Είναι
ορισμένα πράγματα που μεγαλοποιούν τις
πράξεις των ανθρώπων, σαν αυτή τώρα του
Ντάφλου. Εγώ τότε διάβαζα μετά μανίας
όλα τα κλασσικά βιβλία. Ότι εύρισκα
μπροστά μου. «Θα κουτοβαρεθείς καημένε!»
μου λεγε ο Ντάφλος. Άσε εκείνος ο Σταυρέας.
«Δε βγάζουν ψωμί αυτά που κάνεις,» μου
είπε μια μέρα που με βρήκε κατάχαμα να
ζωγραφίζω και να διαβάζω. «Τι είναι
αυτά;» λες και έβλεπε σίχαμα. Το είπε
στον πατέρα μου. «Μην τον αφήνεις να
ζωγραφίζει και να διαβάζει, θα πάθει το
μυαλό του»
Τέτοιος ήταν ο Σταυρέας,
χουντικός, γουρούνι του κερατά. Έτσι
τον μελετούσα και το είπα στο Ντάφλο
αλλά εκείνος δεν έμοιαζε να νοιάζεται
για τέτοια πράγματα και τα πολιτικά,
τουλάχιστον τότε.
Εν πάση περιπτώσει
που κοπανάει συνέχεια και ο πατέρας
μου, έλεγα για τις πράξεις που μεγαλοποιούν
την εικόνα ενός ανθρώπου. Αρνητικά ή
θετικά. Σκηνή σαν αυτή που ξετυλίχτηκε
εκείνο το απόγευμα στην αυλή-τι απόγευμα,
είχε βραδιάσει για τα καλά- μου θύμισε
εικόνες από άλλες εποχές, άλλα βιβλία,
ξένους, μυστηριακούς τόπους και ήρωες.
Ο Ντάφλος είπαμε, είχε γίνει δαυλί. Η Μαγδαληνή στεκόταν ανήμπορη κι απορημένη στην πόρτα κι ο πατέρας μου άκουγε το παραμιλητό του Ντάφλου. Τι του έλεγε; Πως καλά έκανε που παντρευόταν και θα νοικοκυρευτεί, πως έπαιρνε την καλύτερη γυναίκα και πως τώρα θα δεις μπάρμπα-Φώτη, θ αλλάξουν όλα. Κι ύστερα πάλι το γυρνούσε. Τι τα θέλεις μπάρμπα-Φώτη, να σου πω κάτι; Πες έγνεφε ο πατέρας μου. Να σου πω κάτι; Τι τα θέλεις; Ο γάμος είναι σκλαβιά και οι γυναίκες για σκότωμα. Όλες, να! έτσι τσίτωμα με το πιρούνι θέλουν! Και το κάρφωνε στο τραπέζι.
Ώσπου
δεν άντεξε άλλο η Μαγδαληνή. Σηκώθηκε
πάνω μπαρουτιασμένη, του πέταξε πέρα
το χέρι κι έκανε να φύγει. Αλλά αυτός
την πρόλαβε. Σηκώθηκε τρεκλίζοντας και
τη σβούρισε. Την έφερε απέναντι του και
της έσκασε ένα τρανταχτό σκαμπίλι.
Ύστερα δεύτερο και τρίτο. Εκείνη ούρλιαζε
με το πρόσωπο στα γόνατα κουκουβισμένη.
Σηκώθηκε
η γειτονιά στο πόδι. Άντρες, γέροι,
γυναίκες, παιδιά, κρεμάστηκαν σα
μελισσολόι στα κάγκελα της αυλής να
κοιτάζουν απορημένοι κι ο Ντάφλος να
φωνάζει
-Σήκω πάνω μωρή! Σήκω πάνω μη
σου γαμήσω τον κερατά που σε πέταγε.
Σήκω πάνω μωρή! Κι εκείνη να κλαίει.
Κάποια
στιγμή σηκώθηκε. Ο Ντάφλος κοίταζε όλους
τους άλλους αγριεμένος. Ύστερα την πήρε
αγκαλιά, της σκούπισε τα μάτια και φύγανε
τρεκλίζοντας.
Έτσι, χωρίς μια καληνύχτα.
Δεν είχε τι να κάνει,
εκείνο το απόγευμα, Νωρίς ήταν, ακόμα δεν είχε πάει επτά. Φθινόπωρο. τέλειωνε ο
Σεπτέμβρης, ο πιο γλυκός μήνας του χρόνου.
