Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΞΕΝΟΙ

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΞΕΝΟΙ.

Όπου και να πας μια άδικη μοίρα θα σε περιμένει, ήταν μια φράση που συνήθιζε ο Κρίστο Αγκάθινος κι αυτό του κόστιζε πολύ στην αρχή της κάθε γραφής του αλλά και στην ίδια του τη ζωή, ιδιαίτερα τώρα που πράγματα είχαν σκουρύνει και τα βιβλία του είχαν πιάσει πάτο.
-Τι θα κάνετε στην Κέρκυρα; και δη στην Λευκίμη; τον ρώτησε αχνά η γραμματέας του την τελευταία μέρα που την απέλυσε αφού πια δεν μπορούσε να την πληρώνει.
-Έχω εντολή να συλλάβω έναν ισοβίτη που δραπέτευσε πριν δυο μήνες από τις φυλακές.
-Εσείς! άνοιξε τα ματάκια της πελώρια. Η Λευκίμη είναι ένα βρώμικο μέρος, έχετε ξαναπάει; συμπλήρωσε γρήγορα, ενώ μια κατσαρίδα έτρεχε ήδη πίσω από το σχεδόν παρατημένο γραφείο.
-Δεν έχω λεφτά και ούτε προβλέπεται να βγάλω από το συγγραφιλίκι, πρέπει να κάνω κάτι άλλο για να ζήσω, είπε και σφούγγισε το στόμα με το μανίκι του παλιού μπουφάν του, που κι αυτό έδειχνε την παρακμή του άλλοτε καλοζωισμένου άνδρα.
Ο Κρίστο Αγκάθινος πλησίαζε τώρα τα πενήντα έξι χρόνια, γερό σκαρί, ωραίος με ίσιο βλέμμα, γεμάτη και σίγουρη περπατησιά δεν το βαζε ποτέ κάτω, όσο κι αν τα χρόνια περνούσαν, όσο κι αν τα πράγματα έρχονταν ανάποδα. Βέβαια, ήταν αναγνωρίσιμος, ένας φέιμους τύπος, τον ήξεραν και οι πέτρες κι αυτό κάποτε του φερνε περισσότερες δυσκολίες παρά κέρδη.
Η Αριστέα μια από τις τελευταίες γυναίκες του, θα την είχε μαζί του κοντά τέσσερα χρόνια και σκεφτόταν πως να την ξεφορτωθεί αν και δεν του άρεσε ποτέ  αυτή η λέξη, προσπάθησε να τον αποτρέψει.
-Μην πας στη Λευκίμη, θα φας το κεφάλι σου! του είπε όταν της μίλησε.
-Θα έρθεις μαζί μου; της πρότεινε χωρίς να ξέρει γιατί. Στον Κάβο θα πάμε, εκεί δε μου είχες πει πως δούλευες κάποτε;
-Ναι, δούλευα τότε που είχε πέραση το κορμί μου, λύγισε κάτω από την πίεση του άντρα που αγαπούσε αλλά και ήξερε πως ποτέ δε θα τον είχε ολοκληρωτικά δικό της. Θα ρθω, του απάντησε αν και ξέρω πως δεν πρέπει.
Η Αριστέα στα σαράντα πέντε της, πρώην Μις Γιανγκ Ελλάς, μπαρ γούμαν ακόμα και στα πιο κακόφημα στέκια, πολυφαγωμένη γυναίκα, του είχε κολλήσει σα στρείδι.

Στην Κέρκυρα είχε πάει πολλές φορές αλλά εκεί, στον Κάβο της Λευκίμης ποτέ. Έφτασαν απόγευμα προς το σούρουπο με το σαραβαλάκι του το Ρενό πέντε που του είχε απομείνει από τόσα αυτοκίνητα πολυτελείας είχαν περάσει από τα χέρια του.
-Δε λες που έχεις κι αυτό; διάβαζε τις σκέψεις του η Αριστέα σκαλωμένη δίπλα του σα βδέλλα καθώς έμπαιναν στο πιο φτωχικό χοτέλ όπου τους υποδέχτηκε η χοντρή ξενοδόχα βλοσυρή, καπάτσα, φτιασιδωμένη σαν την Σαπφώ Νοταρά.
-Τι θα κάνετε εδώ; πόσες μέρες θα μείνετε; ταυτότητες γρήγορα!
Ο Κρίστο γέλασε στον τοίχο.
-Που γελάς; εδώ είμαι, χαζός μου φαίνεσαι! μμμ, εσύ είσαι...
-Ποιος είμαι...χαζόφερνε αυτός.
-Μμμμ, ο Κρίστο Αγκάθινος! σιγά μη δε σε ξέρουμε.. για να σε δω, του πιασε το πηγούνι, τα μάτια τους ήρθαν κοντά. Καλός είσαι! καλός! αποφάνθηκε και της Αριστέας κουνήθηκε το μεδούλι από τη ζήλια της.
-Να αυτά κάνεις κι έπειτα μου λες πως ζηλεύω. Ποιος είσαι μωρέ! ποιος νομίζεις πως είσαι; σε ξέρουν όλοι! ε, και; αλλά εσύ τους δίνεις δικαίωμα αλλά βάλτο καλά στο μυαλό σου: μόνον εγώ σ αγαπάω! κανείς άλλος! τ ακούς; κανείς άλλος.
Αυτός δεν την αγαπούσε. Ή μάλλον δεν αγαπούσε καμιά και μόλις το σκέφτηκε ανατρίχιασε. Λες; αναρωτήθηκε δυνατά.
-Τι λέω; τον κοίταζε μυστήρια η Αριστέα.
Αργότερα που έπινε τον καφέ του στο πολυτελές Κάβος πλάζα, απελευθερωμένος από τη φρικτή παρουσία της Αριστέας, καθισμένος σε μια γωνιά απόμακρη για να μη δίνει στόχο, σκέφτηκε την υπόθεση του, παρατηρώντας για μια ακόμα φορά τη φωτογραφία που είχε στην οθόνη του κινητού, του τύπου, που είχε δραπετεύσει. Λεγόταν Αλέκος Τριζούβιος και είχε επικηρυχθεί για τριάντα χιλιάδες ευρό, ωραία λεφτά γι αυτές τις δύσκολες μέρες που περνούσε, ομολόγησε ο κυνηγός επικηρυγμένων, άει στο διάολο τι τίτλος ήταν κι αυτός! και στο νου του ήρθαν ο Λι Βαν Κλιφ και ο ωραίος Κλιντ Ίστγουντ, τότε στην άγρια Δύση, αλλά αυτός δεν ένιωθε έτσι. Πίνοντας μια τελευταία γουλιά απ τον καφέ του, με την άκρη του ματιού του πήρε είδηση μια φευγαλέα εικόνα και ασυναίσθητα έφερε το δεξί του χέρι στη μέσα τσέπη του να βεβαιωθεί πως το περίστροφο ήταν στη θέση του και εφησυχάστηκε καθώς ένιωσε την κρύα επαφή του σίδερου. Ωστόσο η φευγαλέα εικόνα ήρθε γρήγορα κοντά του, όμορφη, αέρινη κάθισε απέναντι του, τα μάτια τους συναντήθηκαν, Αλίνα, του συστήθηκε χαμογελαστή και ο Κρίστο έμεινε κάγκελο, και σκέφτηκε πως καιρός ήταν ν αγαπήσει μια γυναίκα, αυτός που είχε γνωρίσει του κόσμου τις γυναίκες!
Αλλά προείχε η δουλειά. Το χρήμα. Το βρώμικο χρήμα.
-Ο τύπος βρίσκεται στο κάβο ντ όρο, του ψιθύρισε στο αυτί και η ανάσα της του κοψε τη δική του. Πήγαινε, μη φοβάσαι θα είναι τα πιο εύκολα λεφτά που θα βγάλουμε και τον φίλησε στο στόμα, έτσι που του ρθε να την πάει στο κρεβάτι αλλά είπαμε προείχε η δουλειά και το εύκολο χρήμα.
Σηκώθηκε αποφασιστικά, τα μάτια του σκλήραιναν στο σκοτάδι, καθώς τα έσμιξε και βγήκε σαν σκιά, κύλησε ανάμεσα στο βουερό πλήθος, που πηγαινοέρχονταν, τουρίστες ήταν οι περισσότεροι που κυκλοφορούσαν με ένα ποτό στο χέρι, μεθυσμένοι, ναρκομανείς, άντρες, γυναίκες όλοι τύφλα στο μεθύσι, αυτόν δεν τον ένοιαζε το πλήθος και βιάστηκε να ξεφύγει απ τον κλοιό του, έφτασε στο κάβο ντ όρο, χώθηκε στο μπαρ. Παράγγειλλε μια βότκα, βότκα σκέτη, ήπιε μια γουλιά. το λευκό της κελάρισε στο λαιμό του και είδε τον άνθρωπο του στο βάθος.
Πράγματι ο ο Τριζούβιος ήταν εκεί. Μόνος και δεν έμοιαζε να φοβάται.
Ο Κρίστο Αγκάθινος σκέφτηκε γρήγορα πως ήταν μοναδική ευκαιρία να τελειώσει αλλά ένα ρίγος κύλησε στη ραχοκοκαλιά του. Κάτι δεν του πήγαινε καλά, παραφαινόταν εύκολο και γι αυτό δίστασε μια στιγμή ύστερα όμως πλησίασε και στάθηκε πάνω από τον επικηγυγμένο. Τα μάτια τους συναντήθηκαν.
-Σήκω, θα πάμε μια βόλτα, είπε αργά και σταθερά ο Κρίστο καθώς τον σημάδευε με το όπλο μέσα από την τσέπη. Κατάλαβες; μην κάνεις καμιά βλακεία γιατί δεν έχω τη διάθεση να σε στείλω στο διάβολο.
Ο άλλος σηκώθηκε ήρεμος, δεν έμοιαζε να φοβάται, βγήκαν έξω στο σκοτάδι. Μόλις βρέθηκαν μόνοι, του πήρε το πιστόλι.
-Δεν πιστεύω να κρύβεις κι άλλο; είπε και τον έψαξε.
-Όχι, είπε απλά ο άλλος.
-Προχώρα! διέταξε αυτός.
-Θα με παραδώσεις για το χρήμα ε;
-Και εσύ θα το κανες, του απάντησε.
-Έχω μια καλύτερη πρόταση Αγκάθινε...
-Α, με γνωρίζεις...
-Όλοι σε ξέρουν αλλά να φτάσεις σε τέτοια κατάντια δεν το περίμενα. Ξέρεις έχω διαβάσει σχεδόν όλα τα βιβλία σου.
-Στη φυλακή;
-Έχεις πάει ποτέ;
-Όχι, ούτε απέξω.
-Να πας, πρέπει να γνωρίσεις  τι είναι αυτό που θέλεις να ξαναστείλεις εμένα, έναν αθώο..
-Χαχα! γνωστό το παραμύθι: όλοι είναι αθώοι, κανείς δεν παραδέχεται πως είναι ένοχος.
-Αλλά για πες, ποια είναι η πρόταση σου; αν είσαι ένοχος ή αθώος δε με ενδιαφέρει.
-Υπάρχουν περισσότερα χρήματα.
-Βρώμικα;
-'Ολα τα χρήματα είναι βρώμικα. Λοιπόν, αν αλλάξεις γνώμη πάμε να καθίσουμε κάπου για να σου εξηγήσω.
-Πάμε αλλά πρόσεξε: αν έχεις στο νου σου να ξεφύγεις σε προειδοποιώ πως θα σε σκοτώσω.
-Έχεις σκοτώσει άνθρωπο; τον κοίταξε στα μάτια ο επικηρυγμένος.
Είχε κάτι παράξενο αυτός ο άνθρωπος. Είχε μια ηρεμία και μια γλυκύτητα που σε τσάκιζε.
-Όχι, έκανε αμήχανα. Αλλά αν χρειασθεί θα το κάνω. Έτσι κι αλλιώς τα ίδια λεφτά θα πάρω ή ζωντανό ή ψόφιο σε παραδώσω.
Κάθισαν σε μια καφετέρια και παράγγειλαν ποτό σαν δυο καλοί φίλοι.
-Στη Λευκίμη υπάρχει κρυμμένο ένα εκατομμύριο, ξεκίνησε την κουβέντα ο επικηρυγμένος.
-Ένα εκατομμύριο! τι λες; σπουδαία λεφτά και γιατί δεν τα πήρες μόνος σου;
-Δεν πρόλαβα, εξ άλλου για μένα είναι δύσκολο να πάω εκεί. Με ξέρουν όλοι. Εκεί γεννήθηκα. Θα πας εσύ, είναι πολλά λεφτά τα μοιραζόμαστε και πάει ο καθένας στο δρόμο του.
Ο Κρίστο δε μίλησε. Σκεφτόταν.
-Θα σου δώσω, ένα τοπογράφημα, τα λεφτά είναι εκεί τα κρυψα μετά τη ληστεία της τράπεζας. Κι έβγαλε από την τσέπη του έναν χάρτη.

Όπου και να πας μια άδικη μοίρα θα σε περιμένει ήταν η φράση που είχε κολλήσει στο μυαλό του αλλά να που μάλλον αυτή τη φορά η μοίρα του πρόσφερε μια ευκαιρία να ξεφύγει από τη μιζέρια των τελευταίων χρόνων της ζωής του και ταξίδευε με το Ρενό πέντε για την Λευκίμη που ήταν πολύ κοντά, μια ώρα δρόμος το πολύ, του είπε ο Τριζούβιος όταν τον έδεσε στο δωμάτιο και άφησε την Αριστέα να τον επιτηρεί δίχως να της εξηγήσει πολλά πράγματα, τι να της εξηγούσε έτσι κι αλλιώς θα την παρατούσε, θα έφευγε με την Αλίνα και το χρήμα, ναι το βρώμικο χρήμα που γίνεται πολύ γλυκό άμα το χεις, σου καλύπτει πολλές ανάγκες, πολλά ελαττώματα, πεντακόσιες χιλιάδες ήταν καλά λεφτά και βιάστηκε, πάτησε τέρμα το γκάζι, τσίτα που λένε οι μικροί, το Ρενό στρίγκλιζε στη ζεστή άσφαλτο κι έφτασε στην πιο βρώμικη κωμόπολη που είχε δει στη ζωή του και σταμάτησε στο καφενειο να ρωτήσει πως θα πήγαινε στο μέρος που έψαχνε, οπότε  η γριά που είχε το καφενείο του έλεγε να του πει τη μοίρα του. άσε με ποια μοίρα, είπε αυτός, όχι θα στην πω, είσαι νέος, όμορφος, πολλά είδες, πολλά έμαθες πολλά θα πάθεις, ασήμωσε, ασήμωσε, τι του λεγε τώρα, της έδωσε λίγα ψιλά, να αυτό το δρομάκι θα πάρεις για να πας εκεί, του είπε κι ακόμα βούιζαν στα αυτιά του το ασήμωσε και τ άλλα που λεγε η γριά, όταν πήρε το δρομάκι δίπλα στο ποτάμι που χώριζε την πιο βρώμικη κωμόπολη στα δυο, βγήκε έξω από την πόλη, έφτασε στο σημείο που του δειχνε ο χάρτης, είδε τον μεγάλο πλάτανο που στην κουφάλα του ήταν κρυμμένα τα λεφτά, έσκαψε στη ρίζα και ανακουφισμένος τράβηξε τη μαύρη τσάντα, την άνοιξε, και ω! ναι, το χρήμα φάνηκε μπροστά του! ναι, ήταν πλούσιος, ένα εκατομμύριο σε μάτσα βρισκόταν μέσα στην τσάντα, γιατί να μη τα κρατούσε όλα; τι ανάγκη είχε να επιστρέψει στους άλλους; όμως η σκληρή πραγματικότητα είχε άλλη άποψη που φάνηκε στο πρόσωπο της Αλίνας που τον σημάδευε με το όπλο της χομογελώντας του γλυκά.
-Πέταξε το πιστόλι σου φίλε!
Ανασηκώθηκε, έτριψε το αξύριστο σαγόνι, πέταξε στα πόδια της το όπλο του.
-Εσύ δεν κάνεις γι αυτά, της είπε ατάραχος. Άσε το πιστόλι μπορώ να σου το πάρω ότι ώρα θέλεις.
-Θα το πετάξω αφού κάνουμε μια συμφωνία: θα φύγουμε μαζί!
-Σύμφωνοι, και σηκώθηκε τινάζοντας τη σκόνη απ τα ρούχα του σαν ο ο Χάρισον Φόρντ.

Γύρισαν αγκαλιασμένοι στο κέντρο της πιο βρόμικης κωμόπολης, έπιασαν ένα δωμάτιο με θέα τα ελάζοντα ύδατα, προς το πρασινωπό, που κυλούσε, όταν κυλούσε αυτό το ποταμάκι. Η Αλίνα έκανε μπάνιο πριν τον έρωτα τους, αυτός την έβλεπε πίσω από διαφανή κουρτίνα, θεσπέσιο κορμί, πίνοντας λευκή βότκα, κυλίστηκαν στο δάπεδο στο κρεβάτι, έρωτας, χρήμα, ομορφιά, τι ανάγκη είχαν; είχε λοιπόν ξεφύγει από την άδικη του μοίρα; αυτός ένας αποτυχημένος συγγραφέας κι αυτή ένας διάβολος στο κορμί της, έπρεπε να φύγουν, να εξαφανιστούν προτού τους κυνηγήσουν οι άλλοι, οι θεοί και οι δαίμονες και πιο πολύ, η γριά που τον κυνηγούσε ακόμα να του πει τη μοίρα του, πολλά είδες, πολλά έμαθες, πολλά θα πάθεις, το γυάλινο μάτι έτριζε, όλος ο κόσμος έτριζε, το πρασινωπό ποταμάκι κυλούσε και η Αριστέα που θόλωσε το δικό της μάτι περιμένοντας στο άσημο ξενοδοχείο στον Κάβο, πήρε την απόφαση πως ο συγγραφέας είχε φύγει για αλλού. Έτσι κατέφθασε με τον λυμένο κατάδικο στην Λευκίμη προτού προλάβουν να φύγουν οι εραστές, να παρακολουθήσουν το οικτρό θέαμα, ενός παραδομένου στην ανεντιμότητα, ενός άθλιου τύπου που έκλεψε τον συνεταίρο του, έστω και επικηρυγμένου, που εγκατέλειψε την τελευταία γυναίκα του.
Τίποτε δεν είναι δίκαιο σ αυτόν τον κόσμο και ο Κρίστο Αγκάθινος βγήκε στην έξω πόλη της Λευκίμης να περπατήσει με την Αλίνα κρεμασμένη στο μπράτσο του, αύριο θα φύγουμε, με το ξημέρωμα της έλεγε, δεν είναι ανάγκη μέσα στη νύχτα να τρέχουμε, κι αυτή συμφωνούσε, όταν το πλήθος αναγνώρισε τη μορφή του κι όλοι μαζί άντρες, γυναίκες, παιδιά ούρλιαζαν τ όνομα του, είναι ο Κρίστο Αγκάθινος, αυτός είναι! Κρίστο μου, ω! Κρίστο είσαι θεός τον αγκάλιαζαν όλοι, να τον πιάσουν, να ψηλαφίσουν τη δόξα του, τη φήμη του, τα ωραία του μαλλιά,  τα ρούχα, τη σάρκα, ότι είχε και δεν είχε πάνω σ αυτόν τον κόσμο, το παιρναν οι άλλοι, η τσάντα με τα χρήματα άνοιξε, σκόρπισαν τα μάτσα στο πρασινωπό του ποτάμου, τα ορθάνοιχτα μάτια του πλήθους, της Αριστέας που ούρλιαζε κι αυτή, του επικηρυγμένου που ήταν ο μόνος άφωνος, της Ελίνας που έσκουζε, που προσπαθούσε να κρατήσει λίγα χρήματα αλλά σαν τα πιανε ως δια μαγείας έφευγαν, τίποτα δεν έμενε ασκοτείνιαστο, μια βρόμικη κωμόπολη άρπαζε το χρήμα, ώσπου στην άκρη του ποταμού, γεμάτη αίματα, κρατούσε στην αγκαλιά της το άψυχο σώμα του Κρίστο Αγκάθινου η Αλίνα και έκλαιγε για την άδικη μοίρα των ανθρώπων.
ΤΕΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο ΚΌΣΜΟΣ ΤΩΝ ΧΑΜΈΝΩΝ

Ο… Στεκόταν κάμποση ώρα εκεί, στη μέση του δρόμου, αναποφάσιστη. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Να κλάψει ή να μισήσει τον εαυτό τη...