Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

ΤΑ ΆΧΕΡΑ 3

 

 


ΤΑ ΑΧΕΡΑ

΄Ότι και να πεις για τις ωραίες μέρες του Ιουλίου, μην ξεχάσεις τα όνειρα στις μεγάλες κοιλάδες.
Το παιχνίδι ήταν μέσα στα όνειρα του.

Ο Νίκος Δελατόρας που είχε μεγαλώσει αντίθετα από την φωνή του φίλου του, στις μικρές κοιλάδες, θυμόταν εκείνα τα καλντερίμια των έρημων παιδικών χρόνων στην επαρχία, καθώς η χειμωνιάτικη ορμή του νερού, κουβαλούσε τις πέτρες στον κατήφορο. Αλήθεια, που είχαν βρεθεί τόσες πέτρες;
Ήταν τόσες πολλές, μαύρες και άσπρες, στρογγυλεμένες από το κατρακύλισμα, που ο ίδιος, ποτέ δεν είχε καταλάβει πως τώρα είχαν λιγοστέψει. Ίσως να είχαν βάλει το χέρι τους οι άνθρωποι.

Την αρχή, είχαν κάνει με τις κοινοτικές εργασίες. Έσκαβαν οι άνθρωποι-ένας από κάθε οικογένεια-προσωπική εργασία την έλεγαν-να φτιάξουν δρόμους, μια φορά την εβδομάδα.
Ο Νίκος είχε σκάψει πολλές φορές, παρ' ότι ήταν δωδεκάχρονος τότε, σαν αρχηγός της οικογένειας αφού ο πατέρας του είχε πεθάνει, και η μητέρα του ήταν ανήμπορη.
Ύστερα ήρθαν κάτι μπολντοζιέρηδες με πρώτον εκείνο τον μαυριδερό Γιαννιώτη, με τα κοντόχοντρα χέρια και τα παχιά μουστάκια. Μετατόπισαν όλα τα χώματα, άνοιξαν τους δρόμους, έριξαν χαλίκι να σταματήσουν τις λάσπες, πέταξαν τις πέτρες αλλού κι έτσι ο Νίκος δεν τις έβλεπε πια.
Τα σπίτια χτίζονταν το ένα κατόπιν του άλλου με τσιμέντο και τα κοντόχοντρα χέρια του Γιαννιώτη μάστορα-μπολντοζιέρη, γέμιζαν τσιμέντινα λεφτά. Έχτισε κι αυτός το δικό του σπίτι, έγινε «χωριανός». Έτσι τον θυμόταν τα παιδιά.

Αργότερα έφερε και το γιο του. Την κόρη του Κρήνη, την άφησε στα Γιάννενα να σπουδάσει. Γι αυτήν, όσοι την γνώριζαν, είχαν να λένε για την ομορφιά της. Ο Νίκος πολύ θα ήθελε κάποτε να τη γνωρίσει. Τον γιο του Ζένα-έτσι έλεγαν τον Γιαννιώτη μάστορα- που ήταν καλομαθημένος και δεν έμενε πολύ στο χωριό, πηγαινοερχόταν στα Γιάννενα για δουλειές, δεν τον είχε χωνέψει ποτέ, άγνωστο γιατί.
Αντίθετα, τον ξάδερφο του τον Τσίρο, τον συμπάθησε από την αρχή. Αντώνη τον έλεγαν αλλά κανείς δεν τον φώναζε έτσι, επειδή ήταν λεπτός κι αδύνατος, του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι Τσίρος και του έμεινε.Τσίρο τον φώναζαν όλοι. Ο Νίκος έκανε παρέα μαζί του και είχαν γίνει κολλητοί επειδή κάπου έμοιαζαν. Μεγαλώνοντας, δούλευαν στις μπουλντόζες και τα φορτηγά του Ζένα. Πιο μικροί, στο σχολείο, έχεζαν παρέα πάνω στις μεγάλες πέτρες, φώναζαν τραγούδια που μάθαιναν από το ράδιο. Φώναζαν, γιατί οι φωνές τους ήταν αλύγιστες και δεν μπορούσαν να πάρουν στροφή στο τραγούδι. Λίγο αργότερα, εύρισκαν κανένα σχισμένο φύλλο περιοδικού, που είχε απομείνει πάνω του, κάποιο γυναικείο μεδούλι και τότε μαλακίζονταν, κοιτάζοντας το άψυχο χαρτί με ανυπομονησία. Γυναίκα δεν είχαν γνωρίσει, παρά τις μανάδες τους και τις αδερφάδες κι απ αυτές η μία του Νίκου, είχε παντρευτεί στα ξένα και του Τσίρου ήταν μικρές ακόμα. Μόνο κάποια Καλοκαιριάτικη μέρα, είχε δει ο Τσίρος κάτι στα καφεπράσινα μάτια της μικρότερης αδερφής του Νίκου, της Ρίμας. Κάτι που έμοιασε για έρωτας η κάτι τέτοιο.
Ο Τσίρος αν και είχε διαβάσει μερικά πράγματα για την αγάπη και τον έρωτα, δεν τα καταλάβαινε. Ήταν του Δημοτικού, μπολντοζιέρης της κακιάς ώρας.
-Σα στραβοβελονιά σε μαύρο σεγκούνι, γριάς που έχει πεθάνει μοιάζεις, του έλεγε ο Νίκος που είχε πάει δυο-τρεις τάξεις στο γυμνάσιο.
-Γιατί εσύ είσαι καλύτερος; τι σε νοιάζει; του απαντούσε.
-Σε βλέπω που κοιτάζεσαι με την Ρίμα ...
Ο Τσίρος μπερδευόταν όταν του μιλούσε για την Ρίμα. Την όμορφη αδερφή του, που όλο και μεγάλωνε και τον κοίταζε τώρα περισσότερο με εκείνα τα μεγάλα μάτια της τα ερωτικά άχερα. Φοβόταν τότε ο Τσίρος και χαμήλωνε τα δικά του. Μπερδεύτηκαν όμως κάποτε και στα παιχνίδια τους-έτυχε να είναι μόνοι στον κάμπο-κι ένιωσαν καλύτερα οι δυο τους. Η Ρίμα τον φίλησε πρώτη κι ύστερα πάλεψαν λίγο καταγής. Ψάχτηκαν στη γλύκα του ζεστού απογευματινού, αναμαλλιάστηκαν στην ορμή των νεανικών κορμιών αλλά πάλι ο Τσίρος φοβήθηκε κι έφυγε αφήνοντας την εκεί, ξαπλωμένη ανάσκελα, με το γυμνό της σώμα στον αέρα.

Οι δυο φίλοι έτυχε μια μέρα, που είχαν ρεπό στις μπουλντόζες, να κατέβουν στην πόλη, στην Ηγουμενίτσα. Περπάτησαν στους δρόμους, ήπιαν καφέ και ήταν φανερό πως ήταν αλλιώτικοι. Διαφορετικοί από τους άλλους νεαρούς που κυκλοφορούσαν εκεί, καλοντυμένοι με παντελόνια καμπάνες, με εφαρμοστά πουκάμισα, πολύχρωμα.
Αργότερα, μπήκαν σε ένα μπιλιαρδάδικο. Οι άλλοι, σταμάτησαν το παιχνίδι κι ένας, ο πιο ψηλός, ο πιο μάγκας της παρέας, είπε μια λέξη που δεν την έπιασαν οι δυο τους.
-Χοίβλα! Είπε ο ψηλός και τραντάχτηκαν όλοι στα γέλια.
Ο Τσίρος έκανε να φύγει αλλά ένας άλλος τον σταμάτησε με την στέκα. Ο Τσίρος είχε ένα βλέμμα αμήχανο κι ο άλλος κοροϊδευτικό. Μάζευε την μύτη του κι έβαζε το χέρι του εκεί, σαν να μύριζε κάτι σαν τυρί που βρωμούσε. Ο Νίκος πήγε κατά εκεί μα ο ψηλός μάγκας, τον άρπαξε από τα μαλλιά, τον γύρισε και του έριξε μερικές γρήγορες. Έπεσε κάτω γεμάτος αίματα και είδε τον Τσίρο να μαζεύει άλλες τόσες από το τσούρμο. Έπεσε κάτω κι αυτός, ενώ οι άλλοι με τα εφαρμοστά πουκάμισα, το βαλαν στα πόδια γελώντας, προτού να φτάσει ο λεσχειάρχης, ο οποίος, αφού κοίταξε με άγριο βλέμμα τους πεσμένους, τους είπε , ένα επίσης άγριο «αι στο διάολο κωλόπαιδα!» και γύρισε στο ποτό του.
Ο Νίκος με τον Τσίρο, σηκώθηκαν βιαστικά και πήραν δρόμο. Έφτασαν στην άκρη της πόλης. Φτιάχτηκαν λίγο, σκουπίστηκαν, σταμάτησαν το φόβο κι ύστερα ήρθαν αντιμέτωποι. Κοιτάχτηκαν με νεύρα.
-Εσύ φταις! είπε άγρια ο Τσίρος.
-Παράτα με! φώναξε ο Νίκος.
-Θα σε σκοτώσω! ούρλιαξε ο Τσίρος και πήρε μια πέτρα.
-Είσαι δειλός για να το κάνεις, του γύρισε την πλάτη και προχώρησε με τα χέρια στις τσέπες.
Σα να μετάνιωσε, γύρισε ξανά, να συμφιλιωθούνε αλλά η πέτρα είχε φύγει από το χέρι του άλλου και τον βρήκε στο μέτωπο. Έβγαλε λίγο αίμα, κύλησε χάμω, ενώ ο Τσίρος το έβαζε στα πόδια αλαφιασμένος. Το χτύπημα δεν ήταν γερό. Έτσι, ο Νίκος σηκώθηκε κι έφυγε κι αυτός τρίβοντας το πονεμένο μέτωπο.

Πέρασε κάμποσος καιρός από τότε. Μεγάλωσαν κι όπου να είναι θα πήγαιναν φαντάροι. Μάλιστα, έφυγαν χωρίς να ξανανταμώσουν. Μόνο μια φορά μέσα στο πλήθος, κοίταζαν ο ένας τον άλλον, όταν ο ένας δεν έβλεπε.
Τις μέρες που επέστρεψε ο Τσίρος, ίδιος σχεδόν και απαράλλαχτος όπως είχε φύγει, με τον φόβο καρφωμένο στο μικρό του μέτωπο, με τα ακανόνιστα κοντά μαλλιά και τα αδύνατα παιδικά χέρια, η Ρίμα έπαιζε με τα άχερα του έρωτα στις κοιλάδες, πότε με τον έναν και πότε με τον άλλον. Είχε αγαπήσει έναν Τάκη τριαντάρη αλλά είχε ξεπεταχτεί και με τον Γιάννη. Κι ο Σταύρος όμως κάτι είχε να πει για πολλές βραδιές που τα πόδια της Ρίμας σηκώνονταν ψηλά στις ερημιές.
Ο Νίκος Δελατόρας άργησε να το μάθει. Πως λέμε ο νοικοκύρης το μαθαίνει τελευταίος; έτσι και ο Νίκος. Εξ άλλου, έλλειπε δυο χρόνια φαντάρος κι όταν γύρισε δεν άργησε να καταλάβει τι έκανε η αδερφή του με τους ατέλειωτους έρωτες της. Ο ίδιος δεν τολμούσε να πει λέξη αλλά οι άλλοι, μικροί και μεγάλοι, καύλωναν μονάχα και να μιλάνε γι' αυτήν. Αυτός ήθελε να πιστεύει πως δεν ήταν παρά μονάχα νοσηρές φαντασίες τους αλλά δεν μπορούσε.
Τον Τσίρο τον ξαναβρήκε στις μπουλντόζες κι όλα είχαν ξαναγίνει σαν από την αρχή. Ξέχασαν την μικρή τους έχθρα και έβγαιναν στις γειτονιές τα βράδια, αφού πρώτα λούζονταν και χτενίζονταν για να είναι όμορφοι. Πήγαιναν στο γωνιακό ουζάδικο, έπιναν, γινόντουσαν στουπί, κάπνιζαν πολλά τσιγάρα. Μιλούσαν για τα καινούρια μηχανήματα, για την ακρίβεια και για τις γυναίκες που είχαν γνωρίσει.

Ένα τέτοιο βράδυ, είχαν ξεπέσει εκεί, δυο Αμερικάνες τουρίστριες. Τις πήραν από τον κεντρικό δρόμο με όλα τους τα μπαγκάζια, στο τρακτέρ που οδηγούσε ο Τσίρος.
Μόλις τις είδε, σταμάτησε.
-Να τις πάρουμε; έγνεψε στο Νίκο.
-Και δεν τις παίρνουμε..του απάντησε μισοαδιάφορα.
Ανέβηκαν εκείνες και με τα λίγα Αγγλικά που ήξερε ο Νίκος, με τα λίγα «Ελλήνικος» που έμαθαν εκείνες, τα βόλεψαν. Βέβαια, πιο πολύ γελούσαν παρά μιλούσαν αλλά ο Τσίρος όλο και ψαχούλευε τη μια.
Σταμάτησαν σε κάποιο ουζερί στην παραλία που δεν είχαν ξαναπάει. Παράγγειλαν ούζα, ήπιαν, μέθυσαν και ο Νίκος κάποια στιγμή, πήρε την «δικιά του» στην τουαλέτα. Μπήκαν στις γυναικείες και εκεί, στα όρθια και γρήγορα, λαχάνιασαν σ' ένα μεγάλο αγκάλιασμα των κορμιών.
Ύστερα, την άφησε να βγει πρώτη ακολουθώντας κι αυτός, με το ευχαριστημένο γέλιο του έρωτα χαραγμένο στο πρόσωπο. Μάζευε ακόμα τα παντελόνια του καθώς προχωρούσε στην έξοδο, όταν βγαίνοντας πήρε το μάτι του την αδερφή του την Ρίμα, στο μισοσκόταδο ακουμπισμένη με την πλάτη στον τοίχο κι ένα αντρικό σώμα κολλημένο πάνω της. Έμεινε μετέωρος μη ξέροντας τι να κάνει. Άκουγε τα βογκητά τους και σκοτωμένος σύρθηκε σιγά-σιγά προς την αίθουσα όπου τον περίμεναν οι άλλοι.
Ο Τσίρος μυρίστηκε ότι κάτι συνέβαινε και γι αυτό δεν έφερε αντίρρηση μόλις του είπε ένα βλοσυρό «πάμε να φύγουμε».
Παράτησαν εκεί τις δυο ξένες που τους κοίταξαν απορημένες. Μάλιστα ο Νίκος πέταξε μακριά το χέρι της «δικιάς» του, που πήγε να τον συγκρατήσει.
Έφυγαν αμίλητοι. Ο Τσίρος οδηγούσε το τρακτέρ κι Νίκος βρισκόταν στον δικό του κόσμο. Προχώρησαν κάμποσο και κάποτε σταμάτησαν σε μια ερημιά.
-Γιατί σταμάτησες; ρώτησε ο Νίκος.
-Να κάνουμε ένα τσιγάρο, του απάντησε με κάποια σκέψη.
Είχαν σταματήσει στην μέση του δρόμου. Κατέβηκαν, άναψαν τσιγάρο, περπάτησαν στην ξερή άσφαλτο.
-Θέλω να σου μιλήσω, είπε ο Τσίρος.
-Τι θέλεις; απόρεσε. Πού είναι το τόσο δύσκολο;
-Δεν ξέρω αν είναι δύσκολο. Πρόκειται για την Ρίμα ...
-Ε! συνοφρυώθηκε.Τι τρέχει με την αδερφή μου;
-Μην ανησυχείς αλλά επειδή ξέρω πως δεν έχετε πατέρα και αυτό που πρέπει να πω, πρέπει να το πω σε σένα. Ζητάω λοιπόν, το χέρι της αδερφής σου.
-Εκείνη σε θέλει; έκανε έκπληκτος.
-Νομίζω ναι, είπε με κάποια σιγουριά.
-Τι να σου πω ρε φίλε, είπε συγκινημένος ο Νίκος Δελατόρας. Από μένα να την πάρεις και τον αγκάλιασε.
Κι έφυγαν έτσι αγκαλιασμένοι μέσα στην νύχτα, μέσα στην σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης πραγματικότητας.

ΤΕΛΟΣ

6 σχόλια

Καλησπέρα σου Κώστα. Αν αυτό φίλε ήταν εφηβικό μονάχα διήγημα τι να πω ; Σε αυτό το διήγημα κυριαρχεί μια ωριμότητα που κάθε άλλο παρά εφηβική είναι. Μου άρεσε πάρα πολύ. Όλη η ιστορική του πορεία. Και πάνω απ όλα η τελική κίνηση του Τσίρου. Το δέσιμο των δύο παιδιών, δια πυρός και σιδήρου, το δίνεις πολύ ωραία. Το απόλαυσα. Καλό βράδυ φίλε.

Από ΓΙΑΝΝΗΣ JOHNPIT | Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016 6:05 μμ

Τζον έτσι έγραφα τότε. Αντικειμενικά δεν μπορώ να το δω, ίσως, επειδή ήταν μια από τις πρώτες μου απόπειρες στο χώρο του διηγήματος. Λογικά μου φαίνεται πρωτόλειο μποστά σ αυτά που έχουν επακολουθήσει και έχεις μια κάποια γνώση επειδή τα έχεις διαβάσει. Αυτό πάντως δε θα μπορούσα να το γράψω σήμερα. Από ΚΩΣΤΑΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ | Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016 10:02 μμ

Πόσο είπαμε; 15 ήσουν; Τι να σου πω! Το διάβασα με μια ανάσα που λένε. Κυλάει όμορφα, είναι ρεαλιστικό, αναδεικνύει μια ζωή όπως είναι για πολλά παιδιά στην επαρχία, έχει πληθώρα συναισθημάτων και πολύ καλή γραφή! Μπράβο 15αχρονε Κώστα Καλό σου μήνα

Από ANNA Flo... | Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016 11:56 μμ

ΑΝΝΑ, τόσο ήμουν αλλά και μάλλον τόσος έμεινα! Χαίρομαι αν σου έδωσα κάτι. Καλό σου βράδυ. Από ΚΩΣΤΑΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ | Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016 1:08 πμ

μμμ ωραίο που είναι ... και μετά και μετά? ωωω τέλος λέει Sad Να γράψεις και μετά την έγινε ουφ... αμαν πια ... όλα ο αναγνώστης θα πρέπει να τα φαντάζεται? Ολα τα δύσκολα μας βάζετε να κάνουμε εμείς αι αναγνώσται άμα δεν βάζετε την κάθαρση στο τέλος άντε να την φτιάξουμε εμείς πιφ... Αχερα λοιπόν στάχυα γεμάτα σπόρους και καρπούς για αλεύρι και για σπορά... και μετά και μετά ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα Smile πόσο χαίρομαι που μάλλον είσαι ακόμη 15 Smile Από Μάνια Σ | Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016 2:52 πμ

Τι θα γίνει με Σένα ; Θα κρέμομαι απ΄ την πέννα σου ολόκληρη γυναίκα να με παραμυθιάζεις κι ας με περιμένουν ένα κάρο δουλειές ;;; ; Το μόνο μου άλλοθι είναι ότι είσαι πολύ πειστικός και φυσικά δεξιοτέχνης, που να πάρει ο

 

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

ΈΛΛΗΝΕΣ 2

 


 

ΚΥΛΛΗΝΗ
Πως κάποτε θα έφταναν οι άγγελοι στην Κυλλήνη
από τον Ώτο ήταν σίγουρο
αρχηγός των Επειών ήταν τι διάολο
Δεν μπορούσε να το πάρει απόφαση πως οι Έλληνες
θα κέρδιζαν για μια ακόμα φορά τον πόλεμο;
Αργότερα στη Γλαρέτζα είχε ζωγραφισθεί ο Φαλλός
στο βάραθρο των θεών
καθώς το βαπόρο μας άγγιζε μια ακόμα φορά το πριγκιπάτο της Αχαΐας
και η άμμος κίτρινη προς το ηλιακό φως
έπαιζε με τα μικρά ψάρια του αφρού
οι ναύτες με τις ωραίες γυναίκες της Κυλλήνης
περπατούσαν δίπλα από το μπλε της θάλασσας
και οι άγγελοι ως κήρυκες του καλού
μιλούσαν για την νίκη των Ελλήνων
[Ενώ η μοναχική ωραία, ντυμένη στα λευκά
σήκωνε το πέπλο
εκεί που δεν μπορούσε να φτάσει το μήνυμα!
Ενώ ήταν σίγουρο πως οι Βυζαντινοί είχαν χάσει τον πόλεμο
ο φόβος κυριαρχούσε στα πληρώματα, το νερό είχε γίνει μαύρο,
ο Βολανάκης πωλούσε πιο ακριβά τη ζωή του από την ώχρα
πεθαίνοντας για μια Ελλάδα.]
Στην άκρη αυτού του κόσμου, Κυλλήνην τε
τα νέα σήμερα εν έτη δυο χιλιάδες δεκαπέντε
καθώς το βαπόρο πλησιάζει την ακτή
να μας πάρει και να μας πάει
χρειάζονταν οι Έλληνες θάρρος- που δεν μπορείς να τους αρνηθείς
Πως το είχαν.
Σ αυτή τη γη οι Έλληνες δε θα πεθάνουν.

 

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Ι-ΔΑΝΕΙΚΉ ΖΩΉ 2

 


 

Ι-δανεική ζωή.
 
Χωρίς γυναίκας παρέα
μόνος δίχως χρήμα, το χάδι μιας χαριτωμένης εταίρας
στην ιστορία έγραφε σημάδι
πως αλίμονο δεν μπορούσα να τα πω όλα
αλλά τίποτε δεν είναι καλύτερο
Θα έλεγε κάποιος πως δεν ήξερε τίποτε
ούτε έμαθε ποτέ
να αρνηθεί ή να μην αρνηθεί;
Την ιδανική ζωή που του χάρισαν
-εύκολο είναι να πεις πως τίποτε δε χαρίζεται
και δύσκολο να πάρεις πίσω το λόγο σου.
Το χέρι μιας χαριτωμένης εταίρας
το σφυρί και το καλέμι
με νόημα εξηγούσε το αλάνθαστο αίμα
απλούστερα γιατί δεν είναι για χόρταση η ζωή
και η άρνηση
δε θέλω να κατηφορίζω άλλο έτσι
μα πως να το κάνεις;
 

Ο ΜΠΑΤΣΟΣ ΤΗΣ ΚΟΖΆΝΗΣ

 

 


Φτάνοντας κατέβηκε να αποχαιρετιστούν και την ώρα που φιλιόντουσαν κατέφτασε η Αντριάνα με το σκουπόξυλο και τον Πάρε-φύγε, τον αδέσποτο σκύλο της που κι αυτός με τη σειρά του δε χώνευε τον Σενσιβέιλ. Όλο του γαύγιζε, του ορμούσε πάνω, παρ όλα όσα κόκαλα κι αν του είχε προσφέρει ο δυστυχισμένος μπάτσος. Έτσι και τώρα, έγινε το μάλε-βράσε, τον έφεραν πέντε στροφές γύρω από το Σμάρτ, μέχρι να προλάβει ν ανοίξει την πόρτα, να χωθεί μέσα ιδρωμένος και να πάρει το δρόμο της μοναξιάς, γυρίζοντας μόνο μια φορά το κεφάλι του να κοιτάξει την Μάριον που μαλλιοτραβιόταν με τη μάνα της και τον αβάσταχτο σκύλο που τον έλεγαν Πάρε-φύγε.



Η Κοζάνη είναι μια όμορφη πόλη, αραγμένη στους πρόποδες του Βέρμιου και της οροσειράς των Πιερίων, όπου το χειμώνα ρίχνει πολύ χιόνι, το κρύο είναι αβάσταχτο και οι άνθρωποι δύσκολα ξεμυτίζουν από τα σπίτια τους τέτοιες μέρες. Είναι μια παλιά πόλη με ιστορία- υπάρχει και η νεκρόπολη από την εποχή του σιδήρου- αυτήν θα την επισκεπτόταν ο Σενσιβέιλ άμα τελείωνε την αποστολή του, οπωσδήποτε, επειδή του άρεσε η Ιστορία. Το πρώτο της όνομα ήταν Κόσδιανη, μετά έγινε Κόζιανη, μέχρι να πάρει τη σημερινή της ονομασία. Είχε χτιστεί από Ηπειρώτες άποικους και σύμφωνα με ένα σουλτανικό φιρμάνι το 1528 αριθμούσε 91 σπίτια 23 εργένηδες, 15 χήρες! Κοίτα τι μετρούσαν οι Αχμέτηδες, σκέφτηκε πίνοντας το αγαπημένο του αναψυκτικό,- δεν έπινε ποτέ αλκοόλ κι αυτός ήταν ένας ακόμα λόγος που δεν τον χώνευε η Αντριάνα αφού αυτή κατέβαζε το καταπέτασμα. Μετρούσαν τους εργένηδες και τις χήρες! Για τα ορφανά ούτε κουβέντα.
Διαβάζοντας κάποια ενημερωτικά φυλλάδια στην αρχή, έμαθε αρκετά αλλά δεν του αρκούσαν. Ύστερα, αργά το απόγευμα αφού έφαγε και ξεκουράστηκε, επισκέφτηκε τη βιβλιοθήκη. Ήταν μια τεράστια βιβλιοθήκη, η δεύτερη μεγαλύτερη μετά από αυτή της Αθήνας. Εκεί γνώρισε τον ευγενέστατο ευπατρίδη, γόνο παλιάς αρχοντικής οικογένειας με το όνομα Τράντας.
-Ο μεγαλύτερος ήρωας της Κοζάνης είναι ο Χαρίσιος Τράντας, μην ακούτε τι θα σας πούνε αγαπητέ Σενσιβέιλ. Εγώ θα σας ενημερώσω για την ιστορία της πόλης, όλοι οι άλλοι θα θελήσουν να σας εξαπατήσουν
«Γιατί θα το κάνουν αυτό;» πήγε να ρωτήσει αλλά ο Αλκιβιάδης Τράντας ήταν χείμαρρος. Δεν τον άφησε να πει λέξη. Του μίλησε για τις επιφανείς οικογένειες Λασσάνη και Βούρκα, για τις πλατείες που ήταν αφιερωμένες στο όνομα τους, ώσπου έφτασε και στην Κοβεντάρειο βιβλιοθήκη, αυτή που βρισκόταν τώρα οι δυο τους και κουβέντιαζαν.
-Υπάρχουν εδώ 38
χειρόγραφα και 315 κώδικες! Τον πληροφόρησε. Άπειροι τόμοι βιβλίων που όρεξη να έχει κάποιος να διαβάζει. Υπάρχουν ακόμα και 17 σωζόμενα πρωτότυπα της χάρτας του Ρήγα Φεραίου..
-17;..τον έκοψε κοιτάζοντας τον με υποψία ο μπάτσος Σένσιβέιλ.
-Ε, ναι, χμ… το ξέρεις ε; έσκυψε συνωμοτικά προς το μέρος του. Δεν είναι πια 17, κάποιος αχρείος έκλεψε το πιο αξιόλογο από αυτά. Αλλά για συγνώμη, εσείς που το ξέρετε; Έκανε σαστισμένος ο απόγονος των Τρανταίων.
Ο Σένσιβέιλ χωρίς χρονοτριβή του έδειξε το δοξασμένο σήμα των ομοσπονδιακών. Ύστερα έκλεισε το δεξί μάτι κι άρχισε να σκέφτεται τον κλέφτη της χάρτας του Ρήγα Φεραίου.

7

Ξέχασε τελείως τον απόγονο των Τρανταίων, στο νου του ήρθε η σκοτεινή φιγούρα του αρχηγού όταν του παρέδινε το φάκελο της υπόθεσης. Ο Αρχηγός ήταν ή κόντευε περίπου στα εξήντα, «ο μεγάλος ύπνος» που τον έλεγε η Μάριον και είχε δίκιο αφού τα βλέφαρα του κάλυπταν σχεδόν τα μισά μάτια και έπρεπε να σηκώνει το κεφάλι για να σε βλέπει. Βλογιοκομμένος, ανοικονόμητος, με φαλάκρα και κεφάλι κομμένο σχεδόν κάθετα στο πίσω μέρος, μια ζωή χασμουριόταν. Μιλούσε τσεβδά κι αυτό οφειλόταν περισσότερο σε μια ουλή από μια σφαίρα στο πάνω χείλος. «Θα πας στην Κοζάνη, πρόσεξε, τα πράγματα είναι επικίνδυνα, αυτός ο άνθρωπος-δεν ξέρουμε ποιος είναι- μπορεί να θελήσει να σε σκοτώσει αν μάθει ποιος είσαι! Προσπάθησε ν ανακαλύψεις τι κρύβεται πίσω από την κλοπή ενός πρωτότυπου χειρόγραφου του Ρήγα Φεραίου. Σου παραδίδω το κλειδί της πόλης, προσπάθησε να δράσεις, στα κρυφά, μη κάνεις φανερή την ταυτότητα σου!»
Αντ αυτού ο Σενσιβέιλ είχε κάνει άμεσα γνωστή την ταυτότητα του και μάλιστα στον άνθρωπο εφημερίδα. Στον Αλκιβιάδη Τράντα! Έτσι, σε ελάχιστα δευτερόλεπτα από τότε, η πόλη γνώριζε πως είχε καταφτάσει ο ατρόμητος μπάτσος και όλοι συνοφρυώθηκαν. Τι ήθελε εκεί; Γιατί να έρθει στην πόλη τους ένας τόσο γνωστός διώκτης του εγκλήματος; Α, έπρεπε να φυλαχτούν, να προσέξουν όσοι ήταν περιπλεγμένοι σε δολοπλοκίες κι ακόμα όλες οι γυναίκες κοιτάχτηκαν στους καθρέφτες τους, πήραν το πιο φιλάρεσκο ύφος για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του διάσημου επισκέπτη.
«Ο κλέφτης πρέπει να είναι από το σόι των Τρανταίων ή του Βούρκα, έχε τα μάτια σου τετρακόσια!» είχε τελειώσει την ενημέρωση ο αρχηγός. Ο Σενσιβέιλ πάντα είχε τα μάτια του ανοιχτά. Έτσι και τώρα που καθόταν στο γραφειάκι στο βάθος της βιβλιοθήκης, που του παραχώρησε η λιγδωμένη βιβλιοθηκονόμος. Μελετούσε τον Ρήγα Φεραίο αλλά ταυτόχρονα πίσω από τα μαύρα γυαλιά του ερευνούσε το χώρο. Κάποιος τον παρακολουθούσε σίγουρα, το νιωθε, γιατί τον έτρωγε ο σβέρκος του πάντα πριν από τέτοιες καταστάσεις, καθώς και το αίμα κυλούσε πιο γρήγορα στο δεξί του μπράτσο. Χωρίς να δείξει το παραμικρό συνέχισε να μελετάει για τον Ρήγα, που θυμήθηκε ότι από παιδί του είχαν μείνει πολλές απορίες για τη δράση αυτού του ήρωα που θεωρούσε πως δεν ήταν προβεβλημένος όσο έπρεπε από την Ιστορία που διδασκόταν ακόμα και σήμερα στα σχολεία. Δεν είχε την ανάλογη προβολή σε σχέση με τον Κολοκοτρώνη, τον Ανδρούτσο, τον Καραϊσκάκη κι αυτό ήταν αδικία κατά τον μπάτσο Σενσιβέιλ.

Οι λόγοι αυτής της λιγότερης προβολής του Ρήγα που το πραγματικό του όνομα ήταν Αντώνιος Κυριαζής- όλοι οι επαναστάτες έχουν ψευδώνυμο, σκέφτηκε καθώς ξανακοίταζε τις εικόνες αυτού του ανθρώπου που είχε σκοτωθεί για κάποια ιδανικά που σήμερα μάλλον ξεπερασμένα θα θεωρούνται. Οι Έλληνες τον έκαναν εθνομάρτυρα για





να τον πλαισιώσουν με τον Χριστιανισμό αλλά μάλλον αυτός ο επαναστάτης προς το άθρησκος έμοιαζε στον Σενσιβέιλ. Αυτό το συμπέρανε διαβάζοντας τις διάφορες μαρτυρίες και βιογραφίες του. Ο Ρήγας καταγόταν από εύπορη οικογένεια, άλλο ένα σημαντικό στοιχείο για να γίνεις επαναστάτης, πράγμα που υπερτόνιζε σε όσους φτωχομπατίρηδες ήθελαν να κάνουν την επανάσταση τους σήμερα, ο διάσημος ήρωας μας. Οι φτωχοί δεν μπορούν να κάνουν επανάσταση αλλά όταν την κάνουν θα είναι η πιο επιτυχημένη απ όλες τις επαναστάσεις που έγιναν μέχρι σήμερα, ήταν η θεμελιώδης αρχή του, παρ ότι άνθρωπος του κατεστημένου. Την προετοιμασία για την επανάσταση την είχε κάνει ο Ρήγας Φεραίος, αυτός ο οραματιστής, που είχε αναγκαστεί σε ηλικία είκοσι χρονών να σκοτώσει κάποιον Τούρκο και εξ αιτίας αυτού του γεγονότος να βγει στα βουνά. Έγινε δάσκαλος, επηρεάστηκε από τον Ευρωπαϊκό διαφωτισμό, έβγαλε χιλιάδες προκηρύξεις για την απελευθέρωση και ενοποίηση όλων των Βαλκανικών λαών, τύπωσε την Χάρτα της Ελλάδας και εν τέλει βρήκε απαίσιο θάνατο προδομένος όπως όλοι οι ήρωες, στραγγαλισμένος μετά των ομοϊδεατών του.
Εκείνο που ξαναέκανε μεγάλη εντύπωση στον Σενσιβέιλ για μια ακόμα φορά από τον Ρήγα ήταν ο θούριος. Έψαξε και βρήκε εκείνο το κομμάτι που τον έκανε ν ανατριχιάζει: »Καλλιώναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή/ παρά σαράντα χρόνους σκλαβιά και φυλακή». Δεν υπήρχαν σήμερα ανάλογοι άνθρωποι, ξανασυλλογίστηκε κοιτάζοντας πίσω από την πόρτα στο βάθος όπου η φιγούρα ενός μουλωχτού ανθρώπου τον παρατηρούσε. Αυτός έκανε πως δεν ενοχλήθηκε, πως δε συνέβαινε τίποτε και συνέχισε να πληροφορείται για τον Φεραίο. Έφτασε στο επίμαχο σημείο της Χάρτας. Τι ήταν αυτή η Χάρτα του Ρήγα; Κατ αρχάς ένα μεγάλο εκδοτικό κατόρθωμα της εποχής εκείνης. Το μέγεθος της ήταν 2,07 χ 2,07! Αποτελείτο δε, από δώδεκα φύλλα 50 χ 70 το ένα. Ένα από αυτά τα πρωτότυπα φύλλα είχε κλαπεί από την Κοβεντάρειο βιβλιοθήκη της Κοζάνης. Γι αυτό το λόγο βρισκόταν τώρα εκεί και κινδύνευε τη ζωή του ο Σενσιβέιλ.
Αφού τέλειωσε με τη μελέτη του Ρήγα, σηκώθηκε αποφασιστικά. Τα μάτια του πήραν το σκληρό ύφος, οι αισθήσεις του ήταν όλες σε επιφυλακή. Κινήθηκε στην αρχή ήρεμος προς το βάθος, έφτασε στην εσωτερική πόρτα και ξαφνικά την έσπρωξε δυνατά περνώντας και ο ίδιος στο σκοτάδι πίσω και μέσα της. Μια υπόκωφη κραυγή κι ένα πέσιμο κορμιού στο δάπεδο τον διαβεβαίωσε πως αυτός που τον παρακολουθούσε βρισκόταν πεσμένος χάμω. Έκλεισε για δευτερόλεπτα τα μάτια του να συνηθίσει στο σκοτάδι κι έβγαλε ταυτόχρονα το τριανταοχτάρι από τη θήκη. Ο τύπος στο βάθος είχε γλιστρήσει- πάντα οι κακοί γλιστράνε στο τέλος του έργου για να τους συλλάβει ο άνθρωπος του νόμου.
Με δυο πηδήματα αίλουρου ο Σενσιβέιλ έφτασε πάνω του και του κάρφωσε το πιστόλι στον κρόταφο.
-Λέγε ποιος είσαι, τι θέλεις εδώ και γιατί με παρακολουθείς! Του σφύριξε.
Ο άλλος έσφιξε τα μάτια, Φοβήθηκε.
-Όχι, μη! Μη με σκοτώσεις! Θα στα πω όλα!
Πιο εύκολη παραδοχή δε θυμόταν στην καριέρα του. Τράβηξε τον τύπο παράμερα.
-Λέγε! Του είπε σκληρά.
-Τη χάρτα την έκλεψε ο Τράντας, ο Αλκιβιάδης για να εκβιάσει το Δήμαρχο, επειδή δεν τον χωνεύει από μικρό παιδί. Έχουν προσωπικά από τότε.
-Αυτός σε έβαλε να με παρακολουθείς;;
-Ναι, κλαψούρισε ο άλλος.
-Το ξέρεις πως η παρακολούθηση αστυνομικού επισύρει ποινή φυλάκισης πέντε ετών;
-Πέντε χρόνια; Άνοιξε τα μάτια του πελώρια.. Μη σε παρακαλώ, εγώ δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, εγώ είμαι φιλήσυχος πολίτης, ο Τράντας με έμπλεξε…
-Να μάθεις να μη μπερδεύεσαι εκεί που δε σε σπέρνουν, του είπε ο Σενσιβέιλ περνώντας του χειροπέδες. Πάμε τώρα να συλλάβουμε και τον Τράντα.
Προχώρησαν προς το αρχοντικό των Τρανταίων, μπήκαν στην είσοδο. Κατέβηκε μια υπηρέτρια.
-Φώναξε μου τον Αλκιβιάδη! Πρόσταξε ο Σενσιβέιλ.
-Δε χρειάζεται μπάτσε! Εδώ είμαι, ακούστηκε από το πατάρι η φωνή του Αλκιβιάδη. Σε περίμενα. Πέταξε το όπλο και γύρνα με τα χέρια ψηλά! Μην κάμεις την παραμικρή κίνηση, σε σημαδεύω με την καραμπίνα και σε πληροφορώ πως στο στρατό πήρα άριστα στη σκοποβολή. Δ θα λυπηθώ πολύ να σου καρφώσω μια σφαίρα στην άμυαλη καρδιά σου.
Ο μπάτσος Σενσιβέιλ, μούδιασε. Πέταξε το όπλο και γύρισε αργά. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, έπρεπε να περιμένει να βρει την κατάλληλη ευκαιρία για να δράσει. Ήξερε καλά πως αυτού του τύπου οι παράνομοι είναι πολύ εύκολο να πατήσουν τη σκανδάλη κι αυτός δεν είχε καμιά διάθεση να συναντήσει τον άγιο Πέτρο.
-Τι το θέλεις το απόκομμα από τη χάρτα; Τι θα σε ωφελήσει; Ρώτησε για να κερδίσει καιρό.[ πάντα οι μπάτσοι σε τέτοιες περιπτώσεις ψάχνουν δευτερόλεπτα]
- Χαχα! Έκανε σαρδόνια, ο Τράντας. Θα τον πουλήσω στους Σκοπιανούς. Έπρεπε να ξέρεις πως από καιρό αυτοί προσπαθούν να κλέψουν τον ήρωα Ρήγα Φεραίο και να τον κάνουν δικό τους, συνέχισε και πλησίασε κοντά του στα τρία μέτρα
-Ξέρεις πως αυτό είναι Εθνική προδοσία;
-Τι μας λες! ποιος θα το αποδείξει; Εσύ δεν πρόκειται να ζήσεις, όπως και ο βλάκας που έβαλα να σε παρακολουθεί και σε ευχαριστώ που τον συνέλαβες. Η χάρτα σε λίγα λεπτά θα ταξιδεύει για τα Σκόπια, όταν εσείς οι δυο δε θα ζείτε. Λυπάμαι Σενσιβέιλ φέρθηκες πολύ ανόητα.
Το μυαλό του Σενσιβέιλ δούλευε πυρετωδώς, έπρεπε να δράσει. Είδε πως πάνω από το πατάρι ένας λύκος στεκόταν και τους έβλεπε.
-Δικός είναι ο λύκος; τον ρώτησε
Και καθώς εκείνος γύρισε για να δει ο ατρόμητος μπάτσος με ένα πήδημα όρμησε πάνω του. Του έπιασε το χέρι από τον καρπό, το σφιξε, έτσι που να παραλύσει. Η καραμπίνα ξέφυγε από τα χέρια του παράνομου. Ύστερα του χωσε δυο μπουνιές μια στα μούτρα και μια στο στομάχι. Τα υπόλοιπα έγιναν με διαδικαστικές κινήσεις. Ο μπάτσος Σενσιβέιλ είχε φέρει μια ακόμα δύσκολη αποστολή εις πέρας, παίζοντας τη ζωή του κορώνα γράμματα για να υπερασπίζεται την πατρίδα.



Ένα χάρτινο αεροπλάνο φτιαγμένο με τέχνη πετάει πάνω από μια γαλάζια λίμνη. Τα χρώματα γαλάζια, πράσινα και άσπρα. Μια χαρούμενη πραγματικότητα ήταν απλωμένη στο πρόσωπο του. Και γιατί να μην ήταν; Όλα του πήγαιναν καλά. Η υπόθεση Κοζάνη είχε λήξει, είχε γλιτώσει από το θάνατο παρά τρίχα κι έπρεπε ν ανταμειφθεί. Και η ανταμοιβή του ήταν που περίμενε τη Μάριον να χαρούν τον έρωτα τους.
Στην άκρη της λίμνης πάνω στο μοναδικό γκρίζο βράχο, καθόταν με ακουμπισμένο τον αγκώνα του δεξιού χεριού σε ένα υποθετικό τραπέζι και την παλάμη να αγκαλιάζει το απίστευτα λεπτό του πρόσωπο, ο μπάτσος του Σενσιβέιλ. Έχει μια ωραιότητα χυμένη στο πρόσωπο, ατενίζει το χάρτινο αεροπλάνο να συνεχίζει να πετάει πάνω και γύρω από τη λίμνη, έχει μια γλυκύτητα που σπάνια μπορείς να τη συναντήσεις σε άλλο πρόσωπο και μάλιστα άνθρωπο του νόμου. Γιατί τέτοιος είναι ο ήρωας μας. Ένας δαιμόνιος υποστηρικτής του δίκαιου, με μάτια πάντα ανοιχτά, έτοιμος να επιβάλλει παντού το νόμο.
Η αποστολή στην Κοζάνη είχε λήξει αισίως κι αυτός είχε εισπράξει όλους τους επαίνους από τον γκρίζο αρχηγό του όπως και από τη Μάριον που την περίμενε τώρα στην άκρη της λιμνούλας και έπρεπε να ξεχάσει τις ονειροπολήσεις αν ήθελε κάποτε να την κάνει γυναίκα του.
Η όμορφη Μάριον, που αργούσε να έρθει εξ αιτίας της δύστροπης μητέρας της που δε συμπαθούσε με τίποτα το μπάτσο Σενσιβέιλ.
Κι όπως πάντα, όταν δε θέλουμε να γίνουν έτσι τα πράγματα, αυτά ακολουθούν έναν άλλον δικό τους νόμο. Έτσι και τώρα. Πίσω από τη Μάριον που έφτασε για να τον αγκαλιάσει κατέφτασε και η άγρια Αντριάνα, παρέα με τον σκύλο Πάρε-Φύγε. Τους έστρωσαν στο κυνήγι κι ο καημένος ο Σενσιβέιλ προσπαθώντας να προφυλάξει τη Μάριον έφαγε τρεις σκουπιές από την Αντριάνα στο λεπτό του κεφάλι. Είδε τον ουρανό με τα άστρα αλλά δεν τον ένοιαζε. Αρκεί που ήταν κοντά του η Μάριον να τον κοιτάζει με τα υπέροχα μάτια της.

ΤΕΛΟΣ







 

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

ΠΑΡΑΜΥΘΆΚΙ

 


 

Ένα χάρτινο αεροπλάνο φτιαγμένο με τέχνη πετάει πάνω από μια γαλάζια λίμνη. Τα χρώματα γαλάζια, πράσινα και άσπρα. Στην άκρη της λίμνης πάνω στο μοναδικό γκρίζο βράχο, κάθεται με ακουμπισμένο τον αγκώνα του δεξιού χεριού σε ένα υποθετικό τραπέζι και την παλάμη να αγκαλιάζει το απίστευτα λεπτό του πρόσωπο, ο μπάτσος του Σενσιβέιλ. Έχει μια ωραιότητα χυμένη στο πρόσωπο, ατενίζει το χάρτινο αεροπλάνο να συνεχίζει να πετάει πάνω και γύρω από τη λίμνη, έχει μια γλυκύτητα που σπάνια μπορείς να τη συναντήσεις σε άλλο πρόσωπο και μάλιστα άνθρωπο του νόμου. Γιατί τέτοιος είναι ο ήρωας μας. Ένας δαιμόνιος υποστηρικτής του δίκαιου, με μάτια πάντα ανοιχτά, έτοιμος να επιβάλλει παντού το νόμο.
Ο Σενσιβέιλ είναι εικοσιπέντε χρονών, το όνομα του το έδωσε ο παππούς, όταν τον βρήκε παρατημένο σε μια πόρτα, κάποιο σκοτεινό βράδυ που ο θεός έδερνε τον κόσμο αλύπητα με τις βροχές του. Ψηλός, περίπου στο ένα ενενήντα τέσσερα, η μύτη του σχεδόν πιο μεγάλη από του Πινόκιο αλλά κυρτή και ευθεία έτσι που να σχηματίζει ορθή γωνία. Στα χείλη του χαραγμένο το χαμόγελο της επιτυχίας, της σιγουριάς, είναι ο άνθρωπος της εμπιστοσύνης. Αν και οι άνθρωποι του σιναφιού του είναι συνήθως σκληροί, ο Σενσιβέιλ, αντίθετα, είναι ρομαντικός, λεπτός στους τρόπους, ευγενικός. Τα χέρια του, το μπράτσο και ο βραχίονας, δεν είναι αυτό που λέμε γεροδεμένα. Καταλήγουν σε μια πολύ μεγάλη παλάμη. Λες και δεν ανήκει σ αυτά τα μπράτσα, σ αυτούς τους βραχίονες. Δάχτυλα χοντρά, δυνατά σαν τανάλιες, θα μπορούσαν εύκολα να θρυψαλιάσουν έναν κορμό δέντρου. Η μεγάλη δύναμη του βρίσκεται στα χέρια του και στο μοναδικό κι αλάνθαστο τριανταοχτάρι που φοράει πάντα κάτω από τη μασχάλη.
Καθώς κοιτάζει τα ωραία χρώματα γύρω του, το αεροπλάνο έπεσε τελικά στη λίμνη, δεν πρόλαβε να το πιάσει αλλά θα έφτιαχνε άλλο, γιατί δικό του ήταν. Αυτή ήταν και μια από τις τρεις μοναδικές εμμονές που είχε ο Σενσιβέιλ: έφτιαχνε μανιωδώς αεροπλάνα! Η άλλη ήταν το μπάσκετ και Τρίτη η Μάριον, η χοντρή αρραβωνιαστικιά του. Μη φανταστείτε καμιά τεράστια χοντρή, απλά μια συμπαθέστατη χοντρούλα, μετρίου αναστήματος, ευέλικτη, με σπινθηροβόλα μάτια, ντυμένη πάντα στο σικ. Το ίδιο ωραία ντυμένος πάντα, είναι και ο Σένσιβέιλ. Αυτός φοράει πάντα μια φανέλα λευκή, κοντομάνικη, το Χειμώνα ρίχνει μια λαδί καπαρντίνα πάνω της. Τα πανταλόνια του συγκρατούνται από τιράντες ιδίου χρώματος, οι κάλτσες άσπρες, τα παπούτσια, λουστρίνια πολύ αιχμηρά, συνήθως χρώματος ραφ.
Όταν περπατάνε αγκαζέ είναι ένα απίστευτα ταιριαστό ζευγάρι. Ο Σένσιβέιλ περπατά στητός, καμαρωτός, καθώς η Μάριον του κρατάει το μπράτσο και ευτυχισμένη λικνίζεται στο πλάι του.
Το μόνο εμπόδιο στην ευτυχία τους είναι η μητέρα της Μάριον η θηριώδης Αντριάνα που δε λέει να δεχτεί ένα μπάτσο για γαμπρό της. «Εσένα σε γέννησα να πάρεις από εφοπλιστή και πάνω!» της τονίζει συνέχεια και κυνηγάει τον Σενσιβέιλ με το σκουπόξυλο όποτε τον συναντάει. Η Μάριον είναι κι αυτή γύρω στα εικοσιπέντε, δηλαδή συνομήλικη του. Ξέχασα να σας πω πως όλοι οι ήρωες μας δεν μεγαλώνουν ποτέ. Μένουν πάντα στην ίδια ηλικία που τους πρωτοσυναντάμε.
Ο Σενσιβέιλ κάποια στιγμή αποφασίζει να συνέλθει από το ονειροπόλημα. Σηκώνεται, προχωράει προς το παγκάκι που βρίσκεται



3

λίγο πιο πέρα. Εκεί κάθεται ο παππούς του. Ο παππούς Σένσι. Γύρω στα ογδόντα, καλοζωισμένος, κοντοστούπης με αετίσιο μάτι, στραβό χαμόγελο, φρύδια συνεχώς κατεβασμένα. Σπάνια χαμογελάει και ξέρει σχεδόν τα πάντα. Ο Σενσιβέιλ αγαπάει παθολογικά τον παππού Σένσι, δεν έχει κανέναν άλλον στον κόσμο. Ούτε μάνα, ούτε πατέρα. Όταν ρωτάει τον παππού για την καταγωγή του, εκείνος σκοτεινιάζει ακόμα περισσότερο. Όταν πεθάνω θα σου πω, του λέει. Δηλαδή ποτέ, αφού αυτοί οι ήρωες είναι αθάνατοι.
Ο Σενσιβέιλ φτάνει κοντά στον παππού που σηκώνει το βλέμμα και τον κοιτάζει απορημένα.
-Πάλι χάζευες στη λίμνη; Του χαμογελάει.
-Δε χάζευα παππού, σκεφτόμουν.
-Τι σκεφτόσουν; Τη Μάριον; Αυτή δεν πρόκειται να σου τη δώσει ποτέ η Αντριάνα.
-Γιατί παππού; Αυτό είναι άδικο. Όχι, δε σκεφτόμουν μόνο αυτό, επανέρχεται στο θέμα. Ο αρχηγός μου ανάθεσε καινούρια αποστολή.
Η φωνή του ακούγεται ευχάριστα. Είναι ζεστή, ανθρώπου που νοιάζεται για τους άλλους.
-Α, ενδιαφέρον;
-Πρέπει να φύγω για την Κοζάνη..
-Την Κοζάνη;
-Ναι, είναι εκεί ένας τοπικός άρχοντας από τους παλιούς Βλάχους, που καταπιέζει τους μικροκτηματίες. Έχω όλον τον φάκελο με τις ενημερώσεις στο γραφείο. Ήρθα να σε χαιρετήσω, μπορεί να λείψω πολλές μέρες, ίσως βδομάδες, η υπόθεση φαίνεται αρκετά σκοτεινή..
-Ότι και να είναι, είμαι σίγουρος πως θα την φέρεις εις πέρας. Να πας στο καλό Σενσιβέιλ. Χαιρετιούνται σφίγγοντας τα στιβαρά τους χέρια.
4

Ο Σενσιβέιλ περπάτησε μέχρι το σπίτι της αγαπημένης του Μάριον. Έπρεπε να την χαιρετήσει και να φύγει, ο χρόνος είχε αρχίσει να τον πιέζει. Έφτασε την ώρα που έλλειπε η κακιά πεθερά του, η ανελέητη Αντριάνα που ήθελε να του ρημάξει τη ζωή.
-Έλα Μάριον, πάμε να φύγουμε προτού έρθει η μάνα σου και μας αρχίσει με το σκουπόξυλο! Της φώναξε από την εξώπορτα.
Άλλο που δεν ήθελε η χοντρούλα Μάριον, να είναι παρέα μαζί του! Τον αγαπούσε τόσο πολύ, που θα έκανε τα πάντα γι αυτόν, ακόμα και να πεθάνει, τόση ήταν η αγάπη της.
-Που πάμε Σένσι;
-Πρέπει να φύγω για την Κοζάνη, άργησα κι ο αρχηγός θα φωνάζει. Έλα μαζί μου μέχρι το σπίτι, έπειτα παίρνω τα πράγματα μου και σε αφήνω ξανά εδώ.
-Πάμε!, είπε και η Μάριον.
Περπάτησαν χαρούμενοι στο δρόμο, το σπίτι του ήταν κοντά. Στα κεντρικά φανάρια έκαναν την απαιτούμενη καλή πράξη για να τους πάνε καλά τα πράγματα. Ένας οδηγός πολυτελέστατης μερσεντές αρνιόταν να αφήσει έναν φτωχάνθρωπο να του καθαρίσει τα τζάμια. Ο Σενσιβέιλ επέβαλλε την πράξη, βοηθώντας και ο ίδιος στον καθαρισμό και επιδεικνύοντας την ταυτότητα του μπάτσου, ενώ η Μάριον τον παρακολουθούσε εκστασιασμένη. Πάντα της άρεσαν αυτά που έκανε ο αιώνιος αρραβωνιαστικός της. Ο καθαριστής τζαμιών αυτοκινήτων τους ευχαρίστησε δακρυσμένος.
Οι δυο τους έφτασαν γοργά στο σπίτι, ο Σενσιβέιλ ετοίμασε τη βαλίτσα του, αποχαιρέτησε τα ντουβάρια, μπήκαν στο ετοιμοπόλεμο Σμάρτ. Γελώντας χαρούμενοι κίνησαν ξανά για το σπίτι της Μάριον. ...συνεχίζεται

 

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

ΣΎΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΎ ΚΌΣΜΟ ΟΙ ΖΩΓΡΆΦΟΙ ΕΊΝΑΙ ΤΡΕΛΟΊ.

 


Η Ζωγραφική λένε, πως είναι η σπουδαιότερη των καλών τεχνών. Ο Μανέ είπε πως όποιος δεν μπορεί να ζωγραφίσει είναι τρελός! Υπάρχει μια εξήγηση γι αυτό αλλά καλύτερα να την ψάξετε μόνοι σας. Εγώ νομίζω πως η σπουδαιότερη των τεχνών είναι η επιστήμη. Μεγάλοι ζωγράφοι υπήρξαν πολλοί- σ αυτή η ζωή που ξέρουμε και τελειώνει περίπου κάθε δέκα χιλιάδες χρόνια. Η δικιά μας μπορεί να φτάνει στο τέλος της. Βέβαια για να ζωγραφίσεις και να ζήσεις από αυτό, ειδικά στην Ελλάδα θεωρείται τρέλα. Κανείς δε θέλει ένα ζωγράφο για γαμπρό. Ας πούμε πως γεννιέσαι μ αυτά τα χαρίσματα. Ας πούμε δηλαδή πως η φύση δίνει στους ανθρώπους ξεχωριστές δυνάμεις, τις μοιράζει απλόχερα για όλο το μικρό ή μεγάλο διάστημα που ζει η ύπαρξη. Αυτό είναι καλό: να μην έχουμε όλοι τα ίδια ελαττώματα. Φαντάσου να ήμασταν όλοι ζωγράφοι!

Ποτέ δεν είναι αργά για να γυρίσεις πίσω. Στα σπήλαια. Οι αρχαιολόγοι είναι δραματικά πρόσωπα. Σύμφωνα με τον πολύ κόσμο οι ζωγράφοι είναι τρελοί. Αυτή ρήση αρκεί για την δεκαχιλιετηρίδα που ζούμε. Στην επόμενη θα υπάρχουν άλλοι Πικάσο.

 

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

ΣΤΙΒΟΣ ΓΕΝΙΚΆ, ΌΧΙ ΤΗς ΖΩΉς.

 


 

Παρακολουθώ αθλητισμό. Υπήρξα αθλητής και γενικότερα μου αρέσει πολύ αυτή η ενάσκηση. Σχεδόν όλα τα είδη του αθλητισμού με συναρπάσουν. Αυτές τις μέρες είδαμε παγκόσμιο ποδόσφαιρο, μπορώ να πω πως το θέαμα ήταν αρκούντως καλό. Συνεχίζουμε με τον στίβο. Ωραία. Πάντα λέγαμε πως ο στίβος εμπεριέχει περισσότερα ιδεώδη του αθλείται το πνεύμα και το σώμα. Όμως δε θα σταθώ εδώ στα όσα προσφέρει ο αγώνας και το ευ αγωνίζεσθε. Όχι.

Μου προξένησε αλγεινή εντύπωση, μπορώ να πω με συνέθλιψε η εικόνα αυτών των ανθρώπων, των βαδιστών. Πενήντα χιλιόμετρα βάδην, λέει! Να προσπαθούν να βαδίσουν, να κάνουν εντελώς δυσμορφικές κινήσεις, το σώμα τους να μην έχει καμιά ωραιότητα αντρών και γυναικών. Η παραμόρφωση ακόμα και των ινών του προσώπου, ένας απίστευτα χαραγμένος πόνος, σαν να τους υποβάλλουν σε τρομερό βασανιστήριο, κι αυτό να το προπαρασκευάζουν χρόνια και μήνες για να φτάσουν σ αυτό τον εξευτελισμό: να βγαίνει κάποιος κριτής! -ω αυτοί οι κριτές- και να δείχνει μια κάρτα ότι δεν τηρεί ο αθλητής τους όρους βαδίσματος και άρα αποβάλλεται. Δεν νομίζω να έχω δει πιο θλιμμένο πρόσωπο, πιο κατσαδιασμένο θάλεγα απ αυτόν που διέπραξε το λάθος. Το φάουλ.

Αλλά ας σταθούμε σ αυτό καθ αυτό το άθλημα του βαδίσματος και μάλιστα πενήντα χιλιόμετρα. Το πρώτο που έχω συμπεράνει τόσα χρόνια που κάνω αθλητισμό είναι πως αυτό το "πράγμα" πρέπει να σου δίνει χαρά. Να χαίρεσαι δηλαδή, να παίζεις, αλλιώς δεν έχει νόημα ο αθλητισμός. Βάζεις ένα γκολ φερ ειπείν και χαίρεσαι. Πετάς έστω ένα ακόντιο, τον δίσκο όσο πιο μακριά μπορείς, επιδεικνύεις σωματική ρώμη έναντι των αντιπάλων. Να βαδίζεις πενήντα χιλιόμετρα δε νομίζω πως δίνει σε κανέναν χαρά. Εμένα αυτοί οι δυστυχισμένοι μου θύμισαν εξαθλιωμένους δούλους που εκείνοι όμως ήταν κυνηγημένοι απ τα αφεντικά τους και βάδιζαν στην έρημο για να ξεφύγουν, μήπως και βρουν κάποτε την ελευθερία τους.

Από 56painter @ Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014 10:17 πμ


 

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

ΤΟΥ ΚΌΣΜΟΥ Η ΠΛΗΓΉ

 

Μικρόν, δε μου άρεσαν οι γέροι
Εσχάτως άρχισα να τους συμπαθώ
Είναι σπουδαίο είπα, το καρτέρι
του χρόνου μέχρι να σκεφτώ

πως

μπορεί να φαίνεται εύκολο 
αλλά δεν είναι, αφού οι μισοί
τον πόνο της ζωής και το όλο
δεν αντέχουν και φεύγουν  την αυγή.

Το αυθόρμητο και η γνώση δεν ταιριάζουν
μα όταν ταιριάξουν, γίνονται πηγή
Ταυτότητα για τη μοίρα αυτών που αξίζουν
να κλείνουνε του κόσμου την πληγή.

ΔΡΑΠΕΤΣΏΝΑ 25 ΙΟΥΛΊΟΥ ΤΟΥ 1997




Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

ΣΧΌΛΙΟ 3

 

 


.. . Γιατί με τέτοια κείμενα και με τέτοιους πίνακες από σένα περιμένω να προστατεύεις την ανθρώπινη ζωή ακόμα κι αν δεν της αξίζει. Αυτήν την εντύπωση μου έχεις δώσει.

[Από σχόλιο αναγνώστριας] 




 

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΊΟ ΤΗς ΝΙΌΤΗΣ

 

 



Έξω έβρεχε, μελιστάλαχτα, σιγά-σιγά. Έτρεχε το νερό στα δέντρα, κυλούσε στα πεζοδρόμια, στα καταγώγια της ανθρώπινης σκέψης, απέναντι στη θάλασσα. Στη μαύρη άσφαλτο πιτσιλούσαν οι σταγόνες, χόρευαν μέσα στα μάτια του η ιστορία, το χθες που θα γινόταν αύριο.
Ο Νίκος καθόταν στο παγκάκι, κάτω από το στέγαστρο της παραλιακής στάσης, μόνος του. Σε λίγο ήρθαν άλλοι κι άλλοι. Περίμεναν υπομονετικά το αστικό λεωφορείο να πάνε στις δουλειές τους, στα σπίτια τους. Τι τον ένοιαζε αυτόν; Δεν έκανε πολύ κρύο αλλά αυτός είχε ξεχάσει να φορέσει σλιπάκι ή είχε ξεχάσει να πλύνει κάποιο από τα λερωμένα. Έβαζε τα χέρια στις τσέπες, έπιανε το πράματου, κοίταζε γύρω μήπως και οι άλλοι είχαν καταλάβει πως δεν φορούσε σλιπάκι.
Τίποτα απ όλα αυτά δε συνέβαινε. Ο Νίκος ήταν δεκαοκτώ χρονών και φυσικά καυλωμένος συνέχεια. Ωραίος, δυνατός, μπρατσωμένος, όχι πολύ μυώδης αλλά δεν ήταν κανένας τυχαίος. Όμως, οι γυναίκες δεν το είχαν στο μέτωπο. Πόσο ήθελε να τις γαμίσει όλες! Του άρεσε η επαφή με τη σάρκα της γυναίκας, μαλακιζόταν συνέχεια, γούσταρε να βλέπει σηκωμένο το μεγάλο του στον καθρέφτη. Δεν ήταν ανώμαλος, απλά του άρεσε το σεξ, τι πιο απολαυστικό για έναν άντρα κι ακόμα πιο φυσιολογικό να τρέχει το πέος του σε ένα απείθαρχο παντελόνι, χωρίς σλιπάκι από μέσα. Όπως καταλαβαίνετε, άμα σηκωθεί η πούλα, το παντελόνι θα τεντωθεί, πράγμα που δεν ήθελε ο Νίκος, μα έλα που έτσι συνέβαινε και δεν μπορούσε να το χαλιναγωγήσει έτσι που να τον κάνει να πέσει! Έβγαλε τα χέρια του από τις τσέπες, να μην τον χαϊδεύει, έτσι που να μη τεντώνει το παντελόνι του. Προσπάθησε να διώξει από το μυαλό τον Ντε Σαντ, τον Επίκουρο, γενικά τους φιλόσοφους της ηδονής, κοίταξε τους άλλους γύρω του, μερικοί γέροι, κάποιες μεσόκοπες, τίποτα ενδιαφέρον, σα να γαμούσε τη μάνα του ή την αδερφή του. Κόλλησε λίγο το μυαλό του στον Οιδίποδα αλλά το προσπέρασε καθώς ήρθε το λεωφορείο και ανέβηκε όπως ανέβηκε μαζί με τους άλλους, το τσούρμο, σχεδόν στον αέρα, χώθηκε στο πλευρό των ανθρώπων κοντά στις ανάσες τους. Προσπάθησε να βολευτεί, κρατήθηκε από μια χειρολαβή, προσγειώθηκε φάτσα με φάτσα με την ξανθιά μικρούλα-την Ελένη.
Δεν ήξερε τι να κάνει το σώμα του και σκεφτόταν τον αβόλευτο κάτω. Ωστόσο η ξανθιά γυναίκα άνοιξε διάπλατα τα μπούτια της και τον έσφιξε εκεί ανάμεσα. Η Ελένη, έτσι την έλεγαν, φορούσε κυλόττα, κυλοττίτσα, μικρή, αψεγάδιαστη, να καλύπτει ίσα-ίσα την τρύπα της. Ή τις τρύπες της γιατί του άρεσε και ο πίσω. Όπως ήταν φυσικό του έγινε ξύλο, κόκαλο, κάπου εκεί ανάμεσα, μεταξύ τριχών και οπής. Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Ξανακοιτάχτηκαν λες και ήταν μόνοι τους σε ένα κρεβάτι,μόνοι σ όλον τον κόσμο σε ένα δωμάτιο που ετοιμάζονταν να κάνουν έρωτα, ενώ το λεωφορείο έτρεχε στις κατηφόρες της ζωής.
Σιγά-σιγά, ξάκριζε την κιλότα της, έψαχνε την τρύπα, σα να μη συνέβαινε τίποτα. Κανένας δεν έπαιρνε χαμπάρι τι γινόταν δίπλα του, όλοι είχαν το χαβά της ζωής των, ενώ αυτοί, κολλημένοι σα στρείδια, ένιωθαν πως ήθελαν να το κάνουν, δεν μπορούσαν ν αντισταθούν στην ακραία αυτή περίπτωση. Το αίμα τους κυλούσε γοργά, τα μάτια τους ήταν ευτυχισμένα από αυτό που τους συνέβαινε. Ήθελαν να φιληθούν, να κολλήσουν ακόμα περισσότερο αλλά αυτό θα το έβλεπε ο κόσμος. Έτσι, αρκέστηκαν να γαμηθούν τόσο παράξενα αλλά και τόσο ωραία. Ο Νίκος κατάφερε κάποια στιγμή να της τον καρφώσει, δίπλα από την κιλότα, το αφράτο μουνί έτριξε καθώς έμπαινε μέσα του, να της τον χώσει βαθιά, σιγά-σιγά στ ανοιχτά χείλη, ενώ το λεωφορείο έτρεχε, έκανε στάσεις κι αυτοί δεν προχωρούσαν βήμα από τη δική τους στάση όσο κι αν τους έσπρωχναν οι άλλοι. Ακλόνητοι, κρατημένοι από τις χειρολαβές, δίπλα σε όλες τις ανάσες, σε όλα τα ιδρωμένα σώματα που έρχονταν σε επαφή το ένα με το άλλο, ανθρώπων που ήθελαν να πάνε στις δουλειές των, άραγε τι θα συνέβαινε; Σφίχτηκαν ακόμα πιο πολύ, τα σώματα τους έγιναν ένα, ο Νίκος τον έβαλε για τα καλά μέσα της.
Η Ελένη δεν άντεξε, άρχισε να ουρλιάζει, να χάνεται, με έναν τέτοιο μέσα της τι θα έκανε; Μερικοί την κοίταξαν περίεργα, κάτι θα έχει το κορίτσι σκέφτηκαν κι έπειτα τι τους ενδιέφερε; Ίσως να ήταν μια τρελή κοπέλα και ίσως η γιαγιά που στεκόταν δίπλα της και την κοιτούσε με μίσος, κάτι να είχε καταλάβει. Όμως, ο Νίκος δεν κρατήθηκε κι αυτός άλλο πια. Άρχισε να τη γαμάει δυνατά, να μπαίνει και να βγαίνει μέσα της λες και ήταν κάπου μόνοι οι δυο τους.
Το πλήθος άνοιξε χώρο γύρω τους και τους παρακολούθησε με ορθάνοιχτα μάτια, είδε μια ζωντανή, φιλήδονη τσόντα. Σχίστηκαν τα σώματα τους, οι ερωτικές κραυγές δόνησαν το μικρό λεωφορείο που ξαφνικά έγινε όλος ο κόσμος, όλη η ανθρωπότητα. Ο Νίκος έβγαλε τον πούτσο του από το μουνί, έχυσε παντού, το φόρεμα και το δάπεδο του λεωφορείου που είχε ήδη φτάσει στο τέρμα του. Οι πόρτες δεν άνοιξαν ποτέ, ο οδηγός έβαλε χειρόφρενο, οι επιβάτες όρμησαν πάνω στο ζευγάρι, με ότι κρατούσαν πάνω τους, οργή, μίσος, αλλοφροσύνη, εναντιότητα, χρόνο για να καταλάβουν τι είχε συμβεί στη μικρή τους διαδρομή, θυμήθηκαν τα χρηστά τους ήθη, το θεό που απαγόρευε τη δημόσια συνουσία, τον δικό τους ανοργασμικό κόσμο, την προσβολή της δημοσίας αιδούς, όσους νόμους κατακυρίευσαν τον λειψό νόμο και κανείς δεν είπε τίποτα παρά μόνον έκανε, τροφοδοτώντας στιγμιαία το μυαλό του με όσα δεν μπορούσε να κάνει ή ν απολαύσει.
Ο Νίκος και η Ελένη έπεσαν στο δάπεδο του λεωφορείου,
γεμάτοι αίματα, νεκροί στον αιώνα τον άπαντα,
ως να είχαν διαπράξει το μεγαλύτερο έγκλημα του κόσμου,
τα σώματα τους διαμελίστηκαν, το πλήθος ούρλιαζε,
οι καπνοί του φωτισμένου κόσμου μας παραδίδονταν σε μια εθελούσια θεία δίκη, μερικές φίλησαν το νεκρό πέος κι άλλοι επιδόθηκαν σε ασέλγειες φιλώντας τον αφαλό της Ελένης.
ΤΕΛΟΣ
 

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

ΤΥΡΒΆΖΩ

 

 

