Κυριακή 10 Μαΐου 2026

ΥΠΌ - ΈΡΠΟΥΣΑ. [ ο Καβάφης, οι άλλοι και το άγαλμα]

 

Πραξιτέλης Τζανουλίνος, δεν τον ήξερα, τον έμαθα από τον Καβάφη του. Δεν έχω δει το άγαλμα από κοντά, θα πάω μια μέρα, ένα βραδάκι μάλλον, το ημίφως άρεσε στον ποιητή, δεν αγαπούσε το πολύ φως, φοβόταν την καταρρέουσα νεότητα και το νεανικό σφρίγος που χανόταν με το πέρασμα του χρόνου.
Ο Καβάφης δεν ήταν λαϊκός ποιητής ούτε λαϊκός τύπος. Του άρεσε η φρικτή πολυτέλεια. Δεν ξέρω, βέβαια πόση "κολακεία" χρειάζεται να προσθέσουμε για το έργο του αλλά το ίδρυμα Ωνάση που χρηματοδότησε την αγαλματοποίηση και την παγκόσμια προβολή του, μέσω της αναγνωρισιμότητας της μορφής του ποιητή, σαφώς υποβόσκει μια περιρρέουσα εκμετάλλευση. Μαζί με τον βασιλικό, ποτίζεται κι η γλάστρα. Δεν έχω τίποτε εναντίον αυτών των ιδρυμάτων, αλλά έχω! Πίσω και μέσα από κάθε ίδρυμα υφέρπει λίγδα, εκλεκτισμός, κερδοφορία, φυσικά για τους ανθρώπους που κρύβονται πίσω από κάθε ίδρυμα.
Ο Τζανουλίνος είπε πως ποτέ δεν περίμενε τέτοια υποδοχή για το έργο του αυτό, στα 70 του χρόνια και συμπλήρωσε πως "μας πήρε ο Καβάφης στην πλάτη του". 
Συμπεριέλαβα τον Καβάφη στη σειρά ΠΟΊΗΣΗ ΚΑΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΉ δείτε την ανάλογη φωτογραφία ουσιαστικά επειδή μ αρέσει παιδιόθεν η ποίηση του απλά διαφωνώ με την πολτοποίηση του.  



Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

ΔΕ ΧΡΩΣΤΏ ΣΕ ΚΑΝΈΝΑΝ

 

 


Εκτιμώ τους ανθρώπους που έχουν έξυπνο χιούμορ, που γελάνε. Μ αρέσουν γιατί κι εγώ γελάω- δεν μπορώ τα κατεβασμένα μούτρα, τη σοβαροφάνεια, ψεύτικη ή όχι. Να, αυτός ο φίλος μου ο Τάκης είναι απίστευτος. Το απόγευμα σε μικρή κουβέντα που κάναμε για τις γυναίκες, λέει στον μπατίρη κι ανέραστο της παρέας: Άιντε ρε που έχεις να δεις μπούτι από τότε που έφαγες κοτόπουλο!
Έχετε πετάξει ποτέ κάτι στα σκουπίδια και μετά να το ψάχνετε; εγώ είχα πετάξει το μυαλό μου
Μέχρι χτες νόμιζα πως χρωστώ κάτι στην τέχνη και το ζην. Σήμερα αποφάσισα πως δε χρωστάω σε κανέναν.
Ένας σκύλος τραγανούσε μια βόμπα έξω απ το σπίτι μου.
Μια γυναίκα τον κοίταζε.
Εγώ κοίταζα τη γυναίκα. Ήταν κι αυτή μια βόμπα.
Τι είναι η πυγή; δε βαριέσαι γιατί να μη σκοτώσουμε κι εμείς. Κι έπειτα το ύδωρ ήταν ελεύθερο. Δεν ξέρω τι κατασκεύασαν οι άνθρωποι με την ελεύθερη ερμηνεία. Τι ακριβώς επιζητούσαν, πηγαίνοντας στο φεγγάρι.
Το ζήσε και μη ερεύνα που κολλάει εδώ; Θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τη ζωή, αλλιώς θα πάμε να ξαπλώσουμε πάνω από έναν φρεσκοφτιαγμένο, μαρμάρινο τάφο περιμένοντας πως κάποτε σίγουρα θα πεθάνουμε.
Εμένα αυτά τα ο κορυφαίος έλληνας, σκηνοθέτης, ποιητής, ζωγράφος, χορεύτρια, συγγραφέας πολύ με συγκινούν. Δεν ξέρω τι να κάνω μόλις μου λένε πως ο Ταχτσής ήταν κορυφαίος συγγραφεύς επειδή έγραψε αυτή τη μπούρδα το Τρίτο στεφάν, ή αυτή την Ιορδανίδου με τη Λωξάντρα που θέλουν να τη συγκρίνουν με τον Καζαντζάκη. Για σήμερα κορυφαίος είναι κάποιος Λεφτέρης.
Τα πραγματικά μας κίνητρα είναι άσχημα. Τα κρύβουμε πίσω από πολλές μάσκες. Και αν κριθούμε εκ του αποτελέσματος μάλλον είμαστε ωραιοφανείς.
Μερικοί δε γελάνε ποτέ και μερικές είναι πολύ σοβαρές. [Εμένα μου αρέσουν οι ασόβαρες.]
 

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

ΠΑΝΔΗΜΊΑ ΤΕΧΝΗΤΉΣ ΝΟΗΜΟΣΎΝΗΣ

  

 




 

Το διαδίκτυο είναι μια πραγματική Βαβυλωνία. Ειδικότερα τώρα με την πανδημία της Τεχνητής Νοημοσύνης, συναντάς εκεί τους πάντες και τα πάντα.Αυτό που κάνει πραγματικά μεγάλη εντύπωση, είναι πως ανθρώπους που δεν τους ήξερε κανείς, χιλιάδες, εκατομμύρια τύποι, βγαίνουν στο γυαλί και διατυμπανίζουν τη θεωρία τους, περί τους παντός, με ύφος και χάρη, χιλίων καρδιναλίων. Για την θρησκεία, τους πολέμους, τους ήρωες, τις μεγάλες μάχες, τους φιλόσοφους, μιλούν με έναν τρόπο που θέλει να σε πείσει πως αυτοί είναι οι μοναδικοί γνώστες, κάτι σαν σωτήρες, σαν μεσίες, σαν προφήτες, που θέλουν να προστατέψουν το ανθρώπινο γένος! Κάθισα περίπου τρεις-τέσσερις ώρες συνεχόμενες στο τικ-τοκ και έπαθα σοκ! Οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί η πιο νοσηρή φαντασία, ο πιο νοσηρός νους αλλά και ο πιο ευφυής, υπάρχει εκεί μέσα. Κοντοί, χοντροί, άσχημες, και ωραίοι, αμαθείς, γιατροφιλόσοφοι, άθεοι και ένθεοι, παπάδες, απατεώνες, γυναίκες που συμβουλεύουν για πίπες, για παγκόσμιες κριτικές. Όλοι αυτοί παρουσιάζονται σαν δάσκαλοι, κουνάνε τον δείχτη, υποδεικνύουν το καλό, αναλύουν με σοφία όλα τα Ιστορικά γεγονότα, μιλάνε με τσιτάτα, συμβουλεύουν και βρίζουν.
Πριν απ αυτή την σύγχρονη Βαβυλωνία, δεν ήξερα πως υπάρχουν τόσοι σοφοί άνθρωποι, νέοι, γέροντες, μικρά παιδιά, ιέρειες. Τρομερό! παθαίνεις την πλάκα σου και λες που υπήρχαν κρυμμένοι  όλοι αυτοί; πως αποκτήσανε ξαφνικά τόση γνώση; εγώ ήθελα να τα έλεγαν αυτά πριν την εμφάνιση της ΑΙ, θα εμφανιζόταν κανείς να παπαγαλίζει αυτά που αντιγράφουν τώρα μέσω της τεχνητής νοημοσύνης; για να κάνεις κτήμα σου τη γνώση, χρειάζεται μελέτη ζωής. Έτσι, λοιπόν αυτοί που εμφανίζονται αντιγράφοντας την τεχνητή νοημοσύνη, απλά είναι ανόητοι συμβουλάτορες, κάθε καρυδιάς καρύδι που σε συμβουλεύει τι θα φας, αν πρέπει να πιεις, πως θα γαμήσεις. 

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

ΤΈΛΟΣ ΠΆΝΤΩΝ

 


 

Υπάρχουν μερικά πράγματα που μου αρέσουν αλλά δεν μπορώ να είμαι πάντα συνεπής – αν και αυτό έρχεται αντίθετο προς τις πεποιθήσεις μου. Ένα από αυτά είναι η καθαριότητα. Ααα, δε μου αρέσει ο βρώμικος κόσμος-για τις βρώμικες γυναίκες με την άλλη άποψη δεν θα έλεγα όχι-αλλά η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά όπως και να το κάνουμε.
Τέλος πάντων, είχα μια φίλη εκείνο τον καιρό που δε στεκόταν σε χλωρό κλαρί. Μόλις έμπαινε στο σπίτι μας, μέναμε τότε κάπου στις παρυφές του Λυκαβηττού, άρχιζε να συγυρίζει. Τίναζε τα μαξιλάρια από τον καναπέ του σαλονιού, άδειαζε συνέχεια τα τασάκια, πήγαινε στην κουζίνα έπλενε ότι έβρισκε μπροστά της, επέστρεφε στο σαλόνι ήρεμη λες και δε συνέβαινε τίποτε. Εμείς την παρατηρούσαμε σιωπηλοί, η γυναίκα μου την παρότρυνε συχνά να συνεχίζει το έργο της, μια και είχε μπουχτίσει μέρα- νύχτα με τη φασίνα και το σφουγγαρόπανο στο χέρι. Αχ, μου έλεγε, κάνε και συ κάτι όλα εγώ τα κάνω εδώ μέσα. Να σφουγγαρίζω, να πλένω, να μαγειρεύω, να στρώνω να ξεστρώνω κρεββάτια, τι είμαι εγώ; Δούλα σας είμαι; Και κοίταζε εμένα και τα παιδιά μας.
Εγώ έξυνα τα αφτί μου αμήχανος αλλά μια και δεν ήθελα να δίνω συνέχεια σε τέτοιες κουβέντες που δε με συνέφερναν, προσπαθούσα ν αλλάζω κουβέντα ή την αγκάλιαζα και της έλεγα πόσο σπουδαία νοικοκυρά ήταν. Βέβαια, εμένα η δουλειά μου είναι στρατιωτικός. Μια ζωή εκεί μέσα μόνο διέταζα. Έτσι και στο σπίτι μου; Όλοι ήταν υποχρεωμένοι ν υπακούουν και περισσότερο η γυναίκα μου που την είχα παντρευτεί για να κάνουμε παιδιά και να κοικοκυρεύει. Τώρα, αν τη βόλευε που η Αθηνά έτυχε να έχει αυτό το κουσούρι με την καθαριότητα, εμένα ποσώς με ενδιέφερε. Εκείνο που με ενδιέφερε ήταν να είναι το σπίτι μας καθαρό. Ποιος θα έκανε τη δουλειά, καρφάκι δε μου καιγόταν.
Η Αθηνά ερχόταν συχνά-πυκνά και άρχιζε όσες ώρες και να έμενε στο σπίτι μας να μην αφήνει τζάμι για τζάμι ακαθάριστο. Άχνιζε μάλιστα με το στόμα της κι ύστερα σφούγγιε με το χαρτί. Χου! Χου! Έκανε κι έσκυβε κάτω από τις καρέκλες μήπως ανακαλύψει κανένα σκουπιδάκι, καμιά σκονούλα. Σχεδόν έγλειφε το μωσαικό, τα πλακάκια, ξεσκόνιζε τα κομό, ανέβαινε πάνω στην καρέκλα να δει μήπως πάνω από τις πόρτες υπήρχε σκόνη, έψαχνε στα πιο περίεργα μέρη κι όταν ανακάλυπτε μια βρωμιά, κοίταζε επιτιμητικά τη φίλη της κι εμένα. Μμμ..ού! έκανε και στρωνόταν στη δουλειά.
Εγώ την παρατηρούσα, δεν ήταν άσχημη, ίσα-ίσα, ψηλή, ωραίο σώμα, νέα γυναίκα, σφριγηλή. Δεν έλεγε πολλά πράγματα, θέλω να πω κουβέντες αλλά απ ότι είχα καταλάβει μόνο με τη γυναίκα μου συζητούσε πολύ όταν εγώ έλειπα.
Μια μέρα που γύρισα ξαφνικά από την υπηρεσία μου, κουρασμένος καθώς ήμουν από μια ολονύχτια άσκηση, σκεφτόμουν πότε να φτάσω στο σπίτι και να ξαπλώσω στον καναπέ, άνοιξα την πόρτα και την είδα γυμνή στο μισάνοιχτο παράθυρο. Δεν με πήρε είδηση που είχα μπει και συνέχιζε να κοιτάζει έξω καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Ρουφούσε ηδονικά τον καπνό και τον φυσούσε έξω. Το γαλάζιο, θολό του καπνού, τύλιγε το κατάλευκο κορμί της. Πιο λευκό γυναικείο κορμί δεν είχα ξαναδεί! Κατάλευκο σαν αρχαίας ιέρειας που δεν την είχε δει ποτέ ο ήλιος.
Δεν έκαμα καμιά κίνηση, έμεινα εκεί να την κοιτάζω.
-Η γυναίκα σου πήγε για ψώνια, μίλησε χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει.
Ώστε έτσι! Με είχε αντιληφτεί κι εγώ νόμιζα αλλιώτικα.
Έκλεισα την πόρτα πίσω μου μη ξέροντας τι να πω και τι να κάμω. Ωστόσο, η Αθηνά γύρισε προς το μέρος μου αποκαλύπτοντας το φουσκωτό εφηβαίο της. Σα να το πρότεινε, με τις κατσαρές, κατακάθαρες τρίχες να τρέχουν μέχρι την κοιλιά της. Ύστερα, φόρεσε την κυλότα της, αργά-αργά. Τύλιξε το σουτιέν, έκρυψε τα στήθη, φόρεσε τα υπόλοιτα και το τζιν παντελόνι της.
Ακόμα θυμάμαι το θόρυβο που έκανε το κλείσιμο του φερμουάρ που έκρυβε πίσω του το άσπρο της κυλότας της
 

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΆ ΤΟΥ ΜΆΗ.

 



 


ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ ΓΙΑ ΕΥΠΛΑΣΤΟΥΣ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΥΣ
 
Τα σου΄πα μου΄πες μη μου λες
Εμεις τελειώσαμε εχτές
Μη μου τ΄αρνιέσαι
Σε άλλους φίλους που θα πας
Πάψε να πίνεις και να κλαις
Μη μου τ άρνιέσαι
Του Μάη ήταν μια βραδυά
έκλαιγαν όλα τα πουλιά
που έφυγες για πάντα.
Εγώ θα μείνω στη βροχή
μια ώρα δρόμο μακρινή
που να σ βρω απάντα
 

Κυριακή 3 Μαΐου 2026

ΜΕ ΛΈΝΕ ΚΏΣΤΑ. 2

  


Σαν ήμουνα μικρός
ζήλευα τους μεγάλους
που λέγαν πως τα ξέρουν όλα.
Τώρα που μεγάλωσα-τα ξέρω όλα τώρα-
ζηλεύω τους μικρούς
που βιάζονται κι αυτοί να μεγαλώσουν.
 

 

- Με λένε Κώστα, του λέω.
-Γειάσου κύριε Κώστα. Πως σας λένε; ρωτάει.
Γύρισα το μεσημέρι στο εργαστήρι και πάνω στο επιτραπέζιο ημερολόγιο του γραφείου βρίσκω ένα αβγό. Το πήρα στο χέρι, μεγάλο ήταν αλλά εγώ δε θυμόμουν να είχα αφήσει εκεί ένα αβγό. Είπα να το πετάξω στο δρόμο, βρασμένο θα ήταν; αλλά δεν το έκανα. Αν πετύχαινα κανέναν;

 

Κατέβηκα μια βόλτα στην πλατεία. Πλατεία Εξαρχείων. Ερημία. Τα μαγαζιά όλα κλειστά, μόνο ο Κάβουρας και ο Τούρκος ανοιχτά και στη Θεμιστοκλέους μια γκόμενα με το σκύλο αγκαλιά αργουλιάζουν. Δίπλα κάποιος Εβραίος; φωνάζει χίλιες φορές κύριε ελέησον καπνίζοντας μπάφο. Σκέφτομαι τι θα απογίνουν οι γνήσιοι Αθηναίοι όταν φύγουν μονομιάς από την πόλη όλοι οι βλάχοι.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

ΤΟ ΜΗ ΧΕΙΡΌΤΕΡΑ ΕΊΝΑΙ ΛΊΓΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΆΣΤΑΣΗ ΜΑς

 

 


Χωρίς μιζέρια, δίχως γκρίνια- ο κόσμος μας δεν είναι, σίγουρα, ο καλύτερος. Ο πλανήτης γη ίσως απ τα χειρότερα μέρη για να κατοικήσεις. Οι άνθρωποι ζώα που πιστεύουν σε διάφορους θεούς, κάτι ανόητοι χριστιανοί, μερικοί ακατανόητοι μουσλίμ, αρκετοί ινδουιστές. Οι κινέζοι μάλλον δεν ξέρω γιατί θεωρούνται έξυπνος λαός;;; Οι έλληνες και οι ρωμαίοι, βλέπετε επίτηδες αποφεύγω τα αρχικά κεφαλαία, και ουσιαστικά αυτοί οι κωλογερμανοί, γότθοι και σάξονες οι λεγόμενοι εγγλέζοι που μετεκόμισαν στην αμέρικα και που τελικά αντιπροσωπεύουν τον πλανήτη γη στο σύμπαν, αυτά τα ρεμάλια που σκοτώνονται αιώνια μεταξύ τους, αποτελούν τον φοβερό γήινο πολιτισμό. Και υπερηφανεύονται γι αυτό το δράμα. Οι δε πλούσιοι αυτά τα καθάρματα μιας ευνουχισμένης πολιτείας του Πλάτωνα, του Σωκράτη, του Τζον Λοκ, του ηλίθιου Νίτσε και του αντιερωτικού και θρήσκου Καζαντζάκη-συμπληρώστε όσους ακόμα διάσημους πιστεύετε πως έσωσαν τον κόσμο, από αινστάιν, γκετε,, τον δκό μας τον ρίτσο, δηλαδή αυτός ο ανθρώπινος πολιτισμός περίμενε δέκα χιλιάδες χρόνια προ και μετά χριστόν για να δώσει ελευθερία στους μαύρους σκλάβους, κάποιος αξιοθρήνητος λίνκολν. Κι έτσι για ποιο λόγο να ζει κανείς σ αυτόν τον αξιοθαύμαστον κατά τ άλλα πλανήτη; ξέρω πως θ απαντήσετε με πολλές αηδίες σ αυτά που υποστηρίζω αλλά δε με νοιάζει, δε με ενδιαφέρουν οι απόψεις σας, ένθεν και ένθεν, κακείθεν και τα λοιπά. Είμαι απλά εξοργισμένος μαζί σας, λυπημένος που παρ όλα όσα τραβήξατε ιστορικά, δεν βάλατε μυαλό: ο κόσμος της ζούγκλας κυβερνάει μέσα σας και έξω σας. 

Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

ΠΑΡΑΔΈΧΟΜΑΙ 3

 


Θεωρώ την παραδοχή μια από τις μεγαλύτερες αρετές του σωστού ανθρώπου. Αν δεν ξέρεις να παραδέχεσαι την ικανότητα και την αξία των άλλων, μόνο κομπλεξικός ανθρωπάκος μπορείς να υπάρξεις. Εσείς....
Κάτι τέτοιες ώρες με πιάνει το δαιμόνιο μου: έξι ήθελα να γράψω κι έγραψα ένα ανάποδο εννιά!
Χαμένος χρόνος. Πόσες φορές έχω σκεφτεί αν πραγματικά έχω χάσει χρόνο, παλεύοντας με άσχετα πράγματα, με άσχετους ανθρώπους, σε λάθος τόπους, σε λάθος αγάπες. Έχασα το χρόνο μου μαζί σου, λέμε. Γιατί όμως λέμε πως είναι χαμένος χρόνος; και ποιος είναι αυτός; Υπάρχει πραγματικά ο χαμένος χρόνος;
Ο καθένας μας γνωρίζει πότε χάνει το χρόνο του άσχετο πάλι αν δε θέλει να το παραδεχτεί. Εγώ το έχω παραδεχτεί. Ακόμα όμως δεν μπορώ να του ξεφύγω και νευριάζω όταν αντιλαμβάνομαι πως χάλασα λίγη ώρα ανόητα. Καλησπέρα σας!
Τα λεφτά πρέπει να κυκλοφορούν. Όπως και οι ωραίες γυναίκες.
Η πιο άσχημη μέρα είναι εκείνη που σκέφτεσαι πως δεν αξίζει να ζεις.
Λοιπόν, φιλαράκια και φίλες, νομίζω, τελικά πως το facebook, μας κάνει περισσότερο εγωιστές απ όσο είμαστε. Αποκτήσαμε προσωπική οθόνη, κάμερα κλπ. Για σκεφτείτε το;
ΡΕ παιδιά μην το παραχέζουμε τώρα με τα βιογραφικά και τις πληροφορίες! γράφει ο άλλος πως τον ενδιαφέρουν [στα ενδιαφέροντα του] οι γυναίκες και ξαφνικά κάνει αίτηση φιλίας σε μένα...Μήπως μοιάζω με γυναίκα;
Όταν διαβάσεις όλα, όσα λένε για τη ζωγραφική, μάλλον θα σταματήσεις να ζωγραφίζεις!
Μια από τις πιο ωραίες μέρες της ζωής σου είναι κι εκείνη που συγχωρείς τον εαυτό σου.
Γαμώ την καταδίκη μου! Είμαι σήμερα καταδικασμένος να πάω για μπάνιο στη Βάρκιζα κι ύστερα για ούζα! Πάντα έχει κάτι αυτή η Βάρκιζα που μ αρέσει, μεταξύ μας μ αρέσουν όλα τα σε -ίζα. Μαρκίζα, το τραγούδι της Αλεξίου, Μαριλίζα, μια παλιά γκομενούλα, κτλ. Τα ούζα θα τα συνοδεύει χταποδοαρκίζα, αστακοκαραβιδοκίζα. Και μια σκίζα από παλιά.
Τρίχες. Δε βρήκα ποτέ έναν άνθρωπο να μιλήσω σωστά μαζί του.
Οι ωραίοι έχουν χρέη.
Ξέρω όμως και μερικούς κακάσχημους με χρέη, μου είπε μια φίλη που έχει σφιξίματα με τους Μπελμοντό.
Το θέμα είναι πως αν χρωστάς- άσχημος ξεάσχημος, τα πράγματα είναι ζόρικα.
Για μερικούς το χρέος είναι αρρώστια αξεπέραστη, γι αυτό την κάνουν από εκεί που ήρθαν.
Υπάρχουν μερικές φορές που περιμένω κάτι
κι άλλες φορές που δεν περιμένω τίποτε
Και οι δυο είναι τόσο δυνατές
που δεν ξέρω ποια να διαλέξω.
 

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

ΤΈΧΝΗ...3

  

 


 

 

ΠΟΙΟΥΣ ΕΝΔΙΑΦΈΡΕΙ Η ΤΈΧΝΗ; Στην πραγματικότητα μόνο τους δημιουργούς κι αυτούς που ασχολούνται γύρω απ αυτήν για να οικονομήσουν. Από τους άλλους, τον πολύ κόσμο, ουσιαστικά ελάχιστους, μετρημένους στα δάχτυλα. Και η ζωγραφική ιδιαίτερα αυτή και η λογοτεχνία βρίσκονται σε τρομακτικά χαμηλό επίπεδο όσον αφορά τη στατιστική κι ας μιλήσω για τα Εξάρχεια όπου ζω τα τελευταία είκοσι χρόνια. Διατηρώ το εργαστήρι ανοιχτό, ο κόσμος που περνά έχει άμεση αντίληψη τι γίνεται, βλέπει τα έργα και τον ζωγράφο να εργάζεται ζωντανά, για να μην πω live και χάσω τον ειρμό της σκέψης μου, κι έτσι η επαφή μπορεί να είναι απόλυτα άμεση. Απ ότι έχω υπολογίσει περίπου 2% δείχνουν ενδιαφέρον! κι αυτοί ποικίλλουν όσον αφορά την κοινωνική τους τάξη. Και τα επαγγέλματα τους. Για ποια τέχνη να ενδιαφέρεται ο Μπάμπης ο ταξιτζής; ο Μανώλης ο χασάπης, ο ψιλικατζής, ο δικηγόρος, αυτοί οι δικηγόροι και οι γιατροί είναι οι πιο α-κουλτουρωτοι άνθρωποι! ο Γιάννης ο σεκιουριτάς, και η μανικιουρίστα, ο καφετζής που μου είπε πως έχει ν ανοίξει βιβλίο πενήντα! χρόνια, οπότε καταλαβαίνετε για ποιο ανώτερο βιοτικό μιλάμε, για ποιο μορφωτικό επίπεδο των Ελλήνων σε μια, υποτίθεται από τις πιο κουλτουριάρικες συνοικίες της Αθήνας. Οι άνθρωποι, βέβαια, δεν ξέρουν, δεν γνωρίζουν, και πως να τους ενδιαφέρει κάτι για το οποίο έχουν πλήρη άγνοια; στις λογοτεχνικές βραδιές, συνήθως παρίστανται κάποιοι φίλοι του παρουσιαζόμενου και στις εκθέσεις ζωγραφικές το ίδιο και το ίδιο κοινό, που χρόνια τώρα συναντάς σ αυτούς τους χώρους και ιδιαίτερα στις ομαδικές όπου οι παρουσιαζόμενοι ζωγράφοι και ζωγράφες, αλληλολιβανίζονται μεταξύ τους! μιλάω τώρα για το πλήθος των εκδηλώσεων και όχι για κάποιες λίγες που έχουν την τύχη και το χρήμα να διαφημίζονται μέσω του τύπου, της τηλεόρασης και του διαδικτύου κι ακόμα ένα ατού το όνομα του γκλαμουρίστα καλλιτέχνη, του ευνοούμενου από το κοινό. Χειρότεροι ακόμη είναι οι πολιτικοί που έχω συναντήσει εδώ γύρω. Αμόρφωτοι, ακαλλιέργητοι, άμουσοι, υπερφίαλοι, ξερόλες. Έτσι, λοιπόν, απομένουν μόνο οι φοιτητές, η νεολαία γενικότερα, που όμως και αυτοί μη νομίζετε πως έχουν καλύτερα αποτελέσματα. Στα ίδια επίπεδα κινούνται άιντε ν ανέβουν δυο-τρεις ποσοστιαίες μονάδες, τα δε νεότερα παιδιά του Γυμνασίου-Λυκείου, άστα να πάνε! δε γνωρίζουν τίποτε για τις τέχνες και μιλάω για τις κάπως πιο προβεβλημένες, ζωγραφική και Λογοτεχνία και ίσως, μόνο η μουσική έχεις ένα μεγάλο κοινό-μιλώντας βέβαια για την λαϊκή μουσική. Με αυτούς τους ανθρώπους δεν μπορείς να συζητήσεις τίποτε περί τέχνης, περί ιδιαίτερης ιστορίας και πολιτικής, όχι πολιτικολογίας σ αυτή ο Έλληνας είναι εξπέρ, όπως και για τον σινεμά, καθόλου το θέατρο και αν τους πεις κάτι για Λυρική σκηνή μόνο έμετο δεν κάνουν!

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

ΟΙ ΑΠΑΤΕΏΝΕς ΖΩΓΡΆΦΟΙ.

  

 


Η ζωγραφική τέχνη είναι μια οπτική απάτη. Και άρα οι ζωγράφοι, με πρώτον τον Νταλί, μικροαπατεώνες. Απ τους Έλληνες ο Γαΐτης με τ ανθρωπάκια του. Μόνο ο Θεόφιλος δεν κορόιδευε κανέναν-παρά μόνο τον εαυτό του. Απ τους αρχαίους ο Απελλής, μεγάλη μάρκα, μεγάλη μαγκιά αυτό που έκανε με τον ταύρο, όταν πέταξε την πατσιαβούρα στη μούρη του για να ζωγραφίσει το θυμωμένο ξεφύσημα του!
Κι ο Πικάσο με τον περίφημο κυβισμό που σκαρφίστηκε, έκλεψε λίγο τον Μπράκ, τέτοιος ήταν: οπτικοαπατεώνας. Το παιχνίδισμα δηλαδή της σκιάς και του φωτός, ανάμεσα από χαραμάδες, όγκους μάζας, σχημάτων, ρόμβων, τετραγώνων και πολλών, μα πάρα πολλών ευθειών γραμμών, σαν βέλη του Καντίνσκι. Ο δε Καραβάτζιο, χρησιμοποιούσε από τότε την τεχνητή νοημοσύνη! τώρα δεν ξέρω πως το ανακάλυψαν αυτό αλλά το διάβασα σε μια μελέτη για το έργο του.
Γιατί η ζωγραφική δεν είναι ακριβώς αυτό που βλέπουμε; Κάτι άλλο κρύβεται μέσα στο βλέμμα της Τζοκόντας. Κι αυτά τα ηλιοτρόπια του Βαν Γκογκ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΠΝΙΣΜΈΝΑ ΤΟΠΊΑ ΤΟΥ, ΟΙ ΣΤΡΙΦΟΓΥΡΙΣΤΟΊ ΟΥΡΑΝΟΊ ΤΟΥ ΤΙ ΚΡΎΒΟΥΝ;

 

Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

ΠΟΛΎ ΜΌΝΟΣ 3

 


 

...δεν ξεχνώ πως έζησα σε υπόγεια
με τοίχους σκληρούς, ασοβάτιστους
νύχτες ολάκερες παρέα με τη μαϊμού
δίπλα στις πουτάνες στην οδό Φυλής
και αλλού
στο Μπραχάμι σ έναν δρόμο Αλωπεκής
θυμάμαι μια γειτόνισσα
που γύρευε από εμένα το φιλί
Και δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο 
απ τον ασβέστη τις νύχτες που
δεν έχεις να φας, δεν έχεις να κλάψεις,
 γιατί είσαι μόνος. Πολύ μόνος'
Όμως η ζωή είναι μελόδραμα κι οι τοίχοι ξεθώριασαν
έξυσα από μέσα το τσιμέντο
 τα Καλοκαίρια που ταξίδευα στα νησιά 
και γυρνούσα πίσω τους Χειμώνες
παρέα με τη μαϊμού που γέρασε και ξεμωράθηκε
Έμεινα μόνος πάλι πίσω από ντουβάρια
έγραψα σ όλους τους τοίχους πως σ αγαπώ
αλλά εσύ δε γύρισες
και ήταν κάτι νύχτες πιο σκοτεινές από το μαύρο.
ποιήματα Κ. ΠΛΙΆΤΣΙΚΑ
 

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

-ΙΣΜΟΙ 3

 

 


 

 Όλοι οι ζωγράφοι προσπαθούν απεγνωσμένα να διαμορφώσουν ένα στιλ αναγνωρίσιμο, που θα τους κάνει διάσημους και μου το λένε και εμένα που ποτέ δεν έκανα ανάλογες προσπάθειες και σκέψεις, επειδή δεν ανήκω σε καμιά σχολή, αυτό πιθανώς να έγκειται στο ότι δεν πήγα στην καλών τεχνών ή άλλη σχολή αλλά τόσα χρόνια μελετώντας ιστορία τέχνης, μόνος μου, δεν ένιωσα τέτοια ανάγκη, πειραματιζόμενος σχεδόν σε όλους τους -ισμους ξεκινώντας από την κλασική ζωγραφική και φτάνοντας μέχρι την μοντέρνα και μεταμοντέρνα τέχνη, αν και σταμάτησα πολύ σκληρά στον Πικάσο, πολλοί νομίζουν πως ο Πικάσο είναι αναγνωρίσιμος χωρίς να λαμβάνουν υπ όψιν τους πως αν τους δείξουν έναν πίνακα του Ζουαν Γκρι χωρίς υπογραφή θα αναφωνήσουν, ναι αυτός είναι Πικάσο, πόσο μάλλον του Ζορζ Μπρακ, τον οποίον κατάκλεψε, εκτός φυσικά από τα διάσημα και πασίγνωστα έργα που έχουν κατακλείσει τη μνήμη και την εικόνα μας, αλλά ας ξαναγυρίσω στο τι είναι αυτό που κάνει το στιλ, τι είναι αυτό που διαμόρφωσε ο Σαγκαλ και τον κάνει να ξεχωρίζει, αν και πρότερα οι ιμπρεσιονιστές μοιάζουν όλοι κατά κύματα από τον Σεζαν, πρόδρομος του κυβισμού λένε γι αυτόν, τον Ρενουάρ, τον Ντεγκά, που η ζωγραφική τους ήταν πιο κατανοητή, πιο φαγώσιμη, όπως τα νούφαρα του Κλοντ Μονέ κι ακόμα αυτός ο Μοντιλιάνι που όντως είναι ένα στιλ, ξέρετε γιατί; επειδή δεν πρόλαβε να μεγαλώσει και να βαρεθεί αυτά που έφτιαχνε και κάποτε θα επιζητούσε κάτι άλλο, γιατί η ζωγραφική είναι αναζήτηση, είναι ψαχούλεμα και προσπάθεια εξήγησης του κόσμου μας και άρα, μπορείς να ζωγραφίζεις με όποιον τρόπο σου αρέσει ανά εποχή ή επιταγή πελατείας, όπως ο Έντουαρτ Χόπερ ή ο Τζάκσον Πόλοκ και οι εξπρεσιονιστές με επικεφαλής τον Ρόθκο που έφτασε στο σημείο να μειώνει την τέχνη της ζωγραφικής με τα απλά τελάρα τριών χρωμάτων φτιάχνοντας το μεγάλο άσπρο και από τους Έλληνες να πούμε πως ο Φασιανός κόλλησε σ αυτές τις φιγούρες, ο Τσαρούχης σε γόνιμο ιμπρεσιονισμό, ο Εγγονόπουλος κοντά σε ένα στιλ αλά Ντε Κίρικο, ο Ρόρρης από τους πιο σύγχρονους στο γυμνό πασαλειμμένο με πούδρες σε χαμηλά υπόγεια, κάποιος Παυλόπουλος με κολλάζ και ένα σύνολο ακαταλαβίστικο μεταξύ Μιρό και Κλέε, μεγάλοι ζωγράφοι όλοι, δε λέω, να μην ξεχάσω τον Μπουζιάνη, που έμεινε πιστός στον προεξπρεσιονισμό, για να δείτε πως δε θα βγάλουμε άκρη προσπαθώντας να κατατάξουμε τους ζωγράφους ανά γενιά και χρονικές περιόδους που αναγκαστικά η τέχνη συμμορφώνεται σύμφωνα με την εξέλιξη του ανθρώπου, γιατί, όντως σήμερα δεν μπορούμε να φτιάχνουμε τοπιάκια και προβατάκια αλλά ηλεκτρονικούς υπολογιστές και ρομπότ, επειδή αυτό απαιτεί η σύγχρονη πελατεία επειδή η ζωή του ζωγράφου είναι δεμένη με την αγορά, πράγμα που σημαίνει τι ζητούν οι συλλέκτες και οι ιμπρεσάριοι για να προωθήσουν κάποιον καλλιτέχνη, ορίζοντας τι πρέπει να ζωγραφίζει για να πουλήσει επειδή, φυσικά μέσω αυτού θα γίνει γνωστός και άρα αναγνωρίσιμος και άρα έτσι θα έχει να φάει, να πιει, ν αγοράζει τα υλικά του και αν είναι ένα πράγμα που θέλω να τονίσω, είναι πως όλοι οι ζωγράφοι είναι αντιγραφείς των προηγούμενων, δεν φτιάχνουν κάτι καινούργιο, απλά επιδιορθώνουν το παλιό, το σπρώχνουν αργότερα λίγο παραπέρα και όσοι μιλούν για πρωτοπορίες είναι βαθιά νυχτωμένοι ή δεν έχουν διαβάσει και κατανοήσει σωστά ιστορία τέχνης από τον Απελλή μέχρι τον Μαρξ Ερνστ και τον Όττο Ντιξ, τα ονόματα που λέω μου έρχονται σαν απόρροια αυτών που έχω μελετήσει και δεν έχουν αναγκαστικά κάποια αξιολόγηση, ούτε επαίρομαι σαν κάποιους Κεσανλήδες ή άλλους σύγχρονους ακαδημαϊκούς μας, ξιπασμένους ή ξεπεσμένους που θέλουν κάποιοι να τους παρουσιάσουν το λιγότερο κάτι μεταξύ Ντα Βίντσι και Μπερνίνι που, ούτως ή άλλως υπήρξαν ιδιοφυΐες και το τι σημαίνει αυτό δεν είναι εξηγήσιμο το ταλέντο και πόσο βοηθήθηκε αυτό για να μεγαλουργήσει από αστάθμητους παράγοντες, ανάλογους χαρακτήρες, όρα Καραβάτζιο ή Νταλί ή αυτόν τον απίθανο Γκόγια και τον τρελό Βαν Γκογκ που η μοίρα, παράλογη αυτή η μοίρα, τον έκανε αυτόν που τον έκανε στον σύγχρονο κόσμο μας, άρα, εγώ ζωγραφίζοντας από τοπιάκια, σπιτάκια, προσωπάκια κι αργότερα κυβισμούς, εξπρεσιονισμούς και όλα αυτά τα τοιαύτα, προσπαθώ ν αποδείξω αυτό που είπε ο Μανέ, πως όποιος δεν μπορεί να ζωγραφίσει είναι τρελός, και στην πραγματικότητα πρέπει να κάψω μερικούς πίνακες μου που δεν είναι ανάλογοι του ύψους μου, έτσι με συμβουλεύουν κάποιοι εξέχοντες κριτικοί, όμως εγώ δεν τους κάνω τη χάρη και επανέρχομαι να ζωγραφίζω τον Σκρουτζ και τον Τζονι Ντεπ, ξαναγυρίζοντας στη βασική μου αιτία να ζωγραφίζω ότι μου ρχεται, έτσι όπως νομίζω εγώ, ανατονίζοντας πως η ζωγραφική είναι αυτή που είναι, δηλαδή αναπαράσταση και αντιγραφή της ζωής, άλλοτε σαν Θεόφιλος κι άλλοτε σαν Καζαντζάκης, αυτός ήταν άλλου είδους ζωγράφος κι άλλοτε σαν μικρό παιδί που χαίρεται όταν αρχίζει να ζωγραφίζει και βαριέται αφόρητα κάποτε και τα παρατάει μισοτελειωμένα, μισοαναρχίνητα και τρέχει να παίξει, χαρτιά, τάβλι, να πάει στα μπουζούκια, και να κλάψει στην ποδιά μιας παλιάς ερωμένης που την έλεγαν Ζωγραφιά.

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ3

 

 


Η κουλτούρα στα μάτια των στενόμυαλων μικροαστών μοιάζει σαν μια "αρρώστια "
Πραγματικά από πολύ μικρός θυμάμαι πως έβλεπα στα μάτια τέτοιων ανθρώπων μια απέχθεια απέναντι στη λέξη κουλτούρα.
Δε μ αρέσουν οι άντρες που φοβούνται μήπως χάσουν τη γυναίκα τους. Το έχω παρατηρήσει σε πολλούς και μάλιστα ωραίους. Μη και κοιτάξεις τη γυναίκα τους! μουτρώνουν, ενώ εσύ κάπως πρέπει να κοιτάξεις τη γυναίκα τους. Έχω την εντύπωση πως μ αυτό τους το φόβο την εγκλωβίζουν και τελικά θα την χάνουν σίγουρα. Δε φυλακίζεται η γυναίκα.
Ποια είναι η γνώμη σας για τους ζωγράφους; Ποτέ δεν σας έχω ρωτήσει. Ωραία ερώτηση. Τι είδους άνθρωποι είναι οι ζωγράφοι... Όχι οι καλλιτέχνες γενικά και αόριστα αλλά μόνο οι ζωγράφοι. Από τους πρωτόγονους μέχρι σήμερα. Γεννιούνται ή γίνονται; μπορεί οποιοσδήποτε να γίνεται ζωγράφος;
τώρα που βεβαιώθηκα,πως τελικά υπάρχουν εξωγήινοι και δεν φοβάμαι τόσο πολύ,τώρα που το¨" ΑΡΣΕΝΙΚΌ" κυκλοφορεί στο αίμα μας μετά τον φωσφόρο το άζωτο το οξυγόνο και τα λοιπά,τώρα λοιπόν, μπορώ να πω πως είμαι ένας ελεύθερος γήινος
Το σημαντικότερο επίτευγμα που άφησε ο Ελληνικός πολιτισμός στη παγκοσμιότητα και έτσι κατ επέκταση και στην αιωνιότητα, είναι φυσικά η γλώσσα.
Γράφει κάπου στο ΕΝ ΛΕΥΚΩ ο Ελύτης: Ο πριν από τους δυο παγκόσμιους πολέμους, υπήκοος του μικροσκοπικού [Ελλαδικού] κράτους ανάσαινε τον αέρα μιας περίπου αυτοκρατορίας. Οι δυνατότητες του να κινηθεί χωρίς διαβατήριο γλώσσας, κάλυπταν μεγάλα μέρη της Ιταλίας και της Αυστρίας, ολόκληρη την Αίγυπτο, τη νότια Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία του Καυκάσου και, φυσικά, την Κωνσταντινούπολη με την ενδοχώρα της, ως κάτω, κατά μήκος του Αιγαίου, τη λεγόμενη στις μέρες μας νοτιοδυτική Τουρκία.
Δείξε μου τους συγγραφείς σου για να σου πω ποιος λαός είσαι. Εμείς από τον Καζαντζάκη και τον Λουντέμη, ξεπέσαμε στον Σωτήρη Δημητρίου και στην Λένα Μαντά!
Κι η άμμο κύλησε μ οργή
δεν είχες πάντα τύχη
φωνές που δεν περίμενες
δεν έσπαγαν οι τοίχοι
 

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Ο ΧΆΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΆΚΟΣ.

 

 


Ο Κυριάκος ήτανε κι ο Χάρης
μιας θλίψης ωραίας μοναξιάς
που εμείς της ζωής μας της άχαρης
νομίζαμε πως ξέραμε τα πάντα
δεν το περίμενα τόσο εύκολα
να φύγουν, τώρα που μόνο ανάξιας
άλλοι υπάρχουν τύποι εύχαρεις
που ξέρουν απαξάπαντα
Ο Χάρης και ο Κυριάκος ήτανε
δυο ποτά, ο ένας και ο άλλος
η φύση τους αδίκησε ο τόπος όλος
κι έφυγαν δίχως θλίψη μοναξιάς.
Λειψοί κι οι δυο μου λεγαν
πως φοβόταν την άδικη μοίρα
ο ένας που ήξερε κι ο άλλος πως όλα ήταν μηδέν
μ ένα θάρρος ατσάλινο ο Κυριάκος έσπαγε πόρτες
ο Χάρης μουντζούρωνε το σύμπαν
αργά καταλάβαινα πως είχαν δίκιο
μετάνιωνα που τους αδίκησα
αλλά δεν ήξερα πως είχαν τον δικό τους δρόμο
χωρίς επιστροφή για τίποτα
Αυτοί οι δυο λοιπόν ατσίγκουνοι
αφείδωλοι χρημάτων κι εξουσίας ίσως οι πιο άναρχοι άνδρες
ο Χάρης και ο Κυριάκος μιας χαψιάς, τίμιοι χωρίς σεβασμό σε καμιά πολιτεία
πέθαναν
Δεν κατάλαβα γιατί αυτοί οι δυο έφυγαν και ζούμε εμείς
ο Χάρης ήξερε τα πάντα
ο Κυριάκος δεν ήξερε τίποτε
πέθαναν και οι δυο από το κρασί
ο ένας και ο άλλος που ήξεραν τα πάντα
ο Κυριάκος το γέλιο κι ο Χάρης την απαισιότητα της ζωής
Τιμής ένεκεν μια μπουνιά στον έναν και στον άλλον
Κυριάκος και Χάρης της ίδια εξουσίας παιδιά
απίστευτης γλύκας ξέφρενης ζωής.
Ο Χάρης ήτανε και ο Κυριάκος
δυο τύποι νοσταλγίας αδέρφια
μ ένα ποτήρι ανάσκελα, στα ντέφια
απλά τους ήτανε ίδιος ο τάκος
 

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

ΚΑΛΉ ΤΎΧΗ ΜΆΓΚΑ 2

 

 


ΚΑΛΉ ΤΎΧΗ ΜΆΓΚΑ
Χρυσαφικά του ήλιου, καινούργια ανάσα, μεγάλη απόφαση για κάποιον που αγαπούσε τη ζωή, σαν εμένα που δεν έδινα ποτέ λογαριασμό σε κανέναν, να κυνηγήσω ένα άλλο όνειρο.
Ο Στεφάν περνούσε τον καιρό του με κάτι κυρίες. Πλούσιος, αριστοκράτης, γλεντζές, ασχημάντρας. Ήταν παντρεμένος αλλά δε μιλούσε ποτέ γι αυτό. Τα εν οίκω μη εν δήμω, έλεγε και εκλεινε το θέμα.
-Είναι μια πολύ περήφανη, μου είπε ξαφνικά μια μέρα. Ακατάδεκτη. Χρύσα τη λένε. Να της δώσω το τηλέφωνο σου; με ρώτησε και με κοίταζε ερευνητικά.
-Γιατί το δικό μου; γέλασα. Και είσαι σίγουρος πως θα μου τηλεφωνήσει;
-Ναι, άμα της περιγράψω πόσο όμορφος είσαι θα σε πάρει σίγουρα, είναι η γυναικεία περιέργεια.
Το ύφος του δεν έκρυβε καμιά ειρωνεία.
-Μόνο εσύ μπορείς να της σπάσεις τα μούτρα! επειδή είναι όμορφη εμάς δε μας καταδέχεται! Εξ άλλου δεν κάνουν όλες οι γυναίκες για όλους τους άντρες.
Χαμογέλασα με κάποια αυταρέσκεια αν και δεν είχα ποτέ αμφιβολίες για το ποιος ήμουν-ένα σκυλί που δεν άκουγε κανέναν. Ο Στεφάν κατά βάθος δε φαινόταν να με ζηλεύει. Απλά ήταν ελαφρώς περιπαιχτικός γύρω από τους όμορφους.
-Δεν έχει καμιά σημασία η ομορφιά, έλεγα εγώ ψεύτικα.
-Έχει πολύ μεγάλη σημασία μάγκα! είναι σπουδαίο να είσαι όμορφος, ωραίος! κι εσύ είσαι! κρίμα που δεν είμαι κι εγώ! Να δώσω το τηλέφωνο σου της ακατάδεχτης;
-Εντάξει, είπα. Δος το και δεν ήξερα τι μπορούσε να συμβεί με αυτή μου την κίνηση.
Το βράδυ ήρθε αργό. Ντύθηκα κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, καλός είσαι μη κοιτάζεσαι! με είχε συμβουλεύσει η τελευταία γυναίκα που έζησα μαζί της τρία χρόνια. Με ζήλευε, όχι πολύ αλλά καμιά φορά η λίγη ζήλια τονώνει το αίσθημα ανωτερότητας που υπάρχει σε όλους τους ωραίους άντρες σαν εμένα. Έφυγε όμως, με παράτησε και ήταν η μοναδική που το είχε κάνει αυτό. Είσαι πολύ όμορφος! δεν αντέχεσαι, γι αυτό φεύγω. Καλή τύχη μάγκα! Έτσι μ αποχαιρέτησε ένα πρωινό στην άσφαλτο.
Ξανακοιτάχτηκα στον καθρέφτη δεν έλεγε όλη την αλήθεια, πέρασα τα δάχτυλα μου ανάμεσα στα πυκνά, ρούσα μαλλιά και βγήκα. Που θα πήγαινα; κανένας δε με περίμενε απόψε και μάλλον θα κατέληγα στη γνωστή παρέα στο μπαρ του Αρμόδιου. Χρόνια πήγαινα εκεί, ωραία ήταν. Πειράγματα με τους φίλους αντροπαρέα αλλά και πολλές γυναίκες. Όμορφες, πουτάνες. Μεθυσμένες, μερικές μαστουρωμένες, τις είχα βαρεθεί.
Μηχανικά κατευθύνθηκα προς τα εκεί, που να πήγαινα; πολλά χρήματα δεν κυκλοφορούσα τελευταία, άρα ήταν μια βολική λύση ο Αρμόδιος, που μόλις με είδε να κάθομαι στη μπάρα, έσπρωξε προς το μέρος μου μια Κικάο, την αγαπημένη μου μπύρα. Ανταλλάξαμε μια φιλική ματιά, με συμπαθούσε ο Αρμόδιος που το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης αλλά ένεκα της ονομασίας του μαγαζιού σχεδόν κανείς δεν τον ήξερε με το πραγματικό του. Από την άκρη της μπάρας με χαιρέτησε η Ντόνα, γυναίκα μιας βραδιάς. Της χαμογέλασα. Είχαμε κοιμηθεί μια βραδιά μαζί.
Δεν είχα προλάβει να κατεβάσω μια γουλιά από τη μπύρα όταν χτύπησε το κινητό. Το άνοιξα, άγνωστος αριθμός.
-Ποιος είναι; ρώτησα.
-Είμαι η Χρύσα, άκουσα μια ωραία φωνή.
Αστραπιαία θυμήθηκα τον φίλο μου Στεφάν.
-Έλα στο μπαρ του Αρμόδιου, είπα κι έκλεισα.
-Τι σόι άνθρωπος είσαι; σούφρωσε τα χείλια του ο Αρμόδιος από μέσα. Είναι αναγκαίο να ξέρει η κοπέλα το μπαρ μου;
Γάτος ήταν, πως κατάλαβε πως ήταν κοπέλα;
Δεν του απάντησα, τι να του λεγα, τα πιανε όλα στον αέρα. Κατέβασα μια γουλιά Κικάο, η Ντόνα ήρθε κοντά μου.
-Τι κάνεις όμορφε;
Την κοίταξα λοξά. Έφυγε.
Όταν έφτασε η Χρύσα έμεινα εμβρόντητος αλλά προσπάθησα να μη το δείξω. Πανέμορφη, δεν υπάρχουν λόγια για να την περιγράψω.
-Είμαι η Χρύσα, είπε και με κοίταζε στα μάτια.
-Πως με αναγνώρισες; ρώτησα.
-Μου είπε ο Στεφάν πως είσαι ο πιο ωραίος της παρέας, γι αυτό ήρθα, αλλιώς δε θα με έβλεπες ποτέ.
Σμίκρυνε ο κόσμος μου, έγινε μια σταλιά, αυτή η γυναίκα θα είναι η καταστροφή σου, μουρμούρισε πίσω μου ο Αρμόδιος την ώρα που φεύγαμε αλλά εγώ τον κοίταξε επιτιμητικά, δεν έδωσα και πολύ σημασία στα λόγια του, εξ άλλου δεν ήμουν πολύ εύκαιρος στα προφητικά λόγια. Απλά τον ρώτησα αν την ήξερε.
-Όχι, δεν την ξέρω. Κανείς δεν την ξέρει αλλά εσύ καλά θα κάνεις να την αποφεύγεις, μοιάζει επικίνδυνη, άκου και μένα κάτι ξέρω κι εγώ από γυναίκες. Και μάλλον παντρεμένη.
Παντρεμένη; πως του ήρθε και ρώτησα τη Χρύσα γι αυτό.
-Όχι, βέβαια! είπε γελαστά και μ έπεισε.
Όλοι οι άντρες παινεύονται πως ξέρουν πολλά για τις γυναίκες κι εγώ κάτι παραπάνω, έλεγα κι ύστερα από μια μέρα συναντήθηκα με τη Χρύσα, δεν άντεχα μακριά της, ούτε κι αυτή και ήρθε στο δωμάτιο φορώντας ένα πέπλο λευκό, νεράιδα σωστή, κινήθηκε με χάρη, απέθεσε όλες τις αλήθειες της στο δικό μου γυμνό κορμί κι εγώ την αγάπησα, πως γίνεται αυτό; από την πρώτη στιγμή κι εκείνη δεν ήξερε ν απαντήσει.
-Θα σ αγαπώ πάντα! φώναξε.
-Κι εγώ! φώναζα στο άδειο δωμάτιο όταν έλειπε κι αντηχούσαν οι τοίχοι.
Πέρασαν δυο βδομάδες, όλη η χαρά του κόσμου πάνω μας.
Με τον Στεφάν δεν είχαμε συναντηθεί, σα να μη βιαζόμουν να βρεθούμε, να τα πούμε, δεν τον ήξερα και τόσο καλά, τελευταία κάναμε παρέα. Τον πήρα τηλέφωνο ήρθε κεφάτος στου Αρμόδιου. Χωρίς να του πω τίποτε, το κατάλαβε.
-Έλα ρε! μη μου πεις πως την έρριξες; πω,πω! είσαι πρώτος μάγκας, το βλέπω στο πρόσωπο σου, μου είπε γελώντας. Περνάς καλά ε, τυχερέ! κερνάς απόψε, όλα δικά σου..όμως βοήθησα κι εγώ, για πες μου; πες μου λεπτομέρειες ρε μπαγάσα πως την κατάφερες.. δε θα τη φέρεις στην παρέα..να της κάνω καζούρα..
-Έτυχε, είπα. Όχι ακόμα, τα πράγματα είναι σοβαρά..
-Δηλαδή; μ έκοψε με αλλιώτικο ύφος.
-Τίποτε, ξέχνα το είναι νωρίς ακόμα, θα δούμε στο μέλλον. Μπορεί να την παντρευτώ..
Ο Στεφάν έσκασε στα γέλια.
-Γιατί γελάς; τον ρώτησα. Που βλέπεις το αστείο;
Κάτι είχε αρχίσει να μη μ αρέσει στο ύφος του, χωρίς να φαίνεται ικανή αιτία να χαλάσει τη φιλία μας αλλά ποτέ δεν ξέρεις.
Ποτέ δεν ξέρεις όπως επαναλάμβανε συχνά η Χρύσα.
-Τι εννοείς μ αυτό; τη ρωτούσα.
Τρεμόπαιζε τα βλέφαρα. Σκοτείνιαζε.
Καθόμασταν τότε στη βεράντα του σπιτιού μου, πίναμε ένα ποτό μετά από τον έρωτα, καπνίζαμε τσιγάρο,ήμασταν δυο ευτυχισμένοι άνθρωποι. Και είχε περάσει ένας μήνας μόνο. Ένας μήνας που φαινόταν χρόνος.
-Είδες πως χάνεται ο χρόνος όταν αγαπάς; ω! σε λατρεύω! φώναξε δίπλα μου.
-Ναι! απάντησα. Έτσι είναι, όταν αγαπάς δεν υπάρχει χρόνος.
Και την άλλη μέρα πήγα και αγόρασα ένα δαχτυλίδι. Το ίδιο βράδυ της έκανα πρόταση γάμου στο μπαρ του Αρμόδιου. Η Χρύσα ξέσπασε στα γέλια. Γελούσε απίστευτα, και πιάνοντας το μέτωπο οπισθοχώρισε προς την έξοδο, έφυγε. Ποτέ δε θα ξεχάσω αυτή την εικόνα και το γέλιο της.
-Είδες; το είδες αυτό; έγινε αλήθεια; με ρωτούσε ο Αρμόδιος και όλοι οι πελάτες είχαν νεκρώσει σε μια στιγμή ακίνητη. Τίποτε δεν κινιόταν κι εγώ με το δαχτυλίδι στο χέρι, μετέωρος, αδύνατο να εξηγήσω, βγήκα έξω, πήρα τους δρόμους στο σκοτάδι της νύχτας αλλά και της ανθρώπινης παράνοιας. Από τότε δεν την ξαναείδα..
Όταν συναντήθηκα με τον Στεφάν στο δρόμο, μου χαμογέλασε περιπαιχτικά. Περπατήσαμε λίγο στο πάρκο.
-Κανονικά έπρεπε να σου κάνω μήνυση για μοιχεία! είπε στρυφνά. Για να καταλάβεις πως δεν είναι όλες οι γυναίκες για σένα επειδή είσαι όμορφος. Να πληρώσω και δυο μπράβους να σου στραπατσάρουν εσαεί την ωραία σου φάτσα αλλά σε συμπαθώ ρε μάγκα, μη νομίζεις, ας πήγες με τη γυναίκα μου...αλλά, ξέρεις τι τους έκαναν τους μοιχούς στην Αρχαία Ελλάδα; Επί Δράκοντος του εκτελούσαν σαν δέντρα., αργότερα τους έχωναν από ένα καρότο ξέρεις που, ύστερα τους κούρευαν, τη μοιχαλίδα μπορούσε να την προσβάλλει ο καθένας, της έσκιζαν τα ρούχα, την έβριζαν, την ξευτέλιζαν! Στην εποχή μας καταργήθηκαν όλα αυτά αλλά παραμένει όμως μια σοβαρή αιτία διαζυγίου κι εγώ έπρεπε να χωρίσω με τη Χρύσα που μου είχε κάνει το βίο αβίωτο. Σ ευχαριστώ μάγκα για τη βόηθεια σου.
-Και γιατί διάλεξες εμένα; ρώτησα. Πως ήξερες πως θα ενδώσω και πόσο μάλλον ότι η Χρύσα θα με ερωτευόταν;
-Ε, το ήξερα πως θα γίνει έτσι, το ήξερα. Είστε και οι δυο μεγάλα ψώνια, κατάλαβες; Καλή τύχη μάγκα, είσαι από αυτούς που ερωτεύονται οι γυναίκες, γι αυτό.

 

ΟΙΔΊΠΟΥς ΕΠΊ- ΤΈΛΟΥΣ! ΑΝΈΒΑΣΕ ΤΗΝ ΠΈΤΡΑ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ

    Το μέλλον στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Αν σκεφτούμε καλά είναι παράξενο που πιστεύουμε πως το μέλλον είναι κάτι που μπορεί να χαθεί....