Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε το μήλο, λιγότερο το πορτοκάλι. Το μήλο ήταν η ποίηση. Το ξινό πορτοκάλι, αγουροπράσινο στις αρχές του Φθινοπώρου, μου έτσουζε τα μάτια με δυσκόλευε να διαλέξω: να γράφω ή να μη γράφω; Και για ποιόν; Είχαμε δυο πορτοκαλιές στην άκρη στο περιβόλι. Το νερό ποτέ δεν τους έφτανε παρ ότι ο πατέρας έκανε τα πάντα για να καρποφορήσουν, μόνο κάτι μικρά πορτοκάλια έβγαζαν που δεν τρώγονταν. Τόσο στιφός και πικρός γινόταν ο χυμός τους, τόσο δύσκολος, στριφνός κι αδυσώπητος ο δρόμος της γραφής, της ζωγραφικής, της δημιουργίας και πάντα εκείνο το ανελέητο για ποιόν; γιατί; Αξίζει;
Κι έπειτα τα μήλα ήταν στον κάμπο, σε ένα άλλο χωράφι που δεν ήταν δικό μας. Ξένο. Δε μ ένοιαζε, περνούσα από εκεί, έκοβα δυο τρία, τα άγουρα μου άρεσαν περισσότερο. Τα τραγανούσα, πέταγα τις φλούδες μακριά , έφτυνα το άχρηστο. Ήταν πολύ νόστιμα, σαν τα άγουρα στήθη της Τασίας που μου λεγε μη γράφεις, μη ζωγραφίζεις. Αργότερα τ αγαπούσε και τα δυο. Εγώ ακόμα δεν ξέρω αν τ αγαπώ. "Όχι ψέμματα, φίλε!" λέω στον εαυτό μου. "Σου άρεσαν και τα δυο και τα μήλα και τα πορτοκάλια, όμως η απογοήτευση είναι μεγαλύτερη. Η πίκρα αχώνευτη."
Τα μήλα και τα πορτοκάλια με τα άπειρα κουκούτσια τους. Μαύρα των μήλων σαν γραμματάκια στη σειρά. Των πορτοκαλιών, γλυφά, καλλυμένα με υγρό, πετάγονταν απ΄τα χείλη πιο εύκολα. Μα τίποτε δεν είναι εύκολο. Αν πεις γράφεις για τον εαυτό σου, θα πουν εγωϊστής, δεν αξίζει , αν πεις ζωγραφίζεις για τον κόσμο, θα πουν και ποιος είσαι εσύ; ποιος σου είπε πως θέλουμε να ζωγραφίζεις για μας;
Μαύρα μήλα κι μπλέ πορτοκάλια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου