Ο Παράμετρος έμοιαζε να θέλει να πιάσει κάτι μέσα στο σκοτάδι και δεν το πιανε ποτέ.
Εκείνη τη μέρα είχαν συναντηθεί στον σκουπιδότοπο της Αθήνας.
-Που θα βρεθούμε; ρώτησε ο Μάικ.
-Στον σκουπιδότοπο! Του απάντησε και χάθηκε σαν τον άνεμο με την παλιά Χάρλει.
0 Μάικ τον ακολούθησε όσο μπορούσε. Σταμάτησαν το ηλιοβασίλεμα. Κατέβηκαν, έστησαν τις μηχανές, περπάτησαν μ ένα μπουκάλι ουίσκι στο χέρι, απέναντι από τους σωρούς των σκουπιδιών.
-Γιατί με φερες εδώ ρε φίλε; ρώτησε ιδρωμένος ο Μάικ.
-Για τίποτε, κούνησε το κεφάλι του και τον κοιτούσε στα μάτια με σημασία.
-Αυτός είναι ο κόσμος μας Μάικ, αυτά τα σκουπίδια που βλέπεις εδώ. Βλέπεις τα ποντίκια και τις σαύρες που περπατάνε παρέα μας τους ανθρώπους που ψάχνουν να βρουν εδώ πέρα κάτι να φάνε τους βλέπεις; κι έδειχνε με το χέρι του κάτι που δεν έβλεπε ο Μάικ. Κι έτσι τον κοιτούσε με απορία καθώς το σούρουπο άρχιζε να τους κυκλώνει. Πέρα μακριά στο ύψος του λόφου, μια τεράστια φωτεινή ταμπέλα αναμόσβηνε. ΠΑΡΆΜΕΤΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΥΛΙΟΎ ΤΟ ΓΑΛΑ! Ήταν το καινούργιο σλόγκαν που διαφήμεζε τ0 νέο πολυκατάστημα που είχε ανοίξει με τις ηλεκτρικές συσκευές.
-Ωραία το σκέφτηκες! Θαύμασε ο Μάικ.
-Τρίχες! Απάντησε.
-Γιατί τα μηδενίζεις όλα; στη φυλακή δεν ήσουν έτσι! Θυμάσαι;
-Θυμάμαι. Έτσι ήμουν, εσύ δεν το βλεπες. Βλέπουμε ότι μας αρέσει να βλέπουμε
Κάθισαν σε δυο βράχους με γυρισμένες τις πλάτες, έτσι που ο ένας να στηρίζεται στις πλάτες του άλλου. Κι έπιναν.
-Άμα τελειώσει το ποτό τι θα κάνουμε; αναρωτήθηκε ο Μάικ
-Θα βρούμε άλλο! Γέλασε. Το ποτό δεν τελειώνει ποτέ.
Ύστερα σηκώθηκε. Άφησε το άδειο μπουκάλι στον βράχο, ενώ ο Μάικ είχε στρέψει και τον παρακολουθούσε. Άπλωσε το χέρι στο σκοτάδι, ψηλαφούσε σαν να ήθελε να πιάσει κάτι. Έκανε μερικά βήματα ακόμα, γύρισε, κοίταξε τα φωτεινά μάτια του Μάικ κι ύστερα πάλι ψαχούλευε το μαύρο.
-Πέτα το άδειο μπουκάλι Μάικ! Θα φέρω άλλο! Δε βλέπεις;
Ο Μάικ δεν έβλεπε τίποτε.
-Κρύψε μια στιγμή το πρόσωπο σου με τις φούχτες, με τα δυο σου χέρια. Ωραία; το έκανες;
-Ναι, ναι, ναι! Απαντούσε ο Μάικ.
-Γύρνα τώρα, κι άνοιξε τα μάτια σου. Βλέπεις; χαχαχα! Γελούσε. Βλέπεις κάποιος καλός άνθρωπος σκέφτηκε πως είχαμε ανάγκη από δυο μπουκάλια ποτό και μας τα φερε! Νάτα!
Ο Μάικ έτριβε τα μάτια του, τα κλεινε και τα ξανάνοιγε για να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ό φίλος του κρατούσε όντως δυο καινούργια μπουκάλια. Πήρε το ένα, έστριψε το πώμα, το άνοιξε, ήπιε μια γουλιά.
-Φίλε δε θα μπορέσω να ζήσω χωρίς εσένα! Φώναξε. Γι αυτό φρόντισε να μη πεθάνεις ποτέ!
από το μυθιστόρημα μου Η ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΤΟΥ ΑΙΝΣΤΑΙΝ
Εκείνη τη μέρα είχαν συναντηθεί στον σκουπιδότοπο της Αθήνας.
-Που θα βρεθούμε; ρώτησε ο Μάικ.
-Στον σκουπιδότοπο! Του απάντησε και χάθηκε σαν τον άνεμο με την παλιά Χάρλει.
0 Μάικ τον ακολούθησε όσο μπορούσε. Σταμάτησαν το ηλιοβασίλεμα. Κατέβηκαν, έστησαν τις μηχανές, περπάτησαν μ ένα μπουκάλι ουίσκι στο χέρι, απέναντι από τους σωρούς των σκουπιδιών.
-Γιατί με φερες εδώ ρε φίλε; ρώτησε ιδρωμένος ο Μάικ.
-Για τίποτε, κούνησε το κεφάλι του και τον κοιτούσε στα μάτια με σημασία.
-Αυτός είναι ο κόσμος μας Μάικ, αυτά τα σκουπίδια που βλέπεις εδώ. Βλέπεις τα ποντίκια και τις σαύρες που περπατάνε παρέα μας τους ανθρώπους που ψάχνουν να βρουν εδώ πέρα κάτι να φάνε τους βλέπεις; κι έδειχνε με το χέρι του κάτι που δεν έβλεπε ο Μάικ. Κι έτσι τον κοιτούσε με απορία καθώς το σούρουπο άρχιζε να τους κυκλώνει. Πέρα μακριά στο ύψος του λόφου, μια τεράστια φωτεινή ταμπέλα αναμόσβηνε. ΠΑΡΆΜΕΤΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΥΛΙΟΎ ΤΟ ΓΑΛΑ! Ήταν το καινούργιο σλόγκαν που διαφήμεζε τ0 νέο πολυκατάστημα που είχε ανοίξει με τις ηλεκτρικές συσκευές.
-Ωραία το σκέφτηκες! Θαύμασε ο Μάικ.
-Τρίχες! Απάντησε.
-Γιατί τα μηδενίζεις όλα; στη φυλακή δεν ήσουν έτσι! Θυμάσαι;
-Θυμάμαι. Έτσι ήμουν, εσύ δεν το βλεπες. Βλέπουμε ότι μας αρέσει να βλέπουμε
Κάθισαν σε δυο βράχους με γυρισμένες τις πλάτες, έτσι που ο ένας να στηρίζεται στις πλάτες του άλλου. Κι έπιναν.
-Άμα τελειώσει το ποτό τι θα κάνουμε; αναρωτήθηκε ο Μάικ
-Θα βρούμε άλλο! Γέλασε. Το ποτό δεν τελειώνει ποτέ.
Ύστερα σηκώθηκε. Άφησε το άδειο μπουκάλι στον βράχο, ενώ ο Μάικ είχε στρέψει και τον παρακολουθούσε. Άπλωσε το χέρι στο σκοτάδι, ψηλαφούσε σαν να ήθελε να πιάσει κάτι. Έκανε μερικά βήματα ακόμα, γύρισε, κοίταξε τα φωτεινά μάτια του Μάικ κι ύστερα πάλι ψαχούλευε το μαύρο.
-Πέτα το άδειο μπουκάλι Μάικ! Θα φέρω άλλο! Δε βλέπεις;
Ο Μάικ δεν έβλεπε τίποτε.
-Κρύψε μια στιγμή το πρόσωπο σου με τις φούχτες, με τα δυο σου χέρια. Ωραία; το έκανες;
-Ναι, ναι, ναι! Απαντούσε ο Μάικ.
-Γύρνα τώρα, κι άνοιξε τα μάτια σου. Βλέπεις; χαχαχα! Γελούσε. Βλέπεις κάποιος καλός άνθρωπος σκέφτηκε πως είχαμε ανάγκη από δυο μπουκάλια ποτό και μας τα φερε! Νάτα!
Ο Μάικ έτριβε τα μάτια του, τα κλεινε και τα ξανάνοιγε για να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ό φίλος του κρατούσε όντως δυο καινούργια μπουκάλια. Πήρε το ένα, έστριψε το πώμα, το άνοιξε, ήπιε μια γουλιά.
-Φίλε δε θα μπορέσω να ζήσω χωρίς εσένα! Φώναξε. Γι αυτό φρόντισε να μη πεθάνεις ποτέ!
από το μυθιστόρημα μου Η ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΤΟΥ ΑΙΝΣΤΑΙΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου