Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

ΠΟΛΎ ΓΈΛΙΟ.

 

 


-Ωραία! μου λέει.
-Το ποιό; ερωτώ.
-Η ζωή! Αχ!
-Προς τι το αχ;
-Δεν ξέρεις εσύ....
-Ναι, που να ξέρω...
-Κάποτε ήμουν εποχιακή...
-Υπάλληλος;
-Όοχι...
-Σαλάτα;
-Δε ντρέπεσαι; εγώ είμαι σοβαρή γυναίκα! άκου σαλάτα...
--Μα, δεν υπάρχουν εποχιακές σαλάτες; Τώρα όλοι εποχιακοί είναι..
-Εγώ τώρα δεν είμαι..
-Ααα, εσύ πας από το πλάι...για πες...τι εποχιακή ήσουν;
Δε μιλάει. Με κοιτάζει σαν βλάκα. [Μπορεί και να είμαι.]
-Ξέρεις ποιος μου τ αγόρασε αυτό το σαλόνι; αλλάζει κουβέντα
-Που να ξέρω; ερωτώ ιδρωμένος.
-Ο διευθυντής μου.
-Κι αυτό το σπίτι; ξαναερωτώ.
-Ο πρώην διεθυντής μου.
-Ωραία! λέω.
-Το ποιο; συνοφρυώνεται.
-Το εποχιακό...
-Α, ναι, με κόβει. Ήμουν εποχιακή γκόμενα, αγαπητέ μου. Τι κοιτάς; δε σου κάνω;
-Όοχι, αυτό ήθελα να πω...
-Τι; σου αρέσουν οι εποχιακές; Ωραία. Τώρα είναι Χειμώνας, τι προτιμάς; ξανθιά ή μελαχροινή;
-Ξανθιά ρετσίνα, λέω και μένει κάγκελο.
-Α, εσύ δεν τρώγεσαι, λέει και φεύγει. Και μ αφήνει εποχιακό μούσμουλο.

 

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

ΑΠΌ ΠΑΛΙΆ



Εγώ δεν είπα τίποτε, τον κοίταζα μόνο στα μάτια έτοιμος να βάλω τα κλάματα. Με κοίταζε και κείνος και σα να δάκρυσε.
-Θα έρθω στο σπίτι με τη Μαγδαληνή ένα απόγευμα να τα πούμε και να τα πιούμε, μου είπε. Θα δεις, είναι καλή, μη νομίζεις. Επειδή δεν είναι όμορφη; Γέλασε. Δεν πειράζει. Και σκούπισε τα μάτια του και τα δικά μου.
Μετά από λίγες μέρες ήρθαν. Τους άνοιξε ο πατέρας μου και, πράγμα παράξενο, τους καλοδέχτηκε. Όχι πως ήταν κακός ο πατέρας μου, όχι. Αλλά να, μια ζωή αλήτη τον ανέβαζε κοπρόσκυλο τον κατέβαζε. Μα τώρα που παντρεύεται θα βάλει μυαλό- εγώ μόνο μυαλό δεν περίμενα να βάλει ο Ντάφλος. Θα βάλει γιατί παίρνει και καλή κοπέλα, συνέχισε ο πατέρας μου κι εγώ τον κοίταζα με μάτι αλλήθωρο. Καλό σόι ο Σταυρέας, του βρήκανε και δουλειά έμαθα. Μπράβο τους! Με αποτελείωσε.
Καθίσαμε έξω στην αυλή, η μάνα μου έφερε καφέδες. Μετά από λίγο ο Ντάφλος ζήτησε ούζα. Ήπια κι εγώ ένα μαζί τους και του πατέρα μου άσπρισε το μάτι. Αυτουνού που είχε πιει τα ποτήρια όλου του κόσμου. Άλλο τώρα που του το είχαν απαγορέψει οι γιατροί. Ένα-δυο ποτήρια κρασί του είχαν πει, είχε την καρδιά του. Άλλη ιστορία αυτή, στη συνέχεια, μπορεί να σας πω ορισμένα πράγματα από την ολοτάραχη ζωή του πατέρα μου. Προς το παρόν ο Ντάφλος είχε κατεβάσει το καραφάκι και παράγγειλε κι άλλο στη μάνα μου.
-Φέρε να πιούμε, της είπε σα διαταγή κι εκείνη έφερνε .Ώσπου έγινε δαυλί εκείνο το απόγευμα ο Ντάφλος. Η Μαγδαληνή τον κοίταζε αποσβολωμένη. Δεν ήξερε τι να κάνει τα χέρια της, τα σταύρωνε τα ξεσταύρωνε και η χοντρή μύτη της είχε τσουρουφλιστεί. Έμοιαζε να ντρέπεται έτσι που συμπεριφερόταν ο μέλλων σύζυγος της. Ο Ντάφλος την αγκάλιαζε κι όλο «έλα εδώ μωρή!» της φώναζε. «Έλα εδώ, μη φοβάσαι τίποτα, θα σε κάνω εγώ βασίλισσα, ε, μπάρμπα Φώτη; Πες κι εσύ τίποτα, δεν έχω δίκιο;» Η Μαγδαληνή αποτραβιόταν πέρα με συσπάσεις αηδίας στο πρόσωπο, δεν τον ήθελε, το έδειχνε σχεδόν από την αρχή . Σα να μην τον χώνευε. Σα να μην τον ήθελε καθόλου, ούτε να τον έβλεπε ποτέ στα μάτια της. Τέτοια ήταν τα κατάβαθα της ψυχής της κι αν είχες μάτια το έβλεπες. Αλλά όσο αποτραβιόταν, τόσο φούντωνε ο Ντάφλος. Το μάτι του κοκκίνιζε και γυάλιζε απ το ποτό.

Είναι ορισμένα πράγματα που μεγαλοποιούν τις πράξεις των ανθρώπων, σαν αυτή τώρα του Ντάφλου. Εγώ τότε διάβαζα μετά μανίας όλα τα κλασσικά βιβλία. Ότι εύρισκα μπροστά μου. «Θα κουτοβαρεθείς καημένε!» μου λεγε ο Ντάφλος. Άσε εκείνος ο Σταυρέας. «Δε βγάζουν ψωμί αυτά που κάνεις,» μου είπε μια μέρα που με βρήκε κατάχαμα να ζωγραφίζω και να διαβάζω. «Τι είναι αυτά;» λες και έβλεπε σίχαμα. Το είπε στον πατέρα μου. «Μην τον αφήνεις να ζωγραφίζει και να διαβάζει, θα πάθει το μυαλό του»
Τέτοιος ήταν ο Σταυρέας, χουντικός, γουρούνι του κερατά. Έτσι τον μελετούσα και το είπα στο Ντάφλο αλλά εκείνος δεν έμοιαζε να νοιάζεται για τέτοια πράγματα και τα πολιτικά, τουλάχιστον τότε.
Εν πάση περιπτώσει που κοπανάει συνέχεια και ο πατέρας μου, έλεγα για τις πράξεις που μεγαλοποιούν την εικόνα ενός ανθρώπου. Αρνητικά ή θετικά. Σκηνή σαν αυτή που ξετυλίχτηκε εκείνο το απόγευμα στην αυλή-τι απόγευμα, είχε βραδιάσει για τα καλά- μου θύμισε εικόνες από άλλες εποχές, άλλα βιβλία, ξένους, μυστηριακούς τόπους και ήρωες.

Ο Ντάφλος είπαμε, είχε γίνει δαυλί. Η Μαγδαληνή στεκόταν ανήμπορη κι απορημένη στην πόρτα κι ο πατέρας μου άκουγε το παραμιλητό του Ντάφλου. Τι του έλεγε; Πως καλά έκανε που παντρευόταν και θα νοικοκυρευτεί, πως έπαιρνε την καλύτερη γυναίκα και πως τώρα θα δεις μπάρμπα-Φώτη, θ αλλάξουν όλα. Κι ύστερα πάλι το γυρνούσε. Τι τα θέλεις μπάρμπα-Φώτη, να σου πω κάτι; Πες έγνεφε ο πατέρας μου. Να σου πω κάτι; Τι τα θέλεις; Ο γάμος είναι σκλαβιά και οι γυναίκες για σκότωμα. Όλες, να! έτσι τσίτωμα με το πιρούνι θέλουν! Και το κάρφωνε στο τραπέζι.

Ώσπου δεν άντεξε άλλο η Μαγδαληνή. Σηκώθηκε πάνω μπαρουτιασμένη, του πέταξε πέρα το χέρι κι έκανε να φύγει. Αλλά αυτός την πρόλαβε. Σηκώθηκε τρεκλίζοντας και τη σβούρισε. Την έφερε απέναντι του και της έσκασε ένα τρανταχτό σκαμπίλι. Ύστερα δεύτερο και τρίτο. Εκείνη ούρλιαζε με το πρόσωπο στα γόνατα κουκουβισμένη.
Σηκώθηκε η γειτονιά στο πόδι. Άντρες, γέροι, γυναίκες, παιδιά, κρεμάστηκαν σα μελισσολόι στα κάγκελα της αυλής να κοιτάζουν απορημένοι κι ο Ντάφλος να φωνάζει
-Σήκω πάνω μωρή! Σήκω πάνω μη σου γαμήσω τον κερατά που σε πέταγε. Σήκω πάνω μωρή! Κι εκείνη να κλαίει.
Κάποια στιγμή σηκώθηκε. Ο Ντάφλος κοίταζε όλους τους άλλους αγριεμένος. Ύστερα την πήρε αγκαλιά, της σκούπισε τα μάτια και φύγανε τρεκλίζοντας.
Έτσι, χωρίς μια καληνύχτα.

 

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

οιστρος

 

 


ΚΛΕΙΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΞΩ .
..κάποτε όλοι τον τραγουδούσαμε και είχαμε λόγους χίλιους ν ακούμε την φωνή του. Ν ακούμε τα πουλιά τα βρίσκει ο χάρος στο φτερό, τα λάφια όταν σκύβουν για νερό και να νιώθουμε θλίψη, ή ν ακούμε την Ρωμιοσύνη και να μας πιάνει επαναστατικός οίστρος, κατηφορίζοντας την Πανεπιστημίου και αλλού..
Σιγά-σιγά ο Γιώργος Νταλάρας έγινε ένα μεγάλο μέρος της Ελληνικής κοινωνίας, ένα αναπόσπαστο κομμάτι που όριζε ακόμα και κοινωνικές συμπεριφορές. Όπως επίσης αργά και σταθερά έφτιαχνε ένα προφίλ τέλειου εργασιομανούς ανθρώπου: Ο κάτοχος της εργασίας πρέπει να πουλήσει την εργασία του στον καπιταλιστή,αλλιώτικα είναι καταδικασμένος στην πείνα. Το κεφάλαιο αγοράζει την ανθρώπινη εργασία και την μετατρέπει σε κερδοφόρα επένδυση.
Αυτό θα πρέπει να το είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς, ο δε μας χέζεις ρε Νταλάρα, και φυσικά έχει ξεπληρώσει με την φωνή του και τα χρήματα-κυρίως του Ελληνικού λαού-το χρέος του απέναντι στην τέχνη. Συσσώρευε αγαθά κι από νεκρά που είναι τα έκανε να έχουν μεγαλύτερη αξία από την ανθρώπινη παρουσία, από την ανθρώπινη ενέργεια. Ο καθένας, βέβαια, αυτό προσδοκά από τον καπιταλισμό. Ο καπετάν -Μίκης Θεοδωράκης, λένε πως δεν ξέρει τι έχει, κατά τ΄άλλα γράφουμε τραγούδια για την φτώχεια. Είναι πολύ ψεύτικη πια η συμπεριφορά των ειδώλων μας.
Προσωπικά, δεν κρύβω πως μεγάλωσα με τα τραγούδια του και ούτε πως ακόμα με συγκινούν, ιδιαίτερα τα παλιά αλλά είμαι πια απρόθυμος ν ακολουθήσω μια τόσο ελιτίστικη συμπεριφορά. Αυτά είναι τ αποτελέσματα του καπιταλισμού που έκανε τον άνθρωπο να αποξενωθεί από τον εαυτό του, από τον διπλανό του και από τη φύση. Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πια σχέσεις αλλοτριωμένων, είναι αυτόματες. Ο πολιτισμός μας γίνεται πολιτισμός της μοναξιάς, το μοναχικού ανθρώπινου είδους που προσπαθεί να μείνει κοντά στο κοπάδι για να ξεπερνάει τις ανασφάλειες του.

 

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ

 


 

Δεν είχε τι να κάνει, εκείνο το απόγευμα, Νωρίς ήταν, ακόμα δεν είχε πάει επτά. Φθινόπωρο. τέλειωνε ο Σεπτέμβρης, ο πιο γλυκός μήνας του χρόνου.
Το μεσημέρι έριξε μια ξαφνική μπόρα. Μα τώρα είχε ξαστερώσει πάλι. Ένα απέραντο γαλάζιο κύκλωνε την Αθήνα.
Σαν είδε έτσι τον καιρό, καβάλησε την μηχανή του κι έτρεξε μια μεγάλη βόλτα. Ανέβηκε περιφερειακά τον Λυκαβηττό, κατρακύλησε πάλι κάτω. «Πολύ νωρίς ακόμη» σκέφτηκε περνώντας  ένα βαθύ πορτοκαλί στην Ιπποκράτους, υπονομεύοντας με την άκρη του ματιού του έναν μπάτσο που ήταν έτοιμος να του σφυρίξει κάποια κλήση. Γκάζωσε όμως και εξαφανίστηκε προς τον λόφο του Στρεφη. Κάθισε σε ένα παγκάκι να κάνει τσιγάρο. Ο ήλιος έπεφτε γοργά, τα χρώματα σκούραιναν, έδειχναν μια άλλη όψη των ανθρώπων και του τοπίου.
Ασυναίσθητα, σκόρπιος- του άρεσε πολλές φορές να είναι έτσι- ανέβηκε πάλι στην μηχανή. Κατευθύνθηκε προς το μπαρ του Παππού, γωνία Μεταξά και Θεμιστοκλέους. Έστησε την μηχανή, μπροστά στην είσοδο και μπήκε μέσα. Η σάλα ήταν άδεια. Η σχεδόν άδεια. Ένας τύπος συνομιλούσε στον πάγκο με τον Παππού, που μόλις τον είδε συνοφρυώθηκε.
-Τέτοια ώρα; Πως από εδώ; Νωρίς δεν είναι;
-Δεν είχα τι να κάνω, δικαιολογήθηκε ανόητα. Πιάσε μια πράσινη.
Κάθισε σε ένα σκαπώ. Όταν την έφερε, έβαλε στο ποτήρι να πιει. Το σήκωσε. Ταυτόχρονα σήκωσε και τα μάτια του στον καθρέφτη, πάνω από την μπάρα. Στο βάθος, πίσω δεξιά, καθόταν μια κοπέλα. Είχε καρφωμένα τα μάτια της πάνω του κι ένα ποτό στο χέρι. Του μοιασε μαστουρωμένη. Το απλανές βλέμμα, το ύφος της, αυτό μαρτυρούσαν. Ενοχλήθηκε, γύρισε στη μπύρα του. Τι τον ένοιαζε αυτόν;
Ήταν πολύ όμορφη όμως και μετά από λίγο την ξανακοίταξε. Νεαρή, μικρή, ίσως όχι πάνω από δεκαοχτώ. Διέκρινε, μέσα από τα χαχόλικα τζιν που φορούσε, ένα ντελικάτο στήθος και, παρ’ ότι δεν είχε σηκωθεί για να την δει όρθια, έβαζε στοίχημα, πως θα πρέπει να είχε μακριά, ατέλειωτα πόδια. Κάποια στιγμή, γύρισε. Την είδε να καταρρέει ενώ ζητούσε ένα ποτό ακόμη από τον Παππού, ο οποίος, αφού την σερβίρισε, επέστρεψε πίσω από τον πάγκο.
-Τι γίνεται; Τον ρώτησε απορημένος.
-Τίποτε, ανασήκωσε τους ώμους.
-Ποια είναι αυτή; Τον ρώτησε με ενδιαφέρον.
Ο Παππούς την ξανακοίταξε σκεφτικός. Μετά, κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
-Δεν την ξέρω. Πρώτη φορά την βλέπω, ομολόγησε και αφοσιώθηκε στις δουλειές του.
Αυτός με την σειρά του, ομολόγησε πως του άρεσε. Στα γρήγορα, όπως γίνονται αυτές οι σκέψεις. Τον ενοχλούσε όμως που ήταν μαστούρα, δεν γούσταρε παρτίδες με χαπάκηδες. Του προξενούσαν θλίψη, είτε επρόκειτο για αγόρια, φίλους και εχθρούς, πόσο μάλλον για γυναίκες και δη ωραίες.
Ωστόσο, ενώ έκανε αυτές τις μαύρες σκέψεις, η νεαρή γυναίκα είχε φύγει. Με την άκρη του ματιού , την είχε πάρει μυρωδιά, που σηκώθηκε τρεκλίζοντας αλλά τι τον ένοιαζε;

Αποτελείωσε την μπύρα. Άναψε τσιγάρο και σκέφτηκε να πιει άλλη μια. Μετά, σα να θυμήθηκε κάτι, μετάνιωσε. Πλήρωσε, χαιρέτησε τον Παππού και βγήκε πάλι μετέωρος. Δεν είχε τι να κάνει, απλώς προσποιήθηκε πως είχε δουλειά.
Στάθηκε στην εξώπορτα, κοιτάζοντας ερμαφρόδιτα την μηχανή το, λίγο πιο κει. Ύστερα, γύρισε δεξιά. Την είδε χάμω με απλωμένο το χέρι προς αυτόν, να ικετεύει.
-Πήγαινε με σπίτι σε παρακαλώ, του είπε με σβησμένη φωνή.
-Τι κάνεις εδώ; απόρεσε.
-Πήγαινε με σπίτι, σε παρακαλώ, επανέλαβε η κοπέλα.
-Σπίτι; Που μένεις; Ρώτησε ανίδεος.
-Θα σου πω,  είπε με δυσκολία μορφάζοντας σαν από μεγάλο πόνο.
-Που μένεις; Επανέλαβε. Μπορείς ν’ ανέβεις στην μηχανή;
Εκείνη έγνεψε ναι, θα σου πω και προσπάθησε πάλι ν’ ανασηκωθεί. Την έπιασε από τις μασχάλες, την βοήθησε να ορθώσει, ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν, μήπως βρεθεί σε τίποτα μπελάδες. Πως ήταν καλύτερα να φύγει, αλλά, πώς να την άφηνε, έτσι κατάχαμα, αβοήθητη; Του φαινόταν πολύ άσχημο ένα τέτοιο φέρσιμο, πολύ άναντρο. Φυσικά, είχε ξεχάσει οτιδήποτε είχε σχέση με έρωτα και τέτοια. Το μόνο που έβλεπε εκείνη την στιγμή, ήταν ένας άνθρωπος που υπέφερε. Έπρεπε, λοιπόν, να κάνει κάτι γι’ αυτό.
Την πήγε κοντά στην μηχανή, την έστησε όρθια όπως μπορούσε. Κατέβασε τον ορθοστάτη, ανέβηκε. Της έκανε νόημα να κάνει κι αυτή το ίδιο. Με μεγάλη δυσκολία, τα κατάφερε.
-Που πάμε; Την ρώτησε ενώ ξεκινούσε.
-Δεξιά, του ψιθύρισε και σφίχτηκε πάνω του.
-Κρατήσου! Της φώναξε στρίβοντας στην Ακαδημίας καθώς την ένιωσε να του φεύγει πίσω και να επανέρχεται.
Που στο διάολο να έμενε; Μακριά; Ποιος ξέρει, δεν του έλεγε κιόλας. Μαρσάρισε λίγο και του ξανάφυγε. Πρόλαβε να την συγκρατήσει με το αριστερό, αφήνοντας τον συμπλέκτη κι οδηγούσε με το ένα χέρι.
-Κρατήσου! Ούρλιαξε. Θέλεις να σκοτωθούμε;
-Μην φωνάζεις, σε παρακαλώ, κόλλησε πάνω του ενώ είχε σχεδόν σταματήσει. Πάμε αριστερά, θα ανέβουμε στην Πατριάρχου Φωτίου.
Κολωνάκι. Στην αριστοκρατική συνοικία έμενε. Έστριψε αριστερά και σκέφτηκε πάλι, μήπως έμπαινε σε μπελάδες. Που θα την άφηνε, ποιος θα ήταν στο σπίτι και τέτοια. Ποτέ δεν ξέρεις με αυτές τις καταστάσεις.
Αλλά, ευτυχώς η διαδρομή, ήταν κοντινή. Στο τέλος του δρόμου, στην ανηφοριά στα ριζά του Λυκαβηττού, σταμάτησε.
-Εδώ, του είπε εκείνη και μισοχαυνωμένη κατέβηκε.
-Εντάξει; Την παρατήρησε με νόημα που έλεγε, «μπορείς;»
Έγνεψε, ναι. Γύρισε να φύγει.
Την παρακολουθούσε μέχρι να μπει στο τουλάχιστον στο σπίτι και να φύγει όσο πιο γρήγορα γινόταν. Φοβόταν τα μπλεξίματα, σαν ο διάολος το λιβάνι, αν και δεν πίστευε σε τέτοια πράγματα.
Όταν την είδε να σωριάζεται, κατάλαβε πως δεν θα τον απέφευγε τον διάολο. Έσβησε γρήγορα την μηχανή κι έτρεξε κοντά της. Την ανασήκωσε, προσπαθώντας να την στήσει όρθια και εκείνη τον αγκάλιασε. Τι θα γίνει μ αυτήν; Σκέφτηκε και στον νου του ήταν τα ναρκωτικά και το κακό που έκαναν, όταν τον αγκάλιασε πιο ερωτικά και τον φίλησε στο στόμα. Τραβήχτηκε δυο βήματα, την εξέτασε με βλέμμα νευρικό. Τα πήρε στο κρανίο με το ανόητο φέρσιμο της και την άρπαξε σαν πούπουλο, σαν μωρό, να την πάει μέσα στο σπίτι. Δεν μπορεί, κάποιος θα ήταν εκεί, θα τον καταλάβαιναν, θα ήξεραν αυτοί. Ναι, βέβαια, θα ήξεραν, τι διάολο…
Με το ζόρι, βρήκε το κλειδί στην τσάντα της, άνοιξε και μπήκε στην είσοδο. Το σπίτι, φαινόταν άδειο. Είχε παρατηρήσει πως ήταν μια διώροφη μονοκατοικία με κλειστά τα παντζούρια όταν στεκόταν απ έξω. Και τώρα που είχε μπει μέσα, καταλάβαινε αδιόρατα πως δεν υπήρχε ψυχή εκεί μέσα. Αυτό του έφερε μεγαλύτερη σκοτούρα. Αν ήταν τουλάχιστον κάποιος εκεί…Αλλά καλύτερα, σκέφτηκε αμέσως. Θα την άφηνε εκεί και θα έφευγε. Πολλά είχε κάνει, δεν μπορούσε περισσότερα.
Την ανέβασε επάνω, κάμποσα σκαλοπάτια, άνοιξε την πόρτα μιας κρεβατοκάμαρας, τυχαία, και την αμόλησε κάτω. Κυριολεκτικά. Την αμόλησε μπουχτισμένος και γύρισε να φύγει.
-Μην φεύγεις! Τον ικέτεψε σηκώνοντας το χέρι της, ενώ με το άλλο έπιανε τα πονεμένα οπίσθια της.
-Τι θέλεις; Έκανε νευριασμένος.
-Κάθισε, θα σου πω, δεν είναι έτσι που νομίζεις…
-Που ξέρεις εσύ, τι νομίζω; Τι άλλο είναι; Προσπάθησε να αναρωτηθεί.
-Θα σου πω..
-Λέγε! Δεν είναι κανείς άλλος εδώ; ξανακοίταξε γύρω του. Οι γονείς σου, τα αδέρφια σου.
-Δεν έχω αδέρφια, οι γονείς μου λείπουν διακοπές, αύριο επιστρέφουν…
-Και συ βρήκες την ευκαιρία, την έκοψε. Βρήκες την ευκαιρία να μαστουριάσεις..
-Λάθος κάνεις! Επαναστάτησε. Δεν ξέρω από τέτοια, δυο ποτά ήπια στο μπαρ και μέθυσα. Ούτε από αυτά ήξερα..
-Τώρα έμαθες! Βρήκε την διάθεση να αστειευτεί, επειδή χάρηκε που δεν ήταν μαστούρα.
Πράγματι, είχε αρχίσει να ψιλοσυνέρχεται. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και κάθισε κοντά της, κατάχαμα. Κοιτάχτηκαν στα μάτια.
-Είσαι πολύ όμορφη, της είπε. Δεν ξέρεις πόσο χάρηκα που δεν ήταν τα ναρκωτικά. Τα σιχαίνομαι και μου προξενούν μια απέχθεια οι άνθρωποι που τα χρησιμοποιούν. Χωρίς να το καταλαβαίνω, νιώθω μια τρομερή αντιπάθεια με την ανημπόρια τους να καταλάβουν πόσο κακό κάνουν.
-Έχεις δίκιο κι εγώ έτσι νιώθω. Αλλά και συ είσαι καλός. Καλός και όμορφος.
Την χάιδεψε στα μαλλιά, ύστερα στα χέρια, στο στήθος. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν, τώρα έμοιαζε θηλυκό, μύριζε γυναίκα που ήθελε να κάνει έρωτα.

Απλώθηκαν στο δάπεδο, κυλίστηκαν αγκαλιασμένοι. Μισογδύθηκαν, έμπλεξαν τα μπούτια τους, ήρθε κοντά το ξύλο με τη σάρκα. Ανακάτεψε τις τρίχες, γυρόφερε ψάχνοντας, την τρύπα να μπει. Χώθηκε μέσα της, γλίστρησε στο κόκκινο της σάρκας- έτριζε ο κόλπος της καθώς εισχωρούσε μέχρι το έσχατο σημείο. Τέλειωσαν, βγήκε από μέσα της, γύρισαν ανάσκελα ξελαχανιάζοντας με την γλύκα του έρωτα στα μάτια τους.
-Δεν το πιστεύω, της είπε.
-Ούτε εγώ, το πιστεύω, του απάντησε.
-Χρειάζομαι ένα ποτό, έχεις; Και σηκώθηκε ολόγυμνος.
Άναψε το φως, τόση ώρα ήταν στο μισοσκόταδο. Και την κοίταξε που είχε μισοσηκωθεί κι έψαχνε μια ρόμπα να κρύψει την γύμνια της. Του έδωσε  μια, να ρίξει κι αυτός πάνω του. Ύστερα πήγε στο μπαρ.
-Τι προτιμάς; Τον ρώτησε.
-Ουίσκι, είπε παρατηρώντας το σπίτι.
Ήταν ένα παλιό, κλασσικό σπίτι, αρχοντικό. Από αυτά που κρίνονται διατηρητέα.
-Ο πατέρας μου είναι αρχιτέκτονας, του είπε φέρνοντας το ποτό.
-Και;
 -Επειδή σε είδα που κοιτάζεις το σπίτι.Το αγόρασε πριν από λίγο καιρό. Η μαμά είναι ηθοποιός, μπορεί να την ξέρεις. Παπαθανασίου, όχι η Ασπασία, η ξαδέρφη της η Κατερίνα.
-Εσένα, πως σε λένε; γέλασε πίνοντας μια γουλιά, που δεν ήξερε ούτε το όνομα της ενώ την είχε δικιά του.
-Μιράντα. Εσένα;
-Δεν έχω όνομα.
-Το παραβλέπω. Άμα σου αρέσει έτσι…
-Και συ; Απέφυγε να δώσει συνέχεια γύρω από το όνομα του.
-Τι, κι εγώ;
-Θέλω να πω τι κάνεις..
-Α, ναι, σπουδάζω. Σπουδάζω ηθοποιός, έμοιασα στην μαμά.
-Τι λες! Άνοιξε τα μάτια του.
-Αύριο δίνω εξετάσεις στο Εθνικό.. ένα μήνα τώρα διάβαζα, μέρα νύχτα, μελετούσα τους ρόλους. Και σήμερα βγήκα να ξεμπουκώσω.
-Ωραία! Έκανε. Πολύ ωραία.Θα μου απαγγείλεις;
-Τι θέλεις να σου απαγγείλω; Πήρε στάση μεγάλης ντίβας.
-Ότι θέλεις.
-Είναι μια σκηνή που μου αρέσει πολύ. Την διάβαζα χτες. Δεν έχει σημασία το όνομα του συγγραφέα..
-Πάντα έχει σημασία το όνομα του συγγραφέα, την έκοψε.
-..μια σκηνή με μια γάτα και μια γυναίκα- τον παρέκαμψε.
Κι άρχισε να παίζει σαν να είχε μια γάτα μπροστά της. Νιαούριζε, γρατσούνιζε, ερχόταν σε αντιπαράθεση με την γάτα, σαν να την είχε ακριβώς μπροστά της. Ταυτόχρονα έκανε γκριμάτσες άλλοτε θλιμμένες, άλλοτε χαρούμενες, άλλαζε χίλιες εκφράσεις.
-Μπράβο! χειροκρότησε, σα να βρισκόταν στην πλατεία κάποιου θεάτρου, μοναδικός θεατής.
 Η Μιράντα έτρεξε κοντά του. Τον τύλιξε απ τον λαιμό με ένα μαντήλι, τον τράβηξε πάνω της.
-Σου άρεσε; του είπε με έπαρση. Κι ύστερα, μελαγχολικά: Θα φύγεις;
-Που να πάω; έκανε σαν να ξύπνησε
-Όλοι φεύγουν από μένα, συνέχισε περπατώντας στις άκρες των δακτύλων.
-Που πηγαίνουν; τον συνεπήρε στον κόσμο της.
-Πάνε μακριά. Πολύ μακριά, χάνονται σε ένα σύννεφο, τους τυλίγει η ανυπαρξία. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ, λες και είναι σκιές του Άδη. Σκιές δέντρων που άλλοτε μένουν ακίνητες κι άλλοτε αναζητούν εμένα! Εμένα που είμαι ένα άλλο δέντρο, μια μαυροφορεμένη Αντιγόνη που ψάχνει το νεκρό σώμα του Ετεοκλή ή του Πολυνίκη. Μα όλοι φεύγουν από μένα. Που πηγαίνουν; Τι τους έφταιξα; Φταίω εγώ που γεννήθηκα γυμνή;

Και πέταξε την χλαμύδα που κάλυπτε το ωραίο της σώμα. Πήγε κοντά του, κρεμάστηκε στον λαιμό του.

-Ω! Σώσε με! Σώσε με από την καταστροφή!

Παράτησε τον λαιμό του και κουλουριάστηκε στο δάπεδο κλαίγοντας σπαρακτικά.Την σήκωσε προσεκτικά, σαν ένα γυαλί που είναι έτοιμο να σπάσει.Τόσο διάφανη ήταν. Την φίλησε στο στεγνωμένο στόμα, πετώντας από πάνω του το ρούχο. Αργά, με περίσκεψη, την ανέβασε στην μέση του, στους γοφούς, την κάρφωσε μέσα του σαν ασπίδα. Κόλλησε πάνω του σαν στρείδι, με τα πόδια της τυλιγμένα γύρω από την μέση του, με το πέος να εισχωρεί στο υγρό αιδοίο. Η πληγή του ήταν ανοιχτή σαν μια βάρκα που έπλεε, στα βαθιά νερά μιας αποξηραμένης λίμνης.

Όταν έφυγε θα ήταν χάραμα. Χάραμα στην Πατριάρχου Φωτίου. Κατηφόρισε σαν κλέφτης με την μηχανή του και το σκέφτηκε καλύτερα. Ναι, κλέφτης ήταν, δεν μπορούσε να πει ψέματα στον εαυτό του. Το ίδιο όμως, ήταν και εκείνη. Η ηθοποιός. Είχαν κλέψει ο ένας τον άλλον, για ένα βράδυ, για μια στιγμή. Η Ηθοποιός, που του απάγγειλε την ζωή της κι αυτός που καθόταν και την άκουγε μαγεμένος από ένα κόσμο άλλον, που την γαμούσε και ένιωθε υπέροχα γιατί, δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένας κοινός κλέφτης.

Η ηθοποιός θα έδινε εξετάσεις την άλλη μέρα στο Εθνικό. Γι’ αυτό, είχε βγει να ξεσκάσει. Ήπιε δυο ποτά και αμάθητη καθώς ήταν, μέθυσε. Αυτό ήταν, μέθυσε.

Αυτός, είχε μεθύσει από την ζωή και την Μιράντα που δεν θα ξανάβλεπε ποτέ.

 

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

οταν έφυγες

 

Μέρες δίχως δάκρυα
βραδυές χωρίς χαρά
Όνειρο η αγάπη μας
λόγια χωρίς χαρά.
 
 

Εσύ θα φύγεις αύριο
είπες δε μ αγαπάς
Τι θέλεις από μένα
δεν είμαι εγώ γι αυτά
 
Έκλαψα όταν έφυγες, πήγα στο πουθενά
μόνος μου στο σκοτάδι δεν είχα τι να πω
Πάλι ξανά γελάστηκα, έψαξα τα παλιά
κι ορκίστηκα στη θάλασσα να μην ξαναγαπώ.
 
Νύχτες που σε περίμενα
θυμήθηκα ξανά
Όλα γινήκαν ψεύτικα
φιλιά του δειλινού
 
Μα κάτι έμεινε στο νου
ένα φιλί, ένα γειάσου
Και κείνο το χαμόγελο
μοναδικά δικό σου.
 
Έκλαψα όταν έφυγες, πήγα στο πουθενά.
 

ΕΥΤΥΧΊΑ

 

 


 Ευτυχία τελικά είναι να μη σου σταθεί ψάρι στο λαιμό. Όσο μεγαλώνεις αλλάζουν τα ψάρια. Γίνονται πουλιά. Και η ευτυχία είναι ένα πουλί που πετάει πάντα, δε στέκεται πουθενά.

 

 


Αφού ο Αϊνστάιν είπε, πως χρόνος είναι ότι δείχνουν τα ρολόγια μας και επειδή τα ρολόγια τα φτιάχνουν οι άνθρωποι,λέω εγώ, χρόνος δεν υπάρχει χωρίς τους ανθρώπους!  

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

ΕΠΆΓΓΕΛΜΑ ΖΩΓΡΑΦΟΣ

 

 

 


 

 

 πολλά πράγματα είναι αχρείαστα στη ζωή αλλά υπάρχουν, έτσι και η ζωγραφική που σαν επάγγελμα, όλοι λένε πως δεν είναι είναι, άραγε γιατί δε είναι επάγγελμα η ζωγραφική; όταν ήμουν πολύ νέος μου άρεσε μέσα μου που μπορούσα εύκολα ν απεικονίσω ότι ήθελα κι ότι μου έλεγαν ή μου παράγγελναν οι γύρω δάσκαλοι, καθηγητές, κόσμος. Μεγαλώνοντας καταλάβαινα πως η ζωγραφική είναι πολύ δύσκολο πράμα και δεν είναι τα πινέλα, τα μολύβια, τα μοντέλα, η τέχνη της σκίασης, οι μετρήσεις και τα χρώματα, αλλά είναι κάτι άλλο: το μέσα της ψυχής, το πνεύμα του δημιουργού, η σκέψη του, το είναι του και άρα, αφού παραδεχτούμε αυτό, τότε πρέπει να παραδεχτούμε πως πράγματι είναι πολύ δύσκολο να γίνεις ζωγράφος. Επειδή πρέπει να ματώσεις, επειδή δεν μπορείς να κρυφτείς, επειδή είσαι συνέχεια εκτεθειμένος στα αδηφάγα βλέμματα του κοινού και επειδή τέλος πάντων κάποια στιγμή είναι απόλυτα κουραστικό να προσπαθείς να γίνεις, Ρενουάρ, Πικάσο ή Νταλί. Αλήθεια είναι πως κάποια στιγμή όλοι αυτοί σου φαίνονται μύθος, δηλαδή μπερδεύεσαι μεταξύ της πραγματικότητας του Βαν Γκογκ, αυτός κι αν έγινε μύθος! και της δική σου μίζερης πραγματικότητας. Αλλά όσο πιο δραματική είναι η ζωή ενός δημιουργού τόσο ο κόσμος εκλιπαρεί για περισσότερη δυστυχία, βλέπε Μοντιλιάνι, Έγκον Σίλε. Δεν ξέρω αν σας φώτισα λίγο, αν δηλαδή κατάφερα να σας μεταφέρω τι κρύβεται πίσω από την ζωγραφική τέχνη σε προσωπικό επίπεδο που νομίζω πως είναι από τα πιο ματαιόδοξα ανθρώπινα σχέδια και επιδεικτικά και δραματικά, εγώ δε γνώρισα ποτέ έναν ευτυχισμένο ζωγράφο, από τον άσημο και αλκοολικό Στέλιο Αναστασιάδη, μέχρι τον διάσημο Τσαρούχη, ή τον ατάραχο φίλο μου Βασίλη Αράπη και άρα η ζωγραφική σαν τέχνη προάγει την απελπισία του δημιουργού, την απελπισία αυτού του κόσμου

ΦΑΓΗΤΌ Ή ΈΡΩΤΑ;

 ...τελικά δεν γίνεται χωριό.Ο Καθένας ΤΟ ΧΑΒΆ ΤΟΥ. Αμα το λες είκοσι φορές, καταλαβαίνουν με την..πρώτη. Θα αυτοκτονήσω. Θα πέσω απ το πεζοδρόμιο.

-Να φάμε ή να κάνουμε έρωτα;
-Πάντως φαγητό δεν έχουμε!

 

 


 Το τραγούδι είναι μια από τις χαρές της ζωής μας. Πάντα τραγουδώ ακόμα και στις λύπες, με τους φίλους, με τους εχθρούς, με τις γυναίκες, τις φίλες και όχι μόνο. Είναι μια μεγάλη αξία η μουσική, έμαθα πολλά από αυτήν, βέβαια, δεν είμαι μουσικός απλά γρατσουνάω μια κιθάρα, κάποιοι φίλοι με πειράζουν όταν φαλτσάρω και κάποιοι κολλητοί με επαινούν για το "θράσος" της φωνητικής μου. έτσι κι αλλιώς εμένα μ αρέσει να τραγουδώ.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΒΕΡΝΉΤΗΣ

 


Λοιπόν, ας πούμε μερικά πράγματα. Τώρα που όλοι ασχολούνται με τον Καποδίστρια. Πρώτον, όλοι λένε πως αυτός ο Μυριαγκός του μοιάζει καταπληκτικά. Διαφωνώ, Εξετάζοντας μερικά πορτρέτα του Καποδίστρια είναι φανερό σε μένα πως το κρανίο του είναι σχεδόν τριγωνικό- ανατομικά λοιπόν δε μοιάζουν. Ο Σμαραγδής σε μια συνέντευξη είπε πως εφάρμοσε ακόμα και μεθόδους ύπνωσης για να εντρυφήσει τον ηθοποιό στον ρόλο του, αν είναι δυνατόν! Δηλαδή ο Μυριαγκός είχε μεταφυσικές επαφές με τον Καποδίστρια! τι λέτε ρε παιδιά;
Δεν είδα την ταινία, ούτε θα πάω να την δω, τουλάχιστον τώρα. Είδα πολλά τρέιλερ, διάβασα πολλές κριτικές, άκουσα επίσημους και ανώνυμους να μιλάνε γι αυτήν, άλλοι θετικά κι άλλοι αρνητικά, Πάντως αξίζουν συγχαρητήρια στον Σμαραγδή μόνο γιατί με τα θέματα που επιλέγει κατόρθωσε να κάνει τον κόσμο να ξεσηκωθεί απ τον καναπέ την τηλεόραση και το ίντερνετ..
Κατά κάποιον τρόπο δεν έχω εμπιστοσύνη στους γιατρούς που ασχολούνται με την πολιτική. Οι γιατροί είναι άτομα -λόγω της κλαδικής τους μόρφωσης- με ισχυρογνωμικές απόψεις και κατά κάποιον τρόπο σατραπικές. Ο Καποδίστριας λόγω αυτής της ιδιότητας, προσπάθησε τοιουτοτρόπως να επιβληθεί στους σκληροτράχηλους κοτζαμπάσηδες, στους αμόρφωτους αλλά προικισμένους ραγιάδες με πυγμή πράγμα που ήταν φυσικά αδύνατο.
Τώρα, σαν φιγούρα δεν ήταν και δεν είναι τόσο προβεβλημένος σαν άλλους ήρωες του 21, ούτε στη σχολική, ούτε και στην ιστορική μελέτη πολλών από τους καλύτερους ιστορικούς μας. Η δολοφονία του εξετάστηκε και εξετάζεται και αβίαστα καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως οι Μαυρομιχαλέοι με δάχτυλο της Αγγλικής διπλωματίας και ιδίων συμφερόντων τον "εκτέλεσαν". Τον θεώρησαν δικτάτορα και σαν τέτοιος δεν μπορούσε παρά να έχει ένα τέτοιο τέλος. Γαλουχημένος στην Τσαρική αυλή, υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας, έφτιαξε αυτό το τέρας της Ελβετίας, ένα κράτος "απείραχτο", ουδέτερο, μια τράπεζα απείραχτη, ακόμα και ο Λένιν είχε τα λεφτά του εκεί! Η Ελλάδα δεν μπορούσε να γίνει Ελβετία με έναν λαό υπάκουο, συντηρητικό. Η Ελλάδα είναι ανυπάκουη, γεννάει γίγαντες, η ιστορία της είναι συνυφασμένη με την ιστορία της γης. Είναι η χώρα που μιλάει Ελληνικά. Τη γλώσσα της φιλοσοφίας. Τη γλώσσα της Ελευθερίας.

 

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

μύθος

 

 


Ο Παράμετρος έμοιαζε να θέλει να πιάσει κάτι μέσα στο σκοτάδι και δεν το πιανε ποτέ.
Εκείνη τη μέρα είχαν συναντηθεί στον σκουπιδότοπο της Αθήνας.
-Που θα βρεθούμε; ρώτησε ο Μάικ.
-Στον σκουπιδότοπο! Του απάντησε και χάθηκε σαν τον άνεμο με την παλιά Χάρλει.
0 Μάικ τον ακολούθησε όσο μπορούσε. Σταμάτησαν το ηλιοβασίλεμα. Κατέβηκαν, έστησαν τις μηχανές, περπάτησαν μ ένα μπουκάλι ουίσκι στο χέρι, απέναντι από τους σωρούς των σκουπιδιών.
-Γιατί με φερες εδώ ρε φίλε; ρώτησε ιδρωμένος ο Μάικ.
-Για τίποτε, κούνησε το κεφάλι του και τον κοιτούσε στα μάτια με σημασία.
-Αυτός είναι ο κόσμος μας Μάικ, αυτά τα σκουπίδια που βλέπεις εδώ. Βλέπεις τα ποντίκια και τις σαύρες που περπατάνε παρέα μας τους ανθρώπους που ψάχνουν να βρουν εδώ πέρα κάτι να φάνε τους βλέπεις; κι έδειχνε με το χέρι του κάτι που δεν έβλεπε ο Μάικ. Κι έτσι τον κοιτούσε με απορία καθώς το σούρουπο άρχιζε να τους κυκλώνει. Πέρα μακριά στο ύψος του λόφου, μια τεράστια φωτεινή ταμπέλα αναμόσβηνε. ΠΑΡΆΜΕΤΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΥΛΙΟΎ ΤΟ ΓΑΛΑ! Ήταν το καινούργιο σλόγκαν που διαφήμεζε τ0 νέο πολυκατάστημα που είχε ανοίξει με τις ηλεκτρικές συσκευές.
-Ωραία το σκέφτηκες! Θαύμασε ο Μάικ.
-Τρίχες! Απάντησε.
-Γιατί τα μηδενίζεις όλα; στη φυλακή δεν ήσουν έτσι! Θυμάσαι;
-Θυμάμαι. Έτσι ήμουν, εσύ δεν το βλεπες. Βλέπουμε ότι μας αρέσει να βλέπουμε
Κάθισαν σε δυο βράχους με γυρισμένες τις πλάτες, έτσι που ο ένας να στηρίζεται στις πλάτες του άλλου. Κι έπιναν.
-Άμα τελειώσει το ποτό τι θα κάνουμε; αναρωτήθηκε ο Μάικ
-Θα βρούμε άλλο! Γέλασε. Το ποτό δεν τελειώνει ποτέ.
Ύστερα σηκώθηκε. Άφησε το άδειο μπουκάλι στον βράχο, ενώ ο Μάικ είχε στρέψει και τον παρακολουθούσε. Άπλωσε το χέρι στο σκοτάδι, ψηλαφούσε σαν να ήθελε να πιάσει κάτι. Έκανε μερικά βήματα ακόμα, γύρισε, κοίταξε τα φωτεινά μάτια του Μάικ κι ύστερα πάλι ψαχούλευε το μαύρο.
-Πέτα το άδειο μπουκάλι Μάικ! Θα φέρω άλλο! Δε βλέπεις;
Ο Μάικ δεν έβλεπε τίποτε.
-Κρύψε μια στιγμή το πρόσωπο σου με τις φούχτες, με τα δυο σου χέρια. Ωραία; το έκανες;
-Ναι, ναι, ναι! Απαντούσε ο Μάικ.
-Γύρνα τώρα, κι άνοιξε τα μάτια σου. Βλέπεις; χαχαχα! Γελούσε. Βλέπεις κάποιος καλός άνθρωπος σκέφτηκε πως είχαμε ανάγκη από δυο μπουκάλια ποτό και μας τα φερε! Νάτα!
Ο Μάικ έτριβε τα μάτια του, τα κλεινε και τα ξανάνοιγε για να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ό φίλος του κρατούσε όντως δυο καινούργια μπουκάλια. Πήρε το ένα, έστριψε το πώμα, το άνοιξε, ήπιε μια γουλιά.
-Φίλε δε θα μπορέσω να ζήσω χωρίς εσένα! Φώναξε. Γι αυτό φρόντισε να μη πεθάνεις ποτέ! 

από το μυθιστόρημα μου Η ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΤΟΥ ΑΙΝΣΤΑΙΝ

 

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

ΤΥΧΗ.

 


Θυμάμαι μια τέτοια άγρια και κρύα βραδιά, είκοσι χρονών παλικάρι, φύλαγα σκοπός, δυο-τέσσερις Γερμανικό, στο Λιτόχωρο Κατερίνης. Μιλάμε για το κρύο της αρκούδας κι ένας αγέρας ίσαμε είκοσι μποφόρ να σου ξεριζώνει την καρδιά κι από μέσα στη βρώμικη χλαίνη, κάτω απ το βαρύ πιστόλι, το γεμάτο με σφαίρες, τσαλακωνόταν και το μοναδικό στριφτό τσιγάρο με φίλτρο που είχα για να περάσει η βάρδια και το ψαχούλευα που και που να βεβαιώνομαι πως ήταν εκεί, καθώς και το μοναδικό κλωνί σπίρτου, που είχα και αυτό σκεφτόμουν περισσότερο πως θα μπορούσα ν ανάψω αλλά και να κρατήσω τη φλόγα για ν ανάψω το τσιγάρο, μέσα σ αυτή την κοσμοχαλασιά και περίεργο, θυμάμαι δεν κρύωνα καθόλου τι να κρύωνα είκοσι χρονών μέσα σ αυτή την κοσμοχαλασιά αποφάσισα κατά τις τρεις να προσπαθήσω κι έβγαλα το τσιγάρο, το φερα στα ξεραμένα μου χείλη, παράτησα το όπλο και τσαφ! στριφογύρισα με τέχνη το κλωνί, κράτησα τη φλόγα ανάμεσα από τη φούχτα μου χαρούμενος, τράβηξα την βαθειά τζούρα και ταυτόχρονα την έφτυσα γεμάτος αηδία και οργή! είχα ανάψει το τσιγάρο από το φίλτρο. [Από τότε κατάλαβα πως ήμουν άτυχος στη ζωή μου.]

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

ενας άλλος κόσμος

 

 

 

 

Ποιος διάολος μας έφερε εδώ πέρα; να ζήσουμε αυτή την τρισάθλια πραγματικότητα! τα λόγια του ήταν τραχιά, δεν άντεχες ούτε να τον βλέπεις μηδέ να τον ακούς. Χαρίλαος Πλιάτσικας. Ο μεγαλύτερος αδερφός μου. Το δραματικό μέρος ανθρώπων που γνωρίσαμε κι έφυγαν από κοντά μας με έναν τρόπο που δε θέλαμε αλλά έτσι ήταν. Μισούσε κάθε τι ανθρώπινο, γυναίκες, άντρες, παιδιά, μισούσε τον εαυτό του, του άρεσε η γνώση, είχε μάθει πολλά, δυνατό μυαλό, ευφυής, πολλά βράδια είχαμε γίνει κομμάτια, τον χτύπησα και στο σώμα και στο μυαλό, με αγαπούσε πολύ, η τελευταία φορά που τον είδα, χωρίς συμπόνια για τον αδίσταχτο σαρκασμό προς κάθε τι ανθρώπινο, δε ήθελε τίποτε, έπινε πολύ, γινόταν χώμα, τον έσωσα ένα βράδυ που όπως πάντα ήθελε να φύγει απ τη ζωή, μέσα από ένα τσούρμο που δεν τον καταλάβαιναν, εκεί που σε ανέβασε στον ουρανό σε κατέβασε στη λάσπη, δεν είσαι τίποτα Κώστα Πλιάτσικα, ένα αρχίδι, ένα απόβρασμα της κοινωνίας, που παριστάνεις τον συγγραφέα και τον ζωγράφο αλλά δεν είσαι τίποτα! ένα σκουπίδι παραπάνω, ναι είσαι καλύτερος απ τον Καζαντζάκη, η πένα σου σκοτώνει τους ανθρώπους, τέτοιος είσαι ένα ρεμάλι και τον άκουγα να μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι. Χαρίλαος Πλιάτσικας, έχω να πω πολλά για δαύτον, έλα όμως που όταν ζούσε μου σπαγε τα το στομάχι. Έξυπνος, διορατικός, αλλά πάντα έδινε μια κλωτσιά, μια απέχθεια για τη ζωή, δεν ήταν δυνατός στο σώμα, μάλλον ηττοπαθής κατ αυτόν τον τρόπο και πέθανε όπως πέθανε, σκοτωμένος ή από δολοφονία, ή έστω σαν αυτοκτονία, ένας άνθρωπος που ήθελε να ζήσει, αδύναμος, εγκεφαλικός. Το μέρος αυτό των ανθρώπων, τότε που έβλεπα τη ζωή επίπεδη, ενώ αυτός ήξερε παντα πως ήταν στρογγυλή, αλλά ο νόμος του άντρα περνούσε σαν σίφουνας απ το μυαλό μου, ήμασταν μόνο οι δυο μας και γνωρίζαμε τα πράγματα, όμως η ίδια η ζωή έδειχνε άλλα. Μια γυναίκα άσχημη, χωρισμένη με την ψεύτικη πραγματικότητα του, δυο παιδιά που δεν πήγαν ούτε στην κηδεία του, τι άσχημος τρόπος ια έναν τέτοιον φίλο κι έτσι ο Χαρίλαος Πλιάτσικας ζούσε μια δραματική ζωή, σου απαντούσε αναπάντεχα! σαν να ήταν πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί, ήξερε και Σέκπηρ και Βολτέρο, μια ανοησία η ύπαρξη μου τόνιζε συνέχεια κι έβριζε θεούς και δαιμόνους, άθρησκος κατά βάση όπως οι περισσότεροι έξυπνοι άνθρωποι, δεν τον ένοιαζε αν κοιμόταν στο σκοτάδι ή αν ήταν πρωί και οι άλλοι νόμιζαν πως ήταν νύχτα, αυτός το βιολί του, δεν ξέρω αν τον αδίκησα ενόσω ζούσε, πιθανώς, ναι, αλλά τι λόγο έχει τώρα πια; 

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Ενα χρόνο στην κόλαση

 

 


Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ [ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΈΝΟ΄]
Χειμώνας λίγο πριν, λίγο μετά την κόλαση. Το κρύο έμπαζε από παντού όσα ρούχα κι αν φορούσες, όσο κι αν επιδιόρθωνα τις ρωγμές του σπιτιού μου. Η σκεπή είχε χαλάσει προ πολλού, την πήρε ο αγέρας και την πήγε στο πουθενά. Κεραμιδένια ήταν η σκεπή που την είχε φτιάξει ο πατέρας μου. Ο πατέρας μου που ήταν μάστορας στην πέτρα. Μια ζωή με ένα σφυρί στον ώμο με τις άσπρες πέτρες να ομορφαίνουν στα χέρια του, έτσι μας μεγάλωσε εμένα και την αδερφή μου κι ύστερα πήρε τα μάτια του να πάει ή στην κόλαση ή στον παράδεισο του. Η αδερφή μου παντρεύτηκε έναν εφοριακό, έναν άνθρωπο στηριγμένο στο χρήμα και πουθενά αλλού. Σε λίγο έκαναν δυο-τρία παιδιά κι από τότε σταμάτησαν να κάνουν έρωτα. Ζούσαν μαζί μισώντας ο ένας τον άλλον για την ανάγκη που τους ένωσε. Εγώ συνέχιζα να ζω στο σπίτι χωρίς σκεπή. Χρόνια πετροβολούσα τα ντουβάρια ν ανοίξουν, κοιμόμουν σε ένα κρεβάτι δίχως στρώμα, χωρίς γυναίκα ή για να λέω και κάποιες αλήθειες που και που τον βάφτιζα σε πρόσκαιρα ξένα πόδια που ποτέ δε μου έδωσαν άλλη χαρά εκτός από τη χαρά του βιαστικού ξεπεσμού της αγάπης που περίμενα λίγο πριν λίγο μετά την κόλαση.
Το όνομα μου είναι Νίκος, αν αυτό λέει κάτι, αν έχει νόημα το όνομα ενός ανθρώπου που δεν πήρε ποτέ σοβαρά τη ζωή και ζούσε όπως ζούσε. Δουλειά σταθερή δεν έκανα ποτέ. Πότε εδώ και πότε εκεί αρμένιζα τα πανιά μου. Τελευταία όμως αφού ήδη σαραντάριζα κάτι σκαρφίστηκε το τσερβέλο μου πως η ζωή είναι σύντομη και δεν προλαβαίνω κι αποφάσισα ν αλλάξω τροπάρι. Είχα έναν ξάδερφο που χρόνια με αγαπούσε κι όλο ήθελε να με δει να κάνω προκοπή. Έλα μου έλεγε στο φούρνο να δουλεύεις και θα δεις πως θ αλλάξει η ζωή σου. Φούρναρης εγώ; σκεφτόμουν αλλά σαν έδεσαν τα πλοία το πήρα απόφαση. Φούρναρης γαμω το κέραττο μου! Έτσι βολεύτηκα από δουλειά, ξυπνούσα τέσσερις το πρωί κάθε μέρα βέβαια αλλά λίγο με ένοιαζε. Για μένα όλα ήτανε ίδια: τι μέρα τι νύχτα έλεγα. Ναι αλλά πρέπει και να παντρευτείς τώρα, μου έλεγε συνέχεια ο ξάδερφος που ήταν σαράντα χρόνια φούρναρης και σαράντα χρόνια παντρεμένος με την Ελένη. Παιδιά δεν είχαν, δεν μας έδωσε ο θεός έλεγε η Ελένη κι εγώ γελούσα κάτω από τα μουστάκια μου. Μη γελάς ξάδερφε, συνέχιζε η Ελένη. Όλα είναι κανονισμένα, συνέχιζε κι έτρεχε κάθε μέρα στα καντήλια και τις εκκλησιές. Εγώ όμως όλα αυτά τ άκουγα βερεσέ. Δεν ήθελα να παντρεφτώ, να βρω τον μεγάλο έρωτα της ζωής μου έψαχνα, το άλλο μου μισό και τα λεγα στον ξάδερφο. Νίκο, μην πετάς στα σύννεφα, δεν υπάρχουν τα άλλα μισά, κοίτα να βρούμε μια καλή γυναικούλα, να χει κάτι, κανένα σπίτι, να βάλετε το κεφάλι μέσα. Εχω σπίτι, απαντούσα εγώ που είχα αρχίσει να επιδιορθώνω τη σκεπή του δικού μου. Εντάξει, αλλά να έχει κι αυτή κάτι, μην είναι του πεταμού, το χαβά του ο ξάδερφος που είναι αλήθεια ήταν ανοιχτοχέρης μαζί μου. Βγαίναμε πολλές φορές στο καφενείο και ποτέ δε με άφηνε να πληρώσω. Αυτή ήταν μια από τις διασκεδάσεις μου. Κι άλλη μια που την είχα απωθημένο από καιρό ήταν τα ρούχα. Α, μου άρεσαν τα ωραία τα ακριβά ντυσίματα! ήταν μια ιδιοτροπία μου αυτή και ανεξέλεγκτα από το φύλο πάντα πρόσεχα τους καλοντυμένους ανθρώπους.
Κάθε Σάββατο μεσημέρι που έκλεινε ο φούρνος έπαιρνα τα μάτια μου και εξαφανιζόμουν. Φορούσα τα σπορ ή τα κουστούμια μου και έφτανα σε κάποιο σταθμό τρένου. Μόνο με τα τρένα μου άρεσε να ταξιδεύω, τα είχα αγαπήσει από παιδί και ασκούσαν μια μαγεία επάνω μου. Ένιωθα μια απίστευτη ευτυχία μόλις έμπαινα σε κάποιο βαγόνι για να φύγω για το πουθενά, για την κόλαση μου αλλά δε με ενδιέφερε. Το ταξίδι με ένοιαζε, να τσουλάω πάνω στις ράγες, τα τρένα να σφυρίζουν κι έξω να βρέχει, να φουσκώνει μια ομίχλη τον κόσμο κι εγώ να χάνομαι σε ωραία παραμύθια. Έτσι κι αυτό το Σαββατοκύριακο είχα αποφασίσει να πάω στο τέρμα του πουθενά. Έβγαλα εισητήριο μέχρι τη Λάρισα κι έπειτα θα έβλεπα. Αυτό ήταν το πουθενά αλλά δε με ένοιαζε. Κάθισα στο κουπε χαρούμενος και χαρούμενος άνοιξα το βιβλίο μου να χαζέψω κοιτάζοντας ευτυχισμένος έξω από τα τζάμια, ενώ το τρένο ήταν ακόμα στην αναμονή, στο τσακ για να ξεκινήσουμε. Σαν αστραπή,σα κινηματογραφική ταινία, μια κυρία έτρεχε με την ανάσα της να προλάβει ν ανέβει, ήταν λίγο χοντρούλα, μελαχροινή, πότε πρόλαβα και το είδα αυτό και μου φάνηκε όμορφη που είπα να, μια τέτοια γυναίκα ήθελα να μου τύχει.
Το τρένο για την κόλαση ξεκίνησε αργά - αργά όπως ξεκινάνε όλα τα τρένα του κόσμου. Δεν ήξερα τι με περίμενε και ποιος ξέρει άραγε τι το περιμένει. Η ζωή του καθενός είναι αόριστη και δεν ξέρω γιατί, ενώ συνήθως ήμουν χαρούμενοςσ΄αυτά τα ταξίδια, με έπιασε κάτι σαν θλίψη. Αόριστη κι αυτή, πως είναι μερικές φορές που δεν ξέρεις τι σου φταίει; Ήθελα ν ανάψω τσιγάρο να κρύψω τα χέρια μου αλλά απογορεύεται να καπνίζεις πια στα τρένα. Ήθελα να κατέβω αλλά η επόμενη στάση 'ηταν μαριά στο Κακοσάλεσι, ή στον Αχλαδόκαμπο. Τελικά έμεινα ριζωμένος στο κουπέ μου. Η ροδοπέταλη χοντρούλα απέναντι με παρατηρούσε άνετα, με τα μεγάλα μαύρα μάτια της. Στο κουπέ ήμασταν οι δυο μας, κανείς άλλος. Κοίταξα γύρω να δω. Κανείς.
-Τι κοιτάτε; μου έκανε ευθέως την ερώτηση.
-Μα, όχι κυρία μου...εγώ...πήγα να δικαιολογηθώ.
-Καταλαβαίνω κύριε μου, καταλαβαίνω. Έχετε μοναξιά. όλος ο κόσμος έχει.
-Ναι, δηλαδή, όχι, με παρεξηγήσατε. Μα, τι έλεγα; Εγώ δεν ήμουν ποτέ έτσι με τις γυναίκες; Σοβαρεύτηκα λοιπόν και πήρα το καλό μου, το ωραίο μου ύφος.
-Με λένε Νίκο, της είπα. Να συστηθούμε μια και έχουμε ταξίδι μπροστά μας.
-Έχετε δίκιο, εντυπωσιάστηκε από την αλλαγή μου, εμένα Αλίκη και χάιδεψε τα ανάκατα μαλλιά της με χάρη. Είμαι από τη Λάρισα, ξέρετε εκεί πάω τώρα, συνέχισε λίγο αδέξια. Αλήθεια τι δουλειά κάνετε; Εγώ γράφω ποιήματα!
-Κι αυτό είναι δουλειά; γέλασα πλατειά.
-Μη γελάτε. Μου φαίνετε πως γελάτε σε άσχετο χρόνο. Όχι δεν είναι δουλειά αλλά μου αρέσει. Η δουλειά μου είναι προισταμένη σε μια εταιρεία αλλά δεν έχω ανάγκη.
-Θέλετε να πείτε είσαστε πλούσία; έγειρα προς το μέρος της έτσι που τα χνώτα μας συναντήθηκαν και τα μάτια μας ερωτεύθηκαν από την πρώτη στιγμή. Φορούσε ένα υπέροχο άρωμα και τα χείλη της ήταν ολοστρόγγυλα, βαμμένα κόκκινα, γλυκά. Μου ήρθε να τη φιλήσω.
- Ααα, κύριε! έκανε λίγο πίσω το κεφάλι της. Είστε πολύ επιθετικός και γνωριζώμαστε μόνο λίγα λεπτά της ώρας!
-Έχει σημασία αυτό;
-Όχι, έχεις δίκιο, δεν έχει, γύρισε στον Ενικό. Εσύ τι δουλειά κάνεις;
-Βοηθός φούρναρη, αχνογέλασα και κείνη στραβομουτσούνιασε, το πιασα το σκηνικό.
-Δεν πειράζει, είπε για να πει κάτι. Κι ύστερα: θέλετε να σας διαβάσω ένα ποίημα μου; ε; είναι για τον έρωτα; Α, δε σε ρώτησα είσαι παντρεμένος;
-Όχι, εσύ;
-Ο άντρας μου πέθανε, μου άφησε δυο παιδιά και μια περιουσία στον κάμπο της Λάρισας. Να σας διαβάσω το ποίημα; κι έβγαλε ένα ακριβό σημειωματάριο.
- Διάβασε, κι εμένα μου αρέσει η ποίηση. Διαβάζω Πόε, Ντύλαν Τόμας, Λάγιος..
-Αααα, αυτό είναι υπέροχο! Ταιριάζουμε. Άκουσε λοιπόν:
Ο έρωτας στις γειτονιές
μοιάζει με κυπαρίσσι
κι εγώ λατρεύω τις θεούς
το εργατικό μελίσσι.
Το κόκκινο χιόνι άφριζε στις ακτές του νου
κανείς δεν μπορούσε να πεθάνει
ξερόκλαδα του κάμπου η ζωή
στηριγμένος ο πονος στον έρωτα
όλα είναι έρωτας στο κόκκινο χιόνι
Το ανοιχτό παράθυρο έμπαζε πρωινό αέρα, ομίχλη που κοιμόταν στη σκιά του Ολύμπου κι εγώ καθόμουν κι άκουγα ποίηση που μου διάβαζε η Αλίκη. Το τρένο ταξίδευε με ιλλιγιώδη ταχύτητα, όπως και η ζωές μας. Την ξανακοίταξα και σκέφτηκα από ποιο όνειρο είχε ξεφυτρώσει.
Κάποια στιγμή, εντελώς ξαφνικά, το τρένο σταμάτησε. Μια στάση πριν το τέλος ήταν αυτή; ή το τρένο είχε πάθει βλάβη; Κοίταξα έξω απ΄το παράθυρο. Η ερημιά τύλιγε με σεντόνια ομίχλης τα λιγνά δέντρα, το πράσινο τοπίο της μοναξιάς.. Τα βουνά αργοκυλούσαν ανάμεσα στα σύννεφα κι εγω μαζί τους, κάπου εκεί βρισκόμουν."Τι έγινε;" με ρώτησε με αγωνία η Αλίκη και σφίχτηκε πάνω μου. "Δεν ξέρω" μουρμούρισα και κοίταζα τα χέρια της που έσφιγγαν το μπράτσο μου. "Σταμάτησε πριν από ένα τουνελ" είπα χωρίς ανάσα. Απο ένα μεγάφωνο μας ειδοποίησαν πως έπρεπε να περιμένουμε τη συνάντηση με ένα άλλο τρένο και μετά το τούνελ θ αλλάζαμε γραμμή. Μπορούσαμε αν θέλαμε να κατεβούμε. Κοιταχτήκαμε με την Αλίκη. 'Αλλο που δε θέλαμε κι ορμήσαμε στην έξοδο παρασέρνοντας όσους βρίσκονταν στο διάδρομο, οι οποίοι με τη σειρά τους μας έρριχναν βλέμματα απορίας ή χαιρεκακίας αλλά τι μας ένοιαζε; Βγήκαμε στο ψιλόβροχο, περπατήσαμε στη χλόη, ανάψαμε τσιγάρο. Είμασταν πολύ χαρούμενοι. Η Αλίκη κάθε τόσο με κοίταζε με ενθουσιασμό. Το ίδιο κι εγώ. Ξαφνικά, σταμάτησε πάνω στις ράγες και μου απάγγειλε με υποκριτικό ταλέντο:
"Θέλω να'σαι παρόν στην κάθε μου ανάσα.
Το ακίνητο σημείο μου,
σε έναν κόσμο που μόνο περιστρέφεται.*
Χειροκρότησα. Είναι δικό σου αυτό; τη ρώτησα. Ναι, μου απάντησε και φιληθήκαμε για πρώτη φορά. Ανάμεσα από τη γλύκα του φιλιού της έβλεπα τους επιβάτες να μας κοιτούν με τρόμο, με ολάνοιχτα μάτια κι όλοι σκέφτονταν, πως είναι δυνατόν; αφού μόλις πριν μια ώρα έχουν γνωριστεί; Το πλήθος μου άρεσε πάντα σαν εικόνα, ήθελα να βλέπω κόσμο, συγκεντρωμένο λαό, να φωνάζει, να ουρλιάζει, στις πλατείες, στα μπαλκόνια, στα γήπεδα, παντού. Με γιγάντωνε αυτή η λεηλασία της ψυχής τους στους δρόμους να ζητάνε τα δίκαια.
-Ωραίο αυτό! Είσαι και εσύ ποιητής μάτια μου; Ω, πόσο σ αγαπώ! αναφώνησε η Αλίκη.
-Ποιο;
-Το "με γιγάντωνε η λεηλασία της ψυχής τους στους δρόμους να ζητάνε τα δίκαια", μεγάλη σκέψη, είσαι και εσύ ποιητής!
-Όχι, δεν είμαι. Είμαι βοηθός φούρναρη, αχνοείπα και την κοίταξα βαθιά στα μάτια, πως διάβασες τη σκέψη μου;
-Είναι εύκολο όταν αγαπάς. Και συ μ αγαπάς, έτσι δεν είναι; Γιατί να είσαι βοηθός φούρναρη;
-Τι θα θελες να είμαι; μούτρωσα.
-Ελα, μην κάνεις έτσι αλλά εσύ μου μοιάζεις για βασιλιάς, για αρχοντόπουλο, πες μου πως θα με παντρευτείς!
-Αααα! γέλασα. Πότε έφτασες μέχρι εκεί;
-Είδες πόσο εύκολο είναι; Εγώ λέω να έρθεις στη Λάρισα, να μείνουμε μαζί. Μη σε νοιάζει, έχω εγώ απ΄όλα. Σπίτια λεφτα, περιουσία.
Και φιληθήκαμε πάλι ενώ είχε φτάσει το άλλο τρένο κι άλλαζαν γραμή, και σφύριζαν αδιάκοπα μέσα στην ερημιά. Για μένα σφυρίζουν, σκέφτηκα. Ήταν τα τρένα της κόλασης που συναντιόνταν σε μια αποτρόπαια ερημιά. Το κρύο περόνιαζε τα κόκαλα, οι μύτες μας είχαν κοκκινίσει. Με τα χέρια σφιχτοδεμένα ορμήσαμε να προλάβουμε το δικό μας τρένο, μη μας φύγει, στο τσάκ αρπαχτήκαμε από τις λαβές της πόρτας που είχε μισοκλείσει και για λίγο ταξιδεύαμε κρεμασμένοι, μετέωροι, λίγο πριν το θάνατο. Η Αλίκη ούρλιαζε με τρόμο, το τρένο σφύριζε οι σιδεροτροχιές έβγαζαν σπίθες, τα μάτια μου πέταγαν σπίθες, θα πεθαίναμε τώρα που βρεθήκαμε; συλλογίστηκα. Το πλήθος από μέσα ούρλιαζε, ξεσκιζόταν στη λύπη ή τη χαρά για μας που ή θα πέφταμε στο γκρεμό ή θ άνοιγε η πόρτα και θα χωνόμασταν μέσα στο βαγόνι και θα γλιτώναμε από του χάρου τα δόντια. Κανείς δεν ήξερε. Όλα κρεμόταν από μια κλωστή. Ή ζούμε ή πεθαίνουμε. Τελικά η πόρτα άνοιξε, μας είδε ο οδηγός από τον καθρέφτη και τραβούσε τα μαλλιά του, θα με πάτε φυλακή ηλίθιοι, ούρλιαξε. Μπείτε μέσα! που να με πάρει και να με σηκώσει!
Μόλις έκλεισε η πόρτα, έγινε πρώτα μια σιωπή, όλοι μας κοίταζαν επιτιμητικά. Αγέλαστες μάσκες, ανδρών, γυναικών και μωρών παιδιών, μας κοίταζαν βλοσυρά κι έρχονταν προς το μέρος μας, έκαναν κύκλο απειλιτικό. Ήμασταν μέσα στο τούνελ. Μέσα σε ένα ανθρώπινο τούνελ. Γλιτώσαμε από το γκρεμό, δε θα γλιτώσουμε από δαύτους, είπε σιγανά δίπλα μου η Αλίκη και κρεμάστηκε στον ώμο μου. Ωχ, από τώρα ήθελε να την κουβαλάω, σκέφτηκα και την πήρα αγκαλιά με αγέρωχο ύφος προχώρησα, ανοιξα δρόμο στο φουρτουνιασμένο πλήθος. Προτού μπώ στο κουπέ μας έρριξα μια ματιά πίσω μου και τους είδα όλους να μειδιούν ειρωνικά με σφιγμένα χείλια.
Στριμωχτήκαμε από το πλήθος στο διάδρομο, μέχρι να φτάσουμε στο κουπέ είχα πάρει παραμάσχαλα την Αλίκη, με το δεξί μου χέρι, μπήκα μέσα κι ανάσαινα βαριά αφού την άφησα με σιγουριά στο κάθισμα. Εκείνη ανασηκώθηκε σχεδόν δακρυσμένη και με κοίταξε στα μάτια.
-Όταν σε κοιτάζω στα μάτια, καταλαβαίνω γιατί γεννήθηκα. Είσαι ένα άπλετο φως που άνοιξε ξαφνικά για να φωτίσει το σκοτάδι γύρω μου. Καλέ μου, είσαι ένα πανέρι γεμάτο λουλούδια. Τι καλός που είσαι; Γιατί είσαι τόσο καλός; Ξέρω πως δε θα ξαναβρώ άλλον σαν εσένα!
Είχε γυρισμένη την πλάτη προς τα παράθυρα του κουπέ και δεν έβλεπε κατα εκεί. Της έγνεψα με τα μάτια να γυρίσει, να δει. Δεν ήμασταν πια μόνοι. Στο παράθυρο στέκονταν δυο φιγούρες. Η Αλίκη στραβομουτσούνιασε στην αρχή αλλά αμέσως χαμογέλασε.
-Εμείς είμαστε! μου είπε.
Ήταν ένα νιόπαντρο ζευγάρι Εκείνη με το νυφικό πέπλο, αυτός με το γαμπριάτικο κουστούμι. Όρθιοι στο ανοιχτό παράθυρο απ όπου έμπαινε η απογευματινή ομίχλη. Και τι ωραία εικόνα! Σαν παλιά φωτογραφία από αλλοτινά άλμπουμ, όταν οι άνθρωποι παντρεύονταν. Είκοσι χρονών παιδιά θα ήταν. Εκείνος σγουρομάλλης ροδόξανθος, εκείνη μαυρομαλλούσα κοπελιά με χαμηλωμένα τα μάτια. Χωρίς να πούνε τίποτε, αγκαλιασμένοι πέρασαν δίπλα μας, άνοιξαν την πόρτα, βγήκαν, χάθηκαν μαζί με την ομίχλη.
Μείναμε μόνοι. Σκοτάδι. Είχε αρχίσει να νυχτώνει ή μπήκαμε σε μεγάλο τούνελ; Είναι το μεγαλύτερο τούνελ αγάπη μου με πληροφόρησε η Αλίκη που ήξερε τη διαδρομή. Τώρα; σκέφτηκα θλιβερός. Τι θα γινόταν τώρα; πως είχα μπλέξει ξαφνικά στα πλοκάμια του έρωτα; Και την αγαπούσα πραγματικά ή ήταν ο πόθος μόνο που με κυρίευε; Έλα μωρέ, αστειεύθηκα στον εαυτό μου. Τι αγαπάς; Πότε πρόλαβες μέσα σε δυο ώρες; Γίνεται, δε λέω, μου δικαιολογήθηκε αλλά εσύ τώρα είσαι ερωτευμένος; Και η Αλίκη σε αγαπάει;
Την κοίταξα που είχε κλείσει τα μάτια με το κεφάλι ακουμπισμένο στα γόνατα μου. Ήταν όμορφη με τα κατακόκκινα χείλια της μισάνοιχτα. Έσκυψα και τα φίλησα. Η ανάσα της με δρόσισε απαλά, αργοσάλεψε ανέμελα, κοιμόταν πράγματι. Έφερα το δεξί μου χέρι στο πηγούνι μου, το πιασα με τον δείχτη και τον αντίχειρα και έμεινα εκεί για λίγο σαν απομίμηση του σκεπτόμενου του Ροντέν, να κοιτάζω στο κενό από εμένα μέχρι εκεί που άρχιζαν τα τοιχώματα του τούνελ. Περνούσαν αστραπιαία, μαυρισμένα ντουβάρια, χώματα, πέτρες, πόσα χρόνια έκαναν οι άνθρωποι μέχρι να φτιάξουν τα πρώτα τούνελ; Θυμήθηκα που ήμασταν παιδιά και παινευόμασταν πως η χώρα μας επιτέλους έφτιαξε μεγάλα τούνελ όπως ή Αμερική, η Γερμανία κι άλλες χώρες. Σκέφτηκα κι άλλα πολλά μέχρι να βγούμε από το τούνελ, μέχρι που με πήρε και μένα ο ύπνος κι έγειρα στην αγκαλιά της Αλίκης.
Όταν κατεβήκαμε στο σταθμό, στη Λάρισα, οι συνεπιβάτες εξαφανίστηκαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Εμείς κατεβήκαμε τελευταίοι, μόνοι. Ερημιά. Η ώρα θα ήταν οχτώ το απόγευμα αλλά τίποτα δε σάλευε. Οι γραμμές των τρένων παιχνίδιζαν σαν φίδια από τα φώτα που λαμπίριζαν πάνω τους. Τίποτε άλλο. Καθίσαμε σε ένα πράσινο ή λαδί παγκάκι. Λαδί. Δεν ξέρω γιατί είχαν αυτή την προτίμηση να βάφουν λαδιά τα παγκάκια σε όλους τους σταθμούς. Δεν ήταν χρώμα αυτό. Αυτό ήταν μια μουντή συμφορά.
-Φτάσαμε, είπε στεναχωρημένη δίπλα μου η Αλίκη. Το ταξίδι τελείωσε. Αντίο αγαπημένε.
Άνοιξα τα μάτια μου, έτοιμος ν αρνηθώ, μα μου το κλεισε με την παλάμη της.
-Μη! Μην το χαλάσεις! Ξέρω πως θα είναι φριχτό για σένα, πως δε θα το αντέξεις αλλά πρέπει. Αντίο αγαπημένε.
Σηκώθηκε. Ήταν πράγματι πολύ λυπημένη. Κι εγώ. Έκανε μερικά βήματα, προς τα εκεί, γύρισε.
Μια στάλα όνειρο είμαι κολλημένο στο τζάμι
ο έρωτας κρεμασμένος στην πόρτα
τυφλός.
Λογαριάζει τα κορμιά που θα παραδώσει
Πρώτα αγαπήσαμε το θάνατο
έλα , έτσι κι αλλιώς δεν ζούμε.
Με θάλασσα θα σκεπαστώ απόψε
Θέλω τα πόδια μου να γίνουν κύμα
κι έτσι ανήξερο να γιατρευτείς
μικρό μου όχι *.*
Απάγγειλε τους στίχους και χάθηκε σαν ηχώ, στο άδειο του μεγάλου σκοταδιού που με τύλιγε. Έμεινα εκεί, καθισμένος να χαζεύω. Τίποτε δεν μπορούσα να σκεφτώ. Ήθελα να κλάψω αλλά δεν μπορούσα. Είναι καμιά φορά κάποιες λύπες αβάσταχτες. Όπως αυτές του χωρισμού. Όταν δυο άνθρωποι δε θα ξαναβρεθούν. Γιατι ο χωρισμός είναι σαν τον θάνατο. Σηκώθηκα. Περπάτησα δίπλα στις ράγες του τρένου. Είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει αλλά δε με πείραζε. Τι να με πείραζε; Ήμουν ένας άνθρωπος που αγαπούσε τα ταξίδια με τα τρένα.
* Οι στίχοι είναι της Βενετίας Μακρυνώρη.
**Οι στίχοι είναι της ποιήτριας Χρύσας Αλεξίου.
ΤΕΛΟς

 

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

ΑΙ ΒΙΟΗΘΙΚΗ

 


 

Πρέπει να είμαστε αλληλέγγυοι , συμπεραίνει η τεχνική νοημοσύνη αλλά και το σύνολο των επιστημόνων, των πολιτικών, των καλλιτεχνών και γενικότερα το πλήθος των ανθρώπων που ζουν τώρα στον πλανήτη γη.
Τεχνολυτρωτισμός. Εισάγονται όλο και νέες ορολογίες, η AI  σκέφτεται πιο γρήγορα απ τον άνθρωπο, η τεχνοηθική διαμορφώνει το στιλ...συνεχίζεται

Ω! ΕΛΛΆΣ

  Ω! Να περάσουμε μια ζωή χρυσή! Η κοκκινοσκουφίτσα φίλησε τον λύκο στο δάσος! κι έτσι η χαρά είναι και δική μας. Θα είναι μισή δική μας.   ...