Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

ΑΣΥΛΊΑ

  

 


 Για όσους δεν κατάλαβαν τι είναι ασυλία: Ασυλία είναι όταν έχεις πονόδοντο και σου βγάζουν αμέσως το δόντι.Εσένα. Το δόντι. Να μην πονάς.Όσοι δεν έχουν ασυλία δεν έχουν ..δόντι. Άστους να πονούν.

 


Ένα ισχυρό πλήγμα που δέχτηκα από τον δυτικό πολιτισμό είναι οι τύψεις που μας φόρτωσαν, ότι δεν κάνουμε καλά τα πράγματα.
Με λίγα λόγια πως είμαι κι εγώ συνένοχος για τα εγκλήματα και τις πράξεις των πλουσίων-αυτών που διοικούν τον κόσμο.

 

 

 

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

ΕΝΙΟΤΕ


 

 

 Χαρίσματα ενίοτε, ζωγραφίζω από πέντε αιώνες, άλλοτε γράφω, σπουδάζω τέχνες και ζωή, κουράστηκα τις συμβουλές, αρνήθηκα όλες τις ενοχές, σεβάστηκα την ανθρώπινη αδυναμία, κόλλησα σε έναν κορμό δέντρου την υποψία να γίνω καλύτερος, φοβάμαι το πρόστυχο, χτυπώ μια μπουνιά στον τοίχο και το χέρι μου δε ματώνει, είναι σπουδαίοι κάτι άνθρωποι λέω, εκείνοι που δεν παίρνουν τη μπουκιά από το στήθος του τριαντάφυλλου, αυτοί που αρνούνται να δεχτούν εύκολα την τρύπια εικόνα ενός χαλασμένου κόσμου, βολεμένου στη θέα του χαρτονομίσματος, που λυπάμαι γιατί έγινε έτσι, επειδή το βλέμμα κοιτάζει το άπειρο, πέρα από τα σύννεφα, προσπαθώντας να ξακρίσω το καλό σιτάρι που όμως κι αυτό δε φτάνει να σταματήσει την ανθρώπινη δυστυχία και, ίσως τα καλύτερα όπλα που αγάπησα να είναι τα πινέλα και η γραφίδα.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

το πρώτο θρανίο

 


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΘΡΑΝΙΟ..
Η πόλη ήταν καθισμένη πάνω στη θάλασσα. Ένας μεγάλος υδάτινος κύκλος, έκλεινε απο παντού τα σπίτια της, απο την ανατολή έως νοτιοδυτικά. Μικρός δεν μπορούσε ποτέ να προσανατολιστεί, του έλεγαν Ανατολή κι έδειχμνε τη Δύση. Μα και μεγάλος τα πράγματα δεν είχαν καλυτερέψει. Απ τον Βορρά ερχόταν ένα κύμα δάσους απο πεύκα λες και έπεφταν καπέλο στο κεφάλι της. Ήταν μια μικρή επαρχιακή πόλη, με ατέλειωτες βροχές απο το Φθινόπωρο που άρχιζε το σχολείο, μέχρι τον Μάιο που τέλειωνε, το νερό έπεφτε με τη σκάφη. Η υγρασία τσάκιζε τα κόκκαλα και η ομίχλη την τύλιγε μ αυτό το γκριζόασπρο σεντόνι, που άμα το έβλεπες απο μακριά, ποτέ δεν ήξερες τι έκρυβε μέσα του. Ο Θόδωρας την αγαπούσε αυτή την πόλη. Εκεί είχε γεννηθεί. Εκεί είχε χτυπήσει τα γόνατά του σε όλους τους βράχους της, είχε πιει νερό απ όλες τις βρύσες, είχε παίξει μπάλα στις αλάνες αλλά και στο γήπεδο και ήταν καλός παίχτης, μπορούσε να γινει ποδοσφαιριστής, αφού δεν ήταν καλός μαθητής, αλλά δεν έγινε.
Ακούμπησε τη βρεγμένη τσάντα στο τοιχάκι του αυλόγυρου της εκκλησίας που βρισκόταν μέσα στα πεύκα, στο βορεινό τμήμα της πόλης. Το χερούλι της είχε σπάσει, άνοιξε και τα βιβλία ξεχύθηκαν κάτω. Μαθηματικά, Όμηρος, αρχαίο κείμενο,Κοσμογονία, Ιστορία. Τους έδωσε μερικές κλωτσιές κι ύστερα τα ξαναμάζεψε, καθώς οι ψιχάλες της βροχής είχαν αραιώσει, ώσπου σταμάτησαν εντελώς.Δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν τα βιβλία, ποιοι τα γραφαν και γιατί τον ταλαιπωρούσαν μ όλα αυτά τα άχρηστα πράγματα. Μόνο η Ιστορία του άρεσε, μπορούσε να διαβάζει ώρες ατέλειωτες. Αλλά άμα του μιλούσες για μαθηματικά, ανατρίχιαζε σαν τη γάτα κι έβγαζε φουσκάλες στο δέρμα του. Πως είχε καταφέρει να περάσει τέσσερις τάξεις, φέτος πήγαινε στη βου Λυκείου, δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται αλλά εφέτος μάλλον δε θα την έβγαζε καθαρή με αυτον τον καινούριο μαθηματικό, τον Χίτλερ που ήταν και γυμνασιάρχης. Τόσα χρόνια καθάριζε με δέκα, δέκα και μισό. Ποτέ παραπάνω. Αλλα και ο γενικός του δεν ήταν πάνω απο δωδεκα ποτέ. Μεγάλωνε λίγο εξ αιτίας που έπαιρνε είκοσι στην Ιστορία και την γυμναστική
Είχε ανέβει στο βουναλάκι με την μικρή εκκλησία για να σκεφτεί την κατάσταση και πως θα την βόλευε. Θα τον έδιωχναν δια παντός απο τα σχολεία. Το παράπτωμα του ήταν ασυγχώρητο και όχι τίποτε άλλο αλλά είχε πάρει και τη Νίκη στο λαιμό του. Ο Γυμνασιάρχης, ο αρχικαθίκης όπως τον έλεγε ο συγκαθήμενος του στο τελευταίο θρανίο, ο πιο χοντρός της τάξης, όλες οι τάξεις είχαν τον χοντρό τους απαραίτητα, είχε βαλθεί να εξοντώσε όλους όσους κάθονταν στα τελευταία θρανία. Εννοείται σε όλες τις τάξεις, σε όλα τα τμήματα. Ο Θόδωρας πήγαινε στο έψιλον δυο, η Νίκη στο έψιλον ένα. Το παράπτωμά τους ήταν βαρύ. Είχαν κλέψει λουλούδια και κρίνα απο τον απαγορευμένο κήπο. Τον κήπο που ήταν ένα υπερυψωμένο μεγάλο παρτέρι με όλων των ειδών τα λουλούδια, που έκοβαν μόνο για τις Εθνικες επετείους και άλλες φορές όταν ερχόταν κανένας επίσημος της κυβέρνησης του πρόσφεραν μια ανθοδέσμη τιμης ένεκεν για τα σπουδαία έργα που είχε κάνει.. Η Νίκη, η κοπέλα του, είχε ζηλέψει κι εκείνος ορκίστηκε πως θα της μάζευε μια νύχτα, λουλούδια απο το παρτέρι για να της δείξει την αγάπη του. Τελικά την είχε πάρει μαζί του εκείνο το βράδυ και μπήκαν τυχαία για να ξεφύγουν απο το άγρυπνο μάτι του Θεολόγου Αληλούια, αλλά δεν τα κατάφεραν. Τους συνέλαβε απο το αφτί την ώρα που έκοβαν τα απαγορευμένα ρόδα, εκείνος ο αγάμητος Αληλούιας που είχε στραβώσει το τσαγούλι του απο το αγαπάτε τον θεό και τα αλελούια που είχε συνέχεια στο στόμα του αλλά πως φαίνεται, ο θεός δεν αγαπούσε αυτόν και του είχε δώσει ένα μικρό εγκεφαλικό, γι αυτό είχε στραβώσει, μα αυτά δεν είχαν σημασία τώρα. Τώρα έπρεπε να ετοιμάσουν την απολογία τους. Έτσι είχε διατάξει με σφιγμένα τα δόντια ο Χίτλερ.
-Να δούμε τώρα ποιος θα σας σώσει Τσανόπουλε! Και σένα και την Αλεξιάδου: Σας περιμένουμε να απολογηθείτε στο συμβούλιο των καθηγητών [ ώχ, ώχ..]
Τσανόπουλος ήταν το επίθετό του και Αλεξιάδου της Νίκης και αν το μάθαινε ο πατέρας της που ήταν και Δήμαρχος, ο Θόδωρας έπρεπε να εξαφανιστεί απο τη μικρή πόλη, όπως εξαφανίστηκαν οι Νεάντερταλ πριν απο τριάντα χιλιάδες χρόνια, για να μείνουμε εμείς οι χόμο σάπιενς που δεν ξέρουμε πότε θα εξαφανιστούμε, θυμήθηκε τα λόγια της καθηγήτριας της Ιστορίας, κυρίας Μωσιάδου, που πιθανώς ήταν οι μόνοι μαζί με τον γυμναστή, που θα τους υπερασπιζόταν στο συμβούλιο. Ίσως να τους βοηθούσε και ο Ντελίριους. Αυτός ο τρελάκιας ο φυσικός, που έλεγε πως ανακάλυψε πρώτος το νόμο της βαρύτητας. Μόλις έμπαινε στην τάξη, διάλεγε τον πιο μακρύ διάδρομο κι άρχιζε να βηματίζει κανένα δεκάλεπτο, αμίλητος, ενω στην τάξη γινόταν χάβρα Ιουδαίων. Ο Θόδωρας με τουςάλλους στο τελευταίο θρανίο, μέχρι τσιγάρο άναβαν. Έβλεπε καμια φορά τον καπνό ο Ντελίριους και ο Θώδωρας του δειχνε ένα φύλο χαρτιού που είχε πάρει φωτιά. Να το σβήσω; ρωτούσε. Σβήστο παιδί μου! φώναζε ο Ντελίριους κι άρχιζε ένα ατέλειωτο μονόλογο, πως τον κυνηγούσαν οι Αμερικάνοι, οι Ρώσοι και οι Κινέζοι. Αυτός ήταν ο Ντελίριους που ήταν καλό ανθρωπάκ κατα βάθος και μάλλον θα τους υπερασπιζόταν, συλλογίστηκε.
Η βροχή είχε σταματήσει εντελώς όταν έφτασε η Νίκη. Ήταν φοβισμένη και κάθισε λίγο μακριά του. Άφησε τα βιβλία της κι αυτή στο πεζούλι. Έπεσαν κιμαυτά κάτω. Ο Θόδωρας δεν τα κλώτσησε, τα μάζεψε και τα ξανάβαλε στην τσάντα της, ενω η Νίκη έκλαιγε σιγανά. Αυτος πήγε κοντά της, ένιωθε πως έπρεπε να την προστατέψει αλλά κι αυτός ένα παιδί ήταν. Τι να έκανε; Την πήρε συνεσταλμένα στην αγκαλιά κι ακούμπησε τα χείλη του στα βρεγμένα της μάγουλα και λίγο στο στόμα. Δεν είχαν φιληθεί πολλές φορές. Η Νίκη τον φίλησε κι αυτή, σκούπισε τα δάκρυα και τον κοίταξε στα μάτια.
-Το ξέρει όλη η πόλη, του είπε.
Ο Θόδωρας απογοητεύτηκε. Σκέφτηκε εκείνη τη μέρα πως δεν επρόκειτο να συμφωνήσουν ποτέ όλοι οι άνθρωποι.
-Εγώ λέω να μην πάμε, είπε ξαφνικά η Νίκη. Να φύγουμε πάνω στο ψηλότερο βουνό. Δε θα μας βρούνε ποτέ.
Ο Θόδωρας την κοίταξε αποσβολωμένος. Όχι, σκέφτηκε, δε θα το έκαναν αυτό. Αν έκαναν κάτι τέτοιο, της είπε, θα ήταν σα να παραδέχονταν κάποια ενοχή.
Η μικρή πόλη είχε χάσει την ησυχία της. Το γεγονός της καταπάτησης του κήπου, κυκλοφορούσε απο στόμα σε στόμα. όλοι ήξεραν κι όλοι είχαν πάρει την απόφαση τους. Στα καφενεία οι γέροι έλεγαν πως ποτε δεν είχε ξαναγίνει τέτοιο παράπτωμα στην πόλη τους εδω και έναν αιώνα, όπως τους είχαν μιλήσει γι αυτό οι παλιότεροι γέροντες που τώρα είχαν πεθάνει. Την ημέρα της απολογίας, ο Ντελίριος σταμάτησε να πηγαινοέρχεται και να λέει πως τον κυνηγούσαν οι Αμερικάνοι, οι Ρώσοι και οι Κινέζοι. Ο αγάμητος θεολόγος ο Αληλούιας, είχε στήσει την πυρά και ήταν έτοιμος με τον Χίτλερ ν απολαύσουν το θέαμα. Το κοινό περίμενε εξω απο το γραφείο των καθηγητών που συνεδρίαζαν, για ν ακούσει την απόφαση. Διψούσε για αίμα. Ο Χίτλερ είπε, πως θύμωνε πολύ μ αυτούς που ήθελαν ν αλλάξουν τον κόσμο. Τι είχε ο κόσμος..μια χαρά ήταν και γι αυτό έπρεπε να τιμωρηθούν με την αυστηρότερη ποινή. Έπρεπε να εκλείψουν δια παντός, για να συνετιστούν και οι άλλοι. Ο Ντελίριους ψέλλισε πως δεν ήταν δίκαιο αυτό κι ο Αγάμητος Αληλούιας του απάντησε με ένα μισητό, εσύ να σκάσεις! Οι άλλοι καθηγητές παρακολουθούσαν εμβρόντητοι,δεν είχαν τι να πουν, τι να κάνουν ότι έλεγε ο Χίτλερ έπρεπε να γίνει. Μόνο η κυρία Μωσιάδου, η καθηγήτρια Ιστορίας προσπάθησε ν αποδώσει το γεγονός σε τυχαία σύμπτωση, τέτοιες που συμβαίνουν άπειρες στο πέρασμα του χρόνου και ο Ντελίριους δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Δίδαξε πως η σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο μοιάζει σαν εκείνη του του σκλάβου με του αφέντη, όπου σκλάβος είναι φυσικά ο άνθρωπος και αφέντης ο χρόνος. Όλοι έμειναν άφωνοι αλλά και όλοι ψήφισαν πως ο χρόνος δεν έπαιζε κανένα ρόλο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εδω, το γεγονός ήταν καθοριστικό και αδειάσειστο. Καταπάτησαν ή δεν καταπάτησαν τον κήπο με τα απαγορευμένα άνθη; Ναί, όλοι μαζί. Μπήκαν κρυφά το βράδυ, άρα στο σκοτάδι δεν κρύβει πάντα ένοχους; Ναι, όλοι μαζί Έχουμε ορίσει νόμους κύριοι, επέμενε ο Χίτλερ. Κιαν σήμερα δεν αποδώσουμε δικαιοσύνη, αύριο όλοι οι μαθητές θ ανέβουν στις έδρες, θα μας πάρουν απο το χέρι τις κιμωλίες και τον χάρακα. Και ποιοί μαθητές; Αυτοί που κάθονται στο τελευταίο θρανίο, οι τελευταίοι, οι κάκιστοι θα συμπαρασύρουν και τους ενάρετους. Όχι, κύριοι δεν θα αφήσουμε δυο τσογλάνια ν αμαυρώσουν την φήμη του σχολείου μας.
Το κοινό, για μια στιγμή, έμεινε μετέωρο, αναποφάσιστο, καθώς ο Θόδωρας με την Νίκη εμφανίστηκαν στο κορυφαίο σκαλοπάτι, προς την έξοδο απο το γραφείο των συνεδριάσεων, πιασμένοι χέρι-χέρι. Δεν τους άφησαν ν απολογηθούν. Τι να πείτε; τους επιτέθηκε ο Χίτλερ; Δεν έχετε να πείτε τίποτε. Τα ξέρουμε όλα. Πηγαίνετε. Η απόφαση θα ανακοινωθεί σε μισή ώρα. Να, πάλι ο χρόνος του Ντελίριου. Ο Χρόνος και ο σκλάβος άνθρωπος. Για μισή ώρα, όλος ο κόσμος θα περίμενε με αγωνία ν ακούσει την απόφαση του αφέντη. Κι ο κόσμος έμεινε ακούνητος σε μια προηγούμενη στάση, με την αγωνία αποτυπωμένη στα μούτρα τους,πως θα περνούσε τόσος χρόνος, πως θα περνούσε αυτη η μισή ώρα μέχρι να μάθουν την απόφαση. Δε μιλούσε κανείς. Απέραντη ησυχία. Η εικόνα πάγωσε. Ο Θόδωρας με την Νίκη, έμειναν στο πιο ψηλό σκαλί, πιασμένοι απ το χέρι. Το ύφος του Θόδωρα έβλεπε μακριά πέρα τη θάλασσα και της Νίκης ήταν στραμμένο σ΄αυτό το προφίλ του. Το κοινό τους έβλεπε ανφας. Πρόσεξαν πως το δεξί χέρι της Νίκης ήταν ματωμένο. Όπως και το πρόσωπο του Γυμνασιάρχη [ ήταν απο τη γροθιά της Νίκης] που βγήκε ν ανακοινώσει την απόφαση. Ένοχοι, είπε. Το κοινό ξεκόλλησε απο την παγωμένη εικόνα. Η οχλαγωγία ξεχύθηκε στη μικρή πόλη. Όλοι σήκωσαν το δεξί χέρι, μπουνιά στον αέρα,η ιαχή ακούστηκε στα πέρατα του κόσμου: Θάνατος στους παραβάτες! Η μισή ώρα είχε περάσει, ο χρόνος δεν είχε σημασία τώρα. Όχι, φώναξε ο Χίτλερ. Η απόφαση μας που βγήκε κατα πλειοψηφία δώδεκα προς τρία, είναι τρία χρόνια εξορία. Και εκδίωξη δια παντός απο την πόλη. Να, οχρόνος πάλι, να ο αφέντης του ανθρώπου. Τρία χρόνια εξορίας στα απέναντι νησάκια, όχι μαζί, ο καθένας χωριστά αλλα και να βλέπονται μεταξύ τους. Αναμεσά τους μια στενή λουρίδα νερού γεμάτοι καρχαρίες.
Η βάρκα που θα τους ταξίδευε, έφτασε στην προκυμαία. Ο Θόδωρας κρατώντας πάντα απο το χέρι τη Νίκη, μ ένα τσιγάρο-γόπα, κολλημένο στα χείλη του, χάραξε μισό, ειρωνικό χαμόγελο. Η Νίκη χαμογελούσε κι αυτή, τα μάτια της στραφτάλιζαν στο κενό της ατμόσφαιρας. Το πλήθος ούρλιαζε, η Αστυνομία τους πρόσεχε, υπήρχε κίνδυνος να τους λυντσάρουν.
Μπήκαν στην βάρκα μόνοι τους, πήραν τα κουπιά κι άρχισαν να λάμνουν προς τα μέσα. Προς τα εκεί που η θάλασσα δεν τελειώνει.
ΤΕΛΟΣ

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΗΡΟ

 

 



Κάτω από το τασάκι υπήρχε μια λέξη ή μια φράση σαν μια χαρτοπετσέτα που τη χρησιμοποιούμε για να σφουγγίσουμε μια ιστορία σαν αυτή με την γυναίκα των τριάντα χρονών, όμορφη, κρυστάλλινη κι αν ο έρωτας χτίζει παλάτια, η αγάπη τα γκρεμίζει, έχοντας τη διάθεση ν αλλάξει τον κόσμο, αυτό σκεφτόταν αναποφάσιστος αν θα έπρεπε να σηκώσει το τασάκι για να δει τη φράση ο Οδυσσέας, δεν είχες πιο πρόσκαιρο άλλο όνομα για αυτόν τον μαρτυρικό επιστροφέα που ούτως ή άλλως σκάλιζε τη νύχτα σε κάποιο καταγώγιο της πλατείας Ομονοίας ενώ όλος ο κόσμος μύριζε την υπέροχη βρωμιά του γυνακείου, όταν εμφανίστηκε η αδιόρατη μεμβράνη.
-Καλησπέρα, είπε δειλά και κάθισε δίπλα του.
Την κοίταξε που χαμήλωνε το βλέμμα, που έπαιζε τις βλεφαρίδες σα μια πεταλούδα που αύριο θα πέθαινε, αυτός ο κόσμος δεν είναι για όλους, αναλογίστηκε καταχρηστικά, ποτέ δεν είχε καταλάβει τι χρειάζονταν οι καταχρηστικές προθέσεις, αλλά η Χρύσα ξαναφορώντας όλα τα ωραία κοσμήματα της, δέκα βραχιόλια, πέντε υποψίες ανθρώπινης εικασίας στο λαιμό, ήταν όμορφη και το γνώριζε.
-Θα πάμε κάπου αλλού; ρώτησε λες και βρίσκονταν για πρώτη φορά στο φεγγάρι.
Ο Οδυσσέας όταν την είχε γνωρίσει, είχε σκεφτεί απερίφραστα πως ήταν μια ανόητη γυναίκα που δεν είχε που ν ακουμπήσει την πλάτη της, αυτός ήταν ήδη πενήντα χρονών και νόμιζε πως οι άνθρωποι των πενήντα δεν κάνουν ανόητες πράξεις, όταν πρότεινε να φύγουν παρέα με το γιατρό που φευγαλέα σκέφτηκε πάλι ο Οδυσσέας πως θα είχε ξαπλώσει κάποτε μαζί του κι εκείνη το αρνήθηκε αργότερα με πείσμα μιας αθώας πόρνης.
Το βράδυ ήταν υπέροχο. Κάθισαν σε ένα τραπέζι για πλούσιους, η Χρύσα άστραφτε μόνο γι αυτόν, έφαγαν ήπιαν, ο γιατρός πήρε την καινούργια, καμιά σκέψη για ιδιαίτερη τέχνη του γράφειν, πρόκειται για μια σκληρή ιστορία περιστάσεων, πήγαν στο σπίτι του, το δικό του, η Χρύσα τον πήρε κάτω απ το σεντόνι, τύλιξε τα όνειρα του σε μια μαρμαρόσκονη, τι θέλουμε να πούμε τώρα εδώ, αν όχι την ομοιοκαταληξία του δέρματος;
-Έχεις το πιο ωραίο δέρμα! αναφώνησε η Χρύσα.

Γιατί θα έκρυβε κάτι αυτή αθώα ιστορία αν δεν υπήρχε εκείνο το βράδυ μετά από δυο χρόνια που έκαναν έρωτα ασυλλόγιστα στο δάπεδο του μωσαϊκού; Πολλές φορές είχε σκεφτεί αυτό το δάπεδο με καρφωμένη την πλάτη της Χρύσας από κάτω αλλά εκείνο το βράδυ είχε πιει πολύ και βαριόταν τις ιστορίες όλου του κόσμου κι έτσι την πήρε τηλέφωνο, λέγοντας ένα, έλα, σε περιμένω στο δάπεδο κι εκείνη αρνήθηκε με πείσμα, όχι δεν έρχομαι, έλα εσύ εδώ στο δικό μου δάπεδο.
Πήγε περνώντας από συμπληγάδες, τώρα λέξη είναι αυτή; Και αναλογιζόμενος τις ευθύνες ενός σύγχρονου ανθρώπου, φοβήθηκε τα αλκοτέστ και όλες τις πρόχειρες βαναυσότητες αλλά έλα που υπήρχε πάντα η μυρουδιά του δέρματος;
Φτάνοντας σε ένα σπίτι που κατοικούσαν οι θεοί δεν μπορούσε να μη σκεφτεί ποιος ήταν δίπλα, ποιος άλλος κατοικούσε στο σπίτι της ερωμένης του; Μη σε νοιάζει, είναι ο πατέρας μου, ενενήντα χρονώ, δε βλέπει, δεν ακούει, μη σε νοιάζει και ο Οδυσσέας είδε ή πρόλαβε να δει, μια σκιά χωμάτινη να διαβαίνει από τη μια πόρτα στην άλλη, ενώ αυτός έξυνε το δέρμα της Χρύσας που ήξερε ή έσφυζε από μια ζωή κυλισμένη στο χρώμα του οπίου αλλά που τώρα είχε ξεφύγει κι αναζητούσε στο πρόσωπο του Οδυσσέα την ελευθερία των ίσων.
-Τώρα, ανατρίχιασε, πάμε έξω! Πάμε να δούμε τον κόσμο μέρα!

Κάτω απ το τασάκι υπήρχε μια λέξη, βέβαια, όταν έφτασαν ήταν πέντε το πρωί λίγο πριν χαράξει ο σκληρός διαβήτης το καινούργιο πλάνο, γύρω από την Ομόνοια, γύρω από τον κόσμο της βρώμικης νύχτας που τα καταγώγια κοιμούνται και ξυπνούν τα ολέθρια όνειρα πως η ζωή δεν είναι τίποτα, ένα μηδέν, ποιος σέβεται τον Έντγαρ Άλαν Πόε και τι νόημα έχει ένα πρόχειρο ή ψεύτικο καπό ενός παλιακού αυτοκίνητου πέντε ή ώρα το πρωί κάποιου Σαββάτου, όταν την αγκάλιασε, λες και ήταν άσφαλτος, λες και μύριζε αυτό το μαύρο με τα λίγα άσπρα χαλίκια, θες να με πάρεις εδώ; ρώτησε σιγανά η Χρύσα κι αυτός κατέβασε μέσα σ αυτόν τον κόσμο, την κυλόττα της, έβγαλε όλα τα δικά του ρούχα, γυμνός πέντε η ώρα το πρωί κάποιου Σαββάτου στην Ομόνοια, η Χρύσα πέταξε και την τελευταία ικμάδα της στα μάτια των μπαλκονιών που άνοιγαν οι γειτόνισσες, ο Οδυσσέας κόλλησε πάνω της, πρέπει να δώσουμε την εικόνα, τα μάτια από τις πολυκατοικίες, τις γλάστρες που ξυπνούσαν, τον ανέραστο εραστή, τη φαλακρή τραγουδίστρια, τον Σαββόπουλο που περνούσε απέναντι με την Δημοσθένους λέξη, κι αν βγω απ αυτή τη φυλακή, τι ανοησία τέτοια ώρα που αυτοί γαμιόνταν, οι άλλοι να σκέφτονται τη δικιά τους ευτυχία αλλά κανένας δεν ήταν έτοιμος να δεχτεί αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα που έβλεπαν μπροστά τους.
-Νομίζεις πως είσαι αθάνατος; ρώτησε η Χρύσα γυμνή στην παραλία της Ομονοίας.
Ο Οδυσσέας σκάλιζε ή σκεφτόταν τι να ήταν κάτω από το τασάκι, γυμνός κι αυτός, περήφανος δίπλα της, ξέρεις αυτό το καινούργιο ύφος της λογοτεχνίας γεννάει καινούργιους Ομήρους, δεν υπάρχουν άλλες λέξεις για να φτιάξουμε ή να σκαρφιστούμε, περιγράφοντας το δράμα ή την ευτυχία και αν όλοι αυτοί μαζί μπορούσαν να χαρούν επειδή όντως, της είπε πως θα παντρευτούν, άρα τότε άλλαζαν οι διαδικασίες, οπότε τα μπαλκόνια χαμογέλασαν, έκλεισαν όλα τα παντζούρια, σκέφτηκαν οι άνθρωποι πως αυτοί οι δυο γυμνοί της πλατείας Ομονοίας είχαν δίκιο, οπότε γιατί να μιλάμε περί λογοτεχνίας, κάνοντας περικοπές ή αφαιρέσεις.

Κάτω απ το τασάκι υπήρχε η λέξη σ αγαπώ.






 

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

ΠΟΛΎ ΓΈΛΙΟ.

 

 


-Ωραία! μου λέει.
-Το ποιό; ερωτώ.
-Η ζωή! Αχ!
-Προς τι το αχ;
-Δεν ξέρεις εσύ....
-Ναι, που να ξέρω...
-Κάποτε ήμουν εποχιακή...
-Υπάλληλος;
-Όοχι...
-Σαλάτα;
-Δε ντρέπεσαι; εγώ είμαι σοβαρή γυναίκα! άκου σαλάτα...
--Μα, δεν υπάρχουν εποχιακές σαλάτες; Τώρα όλοι εποχιακοί είναι..
-Εγώ τώρα δεν είμαι..
-Ααα, εσύ πας από το πλάι...για πες...τι εποχιακή ήσουν;
Δε μιλάει. Με κοιτάζει σαν βλάκα. [Μπορεί και να είμαι.]
-Ξέρεις ποιος μου τ αγόρασε αυτό το σαλόνι; αλλάζει κουβέντα
-Που να ξέρω; ερωτώ ιδρωμένος.
-Ο διευθυντής μου.
-Κι αυτό το σπίτι; ξαναερωτώ.
-Ο πρώην διεθυντής μου.
-Ωραία! λέω.
-Το ποιο; συνοφρυώνεται.
-Το εποχιακό...
-Α, ναι, με κόβει. Ήμουν εποχιακή γκόμενα, αγαπητέ μου. Τι κοιτάς; δε σου κάνω;
-Όοχι, αυτό ήθελα να πω...
-Τι; σου αρέσουν οι εποχιακές; Ωραία. Τώρα είναι Χειμώνας, τι προτιμάς; ξανθιά ή μελαχροινή;
-Ξανθιά ρετσίνα, λέω και μένει κάγκελο.
-Α, εσύ δεν τρώγεσαι, λέει και φεύγει. Και μ αφήνει εποχιακό μούσμουλο.

 

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

ΑΠΌ ΠΑΛΙΆ



Εγώ δεν είπα τίποτε, τον κοίταζα μόνο στα μάτια έτοιμος να βάλω τα κλάματα. Με κοίταζε και κείνος και σα να δάκρυσε.
-Θα έρθω στο σπίτι με τη Μαγδαληνή ένα απόγευμα να τα πούμε και να τα πιούμε, μου είπε. Θα δεις, είναι καλή, μη νομίζεις. Επειδή δεν είναι όμορφη; Γέλασε. Δεν πειράζει. Και σκούπισε τα μάτια του και τα δικά μου.
Μετά από λίγες μέρες ήρθαν. Τους άνοιξε ο πατέρας μου και, πράγμα παράξενο, τους καλοδέχτηκε. Όχι πως ήταν κακός ο πατέρας μου, όχι. Αλλά να, μια ζωή αλήτη τον ανέβαζε κοπρόσκυλο τον κατέβαζε. Μα τώρα που παντρεύεται θα βάλει μυαλό- εγώ μόνο μυαλό δεν περίμενα να βάλει ο Ντάφλος. Θα βάλει γιατί παίρνει και καλή κοπέλα, συνέχισε ο πατέρας μου κι εγώ τον κοίταζα με μάτι αλλήθωρο. Καλό σόι ο Σταυρέας, του βρήκανε και δουλειά έμαθα. Μπράβο τους! Με αποτελείωσε.
Καθίσαμε έξω στην αυλή, η μάνα μου έφερε καφέδες. Μετά από λίγο ο Ντάφλος ζήτησε ούζα. Ήπια κι εγώ ένα μαζί τους και του πατέρα μου άσπρισε το μάτι. Αυτουνού που είχε πιει τα ποτήρια όλου του κόσμου. Άλλο τώρα που του το είχαν απαγορέψει οι γιατροί. Ένα-δυο ποτήρια κρασί του είχαν πει, είχε την καρδιά του. Άλλη ιστορία αυτή, στη συνέχεια, μπορεί να σας πω ορισμένα πράγματα από την ολοτάραχη ζωή του πατέρα μου. Προς το παρόν ο Ντάφλος είχε κατεβάσει το καραφάκι και παράγγειλε κι άλλο στη μάνα μου.
-Φέρε να πιούμε, της είπε σα διαταγή κι εκείνη έφερνε .Ώσπου έγινε δαυλί εκείνο το απόγευμα ο Ντάφλος. Η Μαγδαληνή τον κοίταζε αποσβολωμένη. Δεν ήξερε τι να κάνει τα χέρια της, τα σταύρωνε τα ξεσταύρωνε και η χοντρή μύτη της είχε τσουρουφλιστεί. Έμοιαζε να ντρέπεται έτσι που συμπεριφερόταν ο μέλλων σύζυγος της. Ο Ντάφλος την αγκάλιαζε κι όλο «έλα εδώ μωρή!» της φώναζε. «Έλα εδώ, μη φοβάσαι τίποτα, θα σε κάνω εγώ βασίλισσα, ε, μπάρμπα Φώτη; Πες κι εσύ τίποτα, δεν έχω δίκιο;» Η Μαγδαληνή αποτραβιόταν πέρα με συσπάσεις αηδίας στο πρόσωπο, δεν τον ήθελε, το έδειχνε σχεδόν από την αρχή . Σα να μην τον χώνευε. Σα να μην τον ήθελε καθόλου, ούτε να τον έβλεπε ποτέ στα μάτια της. Τέτοια ήταν τα κατάβαθα της ψυχής της κι αν είχες μάτια το έβλεπες. Αλλά όσο αποτραβιόταν, τόσο φούντωνε ο Ντάφλος. Το μάτι του κοκκίνιζε και γυάλιζε απ το ποτό.

Είναι ορισμένα πράγματα που μεγαλοποιούν τις πράξεις των ανθρώπων, σαν αυτή τώρα του Ντάφλου. Εγώ τότε διάβαζα μετά μανίας όλα τα κλασσικά βιβλία. Ότι εύρισκα μπροστά μου. «Θα κουτοβαρεθείς καημένε!» μου λεγε ο Ντάφλος. Άσε εκείνος ο Σταυρέας. «Δε βγάζουν ψωμί αυτά που κάνεις,» μου είπε μια μέρα που με βρήκε κατάχαμα να ζωγραφίζω και να διαβάζω. «Τι είναι αυτά;» λες και έβλεπε σίχαμα. Το είπε στον πατέρα μου. «Μην τον αφήνεις να ζωγραφίζει και να διαβάζει, θα πάθει το μυαλό του»
Τέτοιος ήταν ο Σταυρέας, χουντικός, γουρούνι του κερατά. Έτσι τον μελετούσα και το είπα στο Ντάφλο αλλά εκείνος δεν έμοιαζε να νοιάζεται για τέτοια πράγματα και τα πολιτικά, τουλάχιστον τότε.
Εν πάση περιπτώσει που κοπανάει συνέχεια και ο πατέρας μου, έλεγα για τις πράξεις που μεγαλοποιούν την εικόνα ενός ανθρώπου. Αρνητικά ή θετικά. Σκηνή σαν αυτή που ξετυλίχτηκε εκείνο το απόγευμα στην αυλή-τι απόγευμα, είχε βραδιάσει για τα καλά- μου θύμισε εικόνες από άλλες εποχές, άλλα βιβλία, ξένους, μυστηριακούς τόπους και ήρωες.

Ο Ντάφλος είπαμε, είχε γίνει δαυλί. Η Μαγδαληνή στεκόταν ανήμπορη κι απορημένη στην πόρτα κι ο πατέρας μου άκουγε το παραμιλητό του Ντάφλου. Τι του έλεγε; Πως καλά έκανε που παντρευόταν και θα νοικοκυρευτεί, πως έπαιρνε την καλύτερη γυναίκα και πως τώρα θα δεις μπάρμπα-Φώτη, θ αλλάξουν όλα. Κι ύστερα πάλι το γυρνούσε. Τι τα θέλεις μπάρμπα-Φώτη, να σου πω κάτι; Πες έγνεφε ο πατέρας μου. Να σου πω κάτι; Τι τα θέλεις; Ο γάμος είναι σκλαβιά και οι γυναίκες για σκότωμα. Όλες, να! έτσι τσίτωμα με το πιρούνι θέλουν! Και το κάρφωνε στο τραπέζι.

Ώσπου δεν άντεξε άλλο η Μαγδαληνή. Σηκώθηκε πάνω μπαρουτιασμένη, του πέταξε πέρα το χέρι κι έκανε να φύγει. Αλλά αυτός την πρόλαβε. Σηκώθηκε τρεκλίζοντας και τη σβούρισε. Την έφερε απέναντι του και της έσκασε ένα τρανταχτό σκαμπίλι. Ύστερα δεύτερο και τρίτο. Εκείνη ούρλιαζε με το πρόσωπο στα γόνατα κουκουβισμένη.
Σηκώθηκε η γειτονιά στο πόδι. Άντρες, γέροι, γυναίκες, παιδιά, κρεμάστηκαν σα μελισσολόι στα κάγκελα της αυλής να κοιτάζουν απορημένοι κι ο Ντάφλος να φωνάζει
-Σήκω πάνω μωρή! Σήκω πάνω μη σου γαμήσω τον κερατά που σε πέταγε. Σήκω πάνω μωρή! Κι εκείνη να κλαίει.
Κάποια στιγμή σηκώθηκε. Ο Ντάφλος κοίταζε όλους τους άλλους αγριεμένος. Ύστερα την πήρε αγκαλιά, της σκούπισε τα μάτια και φύγανε τρεκλίζοντας.
Έτσι, χωρίς μια καληνύχτα.

 

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

οιστρος

 

 


ΚΛΕΙΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΞΩ .
..κάποτε όλοι τον τραγουδούσαμε και είχαμε λόγους χίλιους ν ακούμε την φωνή του. Ν ακούμε τα πουλιά τα βρίσκει ο χάρος στο φτερό, τα λάφια όταν σκύβουν για νερό και να νιώθουμε θλίψη, ή ν ακούμε την Ρωμιοσύνη και να μας πιάνει επαναστατικός οίστρος, κατηφορίζοντας την Πανεπιστημίου και αλλού..
Σιγά-σιγά ο Γιώργος Νταλάρας έγινε ένα μεγάλο μέρος της Ελληνικής κοινωνίας, ένα αναπόσπαστο κομμάτι που όριζε ακόμα και κοινωνικές συμπεριφορές. Όπως επίσης αργά και σταθερά έφτιαχνε ένα προφίλ τέλειου εργασιομανούς ανθρώπου: Ο κάτοχος της εργασίας πρέπει να πουλήσει την εργασία του στον καπιταλιστή,αλλιώτικα είναι καταδικασμένος στην πείνα. Το κεφάλαιο αγοράζει την ανθρώπινη εργασία και την μετατρέπει σε κερδοφόρα επένδυση.
Αυτό θα πρέπει να το είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς, ο δε μας χέζεις ρε Νταλάρα, και φυσικά έχει ξεπληρώσει με την φωνή του και τα χρήματα-κυρίως του Ελληνικού λαού-το χρέος του απέναντι στην τέχνη. Συσσώρευε αγαθά κι από νεκρά που είναι τα έκανε να έχουν μεγαλύτερη αξία από την ανθρώπινη παρουσία, από την ανθρώπινη ενέργεια. Ο καθένας, βέβαια, αυτό προσδοκά από τον καπιταλισμό. Ο καπετάν -Μίκης Θεοδωράκης, λένε πως δεν ξέρει τι έχει, κατά τ΄άλλα γράφουμε τραγούδια για την φτώχεια. Είναι πολύ ψεύτικη πια η συμπεριφορά των ειδώλων μας.
Προσωπικά, δεν κρύβω πως μεγάλωσα με τα τραγούδια του και ούτε πως ακόμα με συγκινούν, ιδιαίτερα τα παλιά αλλά είμαι πια απρόθυμος ν ακολουθήσω μια τόσο ελιτίστικη συμπεριφορά. Αυτά είναι τ αποτελέσματα του καπιταλισμού που έκανε τον άνθρωπο να αποξενωθεί από τον εαυτό του, από τον διπλανό του και από τη φύση. Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πια σχέσεις αλλοτριωμένων, είναι αυτόματες. Ο πολιτισμός μας γίνεται πολιτισμός της μοναξιάς, το μοναχικού ανθρώπινου είδους που προσπαθεί να μείνει κοντά στο κοπάδι για να ξεπερνάει τις ανασφάλειες του.

 

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ

 


 

Δεν είχε τι να κάνει, εκείνο το απόγευμα, Νωρίς ήταν, ακόμα δεν είχε πάει επτά. Φθινόπωρο. τέλειωνε ο Σεπτέμβρης, ο πιο γλυκός μήνας του χρόνου.
Το μεσημέρι έριξε μια ξαφνική μπόρα. Μα τώρα είχε ξαστερώσει πάλι. Ένα απέραντο γαλάζιο κύκλωνε την Αθήνα.
Σαν είδε έτσι τον καιρό, καβάλησε την μηχανή του κι έτρεξε μια μεγάλη βόλτα. Ανέβηκε περιφερειακά τον Λυκαβηττό, κατρακύλησε πάλι κάτω. «Πολύ νωρίς ακόμη» σκέφτηκε περνώντας  ένα βαθύ πορτοκαλί στην Ιπποκράτους, υπονομεύοντας με την άκρη του ματιού του έναν μπάτσο που ήταν έτοιμος να του σφυρίξει κάποια κλήση. Γκάζωσε όμως και εξαφανίστηκε προς τον λόφο του Στρεφη. Κάθισε σε ένα παγκάκι να κάνει τσιγάρο. Ο ήλιος έπεφτε γοργά, τα χρώματα σκούραιναν, έδειχναν μια άλλη όψη των ανθρώπων και του τοπίου.
Ασυναίσθητα, σκόρπιος- του άρεσε πολλές φορές να είναι έτσι- ανέβηκε πάλι στην μηχανή. Κατευθύνθηκε προς το μπαρ του Παππού, γωνία Μεταξά και Θεμιστοκλέους. Έστησε την μηχανή, μπροστά στην είσοδο και μπήκε μέσα. Η σάλα ήταν άδεια. Η σχεδόν άδεια. Ένας τύπος συνομιλούσε στον πάγκο με τον Παππού, που μόλις τον είδε συνοφρυώθηκε.
-Τέτοια ώρα; Πως από εδώ; Νωρίς δεν είναι;
-Δεν είχα τι να κάνω, δικαιολογήθηκε ανόητα. Πιάσε μια πράσινη.
Κάθισε σε ένα σκαπώ. Όταν την έφερε, έβαλε στο ποτήρι να πιει. Το σήκωσε. Ταυτόχρονα σήκωσε και τα μάτια του στον καθρέφτη, πάνω από την μπάρα. Στο βάθος, πίσω δεξιά, καθόταν μια κοπέλα. Είχε καρφωμένα τα μάτια της πάνω του κι ένα ποτό στο χέρι. Του μοιασε μαστουρωμένη. Το απλανές βλέμμα, το ύφος της, αυτό μαρτυρούσαν. Ενοχλήθηκε, γύρισε στη μπύρα του. Τι τον ένοιαζε αυτόν;
Ήταν πολύ όμορφη όμως και μετά από λίγο την ξανακοίταξε. Νεαρή, μικρή, ίσως όχι πάνω από δεκαοχτώ. Διέκρινε, μέσα από τα χαχόλικα τζιν που φορούσε, ένα ντελικάτο στήθος και, παρ’ ότι δεν είχε σηκωθεί για να την δει όρθια, έβαζε στοίχημα, πως θα πρέπει να είχε μακριά, ατέλειωτα πόδια. Κάποια στιγμή, γύρισε. Την είδε να καταρρέει ενώ ζητούσε ένα ποτό ακόμη από τον Παππού, ο οποίος, αφού την σερβίρισε, επέστρεψε πίσω από τον πάγκο.
-Τι γίνεται; Τον ρώτησε απορημένος.
-Τίποτε, ανασήκωσε τους ώμους.
-Ποια είναι αυτή; Τον ρώτησε με ενδιαφέρον.
Ο Παππούς την ξανακοίταξε σκεφτικός. Μετά, κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
-Δεν την ξέρω. Πρώτη φορά την βλέπω, ομολόγησε και αφοσιώθηκε στις δουλειές του.
Αυτός με την σειρά του, ομολόγησε πως του άρεσε. Στα γρήγορα, όπως γίνονται αυτές οι σκέψεις. Τον ενοχλούσε όμως που ήταν μαστούρα, δεν γούσταρε παρτίδες με χαπάκηδες. Του προξενούσαν θλίψη, είτε επρόκειτο για αγόρια, φίλους και εχθρούς, πόσο μάλλον για γυναίκες και δη ωραίες.
Ωστόσο, ενώ έκανε αυτές τις μαύρες σκέψεις, η νεαρή γυναίκα είχε φύγει. Με την άκρη του ματιού , την είχε πάρει μυρωδιά, που σηκώθηκε τρεκλίζοντας αλλά τι τον ένοιαζε;

Αποτελείωσε την μπύρα. Άναψε τσιγάρο και σκέφτηκε να πιει άλλη μια. Μετά, σα να θυμήθηκε κάτι, μετάνιωσε. Πλήρωσε, χαιρέτησε τον Παππού και βγήκε πάλι μετέωρος. Δεν είχε τι να κάνει, απλώς προσποιήθηκε πως είχε δουλειά.
Στάθηκε στην εξώπορτα, κοιτάζοντας ερμαφρόδιτα την μηχανή το, λίγο πιο κει. Ύστερα, γύρισε δεξιά. Την είδε χάμω με απλωμένο το χέρι προς αυτόν, να ικετεύει.
-Πήγαινε με σπίτι σε παρακαλώ, του είπε με σβησμένη φωνή.
-Τι κάνεις εδώ; απόρεσε.
-Πήγαινε με σπίτι, σε παρακαλώ, επανέλαβε η κοπέλα.
-Σπίτι; Που μένεις; Ρώτησε ανίδεος.
-Θα σου πω,  είπε με δυσκολία μορφάζοντας σαν από μεγάλο πόνο.
-Που μένεις; Επανέλαβε. Μπορείς ν’ ανέβεις στην μηχανή;
Εκείνη έγνεψε ναι, θα σου πω και προσπάθησε πάλι ν’ ανασηκωθεί. Την έπιασε από τις μασχάλες, την βοήθησε να ορθώσει, ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν, μήπως βρεθεί σε τίποτα μπελάδες. Πως ήταν καλύτερα να φύγει, αλλά, πώς να την άφηνε, έτσι κατάχαμα, αβοήθητη; Του φαινόταν πολύ άσχημο ένα τέτοιο φέρσιμο, πολύ άναντρο. Φυσικά, είχε ξεχάσει οτιδήποτε είχε σχέση με έρωτα και τέτοια. Το μόνο που έβλεπε εκείνη την στιγμή, ήταν ένας άνθρωπος που υπέφερε. Έπρεπε, λοιπόν, να κάνει κάτι γι’ αυτό.
Την πήγε κοντά στην μηχανή, την έστησε όρθια όπως μπορούσε. Κατέβασε τον ορθοστάτη, ανέβηκε. Της έκανε νόημα να κάνει κι αυτή το ίδιο. Με μεγάλη δυσκολία, τα κατάφερε.
-Που πάμε; Την ρώτησε ενώ ξεκινούσε.
-Δεξιά, του ψιθύρισε και σφίχτηκε πάνω του.
-Κρατήσου! Της φώναξε στρίβοντας στην Ακαδημίας καθώς την ένιωσε να του φεύγει πίσω και να επανέρχεται.
Που στο διάολο να έμενε; Μακριά; Ποιος ξέρει, δεν του έλεγε κιόλας. Μαρσάρισε λίγο και του ξανάφυγε. Πρόλαβε να την συγκρατήσει με το αριστερό, αφήνοντας τον συμπλέκτη κι οδηγούσε με το ένα χέρι.
-Κρατήσου! Ούρλιαξε. Θέλεις να σκοτωθούμε;
-Μην φωνάζεις, σε παρακαλώ, κόλλησε πάνω του ενώ είχε σχεδόν σταματήσει. Πάμε αριστερά, θα ανέβουμε στην Πατριάρχου Φωτίου.
Κολωνάκι. Στην αριστοκρατική συνοικία έμενε. Έστριψε αριστερά και σκέφτηκε πάλι, μήπως έμπαινε σε μπελάδες. Που θα την άφηνε, ποιος θα ήταν στο σπίτι και τέτοια. Ποτέ δεν ξέρεις με αυτές τις καταστάσεις.
Αλλά, ευτυχώς η διαδρομή, ήταν κοντινή. Στο τέλος του δρόμου, στην ανηφοριά στα ριζά του Λυκαβηττού, σταμάτησε.
-Εδώ, του είπε εκείνη και μισοχαυνωμένη κατέβηκε.
-Εντάξει; Την παρατήρησε με νόημα που έλεγε, «μπορείς;»
Έγνεψε, ναι. Γύρισε να φύγει.
Την παρακολουθούσε μέχρι να μπει στο τουλάχιστον στο σπίτι και να φύγει όσο πιο γρήγορα γινόταν. Φοβόταν τα μπλεξίματα, σαν ο διάολος το λιβάνι, αν και δεν πίστευε σε τέτοια πράγματα.
Όταν την είδε να σωριάζεται, κατάλαβε πως δεν θα τον απέφευγε τον διάολο. Έσβησε γρήγορα την μηχανή κι έτρεξε κοντά της. Την ανασήκωσε, προσπαθώντας να την στήσει όρθια και εκείνη τον αγκάλιασε. Τι θα γίνει μ αυτήν; Σκέφτηκε και στον νου του ήταν τα ναρκωτικά και το κακό που έκαναν, όταν τον αγκάλιασε πιο ερωτικά και τον φίλησε στο στόμα. Τραβήχτηκε δυο βήματα, την εξέτασε με βλέμμα νευρικό. Τα πήρε στο κρανίο με το ανόητο φέρσιμο της και την άρπαξε σαν πούπουλο, σαν μωρό, να την πάει μέσα στο σπίτι. Δεν μπορεί, κάποιος θα ήταν εκεί, θα τον καταλάβαιναν, θα ήξεραν αυτοί. Ναι, βέβαια, θα ήξεραν, τι διάολο…
Με το ζόρι, βρήκε το κλειδί στην τσάντα της, άνοιξε και μπήκε στην είσοδο. Το σπίτι, φαινόταν άδειο. Είχε παρατηρήσει πως ήταν μια διώροφη μονοκατοικία με κλειστά τα παντζούρια όταν στεκόταν απ έξω. Και τώρα που είχε μπει μέσα, καταλάβαινε αδιόρατα πως δεν υπήρχε ψυχή εκεί μέσα. Αυτό του έφερε μεγαλύτερη σκοτούρα. Αν ήταν τουλάχιστον κάποιος εκεί…Αλλά καλύτερα, σκέφτηκε αμέσως. Θα την άφηνε εκεί και θα έφευγε. Πολλά είχε κάνει, δεν μπορούσε περισσότερα.
Την ανέβασε επάνω, κάμποσα σκαλοπάτια, άνοιξε την πόρτα μιας κρεβατοκάμαρας, τυχαία, και την αμόλησε κάτω. Κυριολεκτικά. Την αμόλησε μπουχτισμένος και γύρισε να φύγει.
-Μην φεύγεις! Τον ικέτεψε σηκώνοντας το χέρι της, ενώ με το άλλο έπιανε τα πονεμένα οπίσθια της.
-Τι θέλεις; Έκανε νευριασμένος.
-Κάθισε, θα σου πω, δεν είναι έτσι που νομίζεις…
-Που ξέρεις εσύ, τι νομίζω; Τι άλλο είναι; Προσπάθησε να αναρωτηθεί.
-Θα σου πω..
-Λέγε! Δεν είναι κανείς άλλος εδώ; ξανακοίταξε γύρω του. Οι γονείς σου, τα αδέρφια σου.
-Δεν έχω αδέρφια, οι γονείς μου λείπουν διακοπές, αύριο επιστρέφουν…
-Και συ βρήκες την ευκαιρία, την έκοψε. Βρήκες την ευκαιρία να μαστουριάσεις..
-Λάθος κάνεις! Επαναστάτησε. Δεν ξέρω από τέτοια, δυο ποτά ήπια στο μπαρ και μέθυσα. Ούτε από αυτά ήξερα..
-Τώρα έμαθες! Βρήκε την διάθεση να αστειευτεί, επειδή χάρηκε που δεν ήταν μαστούρα.
Πράγματι, είχε αρχίσει να ψιλοσυνέρχεται. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και κάθισε κοντά της, κατάχαμα. Κοιτάχτηκαν στα μάτια.
-Είσαι πολύ όμορφη, της είπε. Δεν ξέρεις πόσο χάρηκα που δεν ήταν τα ναρκωτικά. Τα σιχαίνομαι και μου προξενούν μια απέχθεια οι άνθρωποι που τα χρησιμοποιούν. Χωρίς να το καταλαβαίνω, νιώθω μια τρομερή αντιπάθεια με την ανημπόρια τους να καταλάβουν πόσο κακό κάνουν.
-Έχεις δίκιο κι εγώ έτσι νιώθω. Αλλά και συ είσαι καλός. Καλός και όμορφος.
Την χάιδεψε στα μαλλιά, ύστερα στα χέρια, στο στήθος. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν, τώρα έμοιαζε θηλυκό, μύριζε γυναίκα που ήθελε να κάνει έρωτα.

Απλώθηκαν στο δάπεδο, κυλίστηκαν αγκαλιασμένοι. Μισογδύθηκαν, έμπλεξαν τα μπούτια τους, ήρθε κοντά το ξύλο με τη σάρκα. Ανακάτεψε τις τρίχες, γυρόφερε ψάχνοντας, την τρύπα να μπει. Χώθηκε μέσα της, γλίστρησε στο κόκκινο της σάρκας- έτριζε ο κόλπος της καθώς εισχωρούσε μέχρι το έσχατο σημείο. Τέλειωσαν, βγήκε από μέσα της, γύρισαν ανάσκελα ξελαχανιάζοντας με την γλύκα του έρωτα στα μάτια τους.
-Δεν το πιστεύω, της είπε.
-Ούτε εγώ, το πιστεύω, του απάντησε.
-Χρειάζομαι ένα ποτό, έχεις; Και σηκώθηκε ολόγυμνος.
Άναψε το φως, τόση ώρα ήταν στο μισοσκόταδο. Και την κοίταξε που είχε μισοσηκωθεί κι έψαχνε μια ρόμπα να κρύψει την γύμνια της. Του έδωσε  μια, να ρίξει κι αυτός πάνω του. Ύστερα πήγε στο μπαρ.
-Τι προτιμάς; Τον ρώτησε.
-Ουίσκι, είπε παρατηρώντας το σπίτι.
Ήταν ένα παλιό, κλασσικό σπίτι, αρχοντικό. Από αυτά που κρίνονται διατηρητέα.
-Ο πατέρας μου είναι αρχιτέκτονας, του είπε φέρνοντας το ποτό.
-Και;
 -Επειδή σε είδα που κοιτάζεις το σπίτι.Το αγόρασε πριν από λίγο καιρό. Η μαμά είναι ηθοποιός, μπορεί να την ξέρεις. Παπαθανασίου, όχι η Ασπασία, η ξαδέρφη της η Κατερίνα.
-Εσένα, πως σε λένε; γέλασε πίνοντας μια γουλιά, που δεν ήξερε ούτε το όνομα της ενώ την είχε δικιά του.
-Μιράντα. Εσένα;
-Δεν έχω όνομα.
-Το παραβλέπω. Άμα σου αρέσει έτσι…
-Και συ; Απέφυγε να δώσει συνέχεια γύρω από το όνομα του.
-Τι, κι εγώ;
-Θέλω να πω τι κάνεις..
-Α, ναι, σπουδάζω. Σπουδάζω ηθοποιός, έμοιασα στην μαμά.
-Τι λες! Άνοιξε τα μάτια του.
-Αύριο δίνω εξετάσεις στο Εθνικό.. ένα μήνα τώρα διάβαζα, μέρα νύχτα, μελετούσα τους ρόλους. Και σήμερα βγήκα να ξεμπουκώσω.
-Ωραία! Έκανε. Πολύ ωραία.Θα μου απαγγείλεις;
-Τι θέλεις να σου απαγγείλω; Πήρε στάση μεγάλης ντίβας.
-Ότι θέλεις.
-Είναι μια σκηνή που μου αρέσει πολύ. Την διάβαζα χτες. Δεν έχει σημασία το όνομα του συγγραφέα..
-Πάντα έχει σημασία το όνομα του συγγραφέα, την έκοψε.
-..μια σκηνή με μια γάτα και μια γυναίκα- τον παρέκαμψε.
Κι άρχισε να παίζει σαν να είχε μια γάτα μπροστά της. Νιαούριζε, γρατσούνιζε, ερχόταν σε αντιπαράθεση με την γάτα, σαν να την είχε ακριβώς μπροστά της. Ταυτόχρονα έκανε γκριμάτσες άλλοτε θλιμμένες, άλλοτε χαρούμενες, άλλαζε χίλιες εκφράσεις.
-Μπράβο! χειροκρότησε, σα να βρισκόταν στην πλατεία κάποιου θεάτρου, μοναδικός θεατής.
 Η Μιράντα έτρεξε κοντά του. Τον τύλιξε απ τον λαιμό με ένα μαντήλι, τον τράβηξε πάνω της.
-Σου άρεσε; του είπε με έπαρση. Κι ύστερα, μελαγχολικά: Θα φύγεις;
-Που να πάω; έκανε σαν να ξύπνησε
-Όλοι φεύγουν από μένα, συνέχισε περπατώντας στις άκρες των δακτύλων.
-Που πηγαίνουν; τον συνεπήρε στον κόσμο της.
-Πάνε μακριά. Πολύ μακριά, χάνονται σε ένα σύννεφο, τους τυλίγει η ανυπαρξία. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ, λες και είναι σκιές του Άδη. Σκιές δέντρων που άλλοτε μένουν ακίνητες κι άλλοτε αναζητούν εμένα! Εμένα που είμαι ένα άλλο δέντρο, μια μαυροφορεμένη Αντιγόνη που ψάχνει το νεκρό σώμα του Ετεοκλή ή του Πολυνίκη. Μα όλοι φεύγουν από μένα. Που πηγαίνουν; Τι τους έφταιξα; Φταίω εγώ που γεννήθηκα γυμνή;

Και πέταξε την χλαμύδα που κάλυπτε το ωραίο της σώμα. Πήγε κοντά του, κρεμάστηκε στον λαιμό του.

-Ω! Σώσε με! Σώσε με από την καταστροφή!

Παράτησε τον λαιμό του και κουλουριάστηκε στο δάπεδο κλαίγοντας σπαρακτικά.Την σήκωσε προσεκτικά, σαν ένα γυαλί που είναι έτοιμο να σπάσει.Τόσο διάφανη ήταν. Την φίλησε στο στεγνωμένο στόμα, πετώντας από πάνω του το ρούχο. Αργά, με περίσκεψη, την ανέβασε στην μέση του, στους γοφούς, την κάρφωσε μέσα του σαν ασπίδα. Κόλλησε πάνω του σαν στρείδι, με τα πόδια της τυλιγμένα γύρω από την μέση του, με το πέος να εισχωρεί στο υγρό αιδοίο. Η πληγή του ήταν ανοιχτή σαν μια βάρκα που έπλεε, στα βαθιά νερά μιας αποξηραμένης λίμνης.

Όταν έφυγε θα ήταν χάραμα. Χάραμα στην Πατριάρχου Φωτίου. Κατηφόρισε σαν κλέφτης με την μηχανή του και το σκέφτηκε καλύτερα. Ναι, κλέφτης ήταν, δεν μπορούσε να πει ψέματα στον εαυτό του. Το ίδιο όμως, ήταν και εκείνη. Η ηθοποιός. Είχαν κλέψει ο ένας τον άλλον, για ένα βράδυ, για μια στιγμή. Η Ηθοποιός, που του απάγγειλε την ζωή της κι αυτός που καθόταν και την άκουγε μαγεμένος από ένα κόσμο άλλον, που την γαμούσε και ένιωθε υπέροχα γιατί, δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένας κοινός κλέφτης.

Η ηθοποιός θα έδινε εξετάσεις την άλλη μέρα στο Εθνικό. Γι’ αυτό, είχε βγει να ξεσκάσει. Ήπιε δυο ποτά και αμάθητη καθώς ήταν, μέθυσε. Αυτό ήταν, μέθυσε.

Αυτός, είχε μεθύσει από την ζωή και την Μιράντα που δεν θα ξανάβλεπε ποτέ.

 

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

οταν έφυγες

 

Μέρες δίχως δάκρυα
βραδυές χωρίς χαρά
Όνειρο η αγάπη μας
λόγια χωρίς χαρά.
 
 

Εσύ θα φύγεις αύριο
είπες δε μ αγαπάς
Τι θέλεις από μένα
δεν είμαι εγώ γι αυτά
 
Έκλαψα όταν έφυγες, πήγα στο πουθενά
μόνος μου στο σκοτάδι δεν είχα τι να πω
Πάλι ξανά γελάστηκα, έψαξα τα παλιά
κι ορκίστηκα στη θάλασσα να μην ξαναγαπώ.
 
Νύχτες που σε περίμενα
θυμήθηκα ξανά
Όλα γινήκαν ψεύτικα
φιλιά του δειλινού
 
Μα κάτι έμεινε στο νου
ένα φιλί, ένα γειάσου
Και κείνο το χαμόγελο
μοναδικά δικό σου.
 
Έκλαψα όταν έφυγες, πήγα στο πουθενά.
 

ΕΥΤΥΧΊΑ

 

 


 Ευτυχία τελικά είναι να μη σου σταθεί ψάρι στο λαιμό. Όσο μεγαλώνεις αλλάζουν τα ψάρια. Γίνονται πουλιά. Και η ευτυχία είναι ένα πουλί που πετάει πάντα, δε στέκεται πουθενά.

 

 


Αφού ο Αϊνστάιν είπε, πως χρόνος είναι ότι δείχνουν τα ρολόγια μας και επειδή τα ρολόγια τα φτιάχνουν οι άνθρωποι,λέω εγώ, χρόνος δεν υπάρχει χωρίς τους ανθρώπους!  

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

ΕΠΆΓΓΕΛΜΑ ΖΩΓΡΑΦΟΣ

 

 

 


 

 

 πολλά πράγματα είναι αχρείαστα στη ζωή αλλά υπάρχουν, έτσι και η ζωγραφική που σαν επάγγελμα, όλοι λένε πως δεν είναι είναι, άραγε γιατί δε είναι επάγγελμα η ζωγραφική; όταν ήμουν πολύ νέος μου άρεσε μέσα μου που μπορούσα εύκολα ν απεικονίσω ότι ήθελα κι ότι μου έλεγαν ή μου παράγγελναν οι γύρω δάσκαλοι, καθηγητές, κόσμος. Μεγαλώνοντας καταλάβαινα πως η ζωγραφική είναι πολύ δύσκολο πράμα και δεν είναι τα πινέλα, τα μολύβια, τα μοντέλα, η τέχνη της σκίασης, οι μετρήσεις και τα χρώματα, αλλά είναι κάτι άλλο: το μέσα της ψυχής, το πνεύμα του δημιουργού, η σκέψη του, το είναι του και άρα, αφού παραδεχτούμε αυτό, τότε πρέπει να παραδεχτούμε πως πράγματι είναι πολύ δύσκολο να γίνεις ζωγράφος. Επειδή πρέπει να ματώσεις, επειδή δεν μπορείς να κρυφτείς, επειδή είσαι συνέχεια εκτεθειμένος στα αδηφάγα βλέμματα του κοινού και επειδή τέλος πάντων κάποια στιγμή είναι απόλυτα κουραστικό να προσπαθείς να γίνεις, Ρενουάρ, Πικάσο ή Νταλί. Αλήθεια είναι πως κάποια στιγμή όλοι αυτοί σου φαίνονται μύθος, δηλαδή μπερδεύεσαι μεταξύ της πραγματικότητας του Βαν Γκογκ, αυτός κι αν έγινε μύθος! και της δική σου μίζερης πραγματικότητας. Αλλά όσο πιο δραματική είναι η ζωή ενός δημιουργού τόσο ο κόσμος εκλιπαρεί για περισσότερη δυστυχία, βλέπε Μοντιλιάνι, Έγκον Σίλε. Δεν ξέρω αν σας φώτισα λίγο, αν δηλαδή κατάφερα να σας μεταφέρω τι κρύβεται πίσω από την ζωγραφική τέχνη σε προσωπικό επίπεδο που νομίζω πως είναι από τα πιο ματαιόδοξα ανθρώπινα σχέδια και επιδεικτικά και δραματικά, εγώ δε γνώρισα ποτέ έναν ευτυχισμένο ζωγράφο, από τον άσημο και αλκοολικό Στέλιο Αναστασιάδη, μέχρι τον διάσημο Τσαρούχη, ή τον ατάραχο φίλο μου Βασίλη Αράπη και άρα η ζωγραφική σαν τέχνη προάγει την απελπισία του δημιουργού, την απελπισία αυτού του κόσμου

ΦΑΓΗΤΌ Ή ΈΡΩΤΑ;

 ...τελικά δεν γίνεται χωριό.Ο Καθένας ΤΟ ΧΑΒΆ ΤΟΥ. Αμα το λες είκοσι φορές, καταλαβαίνουν με την..πρώτη. Θα αυτοκτονήσω. Θα πέσω απ το πεζοδρόμιο.

-Να φάμε ή να κάνουμε έρωτα;
-Πάντως φαγητό δεν έχουμε!

 

 


 Το τραγούδι είναι μια από τις χαρές της ζωής μας. Πάντα τραγουδώ ακόμα και στις λύπες, με τους φίλους, με τους εχθρούς, με τις γυναίκες, τις φίλες και όχι μόνο. Είναι μια μεγάλη αξία η μουσική, έμαθα πολλά από αυτήν, βέβαια, δεν είμαι μουσικός απλά γρατσουνάω μια κιθάρα, κάποιοι φίλοι με πειράζουν όταν φαλτσάρω και κάποιοι κολλητοί με επαινούν για το "θράσος" της φωνητικής μου. έτσι κι αλλιώς εμένα μ αρέσει να τραγουδώ.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΒΕΡΝΉΤΗΣ

 


Λοιπόν, ας πούμε μερικά πράγματα. Τώρα που όλοι ασχολούνται με τον Καποδίστρια. Πρώτον, όλοι λένε πως αυτός ο Μυριαγκός του μοιάζει καταπληκτικά. Διαφωνώ, Εξετάζοντας μερικά πορτρέτα του Καποδίστρια είναι φανερό σε μένα πως το κρανίο του είναι σχεδόν τριγωνικό- ανατομικά λοιπόν δε μοιάζουν. Ο Σμαραγδής σε μια συνέντευξη είπε πως εφάρμοσε ακόμα και μεθόδους ύπνωσης για να εντρυφήσει τον ηθοποιό στον ρόλο του, αν είναι δυνατόν! Δηλαδή ο Μυριαγκός είχε μεταφυσικές επαφές με τον Καποδίστρια! τι λέτε ρε παιδιά;
Δεν είδα την ταινία, ούτε θα πάω να την δω, τουλάχιστον τώρα. Είδα πολλά τρέιλερ, διάβασα πολλές κριτικές, άκουσα επίσημους και ανώνυμους να μιλάνε γι αυτήν, άλλοι θετικά κι άλλοι αρνητικά, Πάντως αξίζουν συγχαρητήρια στον Σμαραγδή μόνο γιατί με τα θέματα που επιλέγει κατόρθωσε να κάνει τον κόσμο να ξεσηκωθεί απ τον καναπέ την τηλεόραση και το ίντερνετ..
Κατά κάποιον τρόπο δεν έχω εμπιστοσύνη στους γιατρούς που ασχολούνται με την πολιτική. Οι γιατροί είναι άτομα -λόγω της κλαδικής τους μόρφωσης- με ισχυρογνωμικές απόψεις και κατά κάποιον τρόπο σατραπικές. Ο Καποδίστριας λόγω αυτής της ιδιότητας, προσπάθησε τοιουτοτρόπως να επιβληθεί στους σκληροτράχηλους κοτζαμπάσηδες, στους αμόρφωτους αλλά προικισμένους ραγιάδες με πυγμή πράγμα που ήταν φυσικά αδύνατο.
Τώρα, σαν φιγούρα δεν ήταν και δεν είναι τόσο προβεβλημένος σαν άλλους ήρωες του 21, ούτε στη σχολική, ούτε και στην ιστορική μελέτη πολλών από τους καλύτερους ιστορικούς μας. Η δολοφονία του εξετάστηκε και εξετάζεται και αβίαστα καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως οι Μαυρομιχαλέοι με δάχτυλο της Αγγλικής διπλωματίας και ιδίων συμφερόντων τον "εκτέλεσαν". Τον θεώρησαν δικτάτορα και σαν τέτοιος δεν μπορούσε παρά να έχει ένα τέτοιο τέλος. Γαλουχημένος στην Τσαρική αυλή, υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας, έφτιαξε αυτό το τέρας της Ελβετίας, ένα κράτος "απείραχτο", ουδέτερο, μια τράπεζα απείραχτη, ακόμα και ο Λένιν είχε τα λεφτά του εκεί! Η Ελλάδα δεν μπορούσε να γίνει Ελβετία με έναν λαό υπάκουο, συντηρητικό. Η Ελλάδα είναι ανυπάκουη, γεννάει γίγαντες, η ιστορία της είναι συνυφασμένη με την ιστορία της γης. Είναι η χώρα που μιλάει Ελληνικά. Τη γλώσσα της φιλοσοφίας. Τη γλώσσα της Ελευθερίας.

 

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

μύθος

 

 


Ο Παράμετρος έμοιαζε να θέλει να πιάσει κάτι μέσα στο σκοτάδι και δεν το πιανε ποτέ.
Εκείνη τη μέρα είχαν συναντηθεί στον σκουπιδότοπο της Αθήνας.
-Που θα βρεθούμε; ρώτησε ο Μάικ.
-Στον σκουπιδότοπο! Του απάντησε και χάθηκε σαν τον άνεμο με την παλιά Χάρλει.
0 Μάικ τον ακολούθησε όσο μπορούσε. Σταμάτησαν το ηλιοβασίλεμα. Κατέβηκαν, έστησαν τις μηχανές, περπάτησαν μ ένα μπουκάλι ουίσκι στο χέρι, απέναντι από τους σωρούς των σκουπιδιών.
-Γιατί με φερες εδώ ρε φίλε; ρώτησε ιδρωμένος ο Μάικ.
-Για τίποτε, κούνησε το κεφάλι του και τον κοιτούσε στα μάτια με σημασία.
-Αυτός είναι ο κόσμος μας Μάικ, αυτά τα σκουπίδια που βλέπεις εδώ. Βλέπεις τα ποντίκια και τις σαύρες που περπατάνε παρέα μας τους ανθρώπους που ψάχνουν να βρουν εδώ πέρα κάτι να φάνε τους βλέπεις; κι έδειχνε με το χέρι του κάτι που δεν έβλεπε ο Μάικ. Κι έτσι τον κοιτούσε με απορία καθώς το σούρουπο άρχιζε να τους κυκλώνει. Πέρα μακριά στο ύψος του λόφου, μια τεράστια φωτεινή ταμπέλα αναμόσβηνε. ΠΑΡΆΜΕΤΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΥΛΙΟΎ ΤΟ ΓΑΛΑ! Ήταν το καινούργιο σλόγκαν που διαφήμεζε τ0 νέο πολυκατάστημα που είχε ανοίξει με τις ηλεκτρικές συσκευές.
-Ωραία το σκέφτηκες! Θαύμασε ο Μάικ.
-Τρίχες! Απάντησε.
-Γιατί τα μηδενίζεις όλα; στη φυλακή δεν ήσουν έτσι! Θυμάσαι;
-Θυμάμαι. Έτσι ήμουν, εσύ δεν το βλεπες. Βλέπουμε ότι μας αρέσει να βλέπουμε
Κάθισαν σε δυο βράχους με γυρισμένες τις πλάτες, έτσι που ο ένας να στηρίζεται στις πλάτες του άλλου. Κι έπιναν.
-Άμα τελειώσει το ποτό τι θα κάνουμε; αναρωτήθηκε ο Μάικ
-Θα βρούμε άλλο! Γέλασε. Το ποτό δεν τελειώνει ποτέ.
Ύστερα σηκώθηκε. Άφησε το άδειο μπουκάλι στον βράχο, ενώ ο Μάικ είχε στρέψει και τον παρακολουθούσε. Άπλωσε το χέρι στο σκοτάδι, ψηλαφούσε σαν να ήθελε να πιάσει κάτι. Έκανε μερικά βήματα ακόμα, γύρισε, κοίταξε τα φωτεινά μάτια του Μάικ κι ύστερα πάλι ψαχούλευε το μαύρο.
-Πέτα το άδειο μπουκάλι Μάικ! Θα φέρω άλλο! Δε βλέπεις;
Ο Μάικ δεν έβλεπε τίποτε.
-Κρύψε μια στιγμή το πρόσωπο σου με τις φούχτες, με τα δυο σου χέρια. Ωραία; το έκανες;
-Ναι, ναι, ναι! Απαντούσε ο Μάικ.
-Γύρνα τώρα, κι άνοιξε τα μάτια σου. Βλέπεις; χαχαχα! Γελούσε. Βλέπεις κάποιος καλός άνθρωπος σκέφτηκε πως είχαμε ανάγκη από δυο μπουκάλια ποτό και μας τα φερε! Νάτα!
Ο Μάικ έτριβε τα μάτια του, τα κλεινε και τα ξανάνοιγε για να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ό φίλος του κρατούσε όντως δυο καινούργια μπουκάλια. Πήρε το ένα, έστριψε το πώμα, το άνοιξε, ήπιε μια γουλιά.
-Φίλε δε θα μπορέσω να ζήσω χωρίς εσένα! Φώναξε. Γι αυτό φρόντισε να μη πεθάνεις ποτέ! 

από το μυθιστόρημα μου Η ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΤΟΥ ΑΙΝΣΤΑΙΝ

 

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

ΤΥΧΗ.

 


Θυμάμαι μια τέτοια άγρια και κρύα βραδιά, είκοσι χρονών παλικάρι, φύλαγα σκοπός, δυο-τέσσερις Γερμανικό, στο Λιτόχωρο Κατερίνης. Μιλάμε για το κρύο της αρκούδας κι ένας αγέρας ίσαμε είκοσι μποφόρ να σου ξεριζώνει την καρδιά κι από μέσα στη βρώμικη χλαίνη, κάτω απ το βαρύ πιστόλι, το γεμάτο με σφαίρες, τσαλακωνόταν και το μοναδικό στριφτό τσιγάρο με φίλτρο που είχα για να περάσει η βάρδια και το ψαχούλευα που και που να βεβαιώνομαι πως ήταν εκεί, καθώς και το μοναδικό κλωνί σπίρτου, που είχα και αυτό σκεφτόμουν περισσότερο πως θα μπορούσα ν ανάψω αλλά και να κρατήσω τη φλόγα για ν ανάψω το τσιγάρο, μέσα σ αυτή την κοσμοχαλασιά και περίεργο, θυμάμαι δεν κρύωνα καθόλου τι να κρύωνα είκοσι χρονών μέσα σ αυτή την κοσμοχαλασιά αποφάσισα κατά τις τρεις να προσπαθήσω κι έβγαλα το τσιγάρο, το φερα στα ξεραμένα μου χείλη, παράτησα το όπλο και τσαφ! στριφογύρισα με τέχνη το κλωνί, κράτησα τη φλόγα ανάμεσα από τη φούχτα μου χαρούμενος, τράβηξα την βαθειά τζούρα και ταυτόχρονα την έφτυσα γεμάτος αηδία και οργή! είχα ανάψει το τσιγάρο από το φίλτρο. [Από τότε κατάλαβα πως ήμουν άτυχος στη ζωή μου.]

ΕΒΡΑΙΚΉ ΜΥΘΟΛΟΓΊΑ

  Στο σχολείο, λοιπόν, μας δίδαξαν και πολλά άχρηστα έως επικίνδυνα πράγματα. Ένα από αυτά είναι τα θρησκευτικά μαθήματα που μας έχωσαν σφήν...