να μου βγαίνει και το λάδι στα σκαψίματα ,τα κλαδέματα και τόσες άλλες δουλειές που χρειαζόταν ο τεράστιος κήπος του πλούσιου αφεντικού μου.
Μόλις το είπα στον Αντώνη, «κρίμα ,σε είχα για πιο έξυπνο» μου είπε σχεδόν απογοητευμένος και μου έκλεισε το τηλέφωνο.
Για κάνα δυο μήνες δούλευα στο κηπουριλίκι. Έσκαβα, πότιζα, σκάλιζα για πενταροδεκάρες στην βίλα και κορόιδευα τον εαυτό μου πως κάποτε θα γινόμουν σπουδαίος κηπουρός. Ο κήπος του εφοπλιστή είπαμε ήταν τεράστιος.
Καθημερινά σκοτωνόμουν στην δουλειά. Ψαλίδια, κλαδευτήρια, τσουγκράνες, όλα τα σχετικά εργαλεία. Κάπως έτσι είχαν τα πράγματα. Ώσπου μια Κυριακή πρωί που ήμουν στο μαύρο μου το χάλι, με πήρε τηλέφωνο ο Αντώνης.
-Έλα, μου είπε. Έχω μια δουλειά για σένα.
Πήγα στο σπίτι του, έφτιαξε καφέ, καθίσαμε στην μεγάλη βεράντα να τον πιούμε. Καθώς άναβα τσιγάρο, παρατήρησα πως τα έπιπλα έλειπαν.
-Είχαν παλιώσει και τα πέταξα, γι αυτό σε φώναξα, θέλω να πάρω καινούρια.
-Και τι σχέση έχω εγώ; Απόρεσα.
-Έχεις. Θέλεις να βγάλεις χίλια εύρο;
-Χίλια εύρο!
-Χίλια σε μια μέρα. Σ’ ένα βράδυ.
-Τι θα κάνουμε; Ψυλλιάστηκα.
-Υπάρχει μια αριστοκρατική καφετέρια που δεν κλειδώνει τα έπιπλα την νύχτα..
-Και θα πάμε να κλέψουμε;
-Να κλέψουμε, μόρφασε. Θα αφαιρέσουμε μερικά που τους περισσεύουν, έχουν αυτοί. Να, ας πούμε, τρεις πολυθρόνες, δυο –τρία τραπέζια, έξι εφτά καρέκλες βεράντας , μερικά σκαπώ για το μπαρ. Στην ουσία μετακόμιση θα κάνουμε.
-Είναι σίγουρο;
-Όπως σε βλέπω και με βλέπεις.
Πήγαμε το βράδυ της ίδιας Κυριακής. Σηκώσαμε τη μισή καφετέρια και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Τα ρίξαμε στο κλειστό φορτηγό του Αντώνη και τα πήγαμε στην βεράντα του. Τα τοποθετήσαμε ήρεμοι και ήπιαμε πάνω τους ένα μπουκάλι Σίβας.
-Να τα χαίρεσαι, του είπα και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια.
-Σ’ ευχαριστώ. Έλα, πάρε.
Με πλήρωσε την αμοιβή  μου, χίλια εύρο!
Τον ευχαρίστησα με την σειρά μου και πήρα τον δρόμο μου. Από τότε ευχαριστώ και τον θεό που έγινα ζητιάνος παρά οτιδήποτε άλλο.

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2019

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΈΑΣ





Οι άνθρωποι πάντοτε μου προξενούσαν μια αλγεινή εντύπωση.
Από μικρό παιδί, σκεφτόμουν γιατί να ζούνε τόσοι άνθρωποι. Άνθρωποι χωρίς καρδιά. Κοντοί, κουτσοί, στραβοί, ανισόρροποι. Φάτσες που δεν γουστάρεις να δεις πουθενά. Γκαρσόνια, που στριφογυρίζουν, γκόμενες[γυναίκες!] που δεν έχουν μυαλό παρά μόνο για τον έρωτα, παιδάκια που σου σπάνε τα νεύρα, γιατί ξέρεις πως κάποτε θα μεγαλώσουν.
Τι αξία έχει να ζούνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Εξυπηρετούνε κανένα λόγο;
Ένας άνθρωπος μονάχα έπρεπε να υπάρχει: Εγώ.
Καθισμένος στη στριφογυριστή  πολυθρόνα, μέσα στο υπέροχο γραφείο μου, ανασκάλευα τα χειρόγραφα μου. Άναβα το ένα τσιγάρο κατόπιν του άλλου, έπινα μαύρη βότκα. Συγγραφέας γαρ. Όλοι οι συγγραφείς πίνουνε. Εκτός από κάτι ξενέρωτους Καζαντζάκηδες.[Η χολή που στάζει δεν είναι δικιά μου.]Στο σκοτεινό, πίσω μέρος του μυαλού μου, ήθελα να ξεκαθαρίσω την ατμόσφαιρα. Να σμίξω το φως με το σκοτάδι, να αφαιρέσω κι απ’ τα δυο τους ανθρώπους. Πιο  πολύ τους ανθρώπους.
Προσπαθούσα λοιπόν, μέρες τώρα μου είχε καρφωθεί ή ιδέα, να βρω έναν πιο εύλογο τρόπο για να οικειοποιηθώ την άποψη, πως δεν χρειαζόταν να υπάρχουν όλοι αυτοί.
Η γραμματέας μου στο βάθος καθισμένη στο γραφείο της, διόρθωνε κάποιες σελίδες μου στον υπολογιστή της. Σηκώθηκα αποφασισμένος και πήγα κοντά της. Την κοίταξα και ανασήκωσε τα μάτια.
Μάτια κουρασμένα, επουσιώδη. Χέρια λευκά, πρόσωπο κέρινο, ασυμμάζευτο. Επίτηδες την είχα διαλέξει έτσι, μέσα από ένα τσούρμο υποψήφιες.
Τι είναι κύριε Κρίστο; Με ρώτησε σβησμένα.
-Τίποτα, της είπα. Μια ιδέα μόνο; Εσύ τι λες , αν σκοτώσω όλον τον κόσμο;
-Στη συνέχεια του βιβλίου; Αναπήδησε ακόμα πιο αχνά, λίγο.
-Όχι, στην πραγματικότητα.
-Και μπορείτε; Γέλασε ακόμα αχνότερα.
-Ο συγγραφέας όλα τα μπορεί.
-Σ’ αυτό συμφωνώ.
Μόλις το είπε αυτό κι έσκυψε στη δουλειά της, ένα μυρμήγκιασμα κύλησε στη ραχοκοκαλιά μου. Ο πρώτος που έπρεπε να σκοτώσω ήταν αυτή. Την παρατήρησα λίγο ακόμα άφωνος και πισωπάτησα προς το γραφείο μου. Άναψα ένα άλλο τσιγάρο, ρούφηξα λίγη μαύρη βότκα. Μ’ έπιασε μια μικρή απελπισία, έχασα την όρεξη για να γράψω αλλά δεν λύγισα. Αυτό, γιατί πάντα είχα μες το μυαλό μου μαύρες σκέψεις.
Για να μην υποθέσει όμως κανείς πως τα λέω όλα αυτά εξ αιτίας κάποιας απογοήτευσης ή αποτυχίας, οφείλω να πω, πως στην ζωή μου όλα πήγαιναν ρολόι. Και πηγαίνουν.
Τα βιβλία μου γίνονται ανάρπαστα. Το αναγνωστικό κοινό[σιχαίνομαι την έκφραση] περιμένει πως και πως το επόμενο βιβλίο μου. Το βιβλίο του Κρίστο Αγκάθινου.
Κρίστο Αγκάθινος δεν είναι το πραγματικό μου. Στην ουσία κανείς, εκτός από πέντε –δέκα συγγενείς, δεν γνωρίζει, πως ο Νίκος Μπουρμπουλιάρης και ο Κρίστο Αγκάθινος είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Εγώ.
Τις περισσότερες φορές, γράφω ιστοριούλες, τύπου Άρλεκιν. Αυτά που γουστάρει το κοινό.[Πάλι αυτή η ανούσια λέξη]
Βαριεστημένος, σηκώθηκα από την στρογγυλή μου θέση. Δεν είχα διάθεση να συνεχίσω το γράψιμο. Εξ άλλου δεν καιγόμουν εγώ. Οι εκδότες μου  και ο κόσμος ναι. Εγώ όχι.
Σκέφτηκα κάπου να πήγαινα. Η ώρα ήταν προχωρημένη, γύρω στις εντεκάμισι το βράδυ.. Γνωστούς δεν ήθελα να συναντήσω, ιδιαίτερα κάτι σαλιάρηδες, αποτυχημένους και μη του σιναφιού. Άρρωστοι άνθρωποι, καρφωμένοι στην ιδέα να κάνουν μια επιτυχία, ένα μπέστ-σέλερ.
Ακόμα χειρότεροι οι κριτικοί. Άνθρωποι για κλωτσιές. Αποτυχημένοι συγγραφείς που στάζουν φαρμάκι ή γλίτσα, ανάλογα.
Ενώ εγώ είμαι ένας ακραιφνής, ζωντανός πενηντάρης άνθρωπος με αποκρυσταλλωμένες ιδέες για την ζωή, για την φιλοσοφία. Τι δουλειά είχα με όλους αυτούς τους σκατιάρηδες;
Έτσι σκοτεινιασμένος, πήρα το αυτοκίνητο μου να πάω μια μακρινή βόλτα. Ασυναίσθητα οδήγησα στις βραδινές λεωφόρους. Όλως περιέργως δεν είχε πολύ κίνηση. Βγήκα γρήγορα στην Εθνική από την Κηφισιά και κατευθύνθηκα προς την Χαλκίδα. Νοστάλγησα την πατρίδα. Ηεπιστροφή, ο νόστος είχε πάντα μια σημασία για τους ήρωες.
Έβαλα κάποιον σιγανό Ραχμάνινωφ, να μου τριβιλίζει το μυαλό και τα’ αφτιά, μα πάντα είχα κατά νου την αρχική μου έμμονη ιδέα: Πως θα εξαφάνιζα όλους τους ανθρώπους. Κατέφυγα για λίγο στον ακαιριώδη Νίτσε και τον ιδεάνθρωπο του. Νοστάλγησα και τον Μπέρκλευ με την ουτοπία του πως τα πάντα είναι διπλή παράσταση στο μυαλό μας, μα τον απέρριψα. Το είχε κάνει άλλωστε πολύ εύκολα, ο ασυγχώρητος Καρλ Μαρξ, λέγοντας στο «Αντιντίριγκ», πως για τα πράγματα μπορεί να ισχύει, για τους ανθρώπους ‘όχι. Δεν μπορεί να μην υπάρχεις εσύ για μένα κι εγώ για σένα. Είναι άτοπο. Άρα υπάρχουμε και οι δυο. Εσύ κι εγώ. Υπάρχουμε όλοι. Έξι δις άνθρωποι. Αυτοί που πέθαναν δεν υπάρχουν. Το βάρος της ψυχής τους θα γκρέμιζε την γη. Για φαντάσου να ζούσε έστω κι ένα γραμμάριο απ’ όλους αυτούς που έζησαν;
Με τις σκέψεις και τον Ραχμάνινωφ, έφτασα στα τρελά νερά. Άραξα στην γέφυρα που αυτά τα νερά, πηγαίνουν έξι ώρες πάνω κι έξι ώρες κάτω. Παράγγειλα πετροσωλήνες και ούζο. Έτρωγα και έπινα σαν ένας ηλίθιος άνθρωπος. Ένας ευτυχισμένος ζωντανός.
Απέναντι μου καθόταν ένα άλλος ηλίθιος. Έτρωγε και έπινε σαν ζώο. Χοντρός, τεράστιος, βουβαλώδης. Γεμάτος τρίχες ακόμα και στα παχουλεμένα , γυμνά μπράτσα του.. Τον κοίταζα, και μου ερχόταν να σηκωθώ, να πάω κοντά του ξαφνικά και να του μπήξω το μαχαίρι στην καρδιά.! Αν ήξερα πως θα το πετύχαινα με την μια, θα το έκανα. Αλλά με τόσο λίπος μέσα σ’ αυτό το τσουβάλι, ποτέ δεν είσαι σίγουρος τι θα συμβεί..
Όπως καταβρόχθιζε ότι πήγαινε στο τραπέζι του, έβγαζε άναρθρες λεπτές κραυγές ευχαρίστησης. Λες και γαμούσε. Ή γαμιόταν.
Κάποτε τέλειωσε με βρυχηθμούς λιονταριού. ΄Η καλύτερα ύαινας. Ναι, ύαινας. Γιατί, όλα αυτά τα σάπια κρέατα, μόνο ένα τέτοιο ζώο θα μπορούσε να τα καταβροχθίσει.
Ρούφηξε το εικοστό λίτρο μπύρας κι άφησε τον αφρό της να κυλήσει στο δασώδες στήθος, στο ανοιχτό πουκάμισο. Ύστερα, σφουγγίζοντας τα χείλια του, ήρθε ακάλεστος στο τραπέζι μου.
-Σε ξέρω εσένα, μου είπε με την λεπτή, τσιριχτή, γυναικεία φωνή. Δεν είσαι ο Κρίστο Αγκάθινος;
-Τι σημασία έχει; τον κοίταξα με σιχασιά.
-Έχει γιατί νομίζεις πως κάποιος είσαι.
-Εσύ δεν είσαι κάποιος; Αντιπρότεινα.
-Μην πας να ξεφύγεις! με αντέκοψε απειλητικά. Απόψε θα πεθάνεις.
-Και πως θα γίνει αυτό; ρώτησα ήσυχα.
-Θα σε σκοτώσω εγώ. Προτού προλάβεις να σκοτώσεις εσύ όλους τους ανθρώπους.
Με έπιανε στον βρόντο μου.
Αλλά δεν φοβήθηκα, όσο χοντρός και να ήταν, φαινόταν του χεριού μου. Εξ  άλλου είχα το πιστόλι μου στην μασχάλη. Ποτέ δεν το ξεχνούσα, γιατί με ένα όπλο στην τσέπη σου, αισθάνεσαι πιο ασφαλής.
-Δεν θα προλάβεις να κάνεις αυτό που σκέφτεσαι, γράπωσε το δεξί μου χέρι με το δικό του σαν τανάλια.
Ο κόσμος είχε φύγει από το μαγαζί. Κοίταξα γύρω μου και μόνο τα γκαρσόνια στο βάθος συμμάζευαν τα τραπέζια για να κλείσουν. Στο τελευταίο που καθόμασταν εμείς, υπήρχε μισοσκόταδο. Κανείς δεν έπαιρνε χαμπάρι τι γινόταν.
Χωρίς φόβο και με το ένστικτο πως ήμουν δυνατότερος από αυτόν, τίναξα το χέρι του από πάνω μου..Ταυτόχρονα με το αριστερό, έβγαλα το σαρανταπεντάρι. Του το κάρφωσα στη μούρη.
-Προχώρα! του είπα.
Γρυλίζοντας σαν σκυλί σηκώθηκε.
-Θα περάσουμε την γέφυρα ήσυχα, του είπα γλυκά, με το όπλο καρφωμένο στα πλευρά του. Σαν δυο καλοί φίλοι. Μην κάνεις καμιά εξυπνάδα. Καταλαβαίνεις τι θα γίνει αν κάμεις καμιά εξυπνάδα.Προχώρα!
Καθώς αποχωρούσαμε, τα γκαρσόνια φώναζαν, κάτι σαν « ε, κύριοι ξεχάσατε το λογαριασμό» αλλά ποιος τους άκουγε.
Περάσαμε την γέφυρα αμίλητοι. Στρίψαμε δεξιά, στην παραλία, στον χωματόδρομο. Ησυχία. Η ώρα ήταν τρεις. Χειμώνας καιρός κι η θάλασσα αργούλιαζε. Έξι ώρες πάνω, έξι ώρες κάτω.
-Γιατί θέλεις να με σκοτώσεις; Τον γύρισα πάντα σημαδεύοντας τον. Ποιος είσαι εσύ;
-Είμαι όλοι οι άνθρωποι. Αυτούς που εσύ θέλεις να εξαφανίσεις. Εδώ μέσα, συνέχισε σχίζοντας το λευκό του πουκάμισο και δείχνοντας το στήθος του, κατοικούνε όλοι. Χτύπα λοιπόν!
-Το λες για να σε λυπηθώ;
-Το λέω με την γνώση, πως όλος ο κόσμος τούτη την ώρα, είμαστε εσύ κι εγώ. Ένας από τους δυο μας πρέπει να πεθάνει. Κι αυτός θα είσαι εσύ! Κι έφτυσε στο σκοτάδι.
Το σάλιο του γέμισε τον αγέρα. Η μπόχα του καταραμένου σαρκοφάγου, γέμισε την πλευρά της άγριας θάλασσας, που υποχωρούσε προς τον βορρά. Τα νερά άλλαζαν γοργά, πρώτη φορά τύχαινε να παρακολουθεί την αλλαγή τους. Τεράστιες ψιχάλες χώριζαν τον κόσμο μας.
Αυτό ήταν το τελευταίο που πρόλαβα να σκεφτώ. Αυτό που δεν πρόλαβα ήταν το τεράστιο χέρι του που έπεσε σαν οβίδα στον σβέρκο μου. Σωριάστηκα κατάχαμα, το πιστόλι έφυγε από τα χέρια μου. Σύρθηκα λίγο κι έμεινα ακούνητος, άψυχος στην βρεγμένη παραλία, βορειοδυτικά της Χαλκίδας.
Όταν συνήλθα δεν ήξερα που βρισκόμουν. Ήξερα πως κανένας δρόμος δεν έβγαζε πουθενά. Μούσκεψα ως το κόκαλο, το κρύο έκοβε φέτες όσα είχαν συμβεί και το μυαλό μου πονούσε αλλά έπρεπ να πάρω έναν δρόμο. Πονούσε και ο σβέρκος μου που είχε κάνει ένα τεράστιο καρούμπαλο. Το έπιασα με συμφορά, αναμοχλεύοντας την μνήμη μου. Που στο διάολο ήταν ο χοντρός; Και γιατί δεν με είχε σκοτώσει;
Το πιστόλι ήταν δίπλα μου, κύλησε καθώς πήγα να σηκωθώ. Το πιασα σκοτωμένος,  το σκούπισα. Σκέφτηκα να το πετάξω αλλά μετάνιωσα. Το τοποθέτησα πάλι στη μασχάλη μου.
Η βροχή είχε σταματήσει. Κοίταξα το ρολόι μου. Οχτώ παρά τέταρτο. Χάραζε ένας απέραντος ουρανός, γαλάζιος, μετά την νυχτερινή καταιγίδα, κι εγώ είχα μείνει λιπόθυμος περίπου τρεις ώρες. Πως δεν με κατασπάραξαν οι ύαινες; Οι λύκοι και οι νυχτόβιοι γύπες; Α, ήμουν πολύ τυχερός φαίνεται. Α λάκι μεν.
Πήρα τον δρόμο σιγά-σιγά προς την παραλία. Κανείς δε υπήρχε. Μέχρι να περάσω την γέφυρα και να φτάσω στον κόσμο, σκεφτόμουν τον χοντρό. Αν δεν υπήρχε το καρούμπαλο στο σβέρκο μου, θα νόμιζα πως το είχα ονειρευτεί. Αλλά τώρα;
Πήγα στο αυτοκίνητο μου άλλαξα ρούχα. Πάντα κουβαλούσα μαζί μου μερικά. Ύστερα κάθισα σε ένα καφέ, κοντά στη γέφυρα. Παράγγειλα εσπρέσο, ρούφηξα, άναψα τσιγάρο, ψιλοσυνήλθα.
Τότε εμφανίστηκε πάλι ο χοντρός. Γελώντας, ήρθε προς το μέρος μου. Κάθισε απέναντί μου.
–Γιατί δεν με σκότωσες;τον ρώτησα.
-Πλάκα μου κάνεις; Να γλιτώσω το λογαριασμό ήθελα, χαχάνισε. Ξέρεις πόσα είχα παραγγείλει; Τουλάχιστον διακόσια εύρο. Κι εγώ είμαι φτωχός Εσύ θα με σκότωνες αλήθεια; Δεν το πιστεύω.
-Ναι, αλλά με χτύπησες άσχημα, παραπονέθηκα.
-Δεν είναι τίποτα, ήδη έχει περάσει, ψαχούλεψε το σβέρκο μου
-Πως ήξερες ότι θέλω να σκοτώσω όλο τον κόσμο.
-Τυχαία το είπα. Εξ άλλου τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται. Θ κεράσεις καφέ;
-Ότι θέλεις.
Ήρθε ο καφές, άναψε απανωτά δυο-τρία τσιγάρα, αμίλητος. Ύστερα, μου ψιθύρισε σχεδόν συνωμοτικά στο αυτί μου:
-Υπάρχει ένας καθρέφτης μπροστά σου. Βλέπεις το είδωλό σου απέναντι. Πυροβόλησε το. Έτσι, αφού θα σκοτώσεις τον εαυτό σου, οι άλλοι δεν θα υπάρχουν πια.
ΤΕΛΟς

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2019

ΩΡΑΙΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΤΕΛΟΣ








Τα καράβια πήγαιναν κι έρχονταν. Μια φωλιά το λιμάνι της Ηγουμενίτσας, έσφυζε από ζωή.
Η θάλασσα ήρεμη, ενίοτε δροσερή, αναμόχλευε τις μνήμες, τις μπέρδευε με την λεπτή άμμο.
Εμένα μου άρεσε να βλέπω τη θάλασσα. Να κάθομαι ολόκληρες ώρες, Χειμώνες –Καλοκαίρια, στην άκρη της ακτής έτσι που να μου λούζει τα πόδια η αρμύρα  κι ύστερα να βουτάω μέσα της σαν το αγρίμι.
Έφευγα μακριά, εξαφανιζόμουν. Μόνος με τα κύματα να παλεύω ώρες, έλεγα πολλές φορές να μην ξαναγυρίσω πίσω. Τόσο πολύ μπούχτιζα με την παλιοζωή.
Σαραντάριζα τώρα και μυαλό δε είχα βάλει ακόμα. Έτσι μου έλεγε ο καπετάνιος.
-Δεν βάζεις εσύ μυαλό Μήτσο. Μια ζωή έτσι θα είσαι. Κάνε κάτι μήπως και καλυτερέψεις…
-Δηλαδή;
-Τι δηλαδή..να νοικοκυρευτείς. Να βρεις μια δουλειά μόνιμη και να μην τρέχεις από δω κι από κει. Κι ύστερα να παντρευτείς.
-Ωραία έλεγα εγώ, βρες μου εσύ μια..
-Γυναίκα; Γυναίκα θα βρεις μόνος σου. Δουλειά θα σου βρω οπωσδήποτε ρε μπαγάσα. Κοίταξε όμως μη μου την κοπανήσεις αλά Γαλλικά. Έρχεσαι μούτσος στο καράβι;
-Μούτσος; Άνοιξα τα μάτια μου. Να σφουγγαρίζω το κατάστρωμα;
-Ε, τι θέλεις να σε βάλουμε καπετάνιο; Μούτσος. Θα παίρνεις το μισθό σου, τα δώρα σου τις άδειες σου. Τα ταξίδια θα είναι κοντινά, εδώ, Ηγουμενίτσα –Κέρκυρα, είσαι μέσα;
-Είμαι, του είπα. Μούτσος, μούτσος, τι να κάνουμε τώρα.
-Λοιπόν, αύριο να περάσεις από τα γραφεία της εταιρείας. Τα υπόλοιπα θα τα φροντίσω εγώ, μη σε νοιάζει.
Έτσι έγινα μούτσος στα σαράντα μου χρόνια. Ήμουν πια στο στοιχείο μου, την θάλασσα που τόσο αγαπούσα. Πάφλαζε το νερό στην πρύμνη κι εγώ στα έγκατα του βαποριού τραγουδούσα, Νταλάρα, Μπιθικώτση, Αλεξίου. Μερικές φορές απάγγελνα, στίχους του Καββαδία. Του ποιητή των ναυτικών. Κι έτσι όλα πήγαιναν μέλι-γάλα.
-Είδες; Μου σφύριζε καμιά φορά ο Καπετάν-Σταμάτης ο φίλος μου. Δεν σου τα λεγα εγώ; Μια χαρά είσαι τώρα. Να βρεις και μια πουτάνα να την παντρευτείς…τι κάθεσαι ρε Μήτσο;
«Μια πουτάνα να την παντρευτείς!» επαναλάμβανα τα λόγια του. Εύκολο το ‘χεις; Και έπειτα γιατί πουτάνα; «Ε, δεν ξέρεις εσύ, όλοι το ξέρουμε αυτό, όλες οι γυναίκες πουτάνες είναι εκτός από την μάνα μας και την αδερφή μας»ολοκλήρωνε
Αλλά όλα έχουνε την ώρα τους.
Ο καπετάν-Σταμάτης, πήρε μαζί του σε ένα ταξίδι και την κόρη του την Ευγενία.
-Η Ευγενία, μου την σύστησε. Η κόρη μου και μας άφησε μόνους στο κατάστρωμα. Ανέβηκε στο τιμόνι.
Εγώ έμεινα με ανοιχτό το στόμα να την κοιτάζω. Πως διάολο είχε καταφέρει να φτιάξει τέτοιο πλάσμα ο καπετάνιος; Αυτή ήταν πανέμορφη, μια κούκλα μοναδική…ίδια γοργόνα , λες και είχε ξεπεταχτεί από το στοιχειό της θάλασσας. Την κοίταζα  και δεν το πίστευα.
-Γεια σου Ευγενία, είπα μισοσφαγμένος.
Η Ευγενία δεν κούνησε ούτε βλέφαρο. Σαν να μην με άκουσε.
-Είμαι ο μούτσος…ο Μήτσος ήθελα να πω που είμαι μούτσος, μπερδεύτηκα από την ομορφιά της.
Πάλι η Ευγενία δεν έβγαλε μιλιά, με κοίταζε μόνο με τα υπέροχα μάτια της. Ύστερα κούνησε κάπως περίεργα τα δάχτυλά της.
-Δε μιλάς; Δάγκωσα τα χείλια μου. Ω! συμφορά! Ανέκραξα. Τουλάχιστον ακούς;
Έγνεψε ναι, κι έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα της. Άναψε ένα, κάθισε αμέριμνη σε μια καρέκλα. Εγώ συνέχιζα να στέκομαι και να την κοιτάζω αμήχανος, ξερός. Ώστε δεν μιλούσε ε; Αυτή ένα απίστευτο πρόσωπο και κορμί.
Άναψα κι εγώ τσιγάρο και κάθισα δίπλα της, απέναντί της. Την κοίταζα και δεν ήξερα αν με βλέπει. Κάποια στιγμή δάκρυσε.
-Μην κλαις σε παρακαλώ της είπα και της χάιδεψα τα μαλλιά.
Οι μέρες κύλησαν αμίλητες. Η θάλασσα φουρτούνιαζε, αγρίευε, καθώς μπαίναμε σε έναν ατέλειωτο Χειμώνα.
-Θα έχουμε πολλά μποφόρ εφέτος αποφάνθηκε ο καπετάν-Σταμάτης. Τι λες κι εσύ  Μήτσο;
-Τι να πω εγώ;…πνίγηκα σε μια ολάκερη μπύρα.
-Εμ, βέβαια, τι να πεις. Όλο μπύρες πίνεις τώρα τελευταία. Τι έπαθες; Δεν σου είπα να βρεις μια πουτάνα να την παντρευτείς για να ημερέψεις;
Είχε περάσει κανένας μήνας από τότε που γνώρισα την κόρη του την Ευγενία. Ερωτευμένος καθώς ήμουν μαζί της, δεν μου άρεσε να μου μιλάει έτσι ο πατέρας της αλλά αυτός βέβαια δεν ήξερε τίποτε. Σκέφτηκα να του το πω.
-Την βρήκα, πήρα θάρρος κοιτάζοντας τον στα μάτια.
-Έλα, ρε! Άνοιξε τα μάτια του. Αλήθεια λες;
-Αλήθεια.
-Μπράβο. Εγώ κουμπάρος.
-Δεν ξέρω αν γίνεται..
-Γιατί δεν γίνεται; Δεν με θέλεις;
-Όχι, αλλά δεν ξέρω αν ο πεθερός μπορεί να είναι και κουμπάρος..
-Τι λες μωρέ; Μήπως σου έστριψε; Ποιος πεθερός και ποιος κουμπάρος μου τσαμπουνάς;
-Καπετάν-Σταμάτη, ζητώ το χέρι της κόρη σου της Ευγενίας, είπα σοβαρά.
Οι άλλοι του πληρώματος μας άκουγαν βουβοί. Η θάλασσα φουρτούνιαζε, σήκωνε κύματα του ύψους. Ο αχός τους αντιβούιζε, κόχλαζε ο τόπος στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας.
-Όχι, δεν σου την δίνω! Άστραψε αναψοκοκκινισμένος. Πως τόλμησες; Εσύ ένας μούτσος να σηκώσεις τα μάτια σου πάνω στην κόρη μου;
Κι έφυγε αφήνοντας με στην μπύρα μου. Όμως εγώ δεν είχα πει την τελευταία μου λέξη. Ήξερα πως η Ευγενία με αγαπούσε κι αυτό ήταν το μεγάλο όπλο μου, το έρισμα μου. Όμορφος καθώς ήμουν, γενναίος παρ’ ότι μούτσος, είχα την δύναμη ν αντισταθώ. Δεν θα μου την έπαιρναν έτσι την Ευγενία!
Μερικές μέρες, κύλησαν έτσι, πονεμένα. Ίσως με λίγο μυστήριο. Τι γίνεται, τι θα γίνει κτλ.  Ο καπετάνιος είχε εξαφανιστεί αφού ήμασταν αραγμένοι στη στεριά, στην πλευρά της Ηγουμενίτσας.
Δεν ήξερα πια τι να κάμω. Με την Ευγενία δεν μπορούσα να επικοινωνήσω κι αυτό μου χαλούσε όλη την διάθεση. Έψαχνα να βρω τρόπο, ώσπου με πήρε τηλέφωνο ο καπετάν –Σταμάτης.
-Έλα, μου είπε, παλιομούτσε, πάμε για κανένα ποτό.
Με τον καπετάνιο βγαίναμε που και που από παλιά. Ήξερα ότι θα με πήγαινε σε κανένα κωλόμπαρο κι έτσι έγινε.
-Πιες όσο θέλεις. Κέρασε και τις πουτάνες, εγώ πληρώνω μου είπε μόλις καθίσαμε.
Εγώ ήθελα να του μιλήσω για την Ευγενία αλλά το ύφος του με αποκάρδιωνε. Ας περιμένω σκέφτηκα να δούμε τι θα γίνει.
Αρχίσαμε να πίνουμε ουίσκι. Ουίσκι με πάγο και τα σχετικά. Φρούτα και γκόμενες. Πρώτα ήρθαν δυο Ρωσίδες. Ψηλές, ξανθές, ορθοκάβαλες. Τις κεράσαμε ποτά τις πιάσαμε και τον κώλο. Χούφτωνε ο καπετάνιος, χούφτωνα κι εγώ. Κοιταζόμαστε και γελούσαμε.
-Είδες; μου έλεγε συνέχεια με κάποιο νόημα.
Μάλλον ήθελε να μου πει «τι τη θες την Ευγενία, εδώ είναι αυτό που ζητάς» αλλά εγώ τι να δω, εγώ σκεφτόμουν την Ευγενία αλλά χούφτωνα και την Ρωσίδα.
Σε λίγο τις έδιωξε, δεν κάνουν αυτές μου είπε και φώναξε δυο μαύρες. Κατάμαυρες, μπλάκ. Μόνο το άσπρο των ματιών βλέπαμε και των δοντιών όταν γελούσαν.Η «δικιά μου»Γκλόρια είπε πως την έλεγαν, ήταν μια πανέμορφη αραπίνα γύρω στα εικοσιπέντε.
-Αυτή να πάρεις, πρότεινε ο καπετάνιος. Θέλεις να της το πω;
-Πες το της! Γέλασα.
-Το παιδί από δω θέλει να σε παντρευτεί, την γύρισε προς το μέρος του.
Η Γκλόρια γέλασε. Το θεώρησε παιχνίδι.
-Κι εγκώ θέλει παντρευτεί Μήτσο Και με φίλησε.
-Μούτσος, είπα εγώ.
-Α, για πούτσος, πληρώνει. Πάμε μετά ντουλειά, χοτέλ
-Όχι, πούτσος, μούτσος, επέμενα εγώ. Μού-τσος!
-Τι είναι αυτό; εσύ κοροιντεύει εμένα; Ψευτονευρίασε.
-Όχι, όχι, καλά σου το λέει. Μούτσος είναι η δουλειά του Παιδί του καραβιού, εξήγησε ο καπετάνιος.
-Ααα, κατάλαβα, μούτσος είναι ντουλειά. Ωραία, άλλο πούτσος.
-Τι λες; συνέχισε απτόητος. Θα τον παντρευτείς;
-Εγκώ, αγαπάει μούτσος αλλά όχι παντρεύεται. Θέλει πρώτα γκνωρίσει πολλούς μούτσους.
-Είδες; αναθάρρησα εγώ. Δεν με θέλει.
-Καλά. Φύγετε. Θα βρούμε άλλη, καλύτερη. Και τις έδιωξε.
-Εγώ θέλω την Ευγενία, του είπα.
-Ποια Ευγενία; Έχει καμιά Ευγενία εδώ; μπερδεύτηκε.
-Την κόρη σου λέω..
-Ωχ, μωρέ Μήτσο, τι σου κόλλησε τώρα στο κεφάλι; Άστη αυτή δεν κάνει, Άμα σου λέω εγώ ,ξέρω. Κόρη μου είναι δεν λέω, καλό παιδί κι εσύ αλλά γιατί να δυστυχήσεις; Τι να την κάνεις μια γυναίκα που δεν μιλάει;
-Είναι καλύτερα που δεν μιλάει επέμενα.
-Σ΄αυτό μπορεί να έχεις δίκιο. Οι γυναίκες είναι καλύτερες άμα δεν μιλάνε.
-Συμφωνείς; Ρώτησα με αγωνία.
-Θα δούμε, μη βιάζεσαι. Εκείνη σε θέλει;
-Ούου..
-Τι θέλει από σένα, με κοίταζε με υποτίμηση. Τέλος πάντων θα δούμε, φέρε να πιούμε. Φέρε ένα μπουκάλι είπε στη γκαρσόνα.
-Θα μεθύσουμε, του είπα, είναι πολύ ένα μπουκάλι ήδη έχουμε πιει από πέντε..
-Δεν πειράζει, τσέβδισε. Και ξεμέθυστοι τι κάνουμε; Τα ίδια δεν κάνουμε; Πιες λοιπόν.
Σιγά-σιγά, γίναμε στιφάδο. Σε λίγο δεν θα ξέραμε ούτε τι λέγαμε ούτε τι κάναμε. Ο καπετάν –Σταμάτης φώναξε άλλες δυο κοπέλες στο τραπέζι μας. Μια Ελληνίδα και μια Τσέχα αυτή φορά. Αρχίσαμε να τις χαϊδεύουμε, κάναμε πάλι τα ίδια. Η Ελληνίδα ήταν μια κωλοπετσωμένη τριανταπεντάρα. Ήρθε σε μένα. Η Τσέχα ξεπουπούλιαζε τον καπετάνιο που ήταν ήδη στους εφτά ουρανούς.
-Ώστε είσαι ναυτικός, μου είπε η Ελένη. Έτσι την έλεγαν. Εγώ είμαι από τον βόλο.
-Α, ωραία, είπα εγώ ψάχνοντας την στον κώλο.
-Τι βόλος, τι κώλος! Ωραία είναι και τα δυο, γέλασε ο μεθυσμένος πια καπετάνιος.
-Συμφωνώ, είπα κι εγώ που δεν πήγαινα πίσω.
Το καταλάβαινα πως είχαμε γίνει στουπί, δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου αλλά  επέμενα εκεί, να πίνουμε μέχρι το πρωί.
Αηδιασμένος κάποτε, πήρα μυρουδιά ότι τα κορίτσια συμμάζευαν το μαγαζί για να κλείσουν. Από κάποιο παράθυρο είδα να αχνοφέγγει το γαλάζιο. Σκούντησα τον καπετάνιο που σχεδόν κοιμόταν με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τραπέζι, ανάμεσα από τα ποτήρια.
-Τι έγινε; Πετάχτηκε, μας πιάσανε; Τι σκουντάς;
-Πάμε να φύγουμε, πλήρωσε το λογαριασμό, έλα, πάμε.
-Α, ναι, να πληρώσουμε έγρουξε κι έβγαλε ένα μάτσο εύρο.
Πλήρωσε τα μαυροκέφαλά του και σέρνοντας τα βήματα μας κουτσά στραβά, βγήκαμε στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας.Έξω χάραζε μια καινούρια μέρα.
ΤΕΛΟΣ


Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2019

ΝΙΚΟΛΑΣ


Καλλιδρομίου 55.

Κάποιος κρεμάστηκε εδώ*, τίποτα παραπάνω.
Ασύμμετρο. Αν ήταν σπουδαίος
Περιμένω το χειρότερο. Ή όχι
Οι άνθρωποι που δεν έχουν τι να πουν, περνάνε δίπλα μου
Εγώ, καπνίζω τσιγάρο και τους βλέπω
Είναι ωραίοι οι άνθρωποι, ψεύτικοι
Ψάχνουν να βρουν τη μεγάλη ευτυχία.
Εγώ τους κοιτάζω γιατί ξέρω ότι δε θα τη βρουν.
Οι άνθρωποι, τα μεγαλύτερα στοιχίδια.
Καπνίζω τσιγάρο και δε με νοιάζει που με βλέπουν
Μια ξεραμένη γυναίκα πέρασε, με την τσάντα στην πλάτη
Πέρασε, δεν κοιτάζει πουθενά
Είναι μια εξαντλημένη γυναίκα
Πού θα πάει; που θα κοιμηθεί; ποιός θα τη γαμήσει;
Άσπρο χαρτί.
Σπάτουλα. Τι λέξη κι αυτή. Χώρος προσώπων, χρώματα που δεν ανέχονται τη μοναξιά. Όλα θέλουν να πουν κάτι. Όλοι.
Η σπάτουλα. Σπαθίζει. Τις ιδέες, το χρόνο πλάι στο σκούρο-μπλε, το κόκκινο παρέχει φθόνο. Οι ώχρες λίγες, έλειωσαν στο σωληνάριο. Η μοναξιά στο κόκκινο. Γειάσου Άσιμε.
Ο προαγωγός, ή ο παραγωγός;
να ΄μουν ο ένας άλλος
να μην ήμουνα εγώς.
Πήγα για να φύγω μα
δεν έπαιρνε εμπρός
ήταν ένα κάλλος
στους ποταμούς Αιγός.



*Ο Νικόλας Άσιμος

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2019

ΟΥΊΣΚΙ Ή ΒΌΤΚΑ;




ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ


Απόγευμα Πέμπτης ήταν και δεν είχα καμιά διάθεση να ζωγραφίσω. Έτσι πήρα τους δρόμους και γύριζα άσκοπα. Ανέβηκα την Σκουφά, προς το Κολωνάκι, ενώ κόσμος πολύς διάβαινε, πέρα-δώθε αλλά εγώ δεν τους έβλεπα. Συμβαίνει αυτό καμιά φορά, δεν είναι τίποτε, απλώς δεν χρειάζεται να τους βλέπεις ιδιαίτερα εγώ, που είχα κατά ου χιλιάδες πρόσωπα που ζωγράφιζα τόσα χρόνια.
Ο ζωγράφος είπα μέσα μου, δεν είναι πάντα χρώματα, σχέδια και πινέλα. Είναι πάνω απ όλα σκέψη. Είναι ιδέα. Κι εγώ που πλησίαζα τώρα τα πενήντα, όλο πιο συχνά έκανα απολογισμό, τι έκανα , τι θα κάνω  για την προσφορά μου στο ανθρώπινο είδος. Απογοητευμένος δεν έπρεπε να ήμουν, ίσα-ίσα η φύση με προίκισε με αυτό το χάρισμα αλλά ούτε και μπορούσα να της το ανταποδώσω. Ένιωθα ελαφρά ανήμπορος γι’ αυτό. Όσο για την ίδια μου την εφήμερη ζωή, λεφτά δεν είχα κάνει πολλά, ούτε καμιά σπουδαία καριέρα αλλά ζούσα καλά εγώ και η οικογένεια μου, η γυναίκα μου, η Στέλλα, τα δυο μου παιδιά μεγάλα τώρα πια, ταχτοποιημένα.
Φτάνοντας στην πλατεία Κολωνακίου σκέφτηκα να καθίσω κάπου , να πιω μια μπύρα ή έναν καφέ. ΤΟ αλκοόλ το απέφευγα συνήθως επειδή κάνει κακό στην διαύγεια της σκέψης ιδιαίτερα εν ώρα εργασίας αλλά  μια μπυρίτσα που και που την  έπινα. Έτσι αποφάσισα να πιω μια μπύρα, λίγο  παραπάνω απ’ την πλατεία  σε ένα σνακ-μπαρ. Κάθισα λοιπόν ,παράγγειλα την μπύρα μου και την έπινα συνεχίζοντας να σκέφτομαι σκόρπια για την ζωή μου.
Απέναντί μου, μετά από λίγο ήρθε και κάθισε ένας νεαρός. Ή καλύτερα, ένας ωραίος νεανίας. Βολεύτηκε με σίγουρες κινήσεις στο τραπέζι του, έριξε μια ματιά ανωτερότητας στο γύρο. Παράγγειλε ουίσκι ή βότκα. Δεν θυμάμαι. Πάντως φαινόταν να απολαμβάνει το ποτό του και κάποια στιγμή τα μάτια μας συναντήθηκαν. Δεν ξέρω γιατί αλλά το μέσα τους δεν μου άρεσε. Μάλλον , για να λέω αλήθειες ένιωσα κάποιον αόριστο φόβο. Έναν παράξενο φόβο χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος.
Στην πρώτη ανταλλαγή της ματιάς, διέκρινα κάτι υποτιμητικό και ενοχλημένος γύρισα πίσω  απ’ την πλάτη μου, μήπως κοιτάζει κάποιον άλλον. Πίσω μου όμως δεν ήταν κανείς. Άρα, εμένα κοίταζε έτσι. «Δε βαριέσαι» συλλογίστηκα. «Ποιος ξέρει τι προβλήματα να έχει» και δεν έδωσα συνέχεια. Εγώ, έτσι κι αλλιώς δεν τον ήξερα. Τι μπορεί να ζητούσε από μένα ένας άγνωστος νεανίας; Και μάλιστα τόσο ωραίος;
Ήμουν λίγο σκόρπιος αλλά δεν ξέρω γιατί, μου άρεσε η ώρα και σαν είδα να αδειάζει η μπύρα, παράγγειλα μια δεύτερη και πίνοντας ξέχασα για λίγο τον νεαρό. Όχι όμως για περισσότερο από δυο-τρία λεπτά. Τα μάτια μας συναντήθηκαν πάλι όσο κι αν προσπάθησα να το αποφύγω. Δεν γινόταν. Ήταν ακριβώς απέναντί μου και το βλέμμα του, συνέχιζε να είναι υποτιμητικό και ταυτόχρονα ειρωνικό. Πάλι εγώ είπα να μην δώσω σημασία, ούτε ιδιαιτερότητα. Σκεφτόμουν βέβαια, τι διάολο να ήθελε, εγώ ομοφυλόφιλος δεν ήμουν, ούτε έμοιαζα αλλά ούτε κι αυτός, παρ’ ότι ήταν ένας πανέμορφος νεανίας.
-Τι θέλεις; Του έγνεψα με το βλέμμα, δεν μίλησα, ούτε αυτός. «Θα σου πω σε λίγο» έγνεψε με ανάλογο βλέμμα και το ύφος του είχε αρχίσει να γίνεται σκοτεινό.
Κανονικά έπρεπε να φοβηθώ. Έπρεπε να σηκωθώ να φύγω και το σκέφτηκα… αλλά, τι διάολο, έτσι θα το έβαζα στα πόδια; Εγώ δεν θυμάμαι να είχα βλάψει κανέναν  γι αυτό ούτε και φοβόμουν. Ωστόσο ο πανέμορφος νεανίας με το σκοτεινό βλέμμα, παράγγειλε ένα ποτό ακόμα. Ουίσκι ή βότκα, δεν θυμάμαι. Ύστερα, κρατώντας το ποτήρι στο χέρι του, ήρθε στο τραπέζι μου.
-Στην υγειά σου, μου είπε τείνοντας το ποτήρι.
Αμήχανος, τσούγκρισα.
-Εσύ δεν είσαι ο Τσιβγήρας;. Ο Βασίλης Τσιβγήρας ο ζωγράφος;;
-Εσύ ποιος είσαι; Αντιρώτησα γνέφοντας ναι.
-Καραβατζίδης Αντώνιο.
-Χαίρω πολύ, ακολούθησα το σκοτεινό του ύφος. Και τι θέλεις ;
-Χρειάζεται να θέλω κάτι; Με περιέπαιξε, μισογελώντας ψεύτικα.
-Είναι σίγουρο ότι κάτι θέλεις αλλά τι;
-Λοιπόν, έκανε με απειλητικό ύφος τώρα, θέλω να ζωγραφίσεις τον τελευταίο σου πίνακα.
-Γιατί θα πεθάνω;
-…θα ζωγραφίσεις τον τελευταίο σου πίνακα με το αίμα μου, συνέχισε απτόητος. Θα έρθω στο εργαστήριο σου αύριο το βράδυ. Θα ανοίξω τις φλέβες μου, έχω καλό αίμα και με αυτό θα φτιάξεις ότι θα σου πω. Ύστερα θα σε σκοτώσω.
-Ελπίζω να μην μιλάς σοβαρά, προσπάθησα να ελαφρύνω την κατάσταση.
-Μιλάω πολύ σοβαρά. Αύριο το βράδυ θα είμαι στο εργαστήρι σου να με περιμένεις.
Κοίταξα γύρω μου ψιλοαναστατωμένος. Κόσμος αρκετός υπήρχε, δεν ήμουν μόνος, κάποιος θα μπορούσε να με βοηθήσει. Ωστόσο ο πανέμορφος νεανίας είχε σηκωθεί.
-Σύμφωνοι; Με ρώτησε κοιτάζοντας με βαθιά στα μάτια και καθώς εγώ δεν απαντούσα, αποχώρησε με στητά, όρθια βήματα.
 Τον παρακολούθησα με το βλέμμα μέχρι που χάθηκε στην γωνία. Εξαφανίστηκε. «Άλλο και τούτο..» μονολόγησα και τσιμπήθηκα λίγο να δω αν ήμουν ξύπνιος, πετάζοντας μπρος και έξω το κάτω χείλος απορημένος.
-Να σου πω… πήγα να μιλήσω στο γκαρσόνι.
-Παρακαλώ.. ρώτησε ευγενικά.
Τι να του έλεγα;
-Μου φέρνεις μια μπύρα ακόμα, ψέλλισα πραγματικά σαν να μην άκουγα ούτε εγώ την φωνή μου.
-Αμέσως, απάντησε.
Μου έφερε την μπύρα, την ήπια και ψιλοσυνήλθα. Δεν γαμιέται, σκέφτηκα. Ένας τρελός νεανίας ήταν και τίποτα παραπάνω. Σιγά μην ερχόταν αύριο στο εργαστήρι. Ποιος ξέρει πόσοι ανόητοι κυκλοφορούν και μάλιστα Καραβατζίδηδες.
-Καραβατζίδης; αναρωτήθηκα δυνατά
-Τι είπατε; Πετάχτηκε το γκαρσόν, ενώ μερικοί θαμώνες με κοίταζαν παράξενα.
-Τίποτα, ψέλλισα ωχρός. Τι σας χρωστάω, συνέχισα σύγκριος και αφού πλήρωσα κατηφόρισα την Σκουφά, προσπαθώντας να συγκεντρωθώ. «Ώστε Καραβατζίδης» μονολόγησα φτάνοντας έξω από το σπίτι μου στα Εξάρχεια. «Από τον Καραβάτζιο. Τον υποχθόνιο συνάδελφο της Αναγέννησης, που είχε διαπράξει και φόνο»! Ανοίγοντας την πόρτα, σκέφτηκα πως μπορεί να έλεγε αλήθεια. Άρα, έπρεπε να πάρω τα μέτρα μου, να προφυλαχτώ.
Η επόμενη μέρα, ήταν Παρασκευή. Μαύρη Παρασκευή. Μοιρολάτρης δεν ήμουν ούτε προκαταλήψεις έχω αλλά σκοτεινός ο νους του ανθρώπου, σκοτεινό το παρελθόν και το μέλλον. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το τι έπρεπε να κάνω. Να πήγαινα στην Αστυνομία; Είχα έναν φίλο, μικρομπάτσο δηλαδή στο τμήμα των Εξαρχείων αλλά τι να τους έλεγα; Μάλλον θα γελούσαν μαζί μου. Θα με έπαιρναν για ασόβαρο. Πως ζυγιάζω από την ελαφριά.
Ο Καραβατζίδης το πανέμορφο τέρας, είχε πει πως θα ερχόταν το βράδυ. Και εντάξει, σκέφτηκα, πες πως ήρθε  Θ άνοιγε τις φλέβες του κι εγώ θα ανακάτωνα την παλέτα μου με αίμα και χρώμα. Τι θα ζωγράφιζα; Κι έπειτα ένας πίνακας θέλει μέρες ,μήνες και χρόνια για να τελειώσει…αυτός πότε θα με σκότωνε; Εγώ μπορούσα να μην τελειώσω ποτέ τον πίνακα, άσε που αυτός μπορούσε να πεθάνει από αιμορραγία!
Με αυτή την σκέψη έφτασα κατά τις δώδεκα-δωδεκάμισι στο εργαστήρι. Έφτιαξα καφέ, άναψα την πίπα μου, φόρεσα τα ρούχα της δουλειάς. Κάθισα μπροστά στο καβαλέτο όπου είχα μισοτελειωμένο το πορτρέτο ενός Δημάρχου. Πεθαμένος ήταν αλλά η παραγγελία είχε δοθεί από εναπομείναντες συγγενείς.. Ήταν μια καλοπληρωμένη δουλειά.
Πήρα τα σωληνάρια με τα χρώματα, τοποθέτησα τα βασικά στην παλέτα, κόκκινο, κίτρινο μπλε, δίπλα-δίπλα. Παραδίπλα, ώχρα και λευκό. Ανακάτεψα κόκκινο ώχρα λίγο κίτρινο και λευκό. Τα χρώματα της σάρκας. Αυτά ολοκληρώνουν την σάρκα. Εγώ συνήθως, πρόσθετα λίγο μπλε. Ελάχιστο. Στην ουσία πράσινο αλλά αφού υπήρχε το κίτρινο το χρώμα της σάρκας γινόταν όπως ήθελες αλλά όταν ζωγραφίζεις, το δύσκολο είναι στην αρχή, μέχρι να πιάσεις τον ρυθμό, το νόημα  γιατί ζωγραφίζεις και για ποιον, τις ελαχιστότατες αποχρώσεις. Κάθε μια πινελιά πρέπει να είναι προσεκτική. Αλλιώτικα θα διορθώνεις συνέχεια. Κι αυτό δεν μου άρεσε ποτέ, πόσο μάλλον τώρα. Ασυγκέντωτος καθώς ήμουν ακόμα,μια τέτοια αδέξια πινελιά, μου ξέφυγε στην αριστερή παρειά του Δημάρχου. Μισοβλαστήμησα προσθέτοντας λίγο άσπρο για να δώσω τον τόνο του εξογκώματος. Τραβήχτηκα λίγο πίσω, μισόκλεισα το μάτι να δω το αποτέλεσμα. Μου φάνηκε πως το δεξιό ζυγωματικό ήταν έτοιμο να πεταχτεί έξω. «Θα το διορθώσω» ηρέμησα ανακατεύοντας πάλι τα χρώματα της σάρκας στην παλέτα μου. Έτσι, σιγά-σιγά, ίνα την ίνα διόρθωνα την φάτσα του Δημάρχου, σύμφωνα με την φωτογραφία που είχα τσιτωμένη πάνω στον καμβά. Η ώρα περνούσε κι εγώ καρφωμένος στη δουλειά και στα πινέλα μου, έπιασα τον ρυθμό που ήθελα.
Τώρα οι αποχρώσεις του φωτός πάνω στον καμβά, στο πρόσωπο του Δημάρχου, έτρεχαν ασταμάτητα. Δούλευα πυρετωδώς. Τραβιόμουν πίσω, διόρθωνα τις λεπτομέρειες, αφουγκραζόμουν την οσμή ενός πεθαμένου ανθρώπου, καταλάβαινα ποιος ήταν τι είχε κάμει, είναι δύσκολο να φτιάξεις ένα πορτρέτο, όχι με αφέλεια, στα θολά, στο πρόσωπο πρέπει να διαφαίνεται το μέσα, η ψίχα, αλλιώς δεν έχει νόημα.
Κάποια στιγμή, κουρασμένος τα παράτησα για λίγο.
Στο εργαστήρι φρόντιζα να υπάρχουν πάντα φρούτα. Πάνω στον πάγκο μια φρουτιέρα δέσποζε του χώρου, για τις νεκρές φύσεις, κορόιδευα τον εαυτό μου, γεμάτη από δαμάσκηνα, σταφύλια της οργής, σύκα της Ιουδαίας, μήλα του Αδάμ, πορτοκάλια, ανάλογα την εποχή. Στα μεσοδιαστήματα της δουλειάς, έπαιρνα ένα φρούτο και το έτρωγα για ν αλλάξει η γεύση από το κωλοτσιμπούκι που το έκανε φαρμάκι.
Έτσι και σήμερα.
Πήρα ένα μήλο και το μαχαίρι να το καθαρίσω, ενώ εξέταζα το πορτρέτο με μάτι μισό όπως κάνουμε εμείς οι ζωγράφοι. Απρόσεχτος καθώς ήμουν μου ξέφυγε μια μαχαιριά, κάτω από την φλούδα του μήλου κι έσκαψε βαθιά τον αριστερό δείχτη. Το αίμα μου πετάχτηκε, πιτσίλισε το πορτρέτο, το δάπεδο. Νευριασμένος ακούμπησα το μήλο και το μαχαίρι στο γραφείο. Πήρα μια χαρτοπετσέτα, την τύλιξα γύρω από τον δείχτη να σταματήσει το αίμα. Και κοίταζα μια το αίμα μια τα πινέλα. Ξαφνικά, ασυλλόγιστα, βούτηξα τα πινέλα κι άρχισα να δουλεύω τις πιτσιλιές του φρέσκου αίματος πάνω στον καμβά, πάνω στο πρόσωπο του Δημάρχου, μπέρδεψα την ώχρα, το κίτρινο, το λίγο μπλε με το πραγματικό κόκκινο, το κόκκινο του αίματος το κόκκινο της  φωτιάς, το κόκκινο του ήλιου όταν βασιλεύει πίσω από τα μπλε απογευματινά βουνά, δε φαινόταν τίποτε, δεν άλλαζε τίποτε, κανείς δεν θα καταλάβαινε το αίμα μου πάνω στον καμβά, πάνω στο πρόσωπο του Δημάρχου, πάνω στο πρόσωπο μιας εξουσίας, που βρισκόταν απέναντι σε μια άλλη εξουσία, αίμα κυλούσε, αίμα έτρεχε από τον δείχτη η σχισμή ήταν βαθιά, κι εγώ με το πινέλο στο δεξί αντίχειρα και δείχτη μάζευα λίγο-λίγο το αίμα που στέρευε, σκούπιζα το ιδρωμένο μου πρόσωπο, κοίταζα τις ανταύγειες του αιμάτου και μαρμάρωνα, σκότωνα τις μικρές θελήσεις των ανθρώπων., τίποτα δεν άλλαζε ζωγραφίζοντας τον κόσμο με το αίμα, ίσα-ίσα το πρόσωπο του Δημάρχου, το πρόσωπο το δικό μου και το πρόσωπο του Καραβατζίδη, έμπλεκαν σε μια ωραία συμφωνία, ίσως Εαρινή, μπορεί και Καλοκαιρινή, πάντως πάνω στον καμβά, το αίμα δεν φαινόταν, μόνον οι Χημικοί και οι αναλυτές πινάκων μπορεί να το καταλάβαιναν αλλά αυτό θα γινόταν αργότερα. Πολύ αργότερα. Όταν εγώ θα είχα πεθάνει.
ΤΕΛΟΣ



Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2019

ΤΟ ΤΣΙΓΆΡΟ ΣΤΟ ΌΣΤΡΑΚΟ





Από την πρώτη φορά πού είδε τη φωτογραφία, στο προφίλ της στο φεις μπουκ, την ερωτεύτηκε. Πως συμβαίνει στη ζωή; Όταν συναντάς έναν άγνωστο, μια άγνωστη σε μια παρέα κάποιο βράδυ που πηγαίνετε για ποτό; Έτσι ακριβώς. Όταν όμως συναντάς το άτομο που πρόκειται να ζήσεις, να έχεις μια ιστορία μαζί του, τα πράγματα είναι αλλιώτικα. Ο Μάικ τα ήξερε όλα αυτά. Τα είχε ζήσει μια και ήταν ήδη σαράντα χρονών. Στη ζωή είναι αλλιώς, είπε στον εαυτό του. Πίσω απ τις οθόνες πως να ερωτευτείς; Του φαινόταν απίθανο, έως απίστευτα τραγικό και τίναξε τη στάχτη απ το τσιγάρο του στο όστρακο. Που το είχε βρει αυτό το όστρακο; Αλλά τόσα χρόνια που του άρεσε η θάλασσα, τα νησιά τα ταξίδια, κάπου δε θα μάζευε ένα όστρακο για να το κάνει σταχτοθηκη; Ναι, το θυμήθηκε. Ήταν απο το Καλοκαίρι του 2002 στα Κύθηρα. Τότε ζούσε με την Καίτη την παρ ολίγο γυναίκα του, τώρα ήταν ερωτευμένος με τη Ντίνα. Ποια ήταν αυτή; Δεν ξέρω, μονολόγησε αλλά μόλις είδα τη φωτογραφία της, κάτι σκίρτησε μέσα μου. Έτσι ξεκίνησε κι άρχισε να ψάχνει με μανία τα πάντα γι αυτήν. Ξεκίνησε από τις πληροφορίες. Έψαξε πρώτα να βρει πόσο χρονών ήταν. Τζίφος. Έγραφε πως γεννήθηκε το χίλια εννιακόσια ένα. Πλάκα έκανε η κυρία κι έτρεξε παρακάτω να δει αν ήταν ελεύτερη. Ελεύθερη, ω, ναι, το είδε και ηρέμησε. Η Ντίνα ήταν ελεύθερη. Κοίταξε το επάγγελμα. Φιλόλογος. Εδώ κόμπιασε λίγο, αυτός ήταν ηλεκτρολόγος, μάστορας, ταιριάζει με μια φιλόλογο; Στην εποχή μας όλα αυτά έχουν ξεπεραστεί, του είπε στο πρώτο τους τσάτ κι αυτός έτρεμε. Ναι, δίκιο έχεις της απάντησε αλλά δεν τόλμησε να τη ρωτήσει πόσο χρονών ήταν. Άσε, σκέφτηκε, πρώτη φορά ήταν που μιλήσαμε και ξαναγύρισε στις πληροφορίες που δεν τον φώτισαν και πολύ. Μόνο στις μουσικές προτιμήσεις ταίριαζαν απ ότι κατάλαβε, αυτή έπαιζε σκάκι, ο Μάικ τάβλι, δεν πειράζει, του έγραψε σε ένα μήνυμα, άμα έχουμε τις ίδιες προτιμήσεις θα μονοτονίσουμε, καλύτερα να είμαστε λίγο διαφορετικοί. Για όλα έβρισκε λύσεις η Ντίνα. Η Κωνσταντίνα που έλεγε πως ήταν από την Αθήνα κι ο Μαικ έγραφε πως η καταγωγή του ήταν από το Μελιγαλά. Χα! κορόιδεψε εκείνη και σα να την έβλεπε που φύσηξε τη μύτη της. Χα! απ το Μελιγαλά! να το αλλάξεις στην ανάγκη να πεις ένα ψέμα και κάπου εκεί τσίνιξε λίγο ο Μάικ. Αυτός ήταν περήφανος για την καταγωγή του και του φάνηκε πως τα πράγματα θα γινόταν όπως και με τις άλλες εδώ μέσα. Το ξανασκέφτηκε κι άναψε ένα ακόμα τσιγάρο στο μπαλκόνι του. Έπρεπε να φύγει, κοίταξε το ρολόι στον υπολογιστή, οχτώ, εντάξει, είχε ώρα ακόμη. Κοίταξε πέρα τον Υμηττό έτσι πως το είχαν καταντήσει. Βουνό ήταν αυτό; και ξαναγύρισε στο ποντίκι. Έπαιζε με το βέλος, που σταμάτησε ξαφνικά στην Μαρίνα. Στραβομουτσούνιασε. Ήταν απο τις πρώτες που είχε γνωρίσει στο φεις. Μελαχρινή, σοβαρή, πανέμορφη φαινόταν στις φωτογραφίες και τον φλέρταρε με την πρώτη. Θυμήθηκε πως έκαναν πολλά όνειρα, πολλές νύχτες και μέρες, ώσπου εκείνη αραίωσε και τώρα δεν έλεγαν ούτε καλημέρα χωρίς να ξέρει το γιατί. Απορούσε που δεν την είχε διαγράψει από τους φίλους του και το ξανασκέφτηκε εκείνη τη στιγμή. Έσυρε το βέλος στη διαγραφή αλλά δείλιασε. Αστην, ας υπάρχει σκέφτηκε, να μου θυμίζει πως οι γυναίκες εδώ μέσα, όπως και στη ζωή, είναι ψεύτικες όλες. Όλες εκτός από την Ντίνα. Α, όλα κι όλα η Ντίνα ήταν αλλιώτικη, ήταν γυναίκα με αρχές, με ήθος. Αφηρημένα ξαναγύρισε στην αρχική σελίδα. Είδε πως του αφιέρωνε ανοιχτά, [αυτό δεν έλεγε κάτι;] ένα παλιό τραγούδι. Ο έρωτας στο αρχιπέλαγος. Άναψε κι άλλο τσιγάρο ακούγοντας το, φύσηξε τον καπνό μέσα κι έξω από την οθόνη. Λογάριασε πως ο έρωτας στο διαδίκτυο, είναι όπως ο έρωτας στο αρχιπέλαγος. Τεράστιο το ένα, απέραντο το άλλο, τι να κανε; Πως να βρισκε το ταιρι του σε ένα αρχιπέλαγος; Τέλειωσε με το τσιγάρο, έκλεισε την οθόνη βιαστικά και βγήκε.
 Η Ντίνα στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη της. Ήταν ένας μεγάλος καθρέφτης που έδειχνε τα πάντα, δεν μπορούσες να του κρύψεις τίποτα. Στεκόταν εκεί ολόγυμνη και κοίταζε το κορμί της. Δε ντρεπόταν, της άρεσε να βλέπει το ωραίο σώμα της. Ήταν τριανταένα χρονώ, αψεγάδιαστη κι αυτό της άρεσε πολύ. Έκανε μια αστεία γκριμάτσα, πλησίασε το πρόσωπο της στον καθρέφτη, ζούληξε τη μύτη της που την θεωρούσε μεγάλη και κάποτε, μικρή, είχε σκεφτεί να την κόψει. Ταυτόχρονα στο μυαλό της ήρθε ο Μάικ. Τον σκέφτηκε με κάποια νοσταλγία, τον είδε στη φαντασία της, όπως ήταν σ αυτή τη φωτογραφία που είχε στο φεις μπουκ. Δεν μπορούσε να τον φανταστεί αλλιώς.Ύστερα κούνησε το κεφάλι της , σα να ήθελε να ξαστερώσει. Ή ώρα ήταν εννιά. Εννιά το βράδυ. Γυμνή όπως ήταν γύρισε στο σαλόνι. Στο μυαλό της δεν ήταν ο Μάικ τώρα, ήρθε ο Δημήτρης, ο αιώνιος εραστής της. Χαμογέλασε που τόσα είχε να θυμηθεί μαζί του. Πέρασε το χέρι ανάμεσα στα μαλλιά της, στάθηκε λίγο μετέωρη, άνοιξε τον υπολογιστή. Κοίταξε να δει αν ήταν ο Μάικ μέσα. Όχι δεν ήταν. Καλύτερα σκέφτηκε, θα του γραφε ένα ωραίο μήνυμα ανάμεσα από πασχαλιές που της είχε πει, ότι του άρεσαν. Τι να του γραφε όμως;  Πήγε στα μηνύματα, έσυρε το βέλος, διάλεξε ένα μπουκέτο πασχαλιές κι έγραψε από κάτω:" Όλα είναι τόσο ωραία, γιατί να μην είμαστε μαζί όταν πρέπει;" Πάτησε κοινοποίηση, το μήνυμα έφυγε σαν περιστέρι κι η Ντίνα χαμογέλασε αυτάρεσκα. Πήγε στην αρχική σελίδα, έβαλε μουσική, ο ήχος του Βιβάλντι γέμισε το σαλόνι. Αντάλλαξε μερικές καλησπέρες με κάποιες φίλες της που στην ουσία δεν τις χώνευε αλλά από τις οθόνες ήταν υποχρεωμένη να είναι ευγενικιά, μίλησε και σε μερικούς επίδοξους σαλιάρηδες εραστές της δεκάρας, όπως τους αποκαλούσε από μέσα της και από έξω της αν χρειαζόταν, έτσι για να περάσει η ώρα, μέχρι να πήγαινε δέκα που θα ερχόταν ο Δημήτρης, ο αιώνιος εραστής. Της άρεσε που έκανε έρωτα μαζί του, δε φανταζόταν ποτέ τη ζωή της χωρίς αυτόν. Ήταν υποχρεωμένη από τη φύση της να σέβεται όσα της έδιναν με υπομονή και σύνεση. Στον έρωτα όμως δεν υπάρχει σύνεση! μονολόγησε δυνατά και το γραψε σε κάποιον Τάκη που την φλέρταρε χρόνια τώρα στην οθόνη. Συμφωνώ μαζί σου κι άλλες τέτοιες μπούρδες της απάντησε ο ξενέρωτος. Γιατί τα έκανε αυτά; Δεν ξέρω, μονολόγησε σκεφτική. Δεν ήταν καμιά του πεταμού η Ντίνα, φαινόταν έξυπνη γυναίκα εκτός από το όμορφη. Αυτό το όμορφη την κόλλαγε στον τοίχο και ο Μάικ της το είχε πει καθαρά: οι μπάνικοι δεν πάνε καλά στη ζωή τους. Δυσανασχέτησε μ αυτή τη σκέψη. Έκλεισε τον υπολογιστή κι άκουσε το κλειδί στην πόρτα να γυρίζει αργά. Ήταν ο Δημήτρης, μόνο αυτός άνοιγε τόσο αργά, τόσα γλυκά κι έμπαινε στο άνοιγμα γελαστός. Και το νερό ξανακύλησε στο ίδιο ποτάμι. Όρμησε στην αγκαλιά του και δεν τον άφησε να πάρει ανάσα.

Πήγε στη δουλειά του ανόρεχτα και κείνη τη μέρα. Τίποτα δεν του φτιαχνε το κέφι, πως είναι μερικές φορές που δε σου φτάνει τίποτα;  Όλα του φαινόταν πληκτικά. Ακόμα και οι πασχαλιές που τόσο αγαπούσε, στο μήνυμα της Ντίνας, ούτε αυτες του άρεσαν. Είμαι βαρεμένος , σκέφτηκε, είμαι ερωτευμένος με μια φωτογραφία ξανά και νευρίασε περισσότερο όταν θυμήθηκε μια ακόμα αποτυχημένη προσπάθεια να βρει σύντροφο μέσα από το δίκτυο. Κάποια ανεπαίσθητη Μάρθα που έμενε στο Βέλγιο και περίπου δυο μήνες αντάλλαζαν όρκους αιώνιας αγάπης. Εκείνη να δεις τι του λεγε και τι έκανε! Δεν τον άφηνε στιγμή μόνο του. Όταν δεν ήταν στο δίκτυο του έστελνε μηνύματα στο κινητό. Πέρασε όμως ο καιρός και σιγά-σιγά έστριψε κι αυτή για άλλες πολιτείες και ο Μάικ δεν μπορούσε να συνεχίσει να θυμάται πόσες Μάρθες είχε απορρίψει και πόσες Νίτσες τον είχαν στείλει για τσάι. Και να πεις πως ήταν κανένας άσχημος! Μια χαρά άνθρωπος ήταν ο Μάικ, πως διάολο τα κατάφερνε έτσι, δεν μπορούσε να το καταλάβει και γι αυτό ήταν νευριασμένος εκείνη τη μέρα. Το ξανασκέφτηκε και είπε πως δεν έπρεπε να τη χάσει με τίποτα.  Εξ άλλου εκείνη του είχε κάνει την ερώτηση γιατί να μην είμαστε μαζί όταν πρέπει...τι εννοούσε άραγε; Πότε έπρεπε να είναι μαζί; Αυτός της είχε προτείνει να συναντηθούν κι εκείνη είχε αρνηθεί λέγοντας πως ήταν νωρίς ακόμη, άρα; Άρα μάλλον παίζει μαζί μου, μονολόγησε δυνατά. Τι είπες; συνοφρυώθηκε ο προϊστάμενος του από το απέναντι γραφείο και τον κοίταζε εξεταστικά. Δεν είναι τίποτε, έγνεψε. Μήπως είσαι ερωτευμένος; συνέχισε ξύνοντας ένα φις με το δοκιμαστικό και του Μάικ του γυάλισε το μάτι. Μόνο οι ερωτευμένοι χάσκουν έτσι γνωμάτευσε ο προϊστάμενος και ο Μάικ δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει σπίτι, να μπει στον υπολογιστή και να την δει, να μιλήσει μαζί της. Δεν μπορούσε στιγμή χωρίς αυτήν και κοίταξε τον υπολογιστή του προϊστάμενου. Να μπω λίγο; του γνεψε. Έλα, τον εξέτασε περίεργα σμίγοντας τα χείλη μπρός και έξω. Όρμησε στον υπολογιστή, ο προϊστάμενος πήγε να κατουρήσει, ίσως, έτσι θα ήταν καλύτερα, ο Μάικ χτύπησε τους κωδικούς γρήγορα μπήκε στο προφίλ του, κοίταξε στη συνομιλία, τίποτε, η Ντίνα έλειπε. Ε, ναι, ρε, είπε στον εαυτό του. Η γυναίκα δουλεύει το ξέχασες; Ναι, αλλά και άλλες μέρες που δούλευε ήταν μέσα. Ε, τώρα δεν είναι, του απάντησε κάποιος ή κάποια που δεν τους ήξερε.  Κοίταξε γύρω του, δεν τους είδε, ήταν καλά κρυμμένοι οι άνθρωποι, δε φαίνονται όταν τους χρειάζεσαι, αλλά τι τον ένοιαζε; Αυτός άλλα έπρεπε να κάνει τώρα. Σκέφτηκε να της γράψει ένα μήνυμα κι αστραπιαία του πέρασε απο το μυαλό το σ αγαπώ, μα πως να της το λεγε; Με τα πλήκτρα; Η αγάπη εκφράζεται με όλους τους τρόπους, τι θα πει με τα πλήκτρα; αναρωτήθηκε και της το γραψε. Απλά, όμορφα με κεφαλαία, Σ΄ΑΓΑΠΩ. Το κοίταξε ευχαριστημένος κι έκανε την αποστολή, πάτησε εντερ. Αυτό ήταν, τώρα η Ντίνα θα ήξερε.
ΤΕΛΟΣ

Ο ΚΌΣΜΟΣ ΤΩΝ ΧΑΜΈΝΩΝ

Ο… Στεκόταν κάμποση ώρα εκεί, στη μέση του δρόμου, αναποφάσιστη. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Να κλάψει ή να μισήσει τον εαυτό τη...