![]() |
Η
θάλασσα που τόσο αγάπησα να τη βλέπω
έστω κι από μακριά ήταν ήσυχη.
Σα μια
μπλέ προς το σκούρο-ραφ, αρκούδα της
ακρογιαλιάς που κοιμόταν με
απλωμένα
τα πόδια στον αφρό. Το κύμα ούτε που
έσκουζε. Μόνο τα αρμυρίκια
θρόιζαν.
Θρόϊζαν το σαν βρώμικο λευκό, αυτό το
σαν υποκίτρινο άνθος που όμως
όταν το
λίχνισα στο χέρι μου ήταν κατακάθαρο-σαν
την κατακάθαρη ζωή μου.
Αυτό ήθελα να
το πω στον εαυτό μου: ναι, ήξερα πως ήταν
ένας αστραφτερός
καθρέφτης, άσπαστος,
αψεγάδιαστος. Περήφανος που είχε φτάσει
μέχρι εδώ.
Μέχρι εδώ ν αντικρύζει τη
θάλασσα, να χαίρεται με τα αρμυρίκια.
Τι
θέλω όμως να πως για τα αρμυρίκια; Γιατί
αυτό το δεντρί που φυτρώνει μόνο
στην
άκρη της θάλασσας να με κεντρίζει τόσο;
Δεν είναι και από τα πιο όμορφα
δέντρα-εμένα
μου αρέσουν τα όμορφα δέντρα- να πεις
πως το ερωτεύτηκα;…
να πεις πως μ αρέσει
γιατί είναι δυνατό; Σίγουρα είναι δυνατό
γιατί αλλιώς δεν
εξηγιέται η αντοχή του
πλάι σε τόσα κύματα. Α, να λοιπόν γιατί
μου άρεσε!
Επειδή είναι δυνατό, αντέχει
στις κακουχίες, δε φοβάται κι αντίθετα
μ εμάς τ
ους ανθρώπους δε φαίνεται να
βαρυγκομίζει για τα πάθη και τις δυστυχίες
του.
Βαριέμαι το μέτριο, λυπάμαι για τους ανέραστους, κι αυτούς που δε θα μάθουν να λεν ούτε αντίο.
Να ζεις πάνω στη γη δίχως σεξ είναι σα να ζεις μέσα στην κόλαση.
Η ζωγραφική με έμαθε πολύ περισσότερα πράγματα απ όσα νόμιζα όταν ξεκινούσα.
Πηγαίνοντας
για εκεί που δεν υπάρχει γυρισμός
χωρίς
σπίτι, δίχως δουλειά, χωρίς παιδιά.
Ας
φύγουμε να πάμε κάπου
εκεί
που κανένας δεν ακούει κανέναν για ένα
τίμημα για έναν αγώνα
κάτω
απ τη γέφυρα στα χαρτόνια
Ας
φύγουμε να πάμε κάπου
ας
πάρουμε μαζί μας τα τουφέκια όπως έκανε
ο παππούς
ίσως
κερδίσουμε την άθλια ζωή μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου