Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2022
ΑΝ ΔΑΓΚΏΣΩ ΈΝΑ ΜΉΛΟ
Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2022
ΠΟΡΤΟΚΑΛΈΝΙΑ
Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2022
ΌΠΟΥ ΠΗΓΑΙΝΕΙ Ο ΔΡΌΜΟΣ
Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2022
ΚΟΝΚΙΣΤΑΔΌΡΕς
ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟΔΡΑΜΑ Η ΤΟ ΠΑΤΗΜΑ ΤΗΣ ΣΚΑΝΔΑΛΗΣ
Ήρθαν οι άλλοι κι έφυγαν
Έμεινε η πατημασιά του ήχου
Κι εγώ, μέσα του γυρόφερνα
Του σκιερού μεγάλου τοίχου.
Καθώς η μέρα τραβούσε το απόγευμα με το τσιγκέλι και ο ήλιος έσταζε τις τελευταίες φωτιές, στα πληγωμένα δέντρα, ορκιζόταν στους θεούς, πως δεν θα το ξανάκανε. Το έλεγε αυτό, σκυφτός με τις παλάμες γυρισμένες κατά πρόσωπο και νόμιζε πως δεν του αρκούσε: Μέσα του βαθιά, πίστευε το αντίθετο. Πως θα το ξανάκανε. Έτσι, ενοχλήθηκε με την ευκολία που τον απαρνιόταν ο εαυτός του. Γι αυτό θέλησε να του εναντιωθεί. Έβγαλε τα παπούτσια του και τα κρέμασε στο δέντρο-δεν ήξερε, τι δέντρο ήταν και δεν τον απασχολούσε. Το μόνο που τον απασχολούσε, ήταν να οπισθοχωρήσει μερικά βήματα,να τραβήξει το πιστόλι του και να τα πυροβολήσει.
Αυτά έφταιγαν για όλα !
Ή το κεφάλι ή τα πόδια.
Και πυροβόλησε.
Προς το σούρουπο, δυο άντρες με χλαίνες παλιές, ίσως από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, στέκονταν πάνω από το πτώμα του. Κοίταζαν με δυσπιστία, μια τα κρεμασμένα παπούτσια, μια τον καταγής. Δεν είπαν τίποτα. Κοιτάχτηκαν μόνο, σε κοντινό πλάνο, έσμιξαν τα φρύδια, σήκωσαν τους ώμους κι έφυγαν. Τι τους ένοιαζε αυτούς;
Είχε γνωρίσει
μια γυναίκα.
Που την είχε γνωρίσει;
Δεν θυμόταν.
Ξεκίνησαν για ένα ταξίδι.
Κάπου τους περίμεναν να τους κάνουν
έξωση. Ένας ήταν γνωστός ηθοποιός που
έκανε τον μπάτσο. Υπογράφει ότι θα
πληρώσει μετά από δέκα χρόνια. Ύστερα
πηδάει αυτήν που γνώρισε στον δρόμο,
σαν άλογο κι αυτή μοιάζει με φοράδα. Δεν
χορταίνουν.
Μετά, βρίσκονται σε φιλικό
σπίτι-αδερφού, γαμπρού, ίσως πεθερού
κ.λ.π. Πάνε επίσκεψη κι αυτός ρωτάει,
γιατί πήγαν εκεί και ξαφνικά, παίρνει
το μηχανάκι να πάει κάπου αλλού.Τρέχει,
περνάει βουνά και καταράχια και σαν
παίρνει αυτό που ήθελε, βιάζεται να
γυρίσει πίσω. Παθαίνει βλάβη, σαν να μην
έχει βενζίνη, σταματάει, κοιτάζει πίσω
του και βλέπει να λείπει το μισό μηχανάκι.
Γυρίζει σε μια πλατεία-τα παιδιά έχουν
προλάβει και αποτρώνε τα τελευταία
σίδερα από το μηχανάκι του. Αφού τους
δίνει μερικά χαστούκια, κοιτάζει τα
μισοφαγωμένα σίδερα αμήχανος.
Βάζει
τα κλάματα. Τι να κάνω τώρα; Μονολογεί
και βιάζεται. Βιάζεται πολύ να φύγει,
πρέπει να τελειώσει τις δουλειές του.
Πρέπει να δει και την γυναίκα, την Γεωργία
που πήδησε στον δρόμο και κλαίει. Κλαίει
πολύ.
Μπαίνει σε
ένα μαγαζί μισοκλαμένος, σφουγγίζει τα
μάτια και του λένε πως αυτό που ακούνε
είναι ρέκβιεμ,-τι είναι ρέκβιεμ, ρωτάει
και του απαντάνε, συναυλία. Είναι καμιά
δεκαριά αυτοί που ακούνε. Ακούνε απαλή,
ροζ μουσική, κόκκινη μουσική αλλά αυτός
βιάζεται να φύγει, να πάει στον σταθμό
για να πάρει ένα περίεργο τραίνο. Βλέπει
το χώμα να φεύγει κάτω από τα πόδια του,
όταν έρχεται το τραίνο και παρατάει την
θέση του στις ράγες που κλείνουν πίσω
του. Μέσα στο τρένο ήταν μια άλλη γυναίκα
που έμοιαζε με την Γεωργία ή ήταν αυτή;
Ήταν πολύ όμορφη η Γεωργία. Όμορφη κι
απατηλή σαν άγγελος. Άγγελος στοργικός
που του χαϊδεύει τα μαλλιά και στάζει
μέλι από την μύτη. Ούτε που θυμάται που
την γνώρισε, γιατί την γνώρισε και
προσπαθεί να θυμηθεί την αρχή της
γνωριμίας τους. Όσες φορές κι αν
προσπάθησε, σκόνταφτε σε ένα κενό. Ένα
κενό μνήμης και μετά, έλεγε στον εαυτό
του ένα, <δεν πειράζει> και τελείωνε
το πράγμα. Αλλά όταν ξεκίνησαν εκείνο
το ταξίδι στην επαρχία, γνωρίζονταν
καλά. Πολύ καλά. Προχωρούσαν και μιλούσαν
στον δρόμο σα να ήταν από χρόνια ζευγάρι.
Αγκαλιάζονταν, φιλιόνταν, έπειτα εκείνη
τον έπιανε αγκαζέ και προχωρούσαν ξανά
για κάπου. Το ταξίδι ήταν μακρινό αλλά
η κωμόπολη πολύ κοντά και θα το ολοκλήρωναν
με τα πόδια. Δεν τον πείραζε, δεν ένιωθε
καμιά κούραση. Ίσα-ίσα, μόνο χαρά και
αγαλλίαση. Τι χαρά ήταν αυτή! Να περπατάει
με την γυναίκα των ονείρων του! Μέχρι
και τις φακίδες που λάτρευε από παιδί,
είχε φυτεμένες στα μαγουλά της και γύρω
από την μύτη, που δεν έσταζε πια μέλι-
το μέλι κυλούσε τώρα στο στήθος της,
στις ρόγες κι αυτός το έγλειφε, ρουφούντας
τις ρόγες σαν καλοκαιρινό άγουρο σταφύλι
που τον έκανε να μισοκλείνει τα μάτια
από το τσούξιμο. Όταν κατέβηκαν από το
τρένο κατευθύνθηκαν προς ένα σπίτι,
που, πράγμα περίεργο, έμοιαζε με κάποιο
δικό του που είχε νοικιάσει από παλιά,
από παλαιότερα, τώρα θαρρείς. Έβγαλε τα
κλειδιά ν’ ανοίξει την πόρτα, μα δεν
άνοιγε και η Γεωργία τον κοίταζε
παραξενεμένη που δεν μπορούσε ν ανοίξει
το σπίτι του. Του πήρε τα κλειδιά μέσα
από τα χέρια, δίνοντας μια κλωτσιά,
άνοιξε διάπλατα την πόρτα και τον έσπρωξε
μέσα έτσι που να πέσει και να γυρίσει
ανάσκελα με ορθάνοιχτα μάτια να την
κοιτάζει που στεκόταν με ανοιχτά πόδια
στο άνοιγμα. Διαγραφόταν το μισάνοιχτο
στόμα της, γεμάτο προσμονή γι’ αυτό που
τόσο ήθελε κι εκείνος αλλά όταν τον
σήκωσε από κάτω σαν πούπουλο και πέταξαν
μπουφάν, τσάντες και ότι άλλο μπορούσαν
στο χολ, όρμησαν στο σαλόνι και τότε
τους είδαν. Ήταν καμιά δεκαριά και τους
περίμεναν αμίλητοι γύρω από το τζάκι,
[μα, δεν είχε τζάκι αυτό ο σπίτι..] κι
ένιωσαν λίγη ντροπή που ήταν γυμνοί
μπροστά σε τόσους ανθρώπους, που ήταν
καθισμένοι σαν σε παλιά φωτογραφία. Ο
παππούς, η γιαγιά, η μητέρα, ο πατέρας,
τα παιδιά, δυο τρία ξαδέρφια και παραπέρα
ο μπάτσος με το πηλήκιο μεσούντος του
περασμένου αιώνος. Έμειναν κοκαλωμένοι
να τους κοιτάζουν, πιο πολύ αυτός, γιατί
η γυναίκα του-γυναίκα του ήταν;- δεν
έμοιαζε να την νοιάζει και πολύ τώρα.
Τι να την ένοιαζε; Δικό της ήταν το σπίτι;
Δεν πα να έπαιρνε φωτιά… Κι αυτός τι να
έκανε τώρα; Αφού ξεπέρασε το πρώτο
ξάφνιασμα, προσπάθησε να θυμηθεί, σε
ποιες και πόσες ταινίες, είχε δει τον
συγκεκριμένο ηθοποιό να κάνει τον
μπάτσο. Δεν τα κατάφερε- πάντως ήταν
γνωστότατος ηθοποιός και κάποτε θα τον
θυμόταν. Προς το παρόν ο μπάτσος σηκώθηκε
από την φωτογραφία, πήγε κοντά του και
του έδειξε ένα επίσημο χαρτί, επικυρωμένο,
χαρτοσημασμένο , όλα τα εις –μένο, με
λογαριασμούς και τα τοιαύτα. Ήταν τα
χρωστούμενα και η έξωση από το σπίτι
και οι άλλοι, από την φωτογραφία τον
κοίταζαν συνοφρυωμένοι, επιτιμητικά
και πιο πολύ η γριά. Ο μπάτσος τον πήρε
από το μπράτσο, συνωμοτικά και τον
οδήγησε στο διπλανό δωμάτιο, για να
είναι μόνοι τους γι’ αυτά που θα
έλεγαν.
-Βλέπεις; Άνοιξε κάποτε το
στόμα του, δείχνοντας του τα χαρτιά.
Αυτός
δεν μίλησε, τι να έλεγε, τα ήξερε αλλά
τώρα; Τώρα έτυχε, που είχε βρει την
γυναίκα των ονείρων του; Προσπάθησε να
του τα πει, να του εξηγήσει αλλά ο μπάτσος
τον κοίταζε με στόμα ανοιχτό.
-Δεν ξέρω
τι είναι όλα αυτά που μου λες, του είπε.
Εγώ δεν ξέρω από παιδιά που τρώνε σίδερα,
ούτε τρένα που πετάνε στους ουρανούς.
Βάλε εδώ μια υπογραφή να τελειώνουμε
γιατί έχουμε κι άλλες δουλειές.
Του
δειξε που να υπογράψει, υπόγραψε με
τρεμάμενο χέρι κι ο μπάτσος έφυγε.
Όταν
γύρισε στο σαλόνι είχαν φύγει όλοι, λες
και είχαν εξαφανιστεί. Μόνο η γυναίκα
του τον περίμενε, μισοντυμένη, μισογδυμένη,
τυλιγμένη με μια χλαμύδα ή ένα σεντόνι
ή κάτι τέτοιο. Αρπαχτήκανε, σχεδόν
καβαλλητά, βγήκαν στον δρόμο, γυμνοί,
ημίγυμνοι, γύρω από το καφενείο και την
γαμούσε καθώς προχωρούσαν. Ένιωθε μια
απέραντη ηδονή που γαμιόντουσαν στον
δρόμο χωρίς να τους βλέπει κανείς; Ή
έκαναν πως δεν τους έβλεπαν; Γιατί,
κόσμος περνούσε πολύς και κάτι αλάνια
έπαιζαν και φωνασκούσαν. Αυτό έγινε
βιαστικά και κράτησε πολύ,- σχήμα
οξύμωρο,- σκέφτηκε και την ξανακαβάλλησε,
κοιτώντας πέρα μακριά και είδε μια
χλαίνη από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο,
κρεμασμένη σε ένα δέντρο, ακακία ή κάτι
τέτοιο.Πάντως πλάτανος δεν ήταν. Στον
ώμο της χλαίνης ήταν κρεμασμένο ένα
παλιό Μ1
Προχώρησε κατά εκεί, η γυναίκα εξαφανίστηκε, πήρε το όπλο, σημάδεψε και πυροβόλησε, Δυό-τρεις μπεκάτσες πέσανε. Ένας άνεμος φύσηξε, τις πήρε μακριά, αφήνοντας μόνο τα μπαρουτοκαπνισμένα πούπουλα τους, γα γεμίζουν τον τόπο και τον ουρανό. Στην αρχή ήταν μπλε, μετά μόβισαν. Ύστερα έγιναν όλα κατακόκκινα. Γέμισε ο κόσμος κόκκινο.
Κι αυτός, έμεινε ακίνητος στη μέση του μεγάλου κόκκινου.
ΤΕΛΟΣ
Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2022
Ο ΚΡΌΤΟΣ ΤΩΝ ΛΌΓΩΝ
Μια γυναίκα στεκόταν στο μισοσκόταδο γυμνή.
Δύσκολο να
πεις αυτό που σκέφτεσαι, είπε η Μαριλένα,
καθώς ο Τζον την κοίταζε από το φεγγάρι,
νέος ήταν μπορούσε να πηδήξει από κει
πάνω αλλά ο κόσμος ήταν το σκοτάδι που
έκρυβε μέσα της η Μαριλένα και η ανοησία
του Ντικ, ή του Παναγιώτη και του Βασίλη,
ίσως και η Αντωνία, καλοβαλμένη να
πλησιάζει έναν-έναν τους εραστές του
Τζον, δεν έχω έρεισμα, είπε και ο κρότος
των λόγων έκανε στροφές για να περάσει
από αυτό το ποτάμι, είναι αδύνατος ο
μύθος, εγώ δεν είμαι για έτσι, στέγνωσε
ένα πικρό ύφος, για να με κερδίσεις
χρειάζεται να φας πολύ μέλι. Εγώ δεν
είμαι για έτσι, υποννοούσε μια ιδιαιτερότηα
ύπαρξης, πως δεν άξιζε να της συμπεριφέρονται
ούτως οι άντρες ή και οι γυναίκες, αν
την θεωρούσαν υποδιέστερη αλλά δεν
μπορούσε ν αλλάξει την εικόνα, η εικόνα
είναι αυτό που βλέπουμε, τίποτε άλλο
και παρα πέρα.
Ο Μπεν και ο Τζωρζ ήταν
από το Μπέρμιγχαμ ο ένας χοντρός και ο
άλλος υπόχοντρος, αδυσώπητοι χτυπούσαν
ρυθμικά τα δάχτυλα τος στο ξύλο
περιμένοντας με αδημονία το επόμενο.
Το κεφάλι τους μετρούσε τον ρυθμό.
Βββ.
Κι
αμέσως η Μαριλένα τους έδωσε ένα φιλικό
χτύπημα στο στήθος που ο Τζον το κατάλαβε
σαν ερωτικό αντίκρισμα και θα ήταν
καλύτερα ν αποχωρήσει απ τη σκηνή, ενώ
ο ουρανός σκοτείνιαζε. Σκοτείνιαζε
οικειοθελώς. Πολλοί είμαστε μόνοι.
Μόνοι, όταν χρειαζόμαστε άλλον έναν.
Τι
κάνεις εκεί;
Ήταν μια δύσκολη ερώτηση,
κοιτάω τον ουρανό που σκοτεινιάζει ή
πλέκω με τον άνεμο λόγια που δεν έχουν
ειπωθεί, αισθάνομαι μόνος σε έναν κόσμο
που υπάρχουν πολλοί, είπε ο Ντικ και
κανείς δεν του απάντησε και μόνο η
Μαριλένα στεκόταν ακόμα γυμνή στο
σκοτάδι που έπεφτε ραγδαία στους ώμους,
στα χέρια και λίγο πιο κάτω από εκεί που
ήθελε να μην υπάρχει η ντροπή, ίσως και
η αγάπη, να είπες μια δύσκολη λέξη και
είναι καλύτερα να μην πάει παρα πέρα
ένας – ένας με μια ελεύθερη γυναίκα.
Ενώ ο Μπεν και ο Τζωρτζ σταμάτησαν να
χτυπούν τα δάχτυλα τους στο ξύλο και
μουσικομανείς άνοιξαν τα αυφτιά τους
ν ακούσουν όσαν ήθελαν να πουν, πάντα
σε φόρμα. Ο Τζον και η Μαριλένα, άφησαν
έναν πνιχτό ουρλιαχτό για την πεποίθηση
τους πως ο κόσμος θα ήταν καλύτερος
χωρίς αυτοί οι δυο να ενωθούν ποτέ,
Γιάννη, είπε η Μαριλένα, καλύτερα να
μείνουμε φίλοι, δεν πειράζει που με
είδες γυμνή, εγώ δε σε είδα, αλλά μ
αρέσεις, είσαι όμορφος, λάμπεις σ ένα
σκοτάδι που υπάρχω εγώ, εγώ και οι άλλοι,
που ορκίζονται στην τιμή τους, εγώ δεν
έχω τιμή, αξίζω πολλά, δεν είμαι για
έτσι.
Στο
μισοσκόταδο, ο Γιάννης, ρουφούσε τις
ρόγες ενός σταφυλιού, σάλπιζε την
τρυφεράδα, πως κάποτε θα ήταν για πάντα
δικιά του, όχι η τρυφεράδα, νέος ήταν εκ
γεννετής ηλίθιος, έπρεπε, οπωσδήποτε
να ενηλικιωθεί, να γίνει πιότερο έξυπνος,
φορώντας μια κουκούλα μέχρι επάνω, δεν
έλεγε και τίποτε μια Μαριλένα στο
σκοτάδι, α, μια πουτάνα του σοκακιού,
ζζζ, άκουγε ακόμα τα τζιτζίκια σκαρφαλωμένα
σε κορμούς πεύκων με γυαλιστερά μάτια,
αλλά ένιωθε τόσο μόνος και θαρραλέοι
άνθρωποι δεν υπάρχουν παρά μόνο όταν
είναι νέοι, αψίκοροι και βγήκε απ το
μικρό πορτάκι, το τόσο δα, αναψοκοκκινισμένος
που παράβλεψε τους νόμους της οικειότητας,
βλέποντας ολόγυμνη την Μαριλένα, που
παρ όλα αυτά, είπε πως ποτέ δεν ήταν
καλύτερα.
Γγγγ.
Τρία τσίπουρα!
Παράγγειλε ο Τζον ή ο Γιάννης κι όλοι
έμειναν κάγκελο κι άναψαν τσιγάρο με
ευχαρίστηση, αγαλλιάζοντας σαν άγγελλοι,
ήσσονες με μικρά γόνατα, χαλύβδηνοι,
σιδερένιοι με μυώδεις γάμπες, ο μύθος
συνεχίζει να μην υπάρχει, τι πιο πολύ
αξίζει στη ζωή, εξόν από μια γυμνή γυναίκα
που την είδες στο σκοτάδι ν ανεβάζει τα
εσώρουχα της, ακόμα και ο θεός κολάζεται
μ αυτό το άσπρο και το μαύρο των θηλυκών
αισθημάτων, άρα πάμε καλά! Πάμε καλά!Για
να πάρεις όμως πρέπει να ζητήσεις κι
άμα ζητήσεις δεν ξέρεις αν θα σου το
δώσουν, εκεί που το ποτό είναι φτηνό κι
εκεί που η σάρκα είναι τρίφτηνη, έξω
βρέχει και ποια είναι η γνώμη σου για
τους εραστές είπε ο ένας από τους δυο
χοντρούς, εμένα δε μου λένε τίποτε αυτοί
που ερωτεύονται σφόδρα και ξεχνούν τα
προβλήματα, ξεχνούν τα πάντα και νομίζουν
πως ο κόσμος ανήκει μόνο σ αυτούς, έτσι
είναι όσοι ερωτεύονται, έξω συνέχιζε
να βρέχει, χωρίς λόγο, πάντα βρέχει χωρίς
λόγο και οι άνθρωποι κρύβονται απ τη
βροχή κι απ το χιόνι, έχοντας λίγη χαρά
επειδή είναι μόνοι, έτσι ολοκλήρωσε μια
άποψη για τη βροχή, τίποτε δε σκέφτομαι,
απάντησε ο Ντικ που ήταν ξεχασμένος σε
μια γωνιά περιπτέρου κι ανάλογου ύφους,
αυτό ακριβώς ήταν το έναυσμα ν ανάψει
μια φωτιά, χωρίς λόγο, έτσι επειδή μας
άρεσε αυτό. Τίποτε άλλο. Αυτό. Η Μαριλένα
και ο Τζον δεν έζησαν ποτέ μαζί, εκτός
από αυτές τις πρόσκαιρες εικασίες του
ενός για το σώμα του άλλου, για να μην
ειπωθούν περισσότερα χυδαία για τα
γόνατα μιας γυναίκας και τους ώμους
ενός άντρα ή για τα μαλλιά της που έπεφταν
σαν στάχυα στους λιγνούς και σαρκώδεις
λόφους, ευρυμαθείς όπως τους αποκαλούσαν
μερικοί, ένα γοητευτικό μέρος αυτών,
ήταν, να φύγουν μακριά ο ένας από τον
άλλον λες και δεν άντεξαν να ήταν μαζί,
ευρυμαθείς και εγκρατείς, για να δεις
πως αλλάζει η ιστορία, ένα βλέμμα αρκεί
για ν αλλάξει το παν, αυτό ήταν εκείνο
που επόθουν, τίποτε δε σκέφτομαι, είπε
ο Τζον και η Μαριλένα έμεινε για πάντα
γυμνή, μετέωρη σε έναν κόσμο όπως τον
φανταζόμαστε όλοι.
ΤΕΛΟΣ
Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2022
ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΆΤΗ ΣΤΟΝ ΦΑΚΌ
Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2022
ΠΛΟΎΣΙΟΙ ΕΝΑΝΤΊΟΝ ΦΤΩΧΏΝ 2
Πάντως, για να πούμε και κάτι σοβαρό απόψε, είναι παράξενο το θέμα της αγάπης μεταξύ άντρα και γυναίκας. Και ιδίως το τελείωμα, όταν πια δεν είσαι μαζί με κάποιον που αγάπησες σφόδρα και τώρα δεν είναι τίποτε για σένα και δε σε νοιάζει που κοιμάται. Είναι αυτή η αγάπη, μιλάμε γι αυτή την αγάπη, όχι για το πως αγαπάς όλον τον κόσμο, αυτή που σ έτσουζε που σε έκανε ν ανατριχιάζεις μόνο που σκεφτόσουν ότι μπορεί αύριο να μην είμαστε μαζί. Δυνατό συναίσθημα. Οι ερωτευμένοι συνήθως ντρέπονται. Έχουν παράπονο ο ένας απ τον άλλον, γιατί με άφησες, γιατί σε άφησα κι αν γινόταν αλλιώς θα μέναμε για πάντα μαζί. Αγαπάς μια γυναίκα για λίγο; έναν άντρα που τον νοιάζεσαι, που ξάπλωσες μαζί του τόσα βράδια κι ύστερα τίποτε; είναι κάπως δύσκολο, όπως και να το κάνεις. Και τι μένει απ αυτές τις αγάπες;
Ρε, ένα περίεργο μεσημεριάτικο δράμα. Όλες οι πρώην μου θέλουν να με βάλουν στο ίσιο δρόμο του θεού.
Η μεγαλύτερη έκπληξη μου ήταν, όταν κατάλαβα πως οι άλλοι είναι πιο δυστυχισμένοι από μένα.
Αβυσσαλέα μίσος. Πλούσιοι εναντίον φτωχών.
Για πρωινό δεν είναι κι άσχημα. Μου αρέσει το έξυπνο μυαλό λίγων ανθρώπων και το ωραίο σώμα πολλών γυναικών.
Όλες τις γυναίκες μου τις λέγανε Μαρίες. Ένα μυστήριο πράγμα. Το πιο αμαρτωλό γυναίκειο όνομα στον κόσμο.
Ένας συγγραφέας αποτυγχάνει όταν οι απόψεις του δεν ενδιαφέρουν τον πολύ κόσμο.
Στο σχολείο, λοιπόν, μας δίδαξαν και πολλά άχρηστα έως επικίνδυνα πράγματα. Ένα από αυτά είναι τα θρησκευτικά μαθήματα που μας έχωσαν σφήνα στον εγκέφαλο μας, την Εβραϊκή μυθολογία, και όλες τις δαιμονοληψίες και δεισιδαιμονίες αυτού του λαού. Τι αποκομίζει ένας μαθητής να διδάσκεται δώδεκα χρόνια την Ιουδαϊκή μυθολογία; Την ηθική εξάρτηση από λιβάνια και καντήλια.
Οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τους άλλους, όταν δεν μπορούν ν ακολουθήσουν τη σκέψη τους.
Αν ένας άνθρωπος βρεθεί κατώτερος από το ύψος του, νομίζω πως δεν επανέρχεται. [Είναι αυτό που λέμε, ξέπεσες στα μάτια μου.]
Μερικά πράγματα γίνονται αλλά δε λέγονται. Άρα, πρέπει κάτι να μένει κρυφό. Ας πούμε, ο θεός.
Tόσα πράγματα που έφτιαξα μου φαίνονται πως πήγαν στα χαμένα. Πέτρες, βιβλία, στίχοι, ξανά βιβλία, τετράδια θεάτρου, πίνακες, σκέψεις. Μολυβιές στο χαρτί, τόσα χρόνια, όλα στο χιόνι. Μυθιστορήματα, χιλιάδες σελίδες, πεντακόσια προχέδια ζωής, νιώθω πως τα παραδίνω όλα στο χάος. Δεν υπάρχει κάποιος που θα τα προσέξει. Ούτε τώρα ούτε στο μέλλον.
Καμιά κρίση ειλικρίνειας δε γλιτώνει τον δημιουργό από τις ανασφάλειες για την τύχη του έργου του. Κι ακόμα, η ζωή αυτή, δεν συγχωρεί τους υπερβολικά ευαίσθητους. Ή δε συγχωρεί κανέναν.
Μια ζωή ζούσα με κόκκους άμμου να κυλάνε γοργά
τώρα φαντάζουν όλα τόσο στατικά, τρομακτικά ακίνητα
ανακάθομαι στο κρεβάτι και ψηλαφίζω στο κομοδίνο
κάπου εδώ ξέχασα μία κλεψύδρα, πρέπει να τη βρω
και να τη γυρίσω...
Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2022
καλή τύχη Μάγκα
Χρυσαφικά του ήλιου, καινούργια ανάσα, μεγάλη απόφαση για κάποιον που
αγαπούσε τη ζωή, σαν εμένα που δεν έδινα ποτέ λογαριασμό σε κανέναν, να
κυνηγήσω ένα άλλο όνειρο.
Ο Στεφάν περνούσε τον καιρό του με κάτι κυρίες. Πλούσιος, αριστοκράτης,
γλεντζές, ασχημάντρας. Ήταν παντρεμένος αλλά δε μιλούσε ποτέ γι αυτό. Τα
εν οίκω μη εν δήμω, έλεγε και εκλεινε το θέμα.
-Είναι μια πολύ περήφανη, μου είπε ξαφνικά μια μέρα. Ακατάδεκτη. Χρύσα
τη λένε. Να της δώσω το τηλέφωνο σου; με ρώτησε και με κοίταζε
ερευνητικά.
-Γιατί το δικό μου; γέλασα. Και είσαι σίγουρος πως θα μου τηλεφωνήσει;
-Ναι, άμα της περιγράψω πόσο όμορφος είσαι θα σε πάρει σίγουρα, είναι η γυναικεία περιέργεια.
Το ύφος του δεν έκρυβε καμιά ειρωνεία.
-Μόνο εσύ μπορείς να της σπάσεις τα μούτρα! επειδή είναι όμορφη εμάς δε
μας καταδέχεται! Εξ άλλου δεν κάνουν όλες οι γυναίκες για όλους τους
άντρες.
Χαμογέλασα με κάποια αυταρέσκεια αν και δεν είχα ποτέ αμφιβολίες για το
ποιος ήμουν-ένα σκυλί που δεν άκουγε κανέναν. Ο Στεφάν κατά βάθος δε
φαινόταν να με ζηλεύει. Απλά ήταν ελαφρώς περιπαιχτικός γύρω από τους
όμορφους.
-Δεν έχει καμιά σημασία η ομορφιά, έλεγα εγώ ψεύτικα.
-Έχει πολύ μεγάλη σημασία μάγκα! είναι σπουδαίο να είσαι όμορφος,
ωραίος! κι εσύ είσαι! κρίμα που δεν είμαι κι εγώ! Να δώσω το τηλέφωνο
σου της ακατάδεχτης;
-Εντάξει, είπα. Δος το και δεν ήξερα τι μπορούσε να συμβεί με αυτή μου την κίνηση.
Το βράδυ ήρθε αργό. Ντύθηκα κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, καλός είσαι μη
κοιτάζεσαι! με είχε συμβουλεύσει η τελευταία γυναίκα που έζησα μαζί της
τρία χρόνια. Με ζήλευε, όχι πολύ αλλά καμιά φορά η λίγη ζήλια τονώνει το
αίσθημα ανωτερότητας που υπάρχει σε όλους τους ωραίους άντρες σαν
εμένα. Έφυγε όμως, με παράτησε και ήταν η μοναδική που το είχε κάνει
αυτό. Είσαι πολύ όμορφος! δεν αντέχεσαι, γι αυτό φεύγω. Καλή τύχη μάγκα!
Έτσι μ αποχαιρέτησε ένα πρωινό στην άσφαλτο.
Ξανακοιτάχτηκα στον καθρέφτη δεν έλεγε όλη την αλήθεια, πέρασα τα
δάχτυλα μου ανάμεσα στα πυκνά, ρούσα μαλλιά και βγήκα. Που θα πήγαινα;
κανένας δε με περίμενε απόψε και μάλλον θα κατέληγα στη γνωστή παρέα στο
μπαρ του Αρμόδιου. Χρόνια πήγαινα εκεί, ωραία ήταν. Πειράγματα με τους
φίλους αντροπαρέα αλλά και πολλές γυναίκες. Όμορφες, πουτάνες.
Μεθυσμένες, μερικές μαστουρωμένες, τις είχα βαρεθεί.
Μηχανικά κατευθύνθηκα προς τα εκεί, που να πήγαινα; πολλά χρήματα δεν
κυκλοφορούσα τελευταία, άρα ήταν μια βολική λύση ο Αρμόδιος, που μόλις
με είδε να κάθομαι στη μπάρα, έσπρωξε προς το μέρος μου μια Κικάο, την
αγαπημένη μου μπύρα. Ανταλλάξαμε μια φιλική ματιά, με συμπαθούσε ο
Αρμόδιος που το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης αλλά ένεκα της
ονομασίας του μαγαζιού σχεδόν κανείς δεν τον ήξερε με το πραγματικό του.
Από την άκρη της μπάρας με χαιρέτησε η Ντόνα, γυναίκα μιας βραδιάς.
Της χαμογέλασα. Είχαμε κοιμηθεί μια βραδιά μαζί.
Δεν είχα προλάβει να κατεβάσω μια γουλιά από τη μπύρα όταν χτύπησε το κινητό. Το άνοιξα, άγνωστος αριθμός.
-Ποιος είναι; ρώτησα.
-Είμαι η Χρύσα, άκουσα μια ωραία φωνή.
Αστραπιαία θυμήθηκα τον φίλο μου Στεφάν.
-Έλα στο μπαρ του Αρμόδιου, είπα κι έκλεισα.
-Τι σόι άνθρωπος είσαι; σούφρωσε τα χείλια του ο Αρμόδιος από μέσα. Είναι αναγκαίο να ξέρει η κοπέλα το μπαρ μου;
Γάτος ήταν, πως κατάλαβε πως ήταν κοπέλα;
Δεν του απάντησα, τι να του λεγα, τα πιανε όλα στον αέρα. Κατέβασα μια γουλιά Κικάο, η Ντόνα ήρθε κοντά μου.
-Τι κάνεις όμορφε;
Την κοίταξα λοξά. Έφυγε.
Όταν έφτασε η Χρύσα έμεινα εμβρόντητος αλλά προσπάθησα να μη το δείξω. Πανέμορφη, δεν υπάρχουν λόγια για να την περιγράψω.
-Είμαι η Χρύσα, είπε και με κοίταζε στα μάτια.
-Πως με αναγνώρισες; ρώτησα.
-Μου είπε ο Στεφάν πως είσαι ο πιο ωραίος της παρέας, γι αυτό ήρθα, αλλιώς δε θα με έβλεπες ποτέ.
Σμίκρυνε ο κόσμος μου, έγινε μια σταλιά, αυτή η γυναίκα θα είναι η
καταστροφή σου, μουρμούρισε πίσω μου ο Αρμόδιος την ώρα που φεύγαμε αλλά
εγώ τον κοίταξε επιτιμητικά, δεν έδωσα και πολύ σημασία στα λόγια του,
εξ άλλου δεν ήμουν πολύ εύκαιρος στα προφητικά λόγια. Απλά τον ρώτησα αν
την ήξερε.
-Όχι, δεν την ξέρω. Κανείς δεν την ξέρει αλλά εσύ καλά θα κάνεις να την
αποφεύγεις, μοιάζει επικίνδυνη, άκου και μένα κάτι ξέρω κι εγώ από
γυναίκες. Και μάλλον παντρεμένη.
Παντρεμένη; πως του ήρθε και ρώτησα τη Χρύσα γι αυτό.
-Όχι, βέβαια! είπε γελαστά και μ έπεισε.
Όλοι οι άντρες παινεύονται πως ξέρουν πολλά για τις γυναίκες κι εγώ κάτι
παραπάνω, έλεγα κι ύστερα από μια μέρα συναντήθηκα με τη Χρύσα, δεν
άντεχα μακριά της, ούτε κι αυτή και ήρθε στο δωμάτιο φορώντας ένα πέπλο
λευκό, νεράιδα σωστή, κινήθηκε με χάρη, απέθεσε όλες τις αλήθειες της
στο δικό μου γυμνό κορμί κι εγώ την αγάπησα, πως γίνεται αυτό; από την
πρώτη στιγμή κι εκείνη δεν ήξερε ν απαντήσει.
-Θα σ αγαπώ πάντα! φώναξε.
-Κι εγώ! φώναζα στο άδειο δωμάτιο όταν έλειπε κι αντηχούσαν οι τοίχοι.
Πέρασαν δυο βδομάδες, όλη η χαρά του κόσμου πάνω μας.
Με τον Στεφάν δεν είχαμε συναντηθεί, σα να μη βιαζόμουν να βρεθούμε, να
τα πούμε, δεν τον ήξερα και τόσο καλά, τελευταία κάναμε παρέα. Τον πήρα
τηλέφωνο ήρθε κεφάτος στου Αρμόδιου. Χωρίς να του πω τίποτε, το
κατάλαβε.
-Έλα ρε! μη μου πεις πως την έρριξες; πω,πω! είσαι πρώτος μάγκας, το
βλέπω στο πρόσωπο σου, μου είπε γελώντας. Περνάς καλά ε, τυχερέ! κερνάς
απόψε, όλα δικά σου..όμως βοήθησα κι εγώ, για πες μου; πες μου
λεπτομέρειες ρε μπαγάσα πως την κατάφερες.. δε θα τη φέρεις στην
παρέα..να της κάνω καζούρα..
-Έτυχε, είπα. Όχι ακόμα, τα πράγματα είναι σοβαρά..
-Δηλαδή; μ έκοψε με αλλιώτικο ύφος.
-Τίποτε, ξέχνα το είναι νωρίς ακόμα, θα δούμε στο μέλλον. Μπορεί να την παντρευτώ..
Ο Στεφάν έσκασε στα γέλια.
-Γιατί γελάς; τον ρώτησα. Που βλέπεις το αστείο;
Κάτι είχε αρχίσει να μη μ αρέσει στο ύφος του, χωρίς να φαίνεται ικανή αιτία να χαλάσει τη φιλία μας αλλά ποτέ δεν ξέρεις.
Ποτέ δεν ξέρεις όπως επαναλάμβανε συχνά η Χρύσα.
-Τι εννοείς μ αυτό; τη ρωτούσα.
Τρεμόπαιζε τα βλέφαρα. Σκοτείνιαζε.
Καθόμασταν τότε στη βεράντα του σπιτιού μου, πίναμε ένα ποτό μετά από
τον έρωτα, καπνίζαμε τσιγάρο,ήμασταν δυο ευτυχισμένοι άνθρωποι. Και είχε
περάσει ένας μήνας μόνο. Ένας μήνας που φαινόταν χρόνος.
-Είδες πως χάνεται ο χρόνος όταν αγαπάς; ω! σε λατρεύω! φώναξε δίπλα μου.
-Ναι! απάντησα. Έτσι είναι, όταν αγαπάς δεν υπάρχει χρόνος.
Και την άλλη μέρα πήγα και αγόρασα ένα δαχτυλίδι. Το ίδιο βράδυ της
έκανα πρόταση γάμου στο μπαρ του Αρμόδιου. Η Χρύσα ξέσπασε στα γέλια.
Γελούσε απίστευτα, και πιάνοντας το μέτωπο οπισθοχώρισε προς την έξοδο,
έφυγε. Ποτέ δε θα ξεχάσω αυτή την εικόνα και το γέλιο της.
-Είδες; το είδες αυτό; έγινε αλήθεια; με ρωτούσε ο Αρμόδιος και όλοι οι
πελάτες είχαν νεκρώσει σε μια στιγμή ακίνητη. Τίποτε δεν κινιόταν κι εγώ
με το δαχτυλίδι στο χέρι, μετέωρος, αδύνατο να εξηγήσω, βγήκα έξω, πήρα
τους δρόμους στο σκοτάδι της νύχτας αλλά και της ανθρώπινης παράνοιας.
Από τότε δεν την ξαναείδα..
Όταν συναντήθηκα με τον Στεφάν στο δρόμο, μου χαμογέλασε περιπαιχτικά. Περπατήσαμε λίγο στο πάρκο.
-Κανονικά έπρεπε να σου κάνω μήνυση για μοιχεία! είπε στρυφνά. Για να
καταλάβεις πως δεν είναι όλες οι γυναίκες για σένα επειδή είσαι όμορφος.
Να πληρώσω και δυο μπράβους να σου στραπατσάρουν εσαεί την ωραία σου
φάτσα αλλά σε συμπαθώ ρε μάγκα, μη νομίζεις, ας πήγες με τη γυναίκα
μου...αλλά, ξέρεις τι τους έκαναν τους μοιχούς στην Αρχαία Ελλάδα; Επί
Δράκοντος του εκτελούσαν σαν δέντρα., αργότερα τους έχωναν από ένα
καρότο ξέρεις που, ύστερα τους κούρευαν, τη μοιχαλίδα μπορούσε να την
προσβάλλει ο καθένας, της έσκιζαν τα ρούχα, την έβριζαν, την ξευτέλιζαν!
Στην εποχή μας καταργήθηκαν όλα αυτά αλλά παραμένει όμως μια σοβαρή
αιτία διαζυγίου κι εγώ έπρεπε να χωρίσω με τη Χρύσα που μου είχε κάνει
το βίο αβίωτο. Σ ευχαριστώ μάγκα για τη βόηθεια σου.
-Και γιατί διάλεξες εμένα; ρώτησα. Πως ήξερες πως θα ενδώσω και πόσο μάλλον ότι η Χρύσα θα με ερωτευόταν;
-Ε, το ήξερα πως θα γίνει έτσι, το ήξερα. Είστε και οι δυο μεγάλα ψώνια,
κατάλαβες; Καλή τύχη μάγκα, είσαι από αυτούς που ερωτεύονται οι
γυναίκες, γι αυτό.
ΤΕΛΟΣ
Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2022
ΓΕΛΑΣΤΟΊ ΠΆΝΤΑ
Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2022
ΤΟ ΚΟΙΝΌ ΟΥΡΛΙΆΖΕΙ
Είναι τόσο απλό: τα όπλα σκοτώνουν. Πρώτα οπλίζουμε το χέρι κι ύστερα αναζητούμε ευθύνες. Αργότερα θρηνούμε σαν καλοί χριστιανοί.
Είμαστε όλοι ένα ωραίο εξώφυλλο. Ποτέ δε μας ενδιαφέρει το περιεχόμενο. Μια λεζάντα που κρεμάστηκε στο περίπτερο.
Παρακολούθησα κάποτε σε μια αρένα, στην Ισπανία μια ταυρομαχία. Αυτό το βάρβαρο θέαμα που μοιάζει με τα Ρωμαϊκά φρικώδη θεάματα στις παλαίστρες και στους στίβους του Κολοσσιαίο. Και τότε το κοινό ούρλιαζε με κατακόκκινα μάτια υπέρ της θανάτωσης του νικημένου. Και τότε όταν έβλεπα τον ταυρομάχο να βασανίζει τον άτυχο ταύρο, ο κόσμος γύρω μου φώναζε ολέ, χειροκροτούσε το Τορέρο. Βέβαια το κόκκινο πανί δεν ερέθιζε μόνο τον δυστυχή ταύρο αλλά και τα δυστυχισμένα όντα στις κερκίδες. Παρατήρησα τα πρόσωπα τους, τις συσπάσεις ηδονής, ευχαρίστησης και με έπιασε θλίψη. Θα έφευγα.
Πριν γεννηθείς δεν ήσουνα κάτι
κι όταν πεθάνεις δεν θα είσαι τίποτα.
Η ελπίδα δικαιοσύνης είναι η γνώση. Δεν υπάρχει καμιά ισοπέδωση, ούτε πεσιμιστικό είναι. Αν περιμένεις να σε σώσουν οι θεοί, έχασες το μεγαλύτερο μέρος της εμπιστοσύνης στον εαυτό σου. Τα όνειρα του ανθρώπου δεν είναι αυτά που νομίζεις εσύ, αυτόν τον κόσμο τον γνωρίζουμε.
Έχουμε συνηθίσει ν αποκαλούμε «τρελούς» τους καλλιτέχνες. Παλαιότερα αυτό με νευρίαζε και έμπαινα στη διαδικασία της απολογίας και της υπεράσπισης γιατί οι καλλιτέχνες δεν είναι τρελοί. Όχι πως σήμερα δε με πειράζει, απλά δεν απολογούμαι. Βέβαια, οι σοβαροί άνθρωποι δεν το κάνουν αυτό ποτέ αλλά το πλείστον του κόσμου σου κολλάει πολύ εύκολα το τρελός καλλιτέχνης. Και τι εννοούν άραγε μέσα στο μυαλό τους; πως καταλαβαίνουν αυτή την τρέλα; Μήπως επειδή ο καλλιτέχνης αποτελεί κάτι ξεχωριστό, κάτι ακαταλαβίστικο γι αυτούς αλλά τόσο κατανοητό για κείνον;
Δυστυχώς ο κόσμος μας άλλαξε. Δεν είναι σαν την παλιά, καλή Ελληνική ταινία, όπου στο τέλος της είχαμε πάντα έναν ευτυχισμένο γάμο, του Βέγγου με την Άννα Φόνσου. Αυτή η διαφορά του τότε με το τώρα είναι φανερή. Στην Ελληνική πραγματικότητα, δεν υπάρχει happy end. Είναι άραγε καλύτερα τώρα; Η σύγκριση είναι δικιά σας ή καλύτερα, αυτών που έζησαν τις δυο τελευταίες γενιές.
Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2022
ΖΩΓΡΑΦΟ-ΣΥΝΈΝΤΕΥΞΗ
Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2022
ΑΔΙΌΡΘΩΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΥΠΌΦΟΡΟΣ
Δυο επίθετα, αδιόρθωτος και ανυπόφορος; μπορεί να μου ταιριάζουν, γιατί, σίγουρα θα πρέπει να είμαι ένας ανυπόφορος άνθρωπος. Μου αρέσει όμως αυτό που κάνω όταν πιάνω το στιλό ή τα πινέλα σαν σε μια αιώνια πάλη ΚΑΙ τότε γίνομαι ένα άλλο θηρίο που παλεύει για όσα έμαθε και για όσα μαθαίνει, ενάντια σε μια οικτρή ανθρώπινη πραγματικότητα. Μου επιτρέπεις να σου πω για το φιλάκι στη μασχάλη; Ορισμένα πράγματα στην τέχνη μου γίνονται τόσο γρήγορα που δε φαντάζεσαι! Τι αξία θα είχαν ορισμένα συμβατικά κείμενα μου; Το φιλάκι στη μασχάλη είναι το γαργάλημα-τι λέξη!- του νου, η υποψία πως θα γελάμε ακόμα κι αν μας τυφλώνουν και θα πρέπει να γνωρίζεις πως είναι πολύ πιο δύσκολο να κάνουμε τους ανθρώπους να γελάσουν από το να κλαίνε. Όμως, να σου πω την αλήθεια με αυτά που γράφω μερικές φορές, αν δεν κάνω τον εαυτό μου να γελάσει, δε θα κάνω κανέναν.
Μου προξενεί θλίψη το γεγονός της διπλοπροσωπίας των ανθρώπων.Οι ίδιοι που τον έβριζαν και τον απεχθάνονταν οι ίδιοι τώρα τον τιμούν.Του βγάζουν λευκώματα και τα τοιαύτα.Κάποιοι που τον σεβάστηκαν, ακούνε τα τραγούδια του και κλαίνε...
Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2022
ΤΟ ΔΙΑΡΚΈΣ ΠΑΡΆΛΟΓΟ
Είναι γλυκό το καλάμι Πλιάτσικα;
ΠΑΡΑΔΟΜΕΝΟΙ ΣΤΑ ΦΕΟΥΔΑ ΤΩΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΩΝ, οδηγήσαμε την ύπαρξή μας στο αδιέξοδο του διαρκούς παραλόγου.
Τι σημαίνει άραγε,το διαρκές παράλογο;Και ποια είναι τ αποτελέσματά του;
Ένα από αυτά η αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου απο την φύση και τον συνάνθρωπό του..το άτομο δεν είναι τίποτε άλλο από ένα εμπόρευμα αποθηκευμένο στην αγορά.Μια επένδυση που πρέπει να αποφέρει το ανώτερο δυνατό κέρδος.
Ένα άλλο, που οι άνθρωποι έπαψαν να είναι ανεξάρτητοι και έγιναν υποχείρια των πολυεθνικών....
..κάπως έτσι, σοβαρά πήγα ν αρχίσω να ξετυλίγω τις σκέψεις μου αλλά που να με αφήσει ο από μέσα μου. Σιγά, μου είπε, σιγά μην ξεκαβαλήσεις την καλαμιά σου.Εσείς οι καλαμαράδες είστε οι χειρότεροι..Τα πιστεύεις αυτά; τον έκοψα, νευριασμένος. Και βέβαια τα πιστεύω! χλιμίντρησε ο αλευροπίτουρας. Εσεις είσαστε ανέκαθεν η καταστροφή του κόσμου. Πες μου έναν γραφιά που δεν έκανε κακό. Ο Σεξπηρ, μουρμούρησα, αθελά μου. Χα, γέλασε, καλό κουμάσι και του λόγου του. Μας άφησε τις τραγωδίες του να κλαίμε μερόνυχτα. Τις δολοπλοκίες του Σαυλώκ, για να μαθαίνουμε τι πανούργοι είναι οι άνθρωποι..άλλος; Αφου βγάζεις κι αυτόν άχρηστο, τι να πω..είναι τόσοι. Ο Όμηρος, ο Δάντης, ο Καζαντζάκης,ο Καμί, ο Ιονέσκο..Α,γι αυτό ξεκίνησες με το παράλογο! με ξέκοψε. Γι αυτό είπες ότι οδηγηθήκαμε σ ενα διαρκές παράλογο. Επειδη έχεις επηρεαστεί από το θέατρο του παραλόγου..ομως εγω φιλαράκο δεν είμαι έτσι! Δεν έγινα εγω τσιφλίκι του κάθε κερατά! Εγώ είμαι λεύτερος να πετάξω όπου θέλω! ..έτσι μου έλεγε χτες το βράδυ, ο αμπλαούμπλας ο εαυτός μου, καθως προχωρούσα στην σκοτεινιά των καιρών. Τι θέλεις εσυ με δαύτους; Τράβα κει πέρα στην ερημιά, αφού τους ξέρεις..δεν τους ξέρεις τι αθλιοι είναι; Τι λάγνοι και τι ασελγείς; Τι μπλέκεις τώρα με παράλογα και ξεπαράλογα; Δεν υπάρχει τίποτε παράλογο, εσύ τα βλέπεις έτσι. Ο κόσμος είναι μια χαρά και προχωράει τον δρόμο του.Μερικοι ομως έχουν βάλει τη νεκρά και μας περιμένουν στη γωνία..επιμένει ο άτιμος εαυτός μου να με τυραγνάει με σκέψεις περίπλοκες και δαιδαλώδεις αλλά εγώ είμαι έτοιμος ν αλλάξω πετονιά, να ρίξω για ζαργκάνες. Και τι θέλεις να κάνω τώρα εγω ρε μούργο; Οχι ρωτάω και θέλω απάντηση: ΜΠΟΡΩ ΕΓΩ ΝΑ ΤΑ ΒΑΛΩ ΜΕ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΗΝ ΠΑΡΑΛΟΓΙΑ;
Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2022
ΠΡΙΟΝΊΔΙ
![]() |
Γ. Στεφανάκης |
Να ρίχνεις πριονίδι στη μπανιέρα για να μην βλέπεις το αιδοίο σου όταν κάνεις μπάνιο. Και συ να μην κοιτιέσαι στον καθρέφτη να βλέπεις τ αχαμνά σου γυμνός. Χριστιανικές παραινέσεις.
Τι είναι λοιπόν, φυσικό και αξιοπρεπές στον έρωτα και τι αφύσικο και ανώμαλο;
Ένας φίλος που γύρισε απο σαφάρι στην Αφρική, μεγάλος, σοβαρός άνθρωπος, όταν τον ρώτησα τι του έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση, μου απάντησε: Η ελευθερία στο σεξ. Εκεί οι άνθρωποι συνουσιάζονται όπως τα ζώα. Κι έτσι γίνονται πιο απλοί, σου μιλάω για τα βάθη, εκεί που δεν έχει εισχωρήσει ο "πολιτισμός μας".
Η καταπίεση της σεξουαλικότητας, αυξάνει ασύνειδα το μίσος, την πολεμική και την επιθετική μανία. Σε κοινωνίες με λιγότερη καταπίεση, οι ψυχικές αρρώστιες, είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Ο άνθρωπος δε γεννιέται κακός, γίνεται κακός και ο γάμος σαν σεξουαλική κοινότητα γίνεται για χάρη της ηδονής του άντρα. Η γυναίκα ήταν [είναι;] σκέτο σεξουαλικό αντικείμενο. Ο χριστιανισμός απ όλες τις μεγάλες θρησκείες ήταν και είναι ο χειρότερος εχθρός της ελευθερίας του έρωτα. Αντίθετα ο Κομφουκιανισμός εκθειάζει περίτεχνα την συνουσία με αγάπη σε όλες τις στάσεις με λεπτομέρειες.
Οι άνθρωποι κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια του Χριστιανισμού, ζούσαν όλοι μαζί, σε μια μεγάλη αίθουσα. Κοιμόνταν γυμνοί, κυκλοφορούσαν γυμνοί και κανένας δεν ενοχλούνταν, αν κάποιοι συνουσιάζονταν. Τα παιδιά μεγάλωναν σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Οι πόρνες δεν ήταν "κοινωνικά περιφρονημένες" και οι Δήμαρχοι, οι Επίσκοποι, άνοιγαν πορνεία. Στα λουτρά συναντιόταν άντρες, γυναίκες, παιδιά, ολόγυμνοι. Η σεξουαλική αποχή θεωρούνταν επιβλαβής για την υγεία. Πως έγινε και όλα αυτά άλλαξαν; Κάτω από την πίεση της Χριστιανικής θρησκείας, εμφανίστηκαν όλες οι μαζικές μανίες, οι δεισιδαιμονίες, οι θρησκευτικές υστερίες, και οι μανίες καταστροφής. Κάποιοι "βάρβαροι λαοί" απαγόρευαν το σεξ πριν τις επιδρομές. [κάτι ανάλογο πράττουν κάποιοι σημερινοί προπονητές ποδοσφαίρου]. Ο άνθρωπος κάτω από την καταπίεση, οποιασδήποτε μορφής αγριεύει. Όλες αυτές οι σκέψεις και οι μνήμες μου ήρθαν στο μυαλό από την φράση του ηλικιωμένου φίλου μου. Και την πήγα παρακάτω: ακόμα και σήμερα ο άνθρωπος είναι απελπιστικά καταπιεσμένος-ιδιαίτερα ο Δυτικός άνθρωπος- είναι σεξουαλικά πεινασμένος. Ακόμα και σήμερα οι περισσότερες γυναίκες είναι σκλάβες. Ακόμα και σήμερα τα περισσότερα αντρόγυνα κάνουν έρωτα στο σκοτάδι, κρυφά κάτω από τα ρούχα για να μην βλέπουν τα όργανα του καθενός. Νιώθουν ντροπή, γιατί έτσι τους δίδαξε ο Χριστιανισμός.
Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022
Η ΕΠΑΝΆΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΦΤΩΧΏΝ
![]() |
Έργο Γ. Στεφανάκη |
Είναι
πολύ δύσκολο, έως απίθανο να συλλάβεις
την πραγματικότητα. Κι όταν την "συλλάβεις"
να είναι
ήδη
πολύ αργά. Δεν έτυχε να
γνωρίσω ανθρώπους που
την
γνώρισαν ή
την πλησίασαν με ακέραιο ρεαλισμό, να
πουν
ότι η ζωή είναι αυτό, παρ ότι έτυχε
να γνωρίσω
σπουδαίους ανθρώπους. Μπορεί
όμως κι αυτό να μην
είναι αλήθεια.
Όπως
και να το δεις πάντα η ζωή ήταν δύσκολη
για τους
φτωχούς αλλά παλαιότερα είχαν
τουλάχιστον το όραμα
μιας επανάστασης.
Τώρα κι αυτό το λαμπάκι έσβησε: δε
θα
γίνει
ποτέ η επανάσταση των φτωχών. Λόγω
ασυμφωνίας στο τι
είναι φτώχεια αλλά
κι επειδή δεν φαίνεται στον ορίζοντα
κανένας Σπάρτακος.
Σαν
το μικρό τριαντάφυλλο
σαν
άσπρο χελιδόνι
αχ,
της ασχήμιας πήρα τον καιρό
η
ταρακουνημένη.
Συνεκδοχικά,
ένα έργο τέχνης πρέπει να είναι "ωραίο"
έχοντας κατά νου τη στενότερη ή ευρύτερη
σημασία,
ετυμολογικά. Ένα έργο τέχνης
πρέπει να φτιάχνει τη
διάθεση του θεατή,
να προβληματίζει. Όμως, ένα "άσχημο"
έργο τέχνης που κατακερματίζει το
ανθρώπινο σώμα,
ταυτόχρονα και πνεύμα,
δε βλέπεται, δε φτιάχνει την
ευχαρίστηση
και κατά συνέπεια δεν πωλείται. Ένα έργο
τέχνης, συνεκδοχικά πρέπει να είναι
"άνθος".
Ένα
από τα μεγαλύτερα κακά στην Ιστορία των
ανθρωπίδων
υπήρξε η θρησκεία. Σε όλους
τους πρωτόγονους και
μεθεπόμενους
πολιτισμούς επικρατούσε η άποψη πως
κάποιος ή κάποιοι θεοί έφτιαξαν τον
κόσμο. Οι σημερινοί
άνθρωποι δεν έχουν
ανάγκη από θεούς. Κανένας δεν
έφτιαξε
τον κόσμο. Υπάρχει από μόνος του.
ΠΑΛΙΌ, ΚΑΛΌς ΕΛΛΗΝΙΚΌΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΆΦΟΣ.
ΚΑΡΙΈΡΑ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΌ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΆΦΟ. Περίπου το 1980 είχε εκδο θεί το πρώτο μου βιβλίο κι έκανε κάποια μικρή αίσθηση στο χώρο. Διατηρούσ...
