Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026
μικρές αγγελίες 2
Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026
Η ΑΓΆΠΗ 3
Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026
υστεροφημία 2
ΘΑ ΠΆΡΩ ΤΟΥΣ ΔΡΌΜΟΥΣ
Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026
ΤΗΣ ΑΓΆΠΗΣ ΣΩΣΊΒΙΟ
Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026
ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ
ΈΒΡΕΧΕ ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΑ
ΜΙΑ ΜΕΡΑ
Φθινόπωρο
κι έβρεχε ασταμάτητα, το νερό έμπαινε
από παντού στο μυαλό, στις τρίχες της
μασχάλης, στις πατούσες, μέσα απ τις
σχισμένες κάλτσες και κάτι ζεστό ένα,
τεράστιο ένα, κυλούσε εκεί ανάμεσα στη
λευκότατη σάρκα της Πόπης που ήταν μόνο
εικοσιτριών χρονών και σκεφτόταν πως
αν δεν έχεις πάθη δεν είναι ανάγκη να
ζεις, κάποιος αλήτης της το είχε πει
αυτό, ενώ η ίδια είχε μια έκφραση παρθένας
που τραγουδούσε με το στομάχι, με την
κοιλιά, το της αγάπης αίματα, ωραίο
τραγούδι κι επαναστατικό κι αγαπησιάρικο,
καθώς αυτό ανάμεσα στη σάρκα της ήταν
μόνο από πίσω, κάτι μεταξύ εμβόλου
ένεσης, μπαινόβγαινε με συγκλονιστική
απόδοση κι αυτή ήταν σε μια κούνια
παιδική, τον Σεπτέμβρη του 1967, τα πόδια
της έφευγαν στον αέρα, τι ωραία να
κουνιέσαι στην κούνια πηγαίνοντας
μπροστά τεντώνεις τα πόδια ερχόμενη
πίσω τα μαζεύεις για να πάρεις φόρα, να
πάρει αέρα η σάρκα σου, χωρίς σλιπάκι.
Χωρίς κιλότα. Χωρίς βρακί.
Αυτό είναι
άκρως επικίνδυνο αν είσαι κορίτσι, γιατί
υποψιάζεσαι πως το τελευταίο που πρέπει
να χάσεις είναι η παρθενία, τι στο διάολο
χρειάζονται οι παρθένες, σε έναν τέτοιο
κόσμο που της άρεσε, α, ναι, της άρεσε
πολύ κι ας ήταν σκυμμένη με τα μούτρα
στο μωσαϊκό, εκεί που βλέπεις τα όνειρα
σου να πηγαίνουν χαμένα, και το τελευταίο
που σε νοιάζει είναι αν θα χάσεις την
παρθενιά σου και την άλλη μέρα ξυπνήσεις
μαϊμού, γιατί όχι, όλοι μαϊμούδες είμαστε
και τι ήθελε να πει ο ποιητής του έρωτα
Μιλτιάδης Μαλακάσης, σιγά μη την ένοιαζε
την Πόπη αυτή η παραξενιά μερικών ποιητών
κα κάνουν σεξ από πίσω, από πίσω εννοούν
την πίσω πόρτα του σώματος.
-Δε σου
αρέσει το οινόπνευμα; Ρώτησε ο Χένρι.
-Πίνω
μόνο σπέρμα, απάντησε η Πόπη.
Και τον
άφησε σύξυλο να μαζεύει Φθινοπωριάτικα
το νερό της βροχής που έπεφτε ασταμάτητα
στη Σκόπελο και αλλού αλλά τι νόημα θα
είχε αν αυτός την είχε αγαπήσει, όχι τη
βροχή αλλά την ευχαρίστηση να τη
χαστουκίσει εκείνο το απογευματινό που
η παιδική του φίλη έκανε κούνια κι αυτός
έβλεπε τα πόδια της να σηκώνονται στον
αέρα και κάτι άλλο σηκωνόταν μέσα του,
γι αυτό και τη χαστούκισε επειδή την
αγαπούσε αλλά εκείνη ήθελε μόνο σεξ,
τίποτε άλλο, σεξ, σεξ, σεξ. Σεξ απ ιλ ή
κάτι τέτοιο, υπέθεσε ο Χένρι και
συμμαζεύτηκε σαν τον σαλίγκαρο στο
καβούκι του θυμούμενος το γέρο πατέρα
του που ογδόντα χρονών κωλόγερος, αυτό
δεν μπορούσε να του το πει επειδή υπάρχει
σέβαση για τους γονείς στη Δυτική όχθη
του Ιορδάνη, υπενθυμίζοντας μια από τις
εντολές του Μωυσή πως πρέπει να τιμούμε
τους γονείς αλλιώς θα πάμε στην κόλαση,
ογδόντα λοιπόν χρονών αυτός που είχε
εκσπερματώσει για να γεννηθεί ο Χένρι,
είχε πει πως ο κόσμος μας είναι μια
τρύπα.
Μια τρύπα. Μια τρύπα.
Μια
τρύπα που δεν χρειαζόταν την επιβεβαίωση
του για να το αντιληφτεί αλλά και που
δεν του έφτανε σαν φιλοσοφία, τι σόι
άντρας είσαι εσύ που δε γαμάς τη γυναίκα
σου, του είπε με ευγενικό τρόπο η μητέρα
του, όσο μπορεί να είναι ευγενικό αυτό
αλλά υποθέτοντας πως το ανθρώπινο κρέας
μπορεί να είναι και νόστιμο μπορεί στο
μέλλον αν πεινούσε πολύ να έτρωγε τη
σάρκα της Πόπης, έτσι δε λένε; Πως
οι εραστές τρώνε τις σάρκες τους; Αλλά,
σίγουρα, φτάνεις κάποτε να μην σου αρέσει
πια η γυναίκα σου όσο κι αν αυτό μοιάζει
υπερβολικό για τους μονογαμικούς,
πενήντα χρόνια με την ίδια γυναίκα, με
το ίδιο κορίτσι που έκανε τραμπάλα στις
παιδικές χαρές των Ιονίων νήσων ή στην
καλύτερη περίπτωση που υιοθετούσε η
Πόπη πως το σπέρμα είναι πιο νόστιμο,
φτιάχνει επιδερμίδα κι αν ακούγεται
αισχρό παίρνω όλη την ευθύνη,
ρισπονσιμπίλιτυ, αφού όλοι αναλαμβάνουν
την ευθύνη, όπως όταν εκσπερματώνεις
νιώθεις να χάνεσαι, να πεθαίνεις μαζί
με τη δακτυλογράφο, μαζί με τη διαφημίστρια,
η τη διευθύντρια του πορνείου που σαν
γριά κότα έχει το ζουμί, στον καθρέφτη,
στο γυάλινο πάτωμα, στον εξώστη ή στις
βρώμικες δημοτικές τουαλέτες που έκανε
συνήθως έρωτα η Πόπη, διαλέγοντας ακόμα
και εραστές παντός καιρού αν αυτό ήταν
το πρόβλημα της επειδή είχε απορρίψει
το αλκοόλ και προτιμούσε το σπέρμα
αφήνοντας το πρώτο να το πίνει ο εκάστοτε
άνομος εραστής της καθώς ο Χένρι της
έλεγε για πολλοστή φορά πως την αγαπούσε
και τα μάτια του είχαν γίνει κόκκινα,
κατακόκκινα, όπως είναι τα μάτια των
ερωτευμένων.
-Και θα ζήσουμε για πάντα
μαζί; τον ειρωνεύτηκε η πουτάνα Πόπη.
-Ναι,
την επιβεβαίωσε φτύνοντας μια ροχάλα
φτηνό αίμα και ρίχνοντας της μια στριφνή
σφαλιάρα στο δρόμο προς την ισότητα των
δυο φύλων.
-Φύγε ρε καριόλη! του σφύριξε
αυτή από κατάχαμα.
Τα ανθρώπινα
συναισθήματα είναι από πανάρχαια
εχθρικά, στιγμιαία, πολλοί θα με
κατηγορήσουν για όλα αυτά τα ρήματα,
είναι εύκολο να σου ρίξουν στάχτη στα
μάτια, είπε ο Χένρι, μπορούν να σε πουν
ξεδιάντροπο μη γνωρίζοντας πόσην
ξετσιποσύνη κουβαλούν οι ίδιοι μέσα
στην άχαρη ζωή τους όπως ισχυρίζεται ο
άλλος των ποιητών Κώστας Καρυωτάκης,
αν και οι άνθρωποι μισούνται ή σκοτώνονται,
αυτή είναι η μοίρα των ανόητων που κάποτε
σαν θεατές κοιτούν κατάματα στον καθρέπτη
την αλήθεια που δεν μπορούν να παραδεχτούν
και για αυτό ο Χένρι προσπάθησε να δεχτεί
την πραγματικότητα όπως είναι, δηλαδή
ότι είναι Φθινόπωρο και βρέχει και πως
το σπέρμα μπορεί να είναι χρήσιμο στα
μούτρα μιας γυναίκας, αφού έτσι τα
έφτιαξε ένας θεός που δεν ήξερε ή δε
χρειαζόταν να λέει τη λέξη θεός αλλά
αφού την χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι,
μπορούσε κι αυτός να κάνει το ίδιο για
να μην ξεχωρίζει από τον όχλο.
Η Πόπη
σηκώθηκε απ το κατάχαμα, απ το κάτω του
πεζοδρομίου, άναψε ένα τσιγάρο, ο Χένρι
συνέχιζε να φτύνει την υπόληψή του, ο
όχλος τους κοίταζε με συμπόνια, άλλο κι
αυτό! Να σε κοιτάζει ο όχλος με λύπηση
και παρ όλα αυτά ο Χένρι, μαζεύω τις
λέξεις όπως μου γουστάρει, όχι όπως
θέλετε εσείς, παρ όλα αυτά ο Χένρι ήταν
συμπαθής, το ίδιο και η Πόπη, που σε λίγο
τον αγκάλιασε και προχώρησαν κοιτάζοντας
τον όχλο απορημένοι επειδή δεν καταλάβαιναν
ότι έπρεπε να πάρουν δρόμο και να μην
ασχολούνται για το τι θα γίνει η αγάπη
τους κι αν θα ζούσαν μαζί τα επόμενα
χρόνια τους.
ΤΕΛΟΣ
Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026
ΠΟΙΟΝ ΑΓΑΠΆΜΕ
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026
ΑΠ ΌΛΑ
Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026
ΔΎΣΚΟΛΗ ΖΩΉ
Όπως και να το δεις πάντα η ζωή ήταν δύσκολη για τους φτωχούς αλλά παλαιότερα είχαν τουλάχιστον το όραμα μιας επανάστασης. Τώρα κι αυτό το λαμπάκι έσβησε: δε θα γίνει ποτέ η επανάσταση των φτωχών. Λόγω ασυμφωνίας στο τι είναι φτώχεια αλλά κι επειδή δεν φαίνεται στον ορίζοντα κανένας Σπάρτακος.
Σαν
το μικρό τριαντάφυλλο
σαν
άσπρο χελιδόνι
αχ,
της ασχήμιας πήρα τον καιρό
η
ταρακουνημένη.
Συνεκδοχικά, ένα έργο τέχνης πρέπει να είναι "ωραίο" έχοντας κατά νου τη στενότερη ή ευρύτερη σημασία, ετυμολογικά. Ένα έργο τέχνης πρέπει να φτιάχνει τη διάθεση του θεατή, να προβληματίζει. Όμως, ένα "άσχημο" έργο τέχνης που κατακερματίζει το ανθρώπινο σώμα, ταυτόχρονα και πνεύμα, δε βλέπεται, δε φτιάχνει την ευχαρίστηση και κατά συνέπεια δεν πωλείται. Ένα έργο τέχνης, συνεκδοχικά πρέπει να είναι "άνθος".
Ένα από τα μεγαλύτερα κακά στην Ιστορία των ανθρωπίδων υπήρξε η θρησκεία. Σε όλους τους πρωτόγονους και μεθεπόμενους πολιτισμούς επικρατούσε η άποψη πως κάποιος ή κάποιοι θεοί έφτιαξαν τον κόσμο. Οι σημερινοί άνθρωποι δεν έχουν ανάγκη από θεούς. Κανένας δεν έφτιαξε τον κόσμο. Υπάρχει από μόνος του.
Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026
ΜΙΑ ΩΡΑΊΑ ΜΈΡΑ
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026
ΚΛΕΦΤΗΣ
Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, πριν από πολλά χρόνια. Έμενα τότε σε μια τρώγλη, στην Κυψέλη. Ένα χαμόσπιτο ήταν από εκείνα τα παλιά που υπάρχουν μερικά τέτοια ακόμα και σήμερα. Το διατηρούσα όμως περιποιημένο, εργένης πολλά χρόνια, δεν ήμουν βέβαια και μεγάλος, καμιά τριανταριά χρονών και δούλευα μέχρι πρότινος σ΄ ένα σιδηρουργείο. Και λέω μέχρι πρότινος, γιατί με είχε απολύσει, τ΄ αφεντικό, μέρες Χριστουγέννων. Δεν έχει δουλειές Νίκο, δε βλέπεις τι γίνεται; Τα βλέπεις κι από μόνος σου, άμα συνεχίσει έτσι θα το κλείσω, με καταλαβαίνεις; μου είπε το αφεντικό, ένας κωλοπετσωμένος Πελοποννήσιος. Ανθρωπάκι ήταν, όλη μέρα στη μουντζούρα, στις λαμαρίνες και τα αμόνια. Κι εγώ τα ίδια, έκανα, έσφιγγα-ξέσφιγγα τη μέγγενη αλλά τώρα μου σφιγγε και μένα τη ζωή μια τέτοια. Αποζημίωση δε μου έδωσε, ασφαλισμένος δεν ήμουν, ξέμεινα χωρίς δεκάρα γιορτινές μέρες. Τι θα έκανα; Σκέφτηκα να πήγαινα στη Μαιρούλα, μια φιλενάδα που είχα, το κανα αλλά με διωξε. Άμα είσαι μπατίρης κανένας δε σε θέλει. Έτσι με είχε πιάσει απελπισία, η κρίση ήταν πολύ μεγάλη, όπου κι αν ζήτησα δανεικά, πήρα αρνητικές απαντήσεις. Όλοι έτρεχαν δεξιά κι αριστερά, έκαναν τα ψώνια τους ετοιμάζονταν για τις γιορτές. Κάτι είχαν αυτοί, εγώ είχα ξεμείνει με το τελευταίο πενηντάρικο σε δραχμές, τι να το κανα; Πήγα στο φούρνο, πήρα μια φραντζόλα και την έτρωγα όλη μέρα. Η πείνα είναι δύσκολο πράγμα κι άμα δεν έχεις λεφτά, πεινάς ακόμα περισσότερο. Στην απελπισία μου σκέφτηκα να κλέψω, αλλά τι; ποιόν; Δεν το είχα κάνει ποτέ αυτό το πράγμα, ήμουν φτωχός μα τίμιος. Κι έπειτα πίστευα και στο θεό που μας είχε αφήσει την εντολή, ου κλέψεις. Το βράδυ, βγήκα στο καφενείο, πάνω απ την πλατεία Κυψέλης. Πήγαινα συχνά εκεί, μπορεί να εύρισκα κανέναν γνωστό και κάθισα σε μια γωνιά. Ήρθε ο καφετζής, στάθηκε από πάνω μου και με κοίταζε, όχι τώρα, του είπα κι έφυγε μουτρωμένος. Σε λίγο, ήρθε κοντά μου ο Τάκης, ένας φίλος που κάναμε κάμποση παρέα. Τι θα πιούμε; μου είπε και κάθισε στο τραπέζι μου. Κερνάω, λέγε! Φέρε κανένα ούζο, είπα και έφερε ο μουτρωμένος καφετζής που χαμογελούσε ηλίθια τώρα. Ο Τάκης έβγαλε ένα μάτσο χιλιάρικα και προπλήρωσε. Πληρώνω πάντα ότι έρχεται στο τραπέζι, γιατί οι κουφάλες οι καφετζήδες μετά μας ρίχνουν στο μέτρημα, μου είπε και γελούσε. Καλός ήταν, τον είχα βοηθήσει μερικές φορές, όταν είχε έρθει σε δυσκολίες, γι αυτό, σκέφτηκα πως θα με δάνειζε κανένα ψιλό, να περάσουν οι γιορτές και μετά θα έβλεπα. Ήρθαν τα δεύτερα ούζα, ξαναπλήρωσε, έφτιαξε λίγο το κέφι μας, ο Τάκης ήταν λίγο αμπλαούμπλας, έλεγε διάφορες κουβέντες για γκόμενες. Ώστε δεν έχεις δουλειά, ε; και τι θα κάνεις τώρα; Έχω κάτι υποσχέσεις για μετά τις γιορτές του είπα ψέματα. Θα με δανείσεις κάνα δυο χιλιάρικα; τόλμησα. Α, δανεικά φίλε δε δίνω. Ορκίστηκα στη μάνα μου, δεν μπορώ να πατήσω τον όρκο μου, ότι άλλο θέλεις. Να πιούμε να σε κεράσω όσο θέλεις.. Τι άλλο να ήθελα; Καλά, του είπα, εγώ σε έχω δανείσει κάμποσες φορές. Ε, εσύ δεν έχεις πάρει όρκο, επέμενε. Και τότε μου ήρθε η ιδέα να τον κλέψω. Θα πήγαινα στο σπίτι του κι αυτός μόνος του έμενε, σε μια άλλη τρώγλη λίγο παραπάνω και αν ήμουν τυχερός, συνήθως άφηνε ανοιχτή την πόρτα του, είχα πάει πολλές φορές στο σπίτι του, θα έμπαινα μέσα και θα του έπαιρνα τα λεφτά. Έτσι, γιατί μου την έσπασε με τους όρκους του. Τον ήξερα, άμα έπινε γινόταν στουπί και δεν καταλάβαινε τίποτε. Κι έστρωσα το σχέδιο μου. Φέρε να πιούμε, έλεγα στον καφετζή, εγώ είμαι γερό ποτήρι, δε με πιάνει εύκολα. Και κάποια στιγμή, θα είχε πάει δώδεκα-μία, σηκωθήκαμε να φύγουμε. Άιντε καληνύχτα, μου τσέβδισε παραπατώντας. Καληνύχτα, του είπα κι έστριψα στην πλατεία. Κάθισα στο παγκάκι να περάσει κάμποση ώρα, κοίταξα το ρολόι, πέρασε μια ώρα, τώρα θα έχει κοιμηθεί, σκέφτηκα κι ανέβηκα στο στενό δρομάκι που ήταν το σπίτι του. Νυχτοπατώντας, γύρισα το πόμολο με λίγη ταραχή αλλά δε μ ένοιαζε. Πράγματι ήταν ανοιχτή η πόρτα. Όσο πιο ήσυχα γινόταν, αφού συνήθισα στο σκοτάδι, τον είδα που κοιμόταν του καλού θεού. Ροχάλιζε σαν γίδι. Έψαξα γύρω, βρήκα το πανταλόνι του σε μια κρεμάστρα. Έπιασα το μάτσο με τα λεφτά, ξεχώρισα τα μισά, δεν ήθελα να τον αφήσω χωρίς μία, αν και του άξιζε και βγήκα αθόρυβα σαν γάτα στο δρόμο. Κατηφόρισα στην πλατεία με κάποια αγωνία και φόβο γι αυτό που είχα διαπράξει. Σταμάτησα στην πλατεία, το περίπτερο ήταν ανοιχτό. Πήρα τσιγάρα, άναψα ένα και το κάπνισα στο παγκάκι. Τον Τάκη, από τότε δεν τον ξαναείδα. Μυστήριο πράγμα, λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε.
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026
Ω! ΕΛΛΆΣ
Ω! Να περάσουμε μια ζωή χρυσή!
Η κοκκινοσκουφίτσα φίλησε τον λύκο στο δάσος!
κι έτσι η χαρά είναι και δική μας.
Θα είναι μισή δική μας.
Αν και τα πλοία έφευγον
Η Ελλάδα είναι η ποιητικότερη πατρίδα του κόσμου
Όποτε απουσιάζουν τα ξύλινα τείχη ο τόπος μου κινδυνεύει
και πάντα ένας Κόκκινος κίνδυνος, Ρούσικης υπόσχεσης
από τους Ορλόφ μέχρι σήμερα υποστηρίζει σάπια σανίδια.
Τα πλοία έφευγον
Η Ελλάδα μένει, δεν πεθαίνει
πως να πεθάνει κάποιος που είναι αθάνατος;
κι οι Έλληνες συνεχίζουν να μοιάζουν με Κολοκοτρώνικους σουγιάδες.
Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026
ΕΒΡΑΙΚΉ ΜΥΘΟΛΟΓΊΑ
Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026
ΑΣΥΛΊΑ
Για όσους δεν κατάλαβαν τι είναι ασυλία: Ασυλία είναι όταν έχεις πονόδοντο και σου βγάζουν αμέσως το δόντι.Εσένα. Το δόντι. Να μην πονάς.Όσοι δεν έχουν ασυλία δεν έχουν ..δόντι. Άστους να πονούν.
-ΙΣΜΟΙ 3
Όλοι οι ζωγράφοι προσπαθούν απεγνωσμένα να διαμορφώσουν ένα στιλ αναγνωρίσιμο, που θα τους κάνει διάσημους και μου το λένε και εμέ...
















