Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

ΚΛΕΦΤΗΣ

  

 


Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, πριν από πολλά χρόνια. Έμενα τότε σε μια τρώγλη, στην Κυψέλη. Ένα χαμόσπιτο ήταν από εκείνα τα παλιά που υπάρχουν μερικά τέτοια ακόμα και σήμερα. Το διατηρούσα όμως περιποιημένο, εργένης πολλά χρόνια, δεν ήμουν βέβαια και μεγάλος, καμιά τριανταριά χρονών και δούλευα μέχρι πρότινος σ΄ ένα σιδηρουργείο. Και λέω μέχρι πρότινος, γιατί με είχε απολύσει, τ΄ αφεντικό, μέρες Χριστουγέννων. Δεν έχει δουλειές Νίκο, δε βλέπεις τι γίνεται; Τα βλέπεις κι από μόνος σου, άμα συνεχίσει έτσι θα το κλείσω, με καταλαβαίνεις; μου είπε το αφεντικό, ένας κωλοπετσωμένος Πελοποννήσιος. Ανθρωπάκι ήταν, όλη μέρα στη μουντζούρα, στις λαμαρίνες και τα αμόνια. Κι εγώ τα ίδια, έκανα, έσφιγγα-ξέσφιγγα τη μέγγενη αλλά τώρα μου σφιγγε και μένα τη ζωή μια τέτοια. Αποζημίωση δε μου έδωσε, ασφαλισμένος δεν ήμουν, ξέμεινα χωρίς δεκάρα γιορτινές μέρες. Τι θα έκανα; Σκέφτηκα να πήγαινα στη Μαιρούλα, μια φιλενάδα που είχα, το κανα αλλά με διωξε. Άμα είσαι μπατίρης κανένας δε σε θέλει. Έτσι με είχε πιάσει απελπισία, η κρίση ήταν πολύ μεγάλη, όπου κι αν ζήτησα δανεικά, πήρα αρνητικές απαντήσεις. Όλοι έτρεχαν δεξιά κι αριστερά, έκαναν τα ψώνια τους ετοιμάζονταν για τις γιορτές. Κάτι είχαν αυτοί, εγώ είχα ξεμείνει με το τελευταίο πενηντάρικο σε δραχμές, τι να το κανα; Πήγα στο φούρνο, πήρα μια φραντζόλα και την έτρωγα όλη μέρα. Η πείνα είναι δύσκολο πράγμα κι άμα δεν έχεις λεφτά, πεινάς ακόμα περισσότερο. Στην απελπισία μου σκέφτηκα να κλέψω, αλλά τι; ποιόν; Δεν το είχα κάνει ποτέ αυτό το πράγμα, ήμουν φτωχός μα τίμιος. Κι έπειτα πίστευα και στο θεό που μας είχε αφήσει την εντολή, ου κλέψεις. Το βράδυ, βγήκα στο καφενείο, πάνω απ την πλατεία Κυψέλης. Πήγαινα συχνά εκεί, μπορεί να εύρισκα κανέναν γνωστό και κάθισα σε μια γωνιά. Ήρθε ο καφετζής, στάθηκε από πάνω μου και με κοίταζε, όχι τώρα, του είπα κι έφυγε μουτρωμένος. Σε λίγο, ήρθε κοντά μου ο Τάκης, ένας φίλος που κάναμε κάμποση παρέα. Τι θα πιούμε; μου είπε και κάθισε στο τραπέζι μου. Κερνάω, λέγε! Φέρε κανένα ούζο, είπα και έφερε ο μουτρωμένος καφετζής που χαμογελούσε ηλίθια τώρα. Ο Τάκης έβγαλε ένα μάτσο χιλιάρικα και προπλήρωσε. Πληρώνω πάντα ότι έρχεται στο τραπέζι, γιατί οι κουφάλες οι καφετζήδες μετά μας ρίχνουν στο μέτρημα, μου είπε και γελούσε. Καλός ήταν, τον είχα βοηθήσει μερικές φορές, όταν είχε έρθει σε δυσκολίες, γι αυτό, σκέφτηκα πως θα με δάνειζε κανένα ψιλό, να περάσουν οι γιορτές και μετά θα έβλεπα. Ήρθαν τα δεύτερα ούζα, ξαναπλήρωσε, έφτιαξε λίγο το κέφι μας, ο Τάκης ήταν λίγο αμπλαούμπλας, έλεγε διάφορες κουβέντες για γκόμενες. Ώστε δεν έχεις δουλειά, ε; και τι θα κάνεις τώρα; Έχω κάτι υποσχέσεις για μετά τις γιορτές του είπα ψέματα. Θα με δανείσεις κάνα δυο χιλιάρικα; τόλμησα. Α, δανεικά φίλε δε δίνω. Ορκίστηκα στη μάνα μου, δεν μπορώ να πατήσω τον όρκο μου, ότι άλλο θέλεις. Να πιούμε να σε κεράσω όσο θέλεις.. Τι άλλο να ήθελα; Καλά, του είπα, εγώ σε έχω δανείσει κάμποσες φορές. Ε, εσύ δεν έχεις πάρει όρκο, επέμενε. Και τότε μου ήρθε η ιδέα να τον κλέψω. Θα πήγαινα στο σπίτι του κι αυτός μόνος του έμενε, σε μια άλλη τρώγλη λίγο παραπάνω και αν ήμουν τυχερός, συνήθως άφηνε ανοιχτή την πόρτα του, είχα πάει πολλές φορές στο σπίτι του, θα έμπαινα μέσα και θα του έπαιρνα τα λεφτά. Έτσι, γιατί μου την έσπασε με τους όρκους του. Τον ήξερα, άμα έπινε γινόταν στουπί και δεν καταλάβαινε τίποτε. Κι έστρωσα το σχέδιο μου. Φέρε να πιούμε, έλεγα στον καφετζή, εγώ είμαι γερό ποτήρι, δε με πιάνει εύκολα. Και κάποια στιγμή, θα είχε πάει δώδεκα-μία, σηκωθήκαμε να φύγουμε. Άιντε καληνύχτα, μου τσέβδισε παραπατώντας. Καληνύχτα, του είπα κι έστριψα στην πλατεία. Κάθισα στο παγκάκι να περάσει κάμποση ώρα, κοίταξα το ρολόι, πέρασε μια ώρα, τώρα θα έχει κοιμηθεί, σκέφτηκα κι ανέβηκα στο στενό δρομάκι που ήταν το σπίτι του. Νυχτοπατώντας, γύρισα το πόμολο με λίγη ταραχή αλλά δε μ ένοιαζε. Πράγματι ήταν ανοιχτή η πόρτα. Όσο πιο ήσυχα γινόταν, αφού συνήθισα στο σκοτάδι, τον είδα που κοιμόταν του καλού θεού. Ροχάλιζε σαν γίδι. Έψαξα γύρω, βρήκα το πανταλόνι του σε μια κρεμάστρα. Έπιασα το μάτσο με τα λεφτά, ξεχώρισα τα μισά, δεν ήθελα να τον αφήσω χωρίς μία, αν και του άξιζε και βγήκα αθόρυβα σαν γάτα στο δρόμο. Κατηφόρισα στην πλατεία με κάποια αγωνία και φόβο γι αυτό που είχα διαπράξει. Σταμάτησα στην πλατεία, το περίπτερο ήταν ανοιχτό. Πήρα τσιγάρα, άναψα ένα και το κάπνισα στο παγκάκι. Τον Τάκη, από τότε δεν τον ξαναείδα. Μυστήριο πράγμα, λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε.



 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΚΛΕΦΤΗΣ

      Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, πριν από πολλά χρόνια. Έμενα τότε σε μια τρώγλη, στην Κυψέλη. Ένα χαμόσπιτο ήταν από εκείνα τα παλιά που υπ...