Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2024

το μπλε βουνο

 


 

Απέναντι μου στεκόταν πάντα ένα βουνό, ούτε πολύ μακριά, μήτε κοντά, είχε περίεργο σχήμα, πήγαινε σε μια ευθεία κορυφογραμμή, χαμήλωνε, έφτιαχνε μια καμπύλη κορυφή, το ψηλότερο σημείο του όπου ήταν η Χιονίστρα, σχεδόν σαν μια κατωφερή πλάκα, χιονισμένη ακόμα και τον Αύγουστο τις περισσότερες φορές κι αυτό το βουνό δεν ήταν από τα μεγαλύτερα της Ελλάδας αλλά εμένα μου φαινόταν τεράστιο αν το συνέκρινα, μάλιστα με το δικό μου βουνό, που ήταν σκαρφαλωμένο το Άγριο, μικρό κι ασήμαντο το είχα ανέβει πολλές φορές ψάχνοντας σαλιγκάρια ή μαζεύοντας ρίγανη τις Άνοιξες κι ύστερα ξάπλωνα στις άσπρες πέτρες να βλέπω τη Χιονίστρα που μπλέδιζε, γινόταν μπλέ μέσα στην άχνα ενός και μοναδικού ήλιου.
Είμαι ένα μπλε βουνό
Ένα μπλε βουνό
Στην άκρη του κόσμου
Είμαι απάτητο, δεν έχω την ανάγκη κανενός.
Ο Σταύρος κοίταζε κι αυτός τη χιονίστρα, κοιταζόμαστε και μεταξύ μας, ήταν ένας φίλος που μπορεί να γινόμασταν βλάμηδες, να χύσουμε ό ένας το αίμα στην παλάμη του άλλου, να σμίξουμε τον κόσμο μας, παρ ότι φαινόταν μια ζήλεια στην κορφή της Χιονίστρας.
-Θα ανέβουμε κάποτε στη Χιονίστρα;
-Είναι ένα ψηλό βουνό, μπορεί να μη φτάσουμε ποτέ εκεί. Είπε ο Σταύρος, που θα γινόταν κάποτε δάσκαλος. Και οι δυο μας εκεί, στα όρια της αφθαρσίας της ύλης μαλακιζόμασταν στον αέρα, παίζαμε το πουλί μας που δεν είχε μεγαλώσει ακόμα.

Η Μαρία έφυγε τον επόμενο χρόνο, δε θα την είχα πια δασκάλα και νομίζω πως έκλαψα, εγώ που δεν έκλαιγα ποτέ. Μου είχε βάλει το πρώτο δέκα στο ενδεικτικό της Τετάρτης, πράγμα που με έκανε περήφανο αλλά όχι πως ήταν και κάτι σημαντικό αφού γνώριζα πως το άξιζα.
Είχε ξανάρθει ο πατέρας και σημάδευε τα πουλιά.

Στην πλατεία έκαναν διαγωνισμό οι μεγάλοι στη σκοποβολή με ένα καινούργιο φλόμπερ. Προσπαθούσαν να χτυπήσουν ένα τσιγάρο σε απόσταση δέκα μέτρων χωρίς κανείς να το καταφέρνει. Ο Τηλέμαχος, ο Μενέλαος που είχε γυρίσει από τη Γερμανία και είχε φτιάξει το καινούργιο ελαιοτριβείο, ο Πάππου- Λάμπρος παλιός αγωνιστής του ΕΑΜ, από τις παραδουνάβιες χώρες, ο Πάντος, και ο Μπαβάρας από το ΕΔΕΣ, που έκανε όλο αστεία προσπαθώντας να κάνει όλους, μικρούς και μεγάλους να γελάσουν, σε ένα αγέλαστο χωριό που πράγματι δε γελούσε κανένας. Τα αστεία αυτών των ανθρώπων ήταν χοντρά. Δεν είχαν χιούμορ, έτσι ο Μπαβάρας έμοιαζε μια όαση μέσα σ αυτόν τον αγέλαστο κόσμο.
-Θα μου φέρεις μια πέτσα ορέ! Είπε στον Πάντο Καραδήμο κι εκείνος συνοφρυώθηκε.
-Τι πέτσα είναι αυτή ορέ διάολε, πρωί-πρωί; Πήγαινε στο παζάρι καβάλα στο γαιδούρι του.
-Από κείνη που βάζουν την πούτσα μέσα! Θριάμβευσε. Και εννοούσε τα προφυλακτικά.
-Αααα! Σκατά έφαγα εγώ πρωί-πρωί και σου μίλησα. Α, να χαθείς παλιομπαβάρα! Ουουου! Και κέντρισε το γαιδούρι να φτάσει στο παζάρι.
Ξαναγυρνώντας στην πλατεία και την σκοποβολή, κανείς δεν πετύχαινε το τσιγάρο, ο Τηλέμαχος έριξε την ιδέα να φωνάξουμε τον Φώτη, τον κουμπάρο μου, είπε και φώναξαν τον πατέρα μου.
Ο Φώτης μεθυσμένος από τα χτες, στήριξε το φλόμπερ στον ώμο, έκλεισε το αριστερό μάτι, σημάδεψε και πυροβόλησε. Το τσιγάρο κόπηκε στη μέση από τη βολή κι όλοι πήραν το δρόμο μελαγχολικοί, πήγαν στο καφενείο να παίξουν χαρτιά, να πιουν ένα τσίπουρο, να ξεδώσουν που ένας παρακατιανός ήταν καλύτερος απ αυτούς στο σημάδι.

 

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2024

ΧΑΜΑΙΤΥΠΕΙΟ

 

 


Να φύγεις από κάπου καλά και να πας κάπου καλύτερα, είναι κάτι, να μένεις σταθερός στις απόψεις σου, όταν σε κυνηγάει ένας άσπρος λύκος είναι ηρωικό.
Η Λίντα Παπαπέτρος έφυγε για τη Βοστόνη και κανείς δεν ήξερε αν υπήρξε πραγματικά. Ο κύριος Κώστας Πλιάτσικας σταμάτησε να κατασκευάζει επιγραφές, η συνεργασία του με τον Δωρόθεο Σταύρου έληξε δοξασμένα για τον δεύτερο.
Ένα χαμαιτυπείο στα έγκατα της γης ήταν ότι έπρεπε για τον πρώτο. Χώθηκε μέσα, έγινε άνθρωπος της νύχτας, χιλιάδες πεταλούδες πετούσαν γύρω του μα καμιά δεν έπιανε. Μια Βουλγάρα έκανε στριπτίζ, γύρω από τον στύλο, ο υπέροχος Γκάσμπι την έβλεπε, το χαμαιτυπείο ούρλιαζε, η νύχτα κατάπινε τις σάρκες την ανθρώπινη φύση του, γινόταν ένας προσπερασμένος άνθρωπος, την ημέρα ζωγράφιζε, κάπου θα του χρειαζόταν η ζωγραφική, οι πίνακες, πράγματα που είχε ξεχασμένα στην άκρη του μυαλού του, ο Βαν Γκογκ σφηνώθηκε στο χρόνο, ο Μοντιλιάνι, οι σπουδές, οι γκαλερί, το σινάφι του, οι φίλοι του ζωγράφοι και συγγραφείς, η ιστορία τέχνης, τόσα πράγματα πεταμένα, γέμιζαν το φτωχό δυαράκι στην πλατεία Δάφνης που είχε μετακομίσει στο σπίτι της Βερνάντα Άλμπα
Προσφεύγω στο φανταστικό, στα όνειρα, στο ασύνειδο και στην τύχη. Είναι δύσκολο να βάλω όρια στον σουρεαλισμό. Είναι ένας αυτοματισμός, είναι η υπαγόρευση της σκέψης χωρίς έλεγχο; Η τρομακτική ένταση την ώρα της δημιουργίας; Πάντως ο Ρεμπώ, έλεγε πως πρωταρχική έγνοια του σουρεαλισμού είναι ν αλλάξουμε τη ζωή. Παρατήστε τα παιδιά στο δάσος! Αφήστε τον γάμο και πάτε για πουρνάρια! Πάρτε τους δρόμους! Να μερικά από τα συνθήματα εκείνης της εποχής. Μιλάμε για τις αρχές του εικοστού αιώνα. Εκατό χρόνια μετά, δεν μπορούμε να πούμε τα ίδια πράγματα. Αυτοί οι μυθικοί άνθρωποι, ο τρομερός Μαξ Έρνστ, ο ασυμβίβαστος Ζαν Αρπ, έτρωγε αράχνες; ο Αντρέ Μασόν, μου καψε το τσιγάρο τα δάχτυλα, ο Χουάν Μιρο, το ασύνειδο στίγμα, ο Φράνσις Πικαμπιά, ντεπούτο σφαγμένου κόκορα, ο Ρενέ Μαγκρίτ, βρίστε τους παπάδες στο δρόμο. ο Σαλβαντόρ Νταλί, με το ένα πόδι ξυπόλητο και ο Αντρέ Μπρετόν με το μανιφέστο της ανυποληψίας ζωγραφισμένο στο κούτελο του. Μην ξεχάσω τους δικούς μας, τον Εγγονόπουλο και τον Εμπειρίκο που ακολούθησαν στεγνά με υποψίες σοβαρές αυτό το κίνημα.
Ο Σουρεαλισμός εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1917. Τότε ο Απολλιναιρ, παρουσίασε τη θεατρική παρωδία, Οι μαστοί του Τειρεσία κι έκτοτε "έπιασε" η λέξη και έγινε της μοδός. Οπότε εμφανίζεται και ο Αντρέ Μπρετόν να εμφυσήσει με το Μανιφέστο, τη μυστηριώδη δύναμη των ονείρων, του ασύνειδου και της εξέγερσης. [Άνθρωποι που να τους βαράς στα ύψη.] Καθαρός, ψυχικός αυτοματισμός, που χρησιμοποιείται για να εκφραστεί προφορικά ή γραπτά ή με οποιονδήποτε τρόπο, η πραγματική λειτουργία της σκέψης, έξω από κάθε έλεγχο της λογικής και πέρα από κάθε αισθητική ή ηθική έννοια.
Διαφωνώ, σχεδόν εκατό χρόνια μετά. Η σουρεαλιστική τέχνη, εμπεριέχει έλεγχο και λογική, συναίσθημα και αισθητική υπεροχή. Το σχέδιο του σημερινού σουρεαλιστή ζωγράφου, ελέγχεται από τη λογική. Το ποίημα επίσης διαγράφει επιμέλεια. Τίποτα δεν γίνεται στα κουτουρού. Πάντως, για την Ιστορία της λέξης, θα θυμίσω πως, γράφτηκε για πρώτη φορά, στα επίσημα κείμενα της Γαλλικής Ακαδημίας το 1934, μετά από ένα λόγο του Αλμπέρ Σαρρώ, πρωθυπουργού της Γαλλίας, όταν απάντησε σε δυο ιδιαίτερα επιθετικούς βουλευτές που έκαναν επερωτήσεις, πως αρνείται να υποστεί βασανιστήρια, σαν να βρίσκεται σε σουρεαλιστικό πίνακα του Νταλί, ανάμεσα στον πέλεκυ του κυρίου Φροσσάρ και τη λεπίδα του κυρίου Μπερζερί.
απόσπασμα

 

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2024

ΠΟΥ ΠΑΣ ΚΑΡΑΒΆΚΙ ΜΕ ΤΈΤΟΙΟΝ ΚΑΙΡΌ...

 


 

ΕΙΧΕς ΣΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΝΑ Μ΄ΑΦΗΣΕΙς
Την Κυριακή μες την Αθήνα
θέριζε ένας θεός την πείνα
Κι έρχονταν ο Λυκαβηττός
όρθιο, παλιό βουνό, όμοια ωραίο
Της μοίρας μας να πλάσει τον καιρό.
Την Κυριακή στο μεσοχώρι
πλανιόταν η χαρά μας όλη
Ήλιος πικρός στου Φιλοπάππου
απ΄τη ματιά του ουρανού
Της νιότης μας μας να κάψει τον καιρό.
Είχες στο νου σου να μ αφήσεις
μια τέτοια μέρα πουθενά
Ούτε μια λέξη δεν ταιριάζει
Χωρίς εμένα που θα πας.
Η αγάπη όλα τα σκορπίζει
σ΄αυτά τα κρύα δειλινά
Χωρίς εμένα που θα γέρνεις
μονάχη σου στο πουθενά.
Της Κυριακής τα μεσημέρια
στα Εξάρχεια ανάβουνε φωτιές
της φλούδας μας τα μανταρίνια
τσούζει στα μάτια ο καπνός
Ξινό κρασί, που καίει, μεγάλο βλέμμα.
Την Κυριακή η μελαγχολία
η στεναχώρια, αύριο, θαμπή
Περνάει στο δρόμο το κορίτσι
τσούζει στο μάτι ο χωρισμός.
Θολό νερό κυλάει, καμένο γράμμα.
 
Εγράφη κάτω απο μυστηριώδης συνθήκες.
Πως νιώθουμε μερικές φορές το λευκό της
ατμόσφαιρας που θυμόμαστε
και δε θυμόμαστε τίποτε;

 

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2024

Άννη παπαθεοδώρου, Για την παράμετρο του Αινστάιν.

 


ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ ΚΩΣΤΑΣ

Η ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΤΟΥ ΑΙΝΣΤΑΙΝ

Καλησπέρα και καλώς ήρθατε απόψε κοντά μας σ΄αυτήν την σημαντική βραδιά για τον συγγραφέα αλλά και για μας τους υπόλοιπους που έχουμε την χαρά να παρουσιάσουμε το βιβλίο του «Η παράμετρος του Αινστάιν».

Τον Κώστα, τον γνώρισα πολύ πρόσφατα και η αλήθεια είναι πως δεν τον γνωρίζω σχεδόν καθόλου δια ζώσης. Τον γνώρισα πιο πολύ διαβάζοντας το βιβλίο αυτό ή τουλάχιστον προσπάθησα να το κάνω.

Ο τίτλος και μόνο του βιβλίου (καθώς και το εκπληκτικό εξώφυλλο) η αλήθεια είναι πως με τράβηξαν από την πρώτη στιγμή. Σκέφτηκα πως προμήνυαν κάτι πολύ ιδιαίτερο και ξεχωριστό και η αλήθεια είναι πως δεν έπεσα καθόλου έξω.

Όταν ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο, αυτό που συνέβη ήταν πως δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Το διάβασα μονορούφι σε μιάμιση μέρα με το βράδυ της πρώτης να περνάει με την σκέψη «τι θα γίνει παρακάτω».

Αν έπρεπε να κατατάξω αυτό το βιβλίο σε κάποιο είδος, θα είχα μεγάλο πρόβλημα. Θα μπορούσε να είναι αστυνομικό μυθιστόρημα, θα μπορούσε να είναι κοινωνικό, θα μπορούσε να είναι νουάρ λογοτεχνία, παραμύθι για ενήλικους ή αλληγορία.

Κάθε βιβλίο, εγώ πιστεύω, μπορεί να είναι αυτό που φαίνεται, μπορεί και όχι. Κάθε βιβλίο, έχει διάφορα επίπεδα ανάγνωσης και η αξία του έγκειται σ΄αυτό ακριβώς. Στο τι δηλαδή, μπορεί ο κάθε αναγνώστης να βρει σ΄αυτό, το τι μπορεί να μιλήσει μέσα του και στο αν και πόσο μπορεί ο καθένας μας να το προσλάβει διαφορετικά.

Για μένα, «η Παράμετρος του Αινστάιν» παρότι είναι όλα όσα προανέφερα, και αστυνομικό και κοινωνικό και νουάρ και παραμύθι, πιο πολύ είναι πίσω και πάνω από όλα αυτά, μια αλληγορία. Έτσι, αυτό το βιβλίο ήταν για μένα μία πρόκληση καθώς ένοιωσα πως έπρεπε να το αποκρυπτογραφήσω.

Στο βιβλίο αυτό παρακολουθούμε την ζωή του κεντρικού ήρωα του Γιάννη Παράμετρου. Ο Παράμετρος, είναι στην πραγματικότητα ένας αντιήρωας, ένας παράξενος άνθρωπος, που ο συγγραφέας τον έχει προικίσει με πολλά αντισυμβατικά χαρακτηριστικά. Είναι πότης, κλέφτης, δεν πιστεύει στον θεό, δεν εκτιμά την δουλειά, (για την ακρίβεια την μισεί) ούτε τα συναισθήματα, «βλέπει τον γάμο σαν μια τραγωδία του ανθρώπινου είδους» (98) δεν μπορεί να αγαπήσει και είναι ένας μοναχικός τύπος που η μεγαλύτερη ευχαρίστησή του είναι το ποτό. Ο συγγραφέας όμως, καταφέρνει να σε κάνει εξαρχής να συμπαθήσεις αυτόν τον περίεργο, τον κλέφτη, τον μεθύστακα. Να γίνεις ένθερμος υποστηρικτής του.

Ο Παράμετρος έχει κάνει φυλακή, μα αυτό στο οποίο πιστεύει είναι η ελευθερία. «Ένα από τα πιο σπουδαία ιδανικά του ανθρώπου, η ελευθερία, δεν εξαγοραζόταν με όσα χρήματα και αν έκλεβε» (60) λέει. «Θα μας εκπαιδεύσουν για την ελευθερία, ενώ θα είμαστε φυλακισμένοι;» (40) αναρωτιέται σε μια προσπάθεια του συγγραφέα να στηλιτεύσει το σωφρονιστικό σύστημα. Μέσα του όμως πιστεύει πως «Ελεύθερος δεν είναι κανείς» (55).

Παρακολουθούμε την πορεία του στην φυλακή και από εκεί στον έξω κόσμο, καθώς και τις γνωριμίες του με ανθρώπους που παίζουν καθοριστικό ρόλο στην μετέπειτα ζωή του. Παρακολουθούμε την γνωριμία του με τον Αστυνόμο, που τον έχει συλλάβει και την σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσά τους, μία περίεργη σχέση απόρριψης αλλά και συμπάθειας.

Ακολουθούμε την σχέση του με διάφορες γυναίκες, όλες παράξενες και αντιφατικές, όλες ιδιαίτερες και επίσης αντισυμβατικές. Τι άλλωστε θα ταίριαζε στον παράξενο αυτόν άνθρωπο; Τι άλλο θα τον έλκυε εκτός από το ιδιαίτερο και αντισυστημικό;

Ο Γιάννης Παράμετρος δείχνει να εντάσσεται στην κοινωνία, να ακολουθεί την πεπατημένη, τα βήματα που υποχρεωνόμαστε να κάνουμε όλοι μας. Είναι έτσι όμως;

Ακούμε τις σκέψεις του, νοιώθουμε τα συναισθήματά του, μας μεταβιβάζει τις αμφιβολίες του και τις αντιρρήσεις του.

Ένας αντιρρησίας είναι ο κεντρικός ήρωας και όλοι όσοι τον περιτριγυρίζουν. Ένας ανένταχτος, ένας απροσάρμοστος, ένας αναρχικός που όμως καταφέρνει να δείξει πως εντάσσεται σ΄αυτόν τον κόσμο, καταφέρνει να ζήσει αυτά τα οποία μέσα του αρνείται, γιατί όπως ο ίδιος λέει «ο χαρακτήρας του ανθρώπου δεν αλλάζει ποτέ, απλά συμμορφώνεται με τα δεδομένα» (60). Όλο το βιβλίο είναι ένα βιβλίο αντιρρήσεων, στην ζωή που ζούμε, στην κοινωνία όπως είναι φτιαγμένη.

Ο συγγραφέας αναπτύσσει μέσα από αυτό τις απόψεις του, για την σύγχρονη κοινωνία, την πολιτική και για το χρήμα. Μιλάει για το «διεφθαρμένο κράτος» (29), για το «αβυσσαλέο μίσος μεταξύ φτωχών και πλουσίων, μεταξύ εχόντων και μη εχόντων» (30), για την ανύπαρκτη «περιβόητη ισονομία των πολιτών που διατράνωναν οι πολιτικοί στις οθόνες και στα άρθρα των συνταγμάτων» (32), τα «τερτίπια της αστικής δημοκρατίας» (32), την «επανάσταση των φτωχών» (76) που περιμένει να γίνει κάποτε

Μιλάει για το ανθρώπινο συναίσθημα.

«Να αγαπάς ό,τι έχεις, ήταν μια σκέψη που κυριαρχούσε τελευταία στο μυαλό του σαν απόφθεγμα μιας λογικής εξήγησης της ανθρώπινης κατάστασής του. Της δικής του και των άλλων ανθρώπων.» (19)

Οι άλλοι ήρωες του βιβλίου, όλοι με περίεργα ονόματα «Δικηγόρος», «Αστυνόμος» , «Μούργος» ο σκύλος του, ο «Μιχάλης ο Βίκινγκ», ο Μπράτσος, η Ευγενία και η Ευτέρπη, ο Παύλος ο ηθοποιός, η Μόνικα, η Ρόσα Πάβλοβα, μια παρτιζάνα Σέρβα, ο Καραβοκύρης ή ο άνθρωπος με την ρεπούμπλικα, το ζεύγος των Κινέζων και τελικά η πόρνη Ντίνα, όπως και ο Άλμπερτ Αινστάιν.

Είναι τυχαία τα ονόματα άραγε, σκέφτηκα όπως το διάβαζα. Όχι, δεν είναι τυχαία. Όλα έχουν κάποιο νόημα, κάποιο μήνυμα, κάτι εκπροσωπούν.

Ο Αστυνόμος για παράδειγμα, που τον ακολουθεί σε όλα τα βήματά του, κατά την γνώμη μου, εκπροσωπεί την δικαιοσύνη, που είναι το μόνο του ενδιαφέρον. Μια δικαιοσύνη όμως σκληρή και αμείλικτη.

Ο συγγραφέας σ΄αυτό το βιβλίο προσπαθεί να περιγράψει την περιπέτεια της ανθρώπινης ζωής ή μοίρας.

Ο ήρωάς του, ο Γιάννης Παράμετρος είναι ένας άνθρωπος που «Είχε την απελπισία κρυμμένη στα κατάβαθα της ψυχής του. Ευτυχισμένος άνθρωπος δεν ήταν ποτέ, ούτε ο πιο απελπισμένος. Έκρυβε με επιτυχία ό,τι δεν του φαινόταν καλό για τη ζωή.» (131) και όπως λέει επίσης ο ίδιος «Στο βάθος του χρόνου είμαστε όλοι απελπισμένοι». (166)

Μιλάει για τα συναισθήματα και την αγάπη. Λέει: «Η αγάπη είναι συμπεριφορά». (136) και «Το παν ήταν να ζούμε αυθόρμητα, χωρίς μεταμέλειες, δίχως πίσω μπρος, πράγμα πολύ δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο για το πλήθος των ανθρώπων που έρχονταν και έφευγαν χωρίς να καταλάβουν γιατί.» (104) Ακόμα: «Πολλά πράγματα χάνουν την αξία τους στο πέρασμα του χρόνου και οι περισσότεροι άνθρωποι δε χωράνε πολλούς άλλους μέσα τους για πολύ». (168)

Ο ήρωας κάποιες στιγμές, ακροβατεί μεταξύ ονειροφαντασίας και πραγματικότητας.

Ο συγγραφέας δεν μένει στις αιχμές για την πολιτική, την κοινωνία, την δικαιοσύνη, την ιστορία, την εργασία. Το πάει ακόμα παραπέρα. Μας παρουσιάζει τον «καινούργιο άνθρωπο» (173) αυτόν με «ένα κινητό στο χέρι». Μας παρουσιάζει τον «διαχρονικό άνθρωπο» αυτόν που χωρίς να προλαβαίνει να συλλάβει τις κοινωνικές αλλαγές , προσαρμόζεται σ΄αυτές.

«Έβλεπε την αρχή ενός καινούργιου κόσμου, ενός κόσμου αλλιώτικου απ΄αυτόν που ζούσε μέχρι τότε».(172)

Περιγράφει τις καταστάσεις και τις συνθήκες της σύγχρονης κοινωνίας. Λέει: «Καμιά κοινωνία δεν πάει μπροστά χωρίς πόλεμο. Πόλεμο οικονομικό, κοινωνικό, πραγματικό». (100)

Μιλάει για τον μύθο του Σισύφου και αναρωτιέται αν ο Σίσυφος «ξέρει ή έστω καταλαβαίνει πως ο στόχος του είναι ένα συνεχές ανύπαρκτο μέλλον» (185) σαν τον σημερινό άνθρωπο. Στηλιτεύει την καθημερινότητα, την επανάληψη, την ζωή χωρίς νόημα.

Η παράμετρος του Αινστάιν, τελικά, είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο που πιστεύω πως ο κάθε αναγνώστης μπορεί να βρει και κάτι διαφορετικό μέσα σ΄αυτό.

Καλοτάξιδο το βιβλίο σου Κώστα.

 

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2024

ΙΟΥΛΊΑ

 

 
Ξεχάσαμε από πότε ήμασταν ελεύθεροι. Μας μπέρδεψαν τα ψέματα και οι αλήθειες τους
φυλάκισαν με μάσκες τα ωραία πρόσωπα μας, -ίσως το πιο ύπουλο ψυχολογικό όπλο που χρησιμοποιήθηκε ποτέ
Ζωγραφίζω γιατί δεν μπορώ να επαναστατήσω
Αυτό το έργο το ονόμασα ΤΟ ΠΙΟ ΘΛΙΒΕΡΌ ΑΝΘΡΏΠΙΝΟ ΕΊΔΟΣ κι αυτοί ονομάζουν αυτή την κατάσταση, μεγάλη επανεκκίνηση.
Χρυσοπέταλα κι αν σου φορέσουν, πέταλα θα είναι με καρφιά
Ξέχασα κι εγώ πότε ήμουν ελεύθερος, ίσως μόνο όταν ήμουν παιδί- γράφω και όχι δεν ξεσπώ στο χαρτί. Μοιράζομαι κάτι μαζί σας που χρόνια κουβεντιάζουμε και πιστεύω πως με τους πολλούς συμφωνήσαμε να έχουμε μια κοινή λογική προτού μας φορέσουν άλλα προσωπεία από αυτά που ξεκινήσαμε εδώ μέσα και λυπάμαι που δεν μπορούμε να επαναστατήσουμε επειδή ο εχθρός είναι αμείλικτος, αδυσώπητος, κακός. Ίσως ο χειρότερος που θα αντιμετωπίσουμε ποτέ: Ο ΦΌΒΟΣ
Στο πρώτο μου βιβλίο τους ΙΚΈΤΕΣ ΤΗΣ ΑΛΉΘΕΙΑΣ που το γραψα σχεδόν είκοσι χρονών, υπάρχει αυτή η φράση: ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου είναι ο φόβος!
Η αμηχανία μου γέννησε αυτόν τον πίνακα, σα να μην ήθελα να φτιάξω κάτι, σα να μη θέλω πια να ζωγραφίζω, αφού δεν έχω να πω τίποτε στους συνανθρώπους και περισσότερο ανίκανος να πολεμήσω αυτούς που μας έφεραν στην ολέθρια κατάσταση.

ΟΙ ΔΟΡΥΦΌΡΟΙ ΤΟΥ ΙΛΟΝ ΠΑΣΚ

  

 


 

 

Η ζωή είναι παράξενη, περίεργη και απατηλή. Εκεί που νομίζεις πως κάτι ξέρεις σου ρχεται κατακέφαλα αυτός ο Ιλόν Μάσκ και σου λέει πως έχει πάνω από τρεις χιλιάδες δορυφόρους που τρέχουν; κινούνται; με ταχύτητες πάνω από 7.000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο! και ρωτάς ο αδαής γιατί τρέχουν; πως γίνεται ν αναπτύσσουν τέτοιες ταχύτητες; κι άραγε τι κάνει ένας δορυφόρος εκεί έξω στο διάστημα;, εδώ εσύ δεν έχεις πατίνι να κινηθείς, το όριο της φτώχειας σε κυνηγάει, το χωράφι με τις ελιές γέμισε σκίνα και πουρνάρια και ποιος Αλβανός θα το καθαρίσει, και δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς τι ανάγκη έχουν τους δορυφόρους όλοι αυτοί οι πλούσιοι αλλά και τα κράτη που ανταγωνίζονται για την κατάκτηση του διαστήματος. Ακόμα και η Νιγηρία, η Αίγυπτος ξοδεύουν δισεκατομμύρια για τον διαστημικό εξοπλισμό τους εκτός φυσικά από τις πρώτες, ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία, Ευρώπη. Σε λίγο γύρω απ τον πλανήτη γη η κυκλοφορία δορυφόρων χαμηλής πτήσης θα πυκνώσει τόσο που θα κινδυνεύουμε να φυλακιστούμε στον πλανήτη μας κι εσύ κάθεσαι και κλαις που ο μισθός δε σου φτάνει, η σύνταξη ξοδεύεται στις πρώτες δέκα μέρες του μηνός, ο άλλος ψάχνει στα σκουπίδια κανένα κομμάτι ψωμί και τολμάς να μου πεις πως η ζωή μας δεν είναι παράξενη! Αυτή η φοβερή και ακατάσχετη τεχνολογική εξέλιξη που αφορά φυσικά κατά κύριο λόγο όσους την κατέχουν αλλά και γενικά όλους εμάς που δεν έχουμε καμία συμμετοχή σ αυτό το γίγνεσθαι και ούτε θα μάθουμε ποτέ πως καταστράφηκε ο πλανήτης γη, γιατί τα μικροπροβλήματα της ατομικής μας μακαριότητας δε μας άφησαν ποτέ ν ασχοληθούμε με τέτοιες και άλλες καταστάσεις που δημιουργούν οι λίγοι εις βάρος των πολλών. Κι αν είναι να αναφερθώ και στην περίφημη Α1, έτσι αποκαλούμε πα την τεχνητή νοημοσύνη, ίσως αυτή να είναι πιο προσιτή στην κατανόησή της επειδή μοιάζει με παραμύθι και φυσικά τα παραμύθια τα καταλαβαίνουμε όλοι. Μόνο το παραμύθι του Ιλόν Μάσκ, της Μαικροσοφτ,, της ουανγουεμπ, δε θα καταλάβουμε ποτέ κι έτσι αδαείς θα ταξιδεύουμε δορυφορικά στον μικρόκοσμο μας.

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2024

ΑΤΑΚΕΣ

 

 


Πόσο αξίζει ένας καφές και φύγαμε
Δε σας γουστάρω ρε μαλάκες
Στην άλλη άκρη τη ζωή την πήγατε
και ψάχνετε γι΄ατάκες.
Νταμ, ντίρι νταμ, ντιριντάμ, ντιμ...ντάμ!
Νταμ, ντιριντάμ..ντιμ, νταμ!
Πικρό τσιγάρο το σ΄αγαπώ στην άκρη του δρόμου
Φαντάρος που γύρισε και δεν θα ξαναπάει
Μικρή η ζωή, το φιλί, τα σ΄αγαπώ τα λάικ, επ΄ώμου
Κερδισμένος, χαμένος, είναι αυτός που γαμάει;
Νταμ, ντιριτάάάάμ...ντιριντάμ, μτιριντάμ!
Ντιρρρρι...νταμ.
Πόσο αξίζει ένας καφές και πήγαμε
στην άλλη άκρη της ζωής, μαλάκες.
Πάντα να ξέρεις το κακό προσμένει
εσέ που τίποτα δεν σε περιμένει
Δεν μπορώ χωρίς τσιγάρο μαλάκα, ντιρινταμ
μου πότισε το χείλι η νικοτίνη
Μοιάζω λίγο με τον Ροζέ Βαν Ντ΄αμ
Γνώρισα κάποτε τη σκοτοδίνη.
Νταμ ντιριντάμ και νταμ και νταμ
Ντα ντιριντάμ.΄
Πόσο κοστίζει ένας καφές στην άκρη του κόσμου;
Δεν μπορώ να σε διώξω απ΄το μυαλό μου Χρυσάνθη
Στέγνωσε, το φιλί, η υποψία, αν θελεις, δός μου
Νταμ,νταμ, ντιριντάμ, νικοτίνη πίκρα και άνθη.
Τραγούδα όσο θέλεις το ντιριντάμ
είναι ένα τραγούδι απ΄την άκρη του κόσμου.
Νταμ, νταμ,νταμ, ντιριντάμ. Νταμ ντιριντάμ.
Σατιρική ποίηση Κ. ΠΛΙΑΤΣΙΚΑ

 

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2024

ΤΟ ΛΊΓΟ

 


Μα εσύ δίχως λόγο να πεις δεν κοιμάμαι, δε φεύγω
πάντα υπάρχει ένας λόγος να κλάψεις
και ο κόσμος στεγνός,
περιμένει ένα δάκρυ από σένα
Μακριά ένα σύννεφο σβήνει
ο καπνός ανοιχτά συνορεύει
μια φορά να γυρίσεις από κει
-Την αλήθεια να πεις, μη φοβάσαι!
Περπατώντας, γλιτώνεις λες
Μόνο η θάλασσα στέκει.


 

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

ΧΕΙΜΏΝΕς 3

 


Κάθομαι εδώ, απέναντι με τον Χειμώνα που άρχισε επιτέλους να δείξει τα δόντια του. Για να πω την αλήθεια μου, ο Χειμώνας μου άρεσε και μου αρέσει καλύτερα από το Καλοκαίρι. Το κρύο από τη ζέστη.
Τα δέντρα έξω από το ανοιχτό παραθύρι μου στο λόφο του Στρέφη, στάζουν υδάτινους τόνους, ίδιους με τα γράμματα που έμαθα: τη δασεία και την υπογεγραμμένη. Δε φοβάμαι μη μου την κλέψουν, δε φοβάμαι μη μου κλέψουν τίποτα, σε αντίθεση με τους εκκολαπτόμενους συγγραφείς, που μου λένε συνέχεια πως φοβούνται μη τους κλέψουν τα περίφημα γραφτά τους- εμένα, ας μου κλέψουν το κατηγόρημα. Θα είμαι περήφανος που κάποιοι θέλησαν να με αντιγράψουν. Να αντιγράψουν έναν πίνακα ζωγραφιάς μου ή ένα χειρόγραφο που θα το οικειοποιηθούν.. Να κλέψουν δηλαδή τη χαρά μου, αυτή που γίνεται ένα με αυτή τη γη, την Ελληνική γη ή ένα από τα ευγενικά πεύκα.
Απέναντι μου ο Χειμώνας κλαίει και θα μπορούσα αιώνες να κάθομαι εδώ για να τον βλέπω. Να θυμάμαι τα ξεροβόρια της παιδικής μου ηλικίας, να σκέφτομαι πως έφτασα ως εδώ. «Όμως για να το αντιληφτεί αυτό κανείς, πρέπει να έχει περάσει απ όλες τις διεργασίες, όσες απαιτούνται για να μπορεί να διακρίνει, που κείται το καίριο.» Ελύτης
Να, λοιπόν που μπορώ να κλέβω. Να κλέβω κάτι που αξίζει. Να έχεις δηλαδή κάποια διαμάντια, κρυμμένα στα ντουλάπια σου και δικαίως να φοβάσαι για την τύχη τους. Εγώ δεν έχω τέτοια κι αν είχα, είναι απλωμένα στον κόσμο, έτσι που να μη χρειάζεται να τα κλέψεις, αφού είναι κοινά. Η τέχνη δεν κλέβεται, παραδίδεται στον κόσμο, άρα πώς να κλέψεις τη Τζοκόντα; Όλος ο κόσμος την ξέρει τη Τζοκόντα, όπως και την Αφροδίτη της Μήλου.
Για να κλέψεις πρέπει να ξέρεις. Που σημαίνει πως είσαι έξυπνος, πώς να το διαπράξεις και πως το πιο σπουδαίο, είναι να γνωρίζεις πως θα διαφυλάξεις το κλοπιμαίο.
Απέναντι ο Χειμώνας συνεχίζει το βιολί του. Περνούν γυναίκες με τις κομψές ομπρέλες των. Να είχα κι εγώ μια τέτοια ομπρέλα! Να μη βρέχομαι αφουγκράζοντας την οσμή των δέντρων!
Με θαυμαστικά όμως δε γίνεται δουλειά, οι λέξεις, οι πινελιές, τα βλέμματα των ανθρώπων, η ωραία νοσταλγία για τη ζωή, τα φωνήεντα και τα σύμφωνα της Ελληνικής γλώσσας, δεν μπορείς να τα φορτώσεις στον κόκορα. Η βροχή λιγόστεψε, τα δέντρα λουσμένα τη γυαλιστερή άχνα του πράσινου που ανακατεύεται με το μαύρο, το οποίο κυκλώνει το σκοτεινό μέρος της νόησης, να μια ωραία εικόνα καταδικιά μου, την ώρα που βλέπω το σκοτάδι να πέφτει, την ώρα που οι άνθρωποι πενθούν για τα διαμάντια και τον χρυσό. Τον χρυσό μιας περισπωμένης, μιας θλίψης που κανείς δεν την ήθελε και κανείς δεν μπορούσε να τη διώξει απ το μυαλό μας.
Ο Χειμώνας αυτός, μπορεί να είναι ο τελευταίος μας. Σκεφτείτε πως ο Χειμώνας αντιπροσωπεύει το δύσκολο μέρος της ζωής, έτσι όπως μας το μετέφεραν στα βιβλία, σπουδαίοι λογοτέχνες, επειδή βυθίζεται πιο γρήγορα στο σκοτάδι και στο κρύο, σε αντίθεση με την Άνοιξη που η γη βοά την ανθοσπορία κι όλος ο κόσμος κρύβεται στο κίτρινο, στο κόκκινο των λουλουδιών, με τις λευκές πεταλούδες που κι αυτές θα ζήσουν μόνο μια Άνοιξη.
Απέναντι μου ο Χειμώνας. Βαρύς, γκρίζος, ερμητικά μονότονος όπως το σιγανό πέσιμο της βροχής. Σταλάζει στο πεζοδρόμιο το χιόνι, λευκότερο από ποτέ, τα ξεροβόρια της παιδικής ηλικίας όταν οι άνεμοι σφύριζαν από παντού στη χαλικόστρωτη πλατεία του χωριού, όταν τα δέντρα έσκυβαν στη γη-τόσοι μεγάλοι άνεμοι δεν είχαν περάσει ποτέ- η εικόνα των ανθρώπων που ήθελαν να τα κλέψουν και τότε και τώρα δεν μου άλλαξε τη σκέψη πως οι άνθρωποι μπορούν να τα καταφέρουν καλύτερα.

 

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2024

Η ΚΑΚΊΑΤΟΥ ΚΌΣΜΟΥ

 


να φορώ μάσκαν εσαεί! και φυσικά αρνούμαι να το πράξω ακόμα και αν ξέρω πως θα πεθάνω-αφού αν ακολουθήσω τας δικά σας εντολάς θα είμαι πεθαμένος εκ των προτέρων! εις έντιμος βίος δεν μπορεί να υποταχθεί εις τας αθλίους σας μεθόδους. [χρήματα για όλους, ελεύθερος έρωτας, ελεύθεροι μέσα σε ένα κράτος λαϊκό, δημοκρατικό. ελεύθερη αγκαλιά, και άλλα που αν μου τα προσβάλλεις αρνούμαι να ζω]
άρχεται η συνεδρίασις εις δίκην της συνειδήσεως Η αυτού μεγαλειότης θ απονείμει δικαιοσύνη εις τα ζώα. Θα δοθούν δωρεάν νομικές και ιατρικές συμβουλές [δεν πιστεύω πως μπορούσα να ξεφύγω και να μη σας πως την αλήθεια] Ούτω, άπαντες είναι αποδεκτοί ασμένως.
Ερώτηση: τι να κάμω με τις φοβίες και τις αρνήσεις μου;
Απάντηση: να τις καταπνίξεις φίλε μου.
Μα πρόκειται περί επαναληφθέντων κατά συρροήν εγκλημάτων εις βάρος του λαού με τρομοκρατικές ενέργειες και εάν εν μέτρον αποτυγχάνει, αποσύρεται επεί, μάλλον βλάπτειν τους ένοικους! [δεν μπορώ να πω πως δεν υπάρχω σαν νομοταγής πολίτης αλλά ενίσταμαι και εξοργίζομαι. ξεκίνησα να εμβολιαστώ αλλά η συνεχιζόμενη ανόητη πολιτική με ανάγκασε σε δρόμους άλλους]
Ερώτηση: ποία είναι η μετάλλαξις της ελλειπτικής τροχιάς του Αλδεβαράν; και γιατί δεν φοράτε μάσκαν;
Αποφεύγω να σας πιστεύω επειδή το παρελθόν σας δεν είναι έντιμο κύριοι δικαστές, κύριοι ένορκοι και ως εκ τούτου αν ένα πανί μπορεί να με προφυλάξει από τον ιο, παρεμπιπτόντως οι ιοί είναι αόρατοι δια γυμνού οφθαλμού και άρα διαπερνούν ανά πάσα στιγμή τον χώρο και τον χρόνο, υποστηρίζω πως με υποχρεώνετε σεις, να φορώ μάσκαν εσαεί! και φυσικά αρνούμαι να το πράξω ακόμα και αν ξέρω πως θα πεθάνω-αφού αν ακολουθήσω τας δικά σας εντολάς θα είμαι πεθαμένος εκ των προτέρων! εις έντιμος βίος δεν μπορεί να υποταχθεί εις τας αθλίους σας μεθόδους. [χρήματα για όλους, ελεύθερος έρωτας, ελεύθεροι μέσα σε ένα κράτος λαϊκό, δημοκρατικό. ελεύθερη αγκαλιά, και άλλα που αν μου τα προσβάλλεις αρνούμαι να ζω]
Διαφωνείτε πως υπάρχει ιός; αυτό είναι ανήκουστο, μας θεωρείτε απατεώνες του κοινού ποινικού δικαίου;
Απάντηση! μάλιστα. τοιούτοι υπάρχετε, σεις που [με έξαψη] διάγετε βιολογικούς πολέμους, σεις που δεν έχετε κανέναν ενδοιασμό να σκοτώσετε, σεις ερχόσαστε σαν λυτρωτές μου; αρνούμαι να σας πιστέψω και γι αυτό δεν εμβολιάζομαι είσαστε υπότροποι και πρέπει να δικαστείτε και να καταδικαστείτε δια τούτο.
Πολύ θα ήθελα αδελφοί, χριστιανοί, μουσουλμάνοι και έτεροι, να μην ακολουθήσετε την χυδαία υποκριτική στάση της παγκόσμιας κοινότητας
Εαν δεν μπορείτε να αντεπεξέλθετε παραιτηθείτε των καθηκόντων σας άρχοντες, διότι αυτό που προσπαθείτε να με πείσετε πρόκειται περί μιας βδελυρής αστειότητας. η ζωή δεν μπορεί να κλεισθεί σε κουτί όσοι κι αν πεθάνουν. το ξέρετε πως καταντήσατε σεις την διάσπασιν του κοινωνικού ιστού; γνωρίζετε πως σκοτώνονται αδέρφια, πως χωρίζουν ανδρόγυνα, πως νέοι άνθρωποι χώνονται στις ψυχιατρικές κλινικές; και συνεχίζετε την ανόητη επανάληψη μέτρων που αποδείχτηκαν ανεπιτυχή;
το δις και τρις επαναλαμβανόμενο λάθος σημαίνει πως είσαι ηλίθιος αδερφέ επεί, ο εγκλεισμός, αι μάσκαι, το εμβόλιον, απεδείχθησαν μέτρα ανεπαρκή εναντίον του υποτιθέμενου ιού και συ συνεχίζεις να επιβάλλεις άλλους νόμους όπως οι περιορισμοί στις εισόδους σε κέντρα, σε καταστήματα, σε χώρους όπου σε λίγο δε θα επιτρέπεις σε κανέναν να υπάρχει!
η λήξις αυτής της συνεδρίασης συνειδήσεως ουδόλως εύκολη εστί και είναι πρόδηλον πως σεις θα συνεχίσετε όπως και εγώ θα συνεχίσω να μη σας έχω εμπιστοσύνη και ούτω θα καταλήξουμε σε μια διαμάχη διαρκείας.

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2024

οπισθοφυλλο παραμέτρου

 

Η ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΤΟΥ ΑΪΝΣΤΑΪΝ


ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ



Μόνο κάτι πουλιά πέταγαν δώθε κείθε. Τα πουλιά, σκέφτηκε, είναι από τα πιο άσχημα είδη που υπήρχαν σ’ αυτόν τον κόσμο. Ούτε τ’ αγαπούσε, ούτε τα μισούσε. Ο Γιάννης Παράμετρος δε μισούσε τίποτε. Απλώς αγαπούσε περισσότερο τα δέντρα ακόμα πιο πολύ κι απ’ τους ανθρώπους: τα πεύκα, τις ελιές, τα πλατάνια, όλα τα δέντρα. Ακόμα κι όσα είχαν αγκάθια για να προστατευθούν από την κακία των ανθρώπων.

Ο Μάικ περίμενε να γίνει κάποτε η μεγάλη επανάσταση των φτωχών. Έλεγε ότι τίποτε καλό δεν μπορείς να βρεις πίσω από τα κάγκελα και πως καμία φυλακή δεν είναι καλύτερη από τις άλλες.

Είναι ωραία η ζωή; αναρωτιόταν συχνά ο Γιάννης Παράμετρος. Δεν ήξερε ν’ απαντήσει με σαφήνεια. Ότι είναι κακιά η ζωή, το έβλεπε, το ζούσε: άνθρωποι είχαν βγάλει τις καρδιές άλλων συνανθρώπων τους ως θυσία σε θεούς˙ άλλοι τους τηγάνιζαν σε καυτό λάδι, άλλοι τους τύφλωναν, τους σταύρωναν, τους παλούκωναν, τους έριχναν μια σταγόνα στο κρανίο μέχρι να τρελαθούν. Δεν χρειαζόταν περισσότερες αποδείξεις γι’ αυτό.

«Η ζωή είναι ωραία», απαντούσε ο Μάικ.

Γιατί σκοπός του ανθρώπου είναι η ελευθερία που δεν φυλακίζεται, ακόμα και πίσω από τα πιο ισχυρά δεσμά.




Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2024

ΤΟ ΕΦΉΜΕΡΟ

 


Πέρναγε κάθε βδομάδα έξω από το μαγαζί μου η Αντωνία, και με ρωτούσε χαμογελαστή: τι κάνει ο Γιάννης; Στεκόταν στην πόρτα μπροστά στη βιτρίνα, έκανε βήμα μέσα και μετά πάλι έξω, έβγαζε τα τσιγάρα με τα πιπάκια κι άναβε. Διατηρούσα ένα παπουτσάδικο, επιδιορθώσεις, τακούνια και λοιπά, στη γωνία Ζωοδόχου Πηγής και Διδότου, χρόνια τώρα αλλά ποτέ δεν έμαθα, ούτε ρώτησα, γιατί είχαν βάλει αυτά τα ονόματα σ αυτούς τους δρόμους. Εξ άλλου τι μ ένοιαζε; χρόνια τσαγκάρης τώρα- μη νομίζετε πως είμαι και μεγάλος, πλησιάζω τα σαράντα πέντε- μια χαρά ήμουν, τίποτα δε μου έλειψε κι ας φαίνεται παρακατιανό το επάγγελμά μου. Το μόνο που μου έλλειπε τελευταία ήταν η συντροφιά μιας γυναίκας, μια και είχα χωρίσει με την δικιά μου μερικούς μήνες πριν, οριστικά. Έτσι, αμυδρά μες το μυαλό μου έπαιζε και η Αντωνία σαν μια υποψήφια. Ομορφούλα ήταν, χήρα με ένα γιο αλλά δεν πείραζε κι γω είχα ένα κορίτσι. Η αλήθεια είναι πως ποτέ δε μου έλεγε καλημέρα, εκτός κι αν της το υπενθύμιζα, με κοίταζε όμως στα μάτια όταν άναβε την πίπα της και επαναλάμβανε αν πέρασε ο Γιάννης. Αν της απαντούσα όχι, σα να την πείραζε. Θα κοιμάται, έλεγε. Μπα, μου είπε πως έχει δουλειές. Χα! ο Γιάννης δουλειές, στράβωνε τα χείλη. Τι δουλειές να έχει αυτός; άιντε πάω να φύγω, αν τον δεις πες του χαιρετίσματα. Κι έφευγε σε πέντε -δέκα λεπτά. Έβγαινα στην πόρτα να την παρακολουθήσω πως περπατούσε, δε γύριζε πίσω- ίσια μπροστά κοιτούσε μήπως χύσει τον τραχανά. Αμάν ρε Αντωνία, της είπα μια μέρα. Γύρνα και λίγο το κεφάλι όταν περπατάς. Πότε; που; ζωντάνεψε. Προχθές σε φώναζα στην Ιπποκράτους... Αααα, δε θα σε είδα. Πέρασε ο Γιάννης; Τι κάνει ο Γιαννούλης; Πάλι τα ίδια, σκέφτηκα. Την επόμενη φορά που θα ερχόταν εκτός από την πρόταση που θα της έκανα να βγούμε θα την ρωτούσα πρώτα αν τα είχε ποτέ με το Γιάννη και μετά αν ήθελε να τα φτιάξουμε. Φυσικά εγώ δεν ήξερα κανέναν τέτοιον Γιάννη, απλά στην αρχή το είχα πάρει για παιχνίδι και το συνέχιζα γιατί έπιανα λίγο κουβέντα μαζί της, αφού τίποτε άλλο δε λέγαμε. Αλλά εκείνη τη μέρα αποφάσισα να ξεδιαλύνω το πράγμα. Μόλις την είδα και είπαμε τα σχετικά, την πέρασα μέσα, στο μικρό σαλόνι σχεδόν με το ζόρι. Έλα, να τα πούμε λίγο, της είπα. Τι στέκεσαι όλο στην πόρτα. Εντάξει, είπε κι άναψε τσιγάρο. Άναψα κι εγώ που έψαχνα τα μάτια της αλλά δεν μου τα δινε, τα χαμήλωνε. Τι κάνει ο Γιάννης; τον είδες; άρχισε. Όχι, δεν τον είδα, άστον τον Γιάννη τώρα, τι να της έλεγα πως δεν γνώριζα κανέναν τέτοιον Γιάννη; Μπα, θα την έχανα. Λοιπόν Αντωνία, κοίτα εμένα μου αρέσεις, τόλμησα. Θέλω να γνωριστούμε καλύτερα, μιλάω σοβαρά. Η Αντωνία σήκωσε τα μάτια, τράβηξε μια γερή τζούρα από την πίπα της, την φύσηξε στο ταβάνι. Έσιαξε τη φούστα της κι ενώ εγώ την κοιτούσα με αγωνία, σηκώθηκε, περπάτησε προς την πόρτα. Κοντοστάθηκε, γύρισε με κοίταξε γλυκά στα μάτια και μου είπε. Άμα δεις το Γιάννη, πες του χαιρετίσματα.
απ τα μικρά διηγήματα μου

 

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2024

ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΊΟ

 

 


Τα κοντινά πλάνα μιας ζωής που τείνει να ξεφύγει από την ηρωοποίηση και να ξεπέσει στη χλεύη, που δεν προσπάθησε τουλάχιστον να καταλάβει ότι φάγαμε μεγάλο μπουκέτο, ακόμη κι ότι μας κορόιδεψαν οι πιο έξυπνοι από εμάς του πολυτεχνείου κι εμείς ούτε να κλάψουμε δεν μπορούμε γιατί απατηθήκαμε και τώρα που το καταλαβαίνουμε, νιώθουμε σαν τη ζηλιάρα σύζυγο, σαν τον ανόητο εραστή μιας γλαφυρής εποχής, επαναστάτες της γλυκοπατάτας, περάσαμε τα πιο ωραία χρόνια μας, τόσο, μα τόσο γλυκά! σαν όνειρο! σαν μια οξεία αστροπελέκι, τόσο ωραίο ήταν το παραμύθι που μας βόλεψε, θα έρθω και στο ξεβόλεμα, καμιά αντίρρηση πως τώρα είμαστε χειρότεροι, κι αν έρθει έστω ένας βλάκας να υποστηρίξει το αντίθετο θα κάνω χαρακίρι στην πλατεία Αβάθης, όμως η πραγματικότητα είναι πιο οικτρή, χείριστη των προηγουμένων αφού οι σημερινοί σύντροφοι ούτε στα μάτια δεν μπορούν να κοιταχτούν, πόσο δε μάλλον ν αγκαλιαστούν και να φιληθούν, τ αδέρφια, και οι γυναίκες τους, οι φίλοι, τα ξαδέρφια δεν μπορούν να πιστέψουν πως τους χώρισαν σε 80 με 20 τοις εκατό, σε βολεμένους και αβόλευτους σε εμβολιασμένους και ανεμβολίαστους, το τραγικότερο μέρος της κατάληξης ενός πολιτισμού, χωρίς ποτέ να καταλάβει το 80 τοις εκατό πως έχει άδικο! δεν κερδίζει η πλειοψηφία ποτέ! μόνο κάποιοι λίγοι έφτιαξαν το δικό μας πολυτεχνείο, μόνο κάποιοι λίγοι θέλουν να μας σκοτώσουν όλους και, το δραματικό, το σημερινό, είναι αυτή η απάτη της αρρώστιας του παγκόσμιου φόβου, της παγκόσμιας δικτατορίας που θέλουν να επιβάλλουν πάλι κάποιοι λίγοι, αυτή είναι η δραματική αλήθεια που ζούμε παραμονές μιας ηρωικής πράξης εμάς των ιδίων πριν από λίγα χρόνια αλλά που μοιάζουν τεράστια μακρινά σύμφωνα με την εξέλιξη που πήρε η σημερινή ζωή μας, και, ένα πράγμα απομένει στο κοντινό μας πλάνο, αφού δεν έχουμε τη δύναμη ν αντισταθούμε στον καινούργιο όλεθρο που ετοιμάζουν οι φωστήρες της παγκόσμιας καταστροφής, να μπορέσουμε τουλάχιστον να τους πούμε κατάμουτρα: είστε οι χειρότεροι κάτοικοι αυτού του πλανήτη, εσείς οι λίγοι που κυβερνάτε τους πολλούς κι εσείς οι πολλοί που φοβάστε και πιστεύετε αυτούς τους λίγους.

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2024

ΜΑΡΑΘΩΝΟΔΡΌΜΙΟς

  

 


Τώρα, να είσαι 91 χρονών και να τερματίζεις στον Μαραθώνιο... τι να πεις. Εντάξει, εμένα αυτή η μαραθωνειάδα, η μαραθωνοπληξία μου φαίνεται κάπως παράλογη, κάπως υπερ-φορτωμένη [εδώ άλλοι δεν μπορούν να πάρουν τα πόδια τους στα σαράντα!] και εντάξει ο αθλητισμός κι εμένα είναι στα φόρτε μου αλλά ρε μπαγάσα μη το παρατραβάς το σχοινί, κόψε κάτι, Παρεμπιπτόντως έχω και ένα φίλο 93 χρονών, τον μπάρμπα Κώστα στου Γκύζη που είναι πρωταθλητής στο τσίπουρο! ναι, έτσι που στα λέω αλευροπίτουρα, δέκα τσίπουρα την ημέρα ο μπάρμπα Κώστας άειντε να τα πιει ο μαραθωνοδρόμος Στέλιος. Τι να πει κανείς για την ανθρώπινη παραδοξολογία, για τον κόσμο που υπάρχει γύρω μας, πάντως εγώ δεν διάλεξα ποτέ να τρέχω άσκοπα, μια θορά γυμνασιόπαις έτρεξα μια απόσταση δέκα χιλιομέτρων και έκτοτε έκανα πρωταθλητισμό στα εκατό μέτρα, 11, 10 ρεκόρ στους πανστρατιωτικούς. Αυτά. Έκτοτε κάνω πρωταθλητισμό με τον συνονόματο μπάρμπα Κώστα στα ...τσίπουρα

ΤΕΧΝΗΤΉ ΝΟΗΜΟΣΎΝΗ ΤΟΥ ΠΈΟΥΣ

    Και η φυσική επιλογή του Τέσλα [Να ζηλεύεις κάτι καλύτερο.] Να ζωγραφίσουμε ένα πέος δηλαδή ή πολλά. Πέη. Δεν είναι και τόσο εύηχη λέξη,...