Το μεσημέρι έριξε μια ξαφνική μπόρα. Μα τώρα είχε ξαστερώσει πάλι. Ένα απέραντο
γαλάζιο κύκλωνε την Αθήνα.
Σαν είδε έτσι τον καιρό, καβάλησε την μηχανή του κι έτρεξε μια μεγάλη βόλτα.
Ανέβηκε περιφερειακά τον Λυκαβηττό, κατρακύλησε πάλι κάτω. «Πολύ νωρίς ακόμη»
σκέφτηκε περνώντας ένα βαθύ πορτοκαλί
στην Ιπποκράτους, υπονομεύοντας με την άκρη του ματιού του έναν μπάτσο που ήταν
έτοιμος να του σφυρίξει κάποια κλήση. Γκάζωσε όμως και εξαφανίστηκε προς τον
λόφο του Στρεφη. Κάθισε σε ένα παγκάκι να κάνει τσιγάρο. Ο ήλιος έπεφτε γοργά,
τα χρώματα σκούραιναν, έδειχναν μια άλλη όψη των ανθρώπων και του τοπίου.
Ασυναίσθητα, σκόρπιος- του άρεσε πολλές φορές να είναι έτσι- ανέβηκε πάλι στην
μηχανή. Κατευθύνθηκε προς το μπαρ του Παππού, γωνία Μεταξά και Θεμιστοκλέους.
Έστησε την μηχανή, μπροστά στην είσοδο και μπήκε μέσα. Η σάλα ήταν άδεια. Η
σχεδόν άδεια. Ένας τύπος συνομιλούσε στον πάγκο με τον Παππού, που μόλις τον
είδε συνοφρυώθηκε.
-Τέτοια ώρα; Πως από εδώ; Νωρίς δεν είναι;
-Δεν είχα τι να κάνω, δικαιολογήθηκε ανόητα. Πιάσε μια πράσινη.
Κάθισε σε ένα σκαπώ. Όταν την έφερε, έβαλε στο ποτήρι να πιει. Το σήκωσε.
Ταυτόχρονα σήκωσε και τα μάτια του στον καθρέφτη, πάνω από την μπάρα. Στο
βάθος, πίσω δεξιά, καθόταν μια κοπέλα. Είχε καρφωμένα τα μάτια της πάνω του κι
ένα ποτό στο χέρι. Του μοιασε μαστουρωμένη. Το απλανές βλέμμα, το ύφος της,
αυτό μαρτυρούσαν. Ενοχλήθηκε, γύρισε στη μπύρα του. Τι τον ένοιαζε αυτόν;
Ήταν πολύ όμορφη όμως και μετά από λίγο την ξανακοίταξε. Νεαρή, μικρή, ίσως όχι
πάνω από δεκαοχτώ. Διέκρινε, μέσα από τα χαχόλικα τζιν που φορούσε, ένα
ντελικάτο στήθος και, παρ’ ότι δεν είχε σηκωθεί για να την δει όρθια, έβαζε
στοίχημα, πως θα πρέπει να είχε μακριά, ατέλειωτα πόδια. Κάποια στιγμή, γύρισε.
Την είδε να καταρρέει ενώ ζητούσε ένα ποτό ακόμη από τον Παππού, ο οποίος, αφού
την σερβίρισε, επέστρεψε πίσω από τον πάγκο.
-Τι γίνεται; Τον ρώτησε απορημένος.
-Τίποτε, ανασήκωσε τους ώμους.
-Ποια είναι αυτή; Τον ρώτησε με ενδιαφέρον.
Ο Παππούς την ξανακοίταξε σκεφτικός. Μετά, κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
-Δεν την ξέρω. Πρώτη φορά την βλέπω, ομολόγησε και αφοσιώθηκε στις δουλειές
του.
Αυτός με την σειρά του, ομολόγησε πως του άρεσε. Στα γρήγορα, όπως γίνονται
αυτές οι σκέψεις. Τον ενοχλούσε όμως που ήταν μαστούρα, δεν γούσταρε παρτίδες
με χαπάκηδες. Του προξενούσαν θλίψη, είτε επρόκειτο για αγόρια, φίλους και
εχθρούς, πόσο μάλλον για γυναίκες και δη ωραίες.
Ωστόσο, ενώ έκανε αυτές τις μαύρες σκέψεις, η νεαρή γυναίκα είχε φύγει. Με την
άκρη του ματιού , την είχε πάρει μυρωδιά, που σηκώθηκε τρεκλίζοντας αλλά τι τον
ένοιαζε;
Αποτελείωσε την
μπύρα. Άναψε τσιγάρο και σκέφτηκε να πιει άλλη μια. Μετά, σα να θυμήθηκε κάτι,
μετάνιωσε. Πλήρωσε, χαιρέτησε τον Παππού και βγήκε πάλι μετέωρος. Δεν είχε τι
να κάνει, απλώς προσποιήθηκε πως είχε δουλειά.
Στάθηκε στην εξώπορτα, κοιτάζοντας ερμαφρόδιτα την μηχανή το, λίγο πιο κει.
Ύστερα, γύρισε δεξιά. Την είδε χάμω με απλωμένο το χέρι προς αυτόν, να ικετεύει.
-Πήγαινε με σπίτι σε παρακαλώ, του είπε με σβησμένη φωνή.
-Τι κάνεις εδώ; απόρεσε.
-Πήγαινε με σπίτι, σε παρακαλώ, επανέλαβε η κοπέλα.
-Σπίτι; Που μένεις; Ρώτησε ανίδεος.
-Θα σου πω, είπε με δυσκολία μορφάζοντας
σαν από μεγάλο πόνο.
-Που μένεις; Επανέλαβε. Μπορείς ν’ ανέβεις στην μηχανή;
Εκείνη έγνεψε ναι, θα σου πω και προσπάθησε πάλι ν’ ανασηκωθεί. Την έπιασε από
τις μασχάλες, την βοήθησε να ορθώσει, ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν, μήπως βρεθεί σε
τίποτα μπελάδες. Πως ήταν καλύτερα να φύγει, αλλά, πώς να την άφηνε, έτσι
κατάχαμα, αβοήθητη; Του φαινόταν πολύ άσχημο ένα τέτοιο φέρσιμο, πολύ άναντρο.
Φυσικά, είχε ξεχάσει οτιδήποτε είχε σχέση με έρωτα και τέτοια. Το μόνο που
έβλεπε εκείνη την στιγμή, ήταν ένας άνθρωπος που υπέφερε. Έπρεπε, λοιπόν, να
κάνει κάτι γι’ αυτό.
Την πήγε κοντά στην μηχανή, την έστησε όρθια όπως μπορούσε. Κατέβασε τον
ορθοστάτη, ανέβηκε. Της έκανε νόημα να κάνει κι αυτή το ίδιο. Με μεγάλη
δυσκολία, τα κατάφερε.
-Που πάμε; Την ρώτησε ενώ ξεκινούσε.
-Δεξιά, του ψιθύρισε και σφίχτηκε πάνω του.
-Κρατήσου! Της φώναξε στρίβοντας στην Ακαδημίας καθώς την ένιωσε να του φεύγει
πίσω και να επανέρχεται.
Που στο διάολο να έμενε; Μακριά; Ποιος ξέρει, δεν του έλεγε κιόλας. Μαρσάρισε
λίγο και του ξανάφυγε. Πρόλαβε να την συγκρατήσει με το αριστερό, αφήνοντας τον
συμπλέκτη κι οδηγούσε με το ένα χέρι.
-Κρατήσου! Ούρλιαξε. Θέλεις να σκοτωθούμε;
-Μην φωνάζεις, σε παρακαλώ, κόλλησε πάνω του ενώ είχε σχεδόν σταματήσει. Πάμε
αριστερά, θα ανέβουμε στην Πατριάρχου Φωτίου.
Κολωνάκι. Στην αριστοκρατική συνοικία έμενε. Έστριψε αριστερά και σκέφτηκε
πάλι, μήπως έμπαινε σε μπελάδες. Που θα την άφηνε, ποιος θα ήταν στο σπίτι και
τέτοια. Ποτέ δεν ξέρεις με αυτές τις καταστάσεις.
Αλλά, ευτυχώς η διαδρομή, ήταν κοντινή. Στο τέλος του δρόμου, στην ανηφοριά στα
ριζά του Λυκαβηττού, σταμάτησε.
-Εδώ, του είπε εκείνη και μισοχαυνωμένη κατέβηκε.
-Εντάξει; Την παρατήρησε με νόημα που έλεγε, «μπορείς;»
Έγνεψε, ναι. Γύρισε να φύγει.
Την παρακολουθούσε μέχρι να μπει στο τουλάχιστον στο σπίτι και να φύγει όσο πιο
γρήγορα γινόταν. Φοβόταν τα μπλεξίματα, σαν ο διάολος το λιβάνι, αν και δεν
πίστευε σε τέτοια πράγματα.
Όταν την είδε να σωριάζεται, κατάλαβε πως δεν θα τον απέφευγε τον διάολο.
Έσβησε γρήγορα την μηχανή κι έτρεξε κοντά της. Την ανασήκωσε, προσπαθώντας να
την στήσει όρθια και εκείνη τον αγκάλιασε. Τι θα γίνει μ αυτήν; Σκέφτηκε και
στον νου του ήταν τα ναρκωτικά και το κακό που έκαναν, όταν τον αγκάλιασε πιο
ερωτικά και τον φίλησε στο στόμα. Τραβήχτηκε δυο βήματα, την εξέτασε με βλέμμα
νευρικό. Τα πήρε στο κρανίο με το ανόητο φέρσιμο της και την άρπαξε σαν
πούπουλο, σαν μωρό, να την πάει μέσα στο σπίτι. Δεν μπορεί, κάποιος θα ήταν
εκεί, θα τον καταλάβαιναν, θα ήξεραν αυτοί. Ναι, βέβαια, θα ήξεραν, τι διάολο…
Με το ζόρι, βρήκε το κλειδί στην τσάντα της, άνοιξε και μπήκε στην είσοδο. Το
σπίτι, φαινόταν άδειο. Είχε παρατηρήσει πως ήταν μια διώροφη μονοκατοικία με
κλειστά τα παντζούρια όταν στεκόταν απ έξω. Και τώρα που είχε μπει μέσα,
καταλάβαινε αδιόρατα πως δεν υπήρχε ψυχή εκεί μέσα. Αυτό του έφερε μεγαλύτερη
σκοτούρα. Αν ήταν τουλάχιστον κάποιος εκεί…Αλλά καλύτερα, σκέφτηκε αμέσως. Θα
την άφηνε εκεί και θα έφευγε. Πολλά είχε κάνει, δεν μπορούσε περισσότερα.
Την ανέβασε επάνω, κάμποσα σκαλοπάτια, άνοιξε την πόρτα μιας κρεβατοκάμαρας,
τυχαία, και την αμόλησε κάτω. Κυριολεκτικά. Την αμόλησε μπουχτισμένος και
γύρισε να φύγει.
-Μην φεύγεις! Τον ικέτεψε σηκώνοντας το χέρι της, ενώ με το άλλο έπιανε τα
πονεμένα οπίσθια της.
-Τι θέλεις; Έκανε νευριασμένος.
-Κάθισε, θα σου πω, δεν είναι έτσι που νομίζεις…
-Που ξέρεις εσύ, τι νομίζω; Τι άλλο είναι; Προσπάθησε να αναρωτηθεί.
-Θα σου πω..
-Λέγε! Δεν είναι κανείς άλλος εδώ; ξανακοίταξε γύρω του. Οι γονείς σου, τα
αδέρφια σου.
-Δεν έχω αδέρφια, οι γονείς μου λείπουν διακοπές, αύριο επιστρέφουν…
-Και συ βρήκες την ευκαιρία, την έκοψε. Βρήκες την ευκαιρία να μαστουριάσεις..
-Λάθος κάνεις! Επαναστάτησε. Δεν ξέρω από τέτοια, δυο ποτά ήπια στο μπαρ και
μέθυσα. Ούτε από αυτά ήξερα..
-Τώρα έμαθες! Βρήκε την διάθεση να αστειευτεί, επειδή χάρηκε που δεν ήταν
μαστούρα.
Πράγματι, είχε αρχίσει να ψιλοσυνέρχεται. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και κάθισε
κοντά της, κατάχαμα. Κοιτάχτηκαν στα μάτια.
-Είσαι πολύ όμορφη, της είπε. Δεν ξέρεις πόσο χάρηκα που δεν ήταν τα ναρκωτικά.
Τα σιχαίνομαι και μου προξενούν μια απέχθεια οι άνθρωποι που τα χρησιμοποιούν.
Χωρίς να το καταλαβαίνω, νιώθω μια τρομερή αντιπάθεια με την ανημπόρια τους να
καταλάβουν πόσο κακό κάνουν.
-Έχεις δίκιο κι εγώ έτσι νιώθω. Αλλά και συ είσαι καλός. Καλός και όμορφος.
Την χάιδεψε στα μαλλιά, ύστερα στα χέρια, στο στήθος. Αγκαλιάστηκαν και
φιλήθηκαν, τώρα έμοιαζε θηλυκό, μύριζε γυναίκα που ήθελε να κάνει έρωτα.
Απλώθηκαν στο δάπεδο,
κυλίστηκαν αγκαλιασμένοι. Μισογδύθηκαν, έμπλεξαν τα μπούτια τους, ήρθε κοντά το
ξύλο με τη σάρκα. Ανακάτεψε τις τρίχες, γυρόφερε ψάχνοντας, την τρύπα να μπει.
Χώθηκε μέσα της, γλίστρησε στο κόκκινο της σάρκας- έτριζε ο κόλπος της καθώς
εισχωρούσε μέχρι το έσχατο σημείο. Τέλειωσαν, βγήκε από μέσα της, γύρισαν
ανάσκελα ξελαχανιάζοντας με την γλύκα του έρωτα στα μάτια τους.
-Δεν το πιστεύω, της είπε.
-Ούτε εγώ, το πιστεύω, του απάντησε.
-Χρειάζομαι ένα ποτό, έχεις; Και σηκώθηκε ολόγυμνος.
Άναψε το φως, τόση ώρα ήταν στο μισοσκόταδο. Και την κοίταξε που είχε
μισοσηκωθεί κι έψαχνε μια ρόμπα να κρύψει την γύμνια της. Του έδωσε μια, να ρίξει κι αυτός πάνω του. Ύστερα πήγε
στο μπαρ.
-Τι προτιμάς; Τον ρώτησε.
-Ουίσκι, είπε παρατηρώντας το σπίτι.
Ήταν ένα παλιό, κλασσικό σπίτι, αρχοντικό. Από αυτά που κρίνονται διατηρητέα.
-Ο πατέρας μου είναι αρχιτέκτονας, του είπε φέρνοντας το ποτό.
-Και;
-Επειδή σε είδα που κοιτάζεις το
σπίτι.Το αγόρασε πριν από λίγο καιρό. Η μαμά είναι ηθοποιός, μπορεί να την
ξέρεις. Παπαθανασίου, όχι η Ασπασία, η ξαδέρφη της η Κατερίνα.
-Εσένα, πως σε λένε; γέλασε πίνοντας μια γουλιά, που δεν ήξερε ούτε το όνομα
της ενώ την είχε δικιά του.
-Μιράντα. Εσένα;
-Δεν έχω όνομα.
-Το παραβλέπω. Άμα σου αρέσει έτσι…
-Και συ; Απέφυγε να δώσει συνέχεια γύρω από το όνομα του.
-Τι, κι εγώ;
-Θέλω να πω τι κάνεις..
-Α, ναι, σπουδάζω. Σπουδάζω ηθοποιός, έμοιασα στην μαμά.
-Τι λες! Άνοιξε τα μάτια του.
-Αύριο δίνω εξετάσεις στο Εθνικό.. ένα μήνα τώρα διάβαζα, μέρα νύχτα, μελετούσα
τους ρόλους. Και σήμερα βγήκα να ξεμπουκώσω.
-Ωραία! Έκανε. Πολύ ωραία.Θα μου απαγγείλεις;
-Τι θέλεις να σου απαγγείλω; Πήρε στάση μεγάλης ντίβας.
-Ότι θέλεις.
-Είναι μια σκηνή που μου αρέσει πολύ. Την διάβαζα χτες. Δεν έχει σημασία το
όνομα του συγγραφέα..
-Πάντα έχει σημασία το όνομα του συγγραφέα, την έκοψε.
-..μια σκηνή με μια γάτα και μια γυναίκα- τον παρέκαμψε.
Κι άρχισε να παίζει σαν να είχε μια γάτα μπροστά της. Νιαούριζε, γρατσούνιζε,
ερχόταν σε αντιπαράθεση με την γάτα, σαν να την είχε ακριβώς μπροστά της.
Ταυτόχρονα έκανε γκριμάτσες άλλοτε θλιμμένες, άλλοτε χαρούμενες, άλλαζε χίλιες
εκφράσεις.
-Μπράβο! χειροκρότησε, σα να βρισκόταν στην πλατεία κάποιου θεάτρου, μοναδικός
θεατής.
Η Μιράντα έτρεξε κοντά του. Τον τύλιξε
απ τον λαιμό με ένα μαντήλι, τον τράβηξε πάνω της.
-Σου άρεσε; του είπε με έπαρση. Κι ύστερα, μελαγχολικά: Θα φύγεις;
-Που να πάω; έκανε σαν να ξύπνησε
-Όλοι φεύγουν από μένα, συνέχισε περπατώντας στις άκρες των δακτύλων.
-Που πηγαίνουν; τον συνεπήρε στον κόσμο της.
-Πάνε μακριά. Πολύ μακριά, χάνονται σε ένα σύννεφο, τους τυλίγει η ανυπαρξία.
Σαν να μην υπήρξαν ποτέ, λες και είναι σκιές του Άδη. Σκιές δέντρων που άλλοτε
μένουν ακίνητες κι άλλοτε αναζητούν εμένα! Εμένα που είμαι ένα άλλο δέντρο, μια
μαυροφορεμένη Αντιγόνη που ψάχνει το νεκρό σώμα του Ετεοκλή ή του Πολυνίκη. Μα
όλοι φεύγουν από μένα. Που πηγαίνουν; Τι τους έφταιξα; Φταίω εγώ που γεννήθηκα
γυμνή;
Και πέταξε την χλαμύδα που κάλυπτε το ωραίο της σώμα. Πήγε κοντά του, κρεμάστηκε στον λαιμό του.
-Ω! Σώσε με! Σώσε με από την καταστροφή!
Παράτησε τον λαιμό του και κουλουριάστηκε στο δάπεδο κλαίγοντας σπαρακτικά.Την σήκωσε προσεκτικά, σαν ένα γυαλί που είναι έτοιμο να σπάσει.Τόσο διάφανη ήταν. Την φίλησε στο στεγνωμένο στόμα, πετώντας από πάνω του το ρούχο. Αργά, με περίσκεψη, την ανέβασε στην μέση του, στους γοφούς, την κάρφωσε μέσα του σαν ασπίδα. Κόλλησε πάνω του σαν στρείδι, με τα πόδια της τυλιγμένα γύρω από την μέση του, με το πέος να εισχωρεί στο υγρό αιδοίο. Η πληγή του ήταν ανοιχτή σαν μια βάρκα που έπλεε, στα βαθιά νερά μιας αποξηραμένης λίμνης.
Όταν έφυγε θα ήταν χάραμα. Χάραμα στην Πατριάρχου Φωτίου. Κατηφόρισε σαν κλέφτης με την μηχανή του και το σκέφτηκε καλύτερα. Ναι, κλέφτης ήταν, δεν μπορούσε να πει ψέματα στον εαυτό του. Το ίδιο όμως, ήταν και εκείνη. Η ηθοποιός. Είχαν κλέψει ο ένας τον άλλον, για ένα βράδυ, για μια στιγμή. Η Ηθοποιός, που του απάγγειλε την ζωή της κι αυτός που καθόταν και την άκουγε μαγεμένος από ένα κόσμο άλλον, που την γαμούσε και ένιωθε υπέροχα γιατί, δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένας κοινός κλέφτης.
Η ηθοποιός θα έδινε εξετάσεις την άλλη μέρα στο Εθνικό. Γι’ αυτό, είχε βγει να ξεσκάσει. Ήπιε δυο ποτά και αμάθητη καθώς ήταν, μέθυσε. Αυτό ήταν, μέθυσε.
Αυτός, είχε μεθύσει από την ζωή και την Μιράντα που δεν θα ξανάβλεπε ποτέ.
Ευτυχία τελικά είναι να μη σου σταθεί ψάρι στο λαιμό. Όσο μεγαλώνεις αλλάζουν τα ψάρια. Γίνονται πουλιά. Και η ευτυχία είναι ένα πουλί που πετάει πάντα, δε στέκεται πουθενά.
Αφού ο Αϊνστάιν είπε, πως χρόνος είναι ότι δείχνουν τα ρολόγια μας και επειδή τα ρολόγια τα φτιάχνουν οι άνθρωποι,λέω εγώ, χρόνος δεν υπάρχει χωρίς τους ανθρώπους!
πολλά πράγματα είναι αχρείαστα στη ζωή αλλά υπάρχουν, έτσι και η ζωγραφική που σαν επάγγελμα, όλοι λένε πως δεν είναι είναι, άραγε γιατί δε είναι επάγγελμα η ζωγραφική; όταν ήμουν πολύ νέος μου άρεσε μέσα μου που μπορούσα εύκολα ν απεικονίσω ότι ήθελα κι ότι μου έλεγαν ή μου παράγγελναν οι γύρω δάσκαλοι, καθηγητές, κόσμος. Μεγαλώνοντας καταλάβαινα πως η ζωγραφική είναι πολύ δύσκολο πράμα και δεν είναι τα πινέλα, τα μολύβια, τα μοντέλα, η τέχνη της σκίασης, οι μετρήσεις και τα χρώματα, αλλά είναι κάτι άλλο: το μέσα της ψυχής, το πνεύμα του δημιουργού, η σκέψη του, το είναι του και άρα, αφού παραδεχτούμε αυτό, τότε πρέπει να παραδεχτούμε πως πράγματι είναι πολύ δύσκολο να γίνεις ζωγράφος. Επειδή πρέπει να ματώσεις, επειδή δεν μπορείς να κρυφτείς, επειδή είσαι συνέχεια εκτεθειμένος στα αδηφάγα βλέμματα του κοινού και επειδή τέλος πάντων κάποια στιγμή είναι απόλυτα κουραστικό να προσπαθείς να γίνεις, Ρενουάρ, Πικάσο ή Νταλί. Αλήθεια είναι πως κάποια στιγμή όλοι αυτοί σου φαίνονται μύθος, δηλαδή μπερδεύεσαι μεταξύ της πραγματικότητας του Βαν Γκογκ, αυτός κι αν έγινε μύθος! και της δική σου μίζερης πραγματικότητας. Αλλά όσο πιο δραματική είναι η ζωή ενός δημιουργού τόσο ο κόσμος εκλιπαρεί για περισσότερη δυστυχία, βλέπε Μοντιλιάνι, Έγκον Σίλε. Δεν ξέρω αν σας φώτισα λίγο, αν δηλαδή κατάφερα να σας μεταφέρω τι κρύβεται πίσω από την ζωγραφική τέχνη σε προσωπικό επίπεδο που νομίζω πως είναι από τα πιο ματαιόδοξα ανθρώπινα σχέδια και επιδεικτικά και δραματικά, εγώ δε γνώρισα ποτέ έναν ευτυχισμένο ζωγράφο, από τον άσημο και αλκοολικό Στέλιο Αναστασιάδη, μέχρι τον διάσημο Τσαρούχη, ή τον ατάραχο φίλο μου Βασίλη Αράπη και άρα η ζωγραφική σαν τέχνη προάγει την απελπισία του δημιουργού, την απελπισία αυτού του κόσμου
...τελικά δεν γίνεται χωριό.Ο Καθένας ΤΟ ΧΑΒΆ ΤΟΥ. Αμα το λες είκοσι φορές, καταλαβαίνουν με την..πρώτη. Θα αυτοκτονήσω. Θα πέσω απ το πεζοδρόμιο.
Το τραγούδι είναι μια από τις χαρές της ζωής μας. Πάντα τραγουδώ ακόμα και στις λύπες, με τους φίλους, με τους εχθρούς, με τις γυναίκες, τις φίλες και όχι μόνο. Είναι μια μεγάλη αξία η μουσική, έμαθα πολλά από αυτήν, βέβαια, δεν είμαι μουσικός απλά γρατσουνάω μια κιθάρα, κάποιοι φίλοι με πειράζουν όταν φαλτσάρω και κάποιοι κολλητοί με επαινούν για το "θράσος" της φωνητικής μου. έτσι κι αλλιώς εμένα μ αρέσει να τραγουδώ.
Ποιος διάολος μας έφερε εδώ πέρα; να ζήσουμε αυτή την τρισάθλια πραγματικότητα! τα λόγια του ήταν τραχιά, δεν άντεχες ούτε να τον βλέπεις μηδέ να τον ακούς. Χαρίλαος Πλιάτσικας. Ο μεγαλύτερος αδερφός μου. Το δραματικό μέρος ανθρώπων που γνωρίσαμε κι έφυγαν από κοντά μας με έναν τρόπο που δε θέλαμε αλλά έτσι ήταν. Μισούσε κάθε τι ανθρώπινο, γυναίκες, άντρες, παιδιά, μισούσε τον εαυτό του, του άρεσε η γνώση, είχε μάθει πολλά, δυνατό μυαλό, ευφυής, πολλά βράδια είχαμε γίνει κομμάτια, τον χτύπησα και στο σώμα και στο μυαλό, με αγαπούσε πολύ, η τελευταία φορά που τον είδα, χωρίς συμπόνια για τον αδίσταχτο σαρκασμό προς κάθε τι ανθρώπινο, δε ήθελε τίποτε, έπινε πολύ, γινόταν χώμα, τον έσωσα ένα βράδυ που όπως πάντα ήθελε να φύγει απ τη ζωή, μέσα από ένα τσούρμο που δεν τον καταλάβαιναν, εκεί που σε ανέβασε στον ουρανό σε κατέβασε στη λάσπη, δεν είσαι τίποτα Κώστα Πλιάτσικα, ένα αρχίδι, ένα απόβρασμα της κοινωνίας, που παριστάνεις τον συγγραφέα και τον ζωγράφο αλλά δεν είσαι τίποτα! ένα σκουπίδι παραπάνω, ναι είσαι καλύτερος απ τον Καζαντζάκη, η πένα σου σκοτώνει τους ανθρώπους, τέτοιος είσαι ένα ρεμάλι και τον άκουγα να μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι. Χαρίλαος Πλιάτσικας, έχω να πω πολλά για δαύτον, έλα όμως που όταν ζούσε μου σπαγε τα το στομάχι. Έξυπνος, διορατικός, αλλά πάντα έδινε μια κλωτσιά, μια απέχθεια για τη ζωή, δεν ήταν δυνατός στο σώμα, μάλλον ηττοπαθής κατ αυτόν τον τρόπο και πέθανε όπως πέθανε, σκοτωμένος ή από δολοφονία, ή έστω σαν αυτοκτονία, ένας άνθρωπος που ήθελε να ζήσει, αδύναμος, εγκεφαλικός. Το μέρος αυτό των ανθρώπων, τότε που έβλεπα τη ζωή επίπεδη, ενώ αυτός ήξερε παντα πως ήταν στρογγυλή, αλλά ο νόμος του άντρα περνούσε σαν σίφουνας απ το μυαλό μου, ήμασταν μόνο οι δυο μας και γνωρίζαμε τα πράγματα, όμως η ίδια η ζωή έδειχνε άλλα. Μια γυναίκα άσχημη, χωρισμένη με την ψεύτικη πραγματικότητα του, δυο παιδιά που δεν πήγαν ούτε στην κηδεία του, τι άσχημος τρόπος ια έναν τέτοιον φίλο κι έτσι ο Χαρίλαος Πλιάτσικας ζούσε μια δραματική ζωή, σου απαντούσε αναπάντεχα! σαν να ήταν πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί, ήξερε και Σέκπηρ και Βολτέρο, μια ανοησία η ύπαρξη μου τόνιζε συνέχεια κι έβριζε θεούς και δαιμόνους, άθρησκος κατά βάση όπως οι περισσότεροι έξυπνοι άνθρωποι, δεν τον ένοιαζε αν κοιμόταν στο σκοτάδι ή αν ήταν πρωί και οι άλλοι νόμιζαν πως ήταν νύχτα, αυτός το βιολί του, δεν ξέρω αν τον αδίκησα ενόσω ζούσε, πιθανώς, ναι, αλλά τι λόγο έχει τώρα πια;
Πρέπει να είμαστε αλληλέγγυοι , συμπεραίνει η τεχνική νοημοσύνη αλλά και το σύνολο των επιστημόνων, των πολιτικών, των καλλιτεχνών και γενικότερα το πλήθος των ανθρώπων που ζουν τώρα στον πλανήτη γη.
Τεχνολυτρωτισμός. Εισάγονται όλο και νέες ορολογίες, η AI σκέφτεται πιο γρήγορα απ τον άνθρωπο, η τεχνοηθική διαμορφώνει το στιλ...συνεχίζεται
Ω! Να περάσουμε μια ζωή χρυσή! Η κοκκινοσκουφίτσα φίλησε τον λύκο στο δάσος! κι έτσι η χαρά είναι και δική μας. Θα είναι μισή δική μας. ...