ΤΕΧΝΕΣ-ΓΡΑΜΜΑΤΑ-ΛΟΓΟΣ-ΣΑΤΙΡΑ
Η ΤΣΕΠΗ
Είχα
σχισμένη την αριστερή μου τσέπη. Το
παντελόνι που φορούσα ήταν καινούργιο,
το αγόρασα πριν χρόνια στις εκπτώσεις
κι επειδή η μνήμη μου με μπερδεύει
συνέχεια, ρίχνω συχνά τα ψιλά σ αυτή την
αριστερή τσέπη. Μόλις νιώθω το κρύο
νόμισμα να τσουλάει στο μπούτι μου, στον
αστράγαλο και τελικά στην άσφαλτο,
βλαστημάω που πάλι την έπαθα. Πιάνω τα
κέρματα, όσα βρίσκω και προσπαθώ
με το
αριστερό χέρι να τα βάλω στη δεξιά τσέπη
που όλως περιέργως παραμένει
άσχιστη.
Δύσκολο αλλά τα καταφέρνω. Ο κόσμος που
διαβαίνει, με κοιτάζει
περίεργα έτσι
που μοιάζω με πίθηκα σ αυτή την ανάποδη
κίνηση. Γιατί δεν τα
βάζει με το δεξί
που είναι το κανονικό; Σκέφτεται. Και
να πεις ότι δεν έχω δεξί χέρι…
Όμως
εγώ συνεχίζω χρόνια αυτή την αναποδιά.
Αλλά προχτές που πήρα το
επίδομα
ανεργίας-θα το λαβαίνουν όλοι οι άνεργοι
από δω και πέρα, -μη φοβάστε,
αν μείνετε
άνεργοι- αποφάσισα να ράψω αυτή την
τσέπη. Έψαξα στα συρτάρια
να βρω κλωστή
και βελόνι, θυμήθηκα τη μάνα μου, μια
ζωή να ράβει, να ξηλώνει. Νευρίασα που
δεν εύρισκα τίποτε. Αυτά τα αντικείμενα
έχουν εξαφανιστεί από
τα σύγχρονα
σπίτια. Πήγα σε πέντε-έξι ψιλικατζίδικα,
το πέτυχα. Κάθισα να
βελονιάσω, γάμησε
τα! Άιντε να βρεις την τρύπα με τόση
στραβομάρα. Τέλος
πάντων τη βρήκα. Την
τρύπα. Θαύμασα τον εαυτό μου κι άρχισα
να ράβω την
αριστερή, σχισμένη τσέπη
μου. Βέβαια, μη νομίσετε πως την έβγαλα
έξω όπως
έπρεπε, όχι. Την έραψα απ έξω,
έτσι δηλαδή που να μην έχω αριστερή
τσέπη και
μετά γελώντας έραψα και την
δεξιά! Έτσι που αυτό το παντελόνι να
μην έχει
τσέπες, ούτε κωλότσεπη. Και μ
αρέσει, γιατί, όταν περπατάω στο δρόμο
δε μου
πέφτουν τα ψιλά, δε νιώθω την κρύα
επαφή του μετάλλου στο μπούτι μου, στον
αστράγαλο και γελάω ευτυχισμένος, ακόμα
πιο πολύ, επειδή δεν έχω τι να κάνω
τα
χέρια μου. Που να τα βάλω. ..
Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΦΙΛΟΣ
Το είχα
πάρει απόφαση πως η ζωή μου πολύ δύσκολα
θα μπορούσε ν αλλάξει. Και πως να γινόταν
αυτό, δηλαδή, αφού
τόσα χρόνια τώρα έκανα μόνο δουλειές
του ποδαριού. Τον περισσότερο καιρό,
δούλευα γκαρσόνι, όπου εύρισκα. Στην
αρχή πήγαινα σε ρέστωραντ πολυτελείας.
Να σερβίρω τους λεφτάδες, που με θεωρούσαν
υπηρέτη τους
και τέτοιος ήμουν, αυτό δεν είναι ψέμματα.
Όσοι έχουν δουλέψει γκαρσόνια και δεν
νιώθουν απελπισία που είναι αναγκασμένοι
να κουβαλάνε πιάτα, σερβίτσια, μακαρονάδες,
πετσέτες στους πελάτες, το αικιού τους
θα πρέπει να είναι πολύ χαμηλό. Το μυαλό
τους δεν κόβει. Εμενα όμως το μυαλό
μου έκοβε. Δεν ήμουν βλάκας. Τριάντα
πέντε χρόνια στο πεζοδρόμιο. Το μεγάλο
σχολείο. Τα είχα σπουδάσει,
αυτά, όλοι με έλεγαν τσακάλι κκαι το
νιωθα, δεν ήμουν βλάκας. Άτυχος
ήμουν και γι΄αυτό σκεφτόμουν τελευταία,
να βρω κάποιο κόλπο, κάτι να κάνω για να
μην ξαναδουλέψω γκαρσόνι. Να μην είμαι
υπηρέτης του κάθε χαζοχαρούμενου
νεόπλουτου. Ενας τρόπος ήταν να κερδίσω
κάποτε στο λότο. Κι έπαιζα μετα μανίας
μέχρι την τελευταία μου δεκάρα. Πήγαινα
στα μεγαλύτερα προποτζίδικα, διάβαζα
συστήματα, μιλούσα με άλλους που είχαν
κερδίσει, παρακολουθούσα στατιστικές
αλλά τίποτα.. Βέβαια, έξυπνος ήμουν,
καταλάβαινα πως ονειροβατούσα, ζεις
όμως και με τα όνειρα. Όλα τα βράδια που
δεν μπορούσα να κοιμηθώ, σκεφτόμουν για
να ξεχνιέμαι και να περνάει η ώρα, τι θα
έκανα τα λεφτά που θα κέρδιζα. Μελετούσα
και την παραμικρή λεπτομέρεια,
έλεγα σ΄αυτούς που με είχαν αδικήσει
πως δεν θα έδινα τίποτε, θα ξεχρέωνα
κάτι λίγα χρέη, θα πήγαινα και στην
Ελένη κορδωμένος να της δείξω τα λεφτα
μου- η Ελένη είναι η μοναδική γυναίκα
που με ανέχεται, με τόση φτώχεια ποια
γυναίκα σε θέλει; θα υπερεφανευόμουν
πως παρ ότι είχα τελειώσει μόνο το
Λύκειο, ήμουν πιο έξυπνος από τόσα
κορόιδα που περίμεναν με το μεροκάματο
να γίνουν πλούσιοι. Αυτή ήταν η μια μανία
μου. Η άλλη ήταν το ινερνετ. Είχε ο κύριος
Νίκος πολλούς υπολογιστές και μου είχε
χαρίσει έναν πριν χρόνια.Έναν υπολογιστή
που δεν τον ήθελε και μου τον χάρισε. Έτσι
κάνουν αυτοί οι πλούσιοι, χαρίζουν ότι
δεν χρειάζονται και σε υποχρεώνουν. Έτσι
κι εγω όλο
τον ελεύθερο χρόνο μου εκει μέσα τον
περνούσα. Γράφτηκα στο φεις μπουκ κι
έκανα επιλεκτικά μόνο εκατον πενήντα
φίλους. Ούτε έναν παραπάνω. Δεν ήθελα
άλλους. Κι αυτούς είναι σαν να μην τους
έχεις! Σούφρωνε τα χείλια της, η
Ελένη. Φίλοι
είναι αυτοί που δεν συναντιόσαστε ποτέ;
Εγώ ξέρω οι φίλοι βγαίνουν παρέα,
συναντιούνται, μιλάνε, βοηθάνε ο ενας
τον άλλον στα προβλήματα, εσένα τι φίλοι
είναι αυτοί;
ξέρει κανένας απο δαύτους πως δεν έχεις
να φας; Αυτά μου τα λεγε συνέχεια, εμένα
όμως ήταν πεποίθηση πως αυτοί οι φίλοι
κάποια μέρα θα με έσωζαν. Δεν ξέρω πως
μου έβγαινε αυτό αλλά
ήμουν εκατό τοις εκατό σίγουρος πως θα
με βοηθούσαν.. . Μιλούσα μαζί τους πολλές
ώρες,
τους έκανα λαικ,
μου έκαναν. Πειράζουμε ο ένας τον άλλον,
οι περισσότερες γυναίκες με γουστάρουν
γιατι είχα
βάλει μια πολύ ωραία φωτογραφία στο
προφίλ μου και όχι μόνο. Αυτά δεν τα
έβλεπε η Ελένη που περιττό να πω ότι δεν
είχε ιδέα απο υπολογιστη. Τι υπολογιστή
να ήξερε αφου μια ζωή δούλευε σκουπίστρια
στην εταιρία του κυρίου Νίκου. Α, ναι,
παντού αυτός ο κύριος Νίκος, μας βοηθούσε,
καλός άνθρωπος αλλα πλούσιος.Τώρα όμως
τα πράγματα είχαν σκουρήνει περισσότερο.
Ήμουν ανεργος πάνω απο τρεις μήνες. Με
συντηρούσε η Ελένη
αλλιώς θα είχα πεθάνει της πείνας. Τι
θα κάνεις; τι θα έκανες αν δεν είχες
εμένα; μου φώναζε κάθε μέρα. Κοίτα να
βρεις καμια δουλειά Βαγγέλη, το φειςμπουκ
και τα καφενεία δεν δίνουν λεφτά.
Καταλαβες Βαγγέλη; Το
ονομά μου είναι Βαγγέλης. Αλλά τι το
θέλεις το όνομα; οι φτωχοί δεν χτειάζεται
να έχουν όνομα. Μένω τελευταία σε ένα
ημιυπόγειο που μου έκανε
χάρη να μου παραχωρήσει ο
κυριος Νίκος. Πήγαινε εκεί,
μου είπε, δεν έχω τίποτα
καλύτερο. Δεν πειράζει, του απάντησα,
έχω συνηθίσει εγώ. Έχω κοιμηθεί και στις
πέτρες, στα παγκάκια. Στα παγκάκια ε;
Στις πέτρες; Άνοιγε τα μάτια του. Έφαγες
σήμερα; Ναι, δυο βερίκοκα. Να πάρε μισό
ευρω
να
πάρεις νερό. Τι να το κάνω το νερό;
απορούσα. Ε, πως, άνθρωπος είσαι θα
διψάσεις. Κι έφευγε με τα σιγανά του
βήματα σαν πλούσια γάτα που ήταν. Η
κατάντια μου είχε φτάσει στην απελπισία.
Κάτι έπρεπε να κάνω. Να βρω μια δουλειά.
Να γίνω άνθρωπος. Η Ελένη μου το ξεκαθάρισε.
Αιντε αγόρι μου, εσύ δε βάζεις μυαλό,
άιντε στο καλό, αφησέ με μήπως βρω κι
εγω κανέναν άντρα της προκοπής, να παντρευτώ.
Εσύ δεν κάνεις προκοπή.
Αλλά την
παρακάλεσα.
Έπεσα στα πόδια της, καταξευτιλιστηκα
και της
υποσχέθηκα πως να, όπου να είναι θα
πήγαινα να πιάσω δουλειά στο καφενείο
του Νικήτα. Αυτό το ακούω χρόνια τώρα,
καλά, εντάξει αλλά είναι η τελευταία
σου ευκαιρία, εντάξει!
Με το κεφάλι σκυφτο, αυτή η κατάσταση
κράτησε κάμποσο καιρό ακόμα ίσως έξι
μήνες και
το περίεργο είναι πως εγώ γινόμουν όλο
και πιο αδιάφορος. Κορόιδευα τον εαυτό
μου και την Ελένη. Εκεί που την εύρισκα
πραγματικά, ήταν ο υπολογιστής μου και
οι φίλοι μου.Κλικ απο δω, λάικ απο κει,
σχολίαζα αλλλα δεν έβγαινε τίποτε.
Το πράγμα άρχισε να δυσκολεύει όταν με
διέγραψε πρώτα η Νίκη. Απόρεσα
πραγματικά, της
έστειλα μήνυμα μα ήταν αμετάπιστη. Σε
έκανα ντιλιτ, μου είπε. Πέρασα το χέρι
μου ανάμεσα στα μαλλιά μου, έτσι κάνω
όταν δυσκολεύομαι κι
άρχισε να με πιάνει τρόμος στην ιδέα
πως θα μπορούσαν να με διαγράψουν όλοι.
Μούσκεψα το βράδυ στον ιδρώτα, πετάχτηκα
επάνω άνοιξα τον υπολογιστή. Ναι, οι
σκέψεις επαληθεύονταν. Και άλλοι δυο
φίλοι με διέγραψαν. Το πρωί πήγα στο
καφενείο σκοτωμένος, δεν ήθελα να μιλήσω
σε κανέναν. Τι να τους έλεγα άλλωστε.
Δεν είχα κανέναν φίλο εκεί, εμένα οι
φίλοι μου ήταν στις οθόνες κι μου ράγιζε
η καρδιά που τους έβλεπα μετα από τόσα
χρόνια να αποχωρούν. Να με
διαγράφουν ένας-ένας. Γύρισα
το μεσημέρι είδα πως είχαν αποχωρήσει
άλλοι δέκα. Δεν προσπάθησα να μεταπείσω
κανέναν και τα κουβέντιασα με τον Τζονυ.
Ο Τζόνυ είναι ο καλύτερος μου φίλος. Μη
φοβάσαι μου είπε στο τσατ, δεν μπορει
να σε διαγράψουν όλοι, κάποιο λάθος θα
έκανες. Εσυ, του λέω για ένα μικρό λάθος
θα με διαγράψεις. Εγω Βαγγέλη δε θα σε
διαγράψω ποτέ. Λοιπόν πάρε μια μέρα το
λεωφορείο κι έλα να τα πούμε απο κοντά.
Να έρθεις στο σπίτι μου να φάμε και να
πιούμε. Θα έρθω του
είπα, στο υπόσχομαι. Όπως περνούσαν οι
μέρες, σιγά-σιγά, ίσως μέσα σε ένα μήνα
μου είχαν απομείνει μόνο δώδεκα φίλοι.
Είχα συνηθίσει πια και δεν μου έκανε
καμιά εντύπωση. Τελείωσε αυτή η δουλειά
έλεγα στον εαυτό μου κι έψαχνα να βρω
δουλειά αλλά που..
Πήγα απο δω, ρώτησα
απο εκει, τίποτα. Η Ελένη δεν μου μιλούσε
άλλο. Πάψαμε να κάνουμε και έρωτα, το
πράγμα χειροτέρευε άγρια. Εκείνο το
Σαββατοκύριακο είχα αποφασίσει πως
χρειαζόταν να πάω
να βρω τον
Τζόνυ. Περιττό να σας πω, πως ήταν ο
τελευταίος, ο μοναδικός φίλος που μου
είχε απομείνει. Αλλα ήταν πραγματικός,
μη σε νοιάζει με παρηγορούσε και τα
κουβεντιάζαμε συνέχεια. Εσυ πόσους
φίλους έχεις; τον ρωτούσα αν και έβλεπα
στο προφιλ του πως είχε πάνω απο τρεις
χιλιάδες. Χαχαχα! γελούσε μη το σκέφτεσαι
καλέ μου, θα έρθεις τη Δευτέρα που μου
υποσχέθηκες; Θα έρθω του είπα και το
φιξάραμε. Μου έδωσε οδηγίες πως θα πάω
γιατι το σπίτι του ήταν έξω απο την πόλη.
Με το κεφάλι σκυφτό, το μυαλό μου καρφωμένο
στους δρόμους, γύριζα
σαν αδέσποτος σκύλος. Όλη εκείνη την
Κυριακή δεν πήγα καθόλου στην Ελένη.
Σκεφτόμουν μόνο πως θα έφτανα στον
Τζόνυ. Μόνο ο Τζόνυ θα με έζωζε, αυτός,
ο τελευταίος οθονικός μου φίλος. Βέβαια
το είχα παρακάνει με την Ελένη,
καλά μου είπε, έπρεπε να την αφήσω ήσυχη.
Όπως μου ρχόταν στο νου η σκέψη πως θα
ζούσα χωρίς αυτήν κάθισα σε ένα παγκάκι
κι έκλαψα.
Κάποια στιγμή σηκώθηκα.
Πέρασα πάλι το χέρι, τα δάχτυλα ανάμεσα
στα μαλιά μου. Έκανε κρύο. Ένας ψιλός
αέρας σφύριζε πάνω απ τις κορφές των
κτιρίων. Προχώρησα προς την υπόγα,
μόνος,
πεινασμένος,
κι άυπνος δυο, τρεις μέρες, δεν ξέρω
πόσο. Είχα μια ξεχασμένη τσίχλα
στην τσέπη του πουκαμισου, την ξεκόλλησα,
είχε μείνει λίγο χαρτί γύρω της. Την έβγαλα
προσεκτικά και την ξαναμάσησα. Αλλά
χορταίνεις με την τσίχλα; Γιατί να
πεινάνε οι άνθρωποι; τι χρειαζόταν το
φαί; μήπως έπρεπε η φύση να φρόντιζε
διαφορετικά για τους ανθρώπους; Δηλαδή
να μην έχουν ανάγκη να τρώνε; Έκανα
τέτοιες ερωτήσεις στον εαυτό μου ακόμα
κι όταν είχα μπει στην υπόγα. Κάθισα στο
λειψό τραπέζι, άναψα
το κερί. Το φως ήταν κομμένο καιρό. Έψαξα
να βρώ κάτι να τσιμπήσω, καμμιά φορά
έκρυβα κανένα κομμάτι ψωμί σε
σακούλες νάυλον αλλά αυτή τη φορά δεν
είχα κρύψει ούτε τρίμα. Μόνο ένα σαπισμένο
ροδάκινο, που ήταν στην βρώμικη κουζίνα
βρήκα. Το πλυνα, το καθάρισα όπως μπορούσα
και το έφαγα. Έφαγα και το κουκούτσι. Η
ψίχα του ροδάκινου δεν τρώγεται, είναι
πικρή. Θεόπικρη και πιάνει μούχλα.
Όμως αυτή η ψίχα με
κράτησε. Έριξα ένα παλιό πέτσινο μπουφάν
στους ώμους και βγήκα στο δρόμο. Νύχτα
ήτανε, το
ξεροβόρι θέριζε τον κόσμο μου. Ξεκίνησα
να περπατώ. Περπατούσα, περπατούσα, δεν
ξέρω πόσες ώρες, και το χάραμα
είχα βγει απο την πόλη όπως μου είχε πει
ο Τζόνυ. Ναι, εκεί πήγαινα, που αλλού,
δεν είχα που αλλού να πάω. Να ερθεις
οπωσδήποτε, θα σε φιλοξενήσω, να μείνεις
όσο θέλεις μου
είχε πει και με είχε κατασυγκινήσει.Και
να τώρα που έφτανα σε κείνη την ερημιά
που με είχαν φέρει οι οδηγίες του. Πήρα
το μονοπάτι που έβγαζε πίσω απο τον
λόφο. Έστριψα μια μεγάλη στροφή. Είδα
το σπίτι του Τζόνυ. Μικρό μου φάνηκε.
Μικρούλι.
Θα μας χωρούσε άραγε και τους δυο;
Προχώρησα κατα εκεί. Ο ήλιος είχε φέξει
για τα καλά. Οι πόρτες είναι ανοιχτές,
μου είχε πει ο Τζόνυ. Δεν κλειδώνω ποτέ.
Πράγματι, ήταν ανοιχτές. Μπήκα απο την
μία
με σιγανά βήματα. Η ανάσα μου σχεδόν
σταματημένη. Προχώρησα στο μικρό
διάδρομο. Μπήκα στη σάλα. Κοίταξα πάνω
στο γραφείο. Ένας γάτος καθόταν πάνω
στα πλήκτρα του υπολογιστή και
μου χαμογελούσε.
ΤΕΛΟΣ
Είχα φύγει πολύ μακριά, απροσπέλαστος από τις φωνές των φίλων και δικών, ενώ τους ήθελα όλους, σ αυτό το ταξίδι, τελικά δεν ήρθε κανένας και το έκανα μόνος μου. Είναι σπουδαίο να μπορεί να μένει κανείς μόνος του στην ερημιά. Δοκιμάζει τις δυνάμεις του, συγκρούεται με το καλό και το κακό, τρώει, μυρμήγκια, καμιά σαύρα που κυνηγάει την ουρά της, αυτή απομένει στο χέρι, έχετε φάει ποτέ σαύρα; εγώ ποτέ, εκτός από την τελευταία πρασινοκίτρινη που δεν έλεγε να φύγει από το σκηνικό μου, οπότε την έβρασα σε ένα τσουκάλι, σαν μοναχικός τυχοδιώκτης, να πιω το ζουμί της, να πάρω δύναμη, αφού πια δεν είχε τι άλλο να φάω, εκτός κι αν έτρωγα τον Μπίλλυ, τον Εγγλέζο, μια χούφτα άνθρωπο και το βλεπα στα μάτια του που τρεμόπαιζαν πως φοβόταν ότι θα τον έτρωγα, τελικά και είπε πως μετάνιωσε που είχε έρθει μαζί μου, μ εμένα δηλαδή, σ αυτή την κόλαση, παρέα με έναν άνθρωπο σαν εμένα, δασύτριχο και σκιερό, με ορέξεις πεινασμένου θηρίου, έτοιμο να εκραγεί, έτοιμο να πεθάνει, που πεινούσε, που πείναγε για όλα, για τροφή, για σκέψη, για νωτιαίο ανθρώπινο μυελό, σαν αυτό που έχουν τα κόκαλα μικρού ζαρκαδιού, που σε κάνουν να γλείφεις το μεδούλι, να γλείφεις τις άκρες απο τα μάτια της μικρής γυναίκας, με τις μεγάλες ρόγες στην αμμουδιά και τις πατούσες ενός μαύρου που είχε είκοσι και πλέον χρόνια να πλυθεί, επειδή το νερό παντού είναι ακριβό τώρα κι ο θεός της μοναξιάς δεν είχε ακόμα ανακαλύψει το αντίδοτο στο τσίμπημα ενός σκορπιού στο νου, γιατί ο θεός στην μοναξιά δεν υπάρχει, άρα τι μπορεί να φοβηθεί ο σκορπιός, χωρίς ανθρώπους ο θεός είναι άχρηστος, τα ζώα δεν έχουν φτιάξει θρησκείες και περνάνε καλύτερα απο τους ανθρώπους, καλά το έγραψε ο Όργουελ, ο Τζόρτζ, ναι αυτός ο πούστης, που βρήκε και τον μεγάλο αδερφό για να μας καταδιώκει, εσαεί, τι είναι αυτό που μας καταδιώκει-ακόμα και στην ερημιά χρειάζεσαι χρήμα για να φας,- κι επειδή ο Μπίλης ο Εγγλέζος το κουνούσε το παραδάκι, μου αγόρασε ένα τρένο, πάρτο μου είπε για να ταξιδεύεις σ όλον τον κόσμο, σε όποια γης έχει φαί να φας αλλά μην με τρως σε παρακαλώ πάρε το τρένο, ναι, να το πάρω είπα εγώ αλλά οι σιδηροτροχιές δεν τρώγονται, μα σου είπα, επέμενε εκείνος, θα βρεις φαί σε άλλες χώρες και το καλοσκέφτηκα, έπιασα οδηγός στο τρένο, με ταχύτητες μαγνητικές, να πάω σε άλλον πλανήτη, όπου τα όντα σαν εμένα, δεν θα είχαν ανάγκη να τρώνε φαί νόστιμο κι έτσι, φτάνοντας εκεί, έφαα όλες, ναι, έφαα, όλες τις ράγες του τρένου ούτως ώστε να μην μπορώ να γυρίσω πίσω, να μην μπορέσω να σας ξαναδώ ποτέ μου.
Τα πουλιά είναι, ίσως το πιο παράξενο είδος απ τις μεγάλες κατηγορίες ζωντανών και όσον αφορά την μορφή και όσον αφορά την ιδιομορφία της ύπαρξης των. Τα πουλιά δεν γίνονται φίλοι με τον άνθρωπο, μια παράξενη σχέση αναπτύσσεται μεταξύ των αλλά όχι φιλία, όπως ας πούμε με τον σκύλο. Οι αετοί και τα γεράκια έχουν έναν αγέρωχο εγωισμό και ναρκισσισμό, θα λεγα αλλά εγώ συμπαθώ τους κοκκινολαίμηδες και τους σπίνους, ίσως και τ αηδόνια γι αυτό το υπέροχο κελάηδημα των και τους γλάρους για την αόριστη αίσθηση ελευθερίας και για τις εμπνεύσεις των συγγραφέων να τους υμνήσουν τόσο πολύ, αν και τους κοιτάξεις από κοντά θα δεις πως είναι από τα πιο άσχημα πουλιά! Τα περιστέρια, ένα απ αυτά που ζωγράφισα εδώ κι άλλο ένα που θα έρχεται στο άλλο μισό του πίνακα, είναι από τα πιο νοήμονα του είδους και αντιπροσωπεύει την ειρήνη, που δεν ξέρω αν υπάρχει μια τέτοια πραγματική πάνω σ αυτό τον αιματηρό πλανήτη που ζούμε
ΘΛΙΜΜΕΝΕς ΙΣΤΟΡΙΕς ΚΑΚΟΦΗΜΩΝ ΣΥΝΟΙΚΙΏΝ
Στάθηκα
για δυο λεπτά, ακίνητος στο σκοτάδι, δεν
άκουσα τίποτε. Ησυχία. Κανένας ήχος,
άραγε να ήμουν μόνος σ αυτό το σπίτι; Τα
δευτερόλεπτα στους δείχτες του ρολογιού
μου, κύλησαν αμέτοχα. Πέρασαν τα δυο
λεπτά γρήγορα, οι δείχτες έδειξαν
τέσσερις το πρωί. Είχε περάσει γρήγορα
αυτό το βράδυ που καθόμουν με τις ώρες
στο παράξενο μπαρ με τις λευκές γυναίκες,
να σκέφτομαι Τι άλλο; Τη ζωή μου που την
είχα κάνει μαύρη σαν το σκοτάδι που με
τύλιγε τώρα πίσω από την πόρτα του
σπιτιού μου.
Γύρισα το κλειδί σιγανά
με το φόβο μην ξυπνήσω κανέναν. Ήταν
άραγε κανείς μέσα σ αυτό το σπίτι; Γύρισα
και το διακόπτη, το φως πλημύρισε το το
χωλ και τη σαλοτραπεζαρία. Κοίταξα ένα
γύρω στους τοίχους το παλιό ρολόι
–κούκος, έδειχνε τρεις. Πάντα πίσω
πήγαινε, τώρα μια ώρα μονάχα, αύριο
έπρεπε να το πάω για επισκευή. Προχώρησα
στο σαλόνι, προς το μπαρ να βάλω ένα
ακόμα ποτό. Μια σπιτικιά τεκίλα και τότε
την είδα. Κοιμόταν ολόγυμνη στον καναπέ,
να ποιος ήταν στο σπίτι. Μια γυναίκα.
Έβαλα
το ποτό που κελάρισε σιγανά ανάμεσα από
τον πάγο, το άφησα εκεί να λεφτερωθεί η
οσμή του κάκτου, κάθισα μακριά της. Η
γυναίκα ανασκίρτησε λίγο, δεν άλλαξε
πλευρό, ήταν όμορφη. Τα μαλλιά χυμένα,
καστανόμαυρα στο πλάι, το στόμα μισάνοιχτο,
ανάσαινε όμορφα. Η σάρκα της κατάλευκη,
μια γυναίκα κοντά στα πενήντα κανονικά
θα πρεπε να είχε μαζέψει αλλά εκείνη
όχι. Αντιστεκόταν στο χρόνο.
Πήρα το
ποτό στο χέρι, ήπια πέρασα τα δάχτυλά
μου ανάμεσα στα μαλλιά, ήπια ξανά και
κάθισα πιο κοντά σχεδόν πάνω από το
πρόσωπο της. Πως είναι όταν ψάχνεις έναν
άνθρωπο; Ιδιαίτερα όταν εκείνος κοιμάται
και δεν ξέρει πως τον εξετάζεις; Πως
σκέφτεσαι για τη ζωή του, το χαραχτήρα
του, τις απάτες του; Η ώρα περνούσε τις
τέσσερις και μισή και ήξερα πως χτες
είχε πάει με κάποιον άλλον. Έναν καθηγητή
μουσικής. Δεν ένιωσα τίποτε, δεν την
ήθελα πια. Μα ήταν η ζωή σου μέχρι χτές;
Αναρώτησα τον εαυτό μου από μέσα μου.
Ναι, ήταν, απάντησε αυτός- πολύ μ αρέσει
αυτός ο διάλογος μεταξύ μας- αλλά το
πρωί θα έφευγε για πάντα. Δεν έχει σημασία
πότε τη γνώρισα ούτε ο χρόνος που ζήσαμε
μαζί αλλά λυπόμουν τρομερά κι όλο το
μυαλό μου γυρνούσε εκεί, σ αυτή που δε
με ήθελε πια, εξ αιτίας των συνθηκών,
είπε πως έπρεπε να προχωρήσει τη ζωή
της. Αυτός ο πόνος του χωρισμού με
ανθρώπους που έχω αγαπήσει και τον έχω
νιώσει ακόμα μια φορά, σούβλιζε την ψυχή
μου. Δεν μπορούσα να κλάψω, μεγάλος
άνθρωπος πια και να μην ησυχάζω, να μην
τελειώνουν τα πάθη μου. Μ αυτή τη γυναίκα
ήταν αναγκαίο να μην είμαστε μαζί. Ήταν
ένα τελειωμένο όνειρο πριν ξεκινήσει.
Έβαλα
κι άλλη τεκίλα στο χαμηλό ποτήρι. Πως
είχαν φτάσει τα πράγματα μέχρι εκεί;
Αυτή η γυναίκα δε με είχε αγαπήσει,
σκέφτηκα. Αλλιώς δεν έπρεπε να πάει με
τον καθηγητή ενώ ήμασταν ακόμα μαζί. Το
έκανε για να φύγει, να τη σιχαθώ αλλά
εγω τώρα δεν ένιωθα παρα μόνο οίκτο γι
αυτήν παρ ότι είχα νευριάσει όταν μου
το ψευτοανακοίνωσε. Δεν ήταν ντόμπρα
κι αυτό με νευρίασε. Μισοκρυβόταν, έτσι
είναι οι γυναίκες, τι να σου πουν;
Κατάμουτρα πήγα με έναν άλλον; Όχι, το
κρύβουν.
Σηκώθηκα, έκανα ένα γύρω από
τον καναπέ. Είχα σκεφτεί να πάω στην
κρεβατοκάμαρα για ύπνο μα άλλαξα γνώμη
στη στιγμή. Έπρεπε να φύγω, δεν μπορούσα
να είμαι κάτω από την ίδια στέγη ούτε
ώρα μαζί της. Αυτή πια ήταν μια ξένη,
έπρεπε να το παραδεχτώ και θα περνούσαν
μέρες, ίσως και μήνες για να λευτερωθώ
από την ανάσα της από αυτά που είχαμε
αγαπήσει μαζί, από τις φωνές μας για ένα
καλύτερο κόσμο για τα πιο πολλά ψεύτικα
σχέδια που κάναμε.
Την ξανακοίταξα
για τελευταία φορά, έκανα άσχημες σκέψεις
για το είναι της, να μη χωράνε μέσα μου,
η ώρα πλησίαζε έξι το πρωί, έπρεπε να
προλάβω να φύγω προτού ξυπνήσει κι όσο
την έβλεπα τόσο οι σκέψεις μου γινόταν
εκρήξεις θυμού. Όμως τις άλλαζα γοργά.
Ήπια την τελευταία γουλιά απ την τεκίλα
του κάκτου, εκείνη έπινε τζιν κι έκλεισα
σιγανά μια πόρτα πίσω μου.
ΤΕΛΟΣ
Όμορφα είναι τα ταξίδια σου Οδυσσέα στους ύμνους Τόσους ύμνους φτιάξαμε γι’ αυτόν Κάποιου ΌΜΗΡΟΥ, όμηροι κι εμείς Μα και της Πηνελόπης Π...