 
-Μεγαλώνουν οι τρίχες της περούκας; με ερωτά μειδιών.
-Ουχί μόνον! του απαντώ υπομειδιών.
-Και οι τρίχες των κάτω άκρων; έχουσιν αι πατούσαι τριχίδια; συνεχίζει να με κανονιοβολεί τυρβάζων. [Ε, νυν, χρη μια τύρβη, ένα τυρβάζω κλπ, εις το κείμενον!]
-Όλαι αι τρίχαι μεγαλώνουν! του απαντώ στομφωδώς αν και υποβλέπω τα ήκιστα εκ των χειρίστων, διότι δεν μου άρεσεν η κατάληξις -ίδια που χρησιμοποίησεν.
-Μη φοβού, δεν θα παρεκτραπώ. Οι όρχεις [δεν λέω τ αρχίδια] έχουσιν βεβαίως τρίχες και μάλιστα μακριές ως τα μαλλιά κορασίδων.
-Ααα, ευτυχώς που δεν παρεκτρέπεσαι! Και τι σε έπιασεν με τας περούκας και τους όρχεις; [δίδυμοι γεννητικοί αδένες! φοβερό; υπάρχει κανείς άντρας που αισθάνεται έτσι τ αρχίδια του;]
-Διότι αγαπητέ μου εσύ είσαι φενάκη, μου επιτίθεται. Όλοι οι καλλιτέχνες είσαστε φενακιστές. Μηδενός εξαιρουμένου. Ο Θοδωράκης, ο Χόρν, ο Τσαρούχης
-Και τι σχέση έχει με την περούκα ο Μίκης; αυτός έχει δικιά του κόμη. Ο Τσαρούχης ήτο φαλακρός αλλά ουχί απατεών..πως τολμάς...
-Χαχαχαχα! με τέμνει. Η περούκα είναι μια φενάκη, μια εξαπάτηση που κάνει αυτός που την φορεί διότι είναι φαλακρός; κατάλαβες; Οι καλλιτέχνες εξαπατούν τον κόσμο δείχνοντας ενίοτε μόνον την καλλίστη του όψιν. Ο Τσαρούχης ζωγράφιζε μόνο ευτυχισμένους ναύτες, ο Χόρν είχε μια διαβολική ορχηστική κίνηση σε σχέση με την ευτυχία της ζωής.
-Οιωνοσκοπείς ως αλέκτωρ μοναδικός βασιλεύς εν τω ορνιθοσπιτο. Οι καλλιτέχνες είναι οι μόνοι των ανθρώπων που συναισθάνονται την ευθύνη για όσα συμβαίνουσι στο σύμπαν!
-Άμα δεν υπερασπιστείς το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει. Εμ, βέβαια τι θα κάνετε εσείς; Φοβούμαι πως είστε, τελεσίδικα οι καταστροφείς αυτού του κόσμου, ωρύεται φεύγων εκάς, φοβούμενος ο ίδιος την δικαίαν απάντησιν που του ετοίμαζον. Και με αφήνει μόνο μου στη σκιά αυτού του ήλιου να ξεκαρφώνω με την ηλάγρα τις αυταπάτες.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

ΜΝΉΜΕΣ 2

 

 


ΜΝΗΜΕΣ
 
 
«Γιατί πέρασαν τόσα και τόσα μπροστά από τα μάτια μας
που και τα μάτια μας δεν είδαν τίποτα παραπέρα..»
Γ. Σεφέρης [μυθιστόρημα]
 
 
Τον Αύγουστο με τα πανηγύρια
στις χαμηλές κωμοπόλεις της επαρχίας
γιατί γύριζαν τόσο μεθυσμένα
τα βραδινά παλικάρια
-ξαδέρφια και φίλοι αγκαλιασμένοι
και τραγουδούσαν λαϊκά τραγούδια
με φωνές ζεστές, ερωτευμένες;
Γιατί περνούσαν τόσο νωρίς τα Καλοκαίρια
Όταν εμείς περιμέναμε πολλά
Όταν εμείς δεν ξέραμε από φόβο;
Ήταν πικρές οι αγριοροδακινιές στα περιβόλια
Και
Στα μποστάνια οι πετροβολημένες χελώνες
δάγκωναν τα αγγούρια που διψούσαν για νερό
Ήταν και οι κληματαριές, γεμάτες σφήκες
που περίμεναν το αόριστο τέλος
το τέλος του Καλοκαιριού
Ήταν τα παιδιά που μεγάλωναν
πέρα από τις κληματαριές
πέρα από τη ζέστη
Μακριά από την περπατησιά του μερμηγκιού
Οι ίσιοι τους μεγάλωναν μες τα κοντά παντελόνια τους
με την αύριο, να μη χρειάζονται πια
το παιχνίδι της μακριά γαϊδάρας, τα σκλαβάκια
και το κυνηγητό στες αυλές
Τότε χάθηκαν μες τις καπνισμένες πέτρες του Αυγούστου
Οι μικρές σιαμιαμίδες τρέχοντας γρήγορα να καούν
Τόσα Καλοκαίρια
Τι είδαμε εμείς που φωνάζαμε για λευτεριά;
Το σιτάρι μας το είχαμε αμπαριάσει με σιγουριά
Και
Τότε, τίποτε δεν θα έρχονταν να διώξει
τις σφήκες από τα μαλλιά των κοριτσιών
που λούζονταν στα πηγάδια του έρωτα
Τον Αύγουστο περπατούσαν οι μνήμες στις πέτρες
Αυτές τις πέτρες που έχτιζαν τα πεζούλια οι πατεράδες
να φυλάξουν τα πουρνάρια και τα σχίνα
Τα σχίνα με τα κόκκινα αγουροξυπνημένα ματάκια
που σέρνονταν χαμηλά στις σκόνες
Αυτές τις πέτρες, μαύρες κι ακανόνιστες
σε χώρους ποτισμένους με ψυχές
κοντά στη ησυχία του νεκροταφείου
εκεί που έκλαιγαν κάτι μαύρες γριές
εκεί που περνάγαμε κι εμείς μια αναπνοή
από λεμονανθούς και μια στυφή έγνοια
από σπασμένο ρόδι
Αυτές τις πέτρες τι να τις κάναμε τώρα;
[Απόσπασμα από το ομότιτλο ποίημα μου]
 

ΤΟ ΔΙΉΓΗΜΑ

 

 


Το είχα πάρει απόφαση πως η ζωή μου πολύ δύσκολα θα μπορούσε ν αλλάξει. Και πως να γινόταν αυτό, δηλαδή, αφού τόσα χρόνια τώρα έκανα μόνο δουλειές του ποδαριού. Τον περισσότερο καιρό, δούλευα γκαρσόνι, όπου εύρισκα. Στην αρχή πήγαινα σε ρέστωραντ πολυτελείας. Να σερβίρω τους λεφτάδες, που με θεωρούσαν υπηρέτη τους και τέτοιος ήμουν, αυτό δεν είναι ψέμματα. Όσοι έχουν δουλέψει γκαρσόνια και δεν νιώθουν απελπισία που είναι αναγκασμένοι να κουβαλάνε πιάτα, σερβίτσια, μακαρονάδες, πετσέτες στους πελάτες, το αικιού τους θα πρέπει να είναι πολύ χαμηλό. Το μυαλό τους δεν κόβει. Εμενα όμως το μυαλό μου έκοβε. Δεν ήμουν βλάκας. Τριάντα πέντε χρόνια στο πεζοδρόμιο. Το μεγάλο σχολείο. Τα είχα σπουδάσει, αυτά, όλοι με έλεγαν τσακάλι κκαι το νιωθα, δεν ήμουν βλάκας. Άτυχος ήμουν και γι΄αυτό σκεφτόμουν τελευταία, να βρω κάποιο κόλπο, κάτι να κάνω για να μην ξαναδουλέψω γκαρσόνι. Να μην είμαι υπηρέτης του κάθε χαζοχαρούμενου νεόπλουτου. Ενας τρόπος ήταν να κερδίσω κάποτε στο λότο. Κι έπαιζα μετα μανίας μέχρι την τελευταία μου δεκάρα. Πήγαινα στα μεγαλύτερα προποτζίδικα, διάβαζα συστήματα, μιλούσα με άλλους που είχαν κερδίσει, παρακολουθούσα στατιστικές αλλά τίποτα.. Βέβαια, έξυπνος ήμουν, καταλάβαινα πως ονειροβατούσα, ζεις όμως και με τα όνειρα. Όλα τα βράδια που δεν μπορούσα να κοιμηθώ, σκεφτόμουν για να ξεχνιέμαι και να περνάει η ώρα, τι θα έκανα τα λεφτά που θα κέρδιζα. Μελετούσα και την παραμικρή λεπτομέρεια, έλεγα σ΄αυτούς που με είχαν αδικήσει πως δεν θα έδινα τίποτε, θα ξεχρέωνα κάτι λίγα χρέη, θα πήγαινα και στην Ελένη κορδωμένος να της δείξω τα λεφτα μου- η Ελένη είναι η μοναδική γυναίκα που με ανέχεται, με τόση φτώχεια ποια γυναίκα σε θέλει; θα υπερεφανευόμουν πως παρ ότι είχα τελειώσει μόνο το Λύκειο, ήμουν πιο έξυπνος από τόσα κορόιδα που περίμεναν με το μεροκάματο να γίνουν πλούσιοι. Αυτή ήταν η μια μανία μου. Η άλλη ήταν το ινερνετ. Είχε ο κύριος Νίκος πολλούς υπολογιστές και μου είχε χαρίσει έναν πριν χρόνια.Έναν υπολογιστή, που δεν τον ήθελε και μου τον χάρισε. Έτσι κάνουν αυτοί οι πλούσιοι, χαρίζουν ότι δεν χρειάζονται και σε υποχρεώνουν. Έτσι κι εγω, όλον τον ελεύθερο χρόνο μου εκει μέσα τον περνούσα. Γράφτηκα στο φεις μπουκ κι έκανα επιλεκτικά μόνο εκατον πενήντα φίλους. Ούτε έναν παραπάνω. Δεν ήθελα άλλους. Κι αυτούς είναι σαν να μην τους έχεις! Σούφρωνε τα χείλια της, η Ελένη. Φίλοι είναι αυτοί που δεν συναντιόσαστε ποτέ; Εγώ ξέρω οι φίλοι, βγαίνουν παρέα, συναντιούνται, μιλάνε, βοηθάνε ό ενας τον άλλον στα προβλήματα, εσένα τι φίλοι είναι αυτοί; ξέρει κανένας απο δαύτους πως δεν έχεις να φας; Αυτά μου τα λεγε συνέχεια, εμένα όμως ήταν πεποίθηση πως αυτοί οι φίλοι κάποια μέρα θα με έσωζαν. Δεν ξέρω πως μου έβγαινε αυτό αλλά ήμουν εκατό τοις εκατό σίγουρος πως θα με βοηθούσαν.. Μιλούσα μαζί τους πολλές ώρες, τους έκανα λαικ, μου έκαναν. Πειράζουμε ό ένας τον άλλον οι περισσότερες γυναίκες με γουστάρουν γιατι είχα βάλει μια πολύ ωραία φωτογραφία στο προφίλ μου και όχι μόνο. Αυτά δεν τα έβλεπε η Ελένη που περιττό να πω ότι δεν είχε ιδέα απο υπολογιστη. Τι υπολογιστή να ήξερε αφου μια ζωή δούλευε σκουπίστρια στην εταιρία του κυρίου Νίκου. Α, ναι, παντού αυτός ο κύριος Νίκος, μας βοηθούσε, καλός άνθρωπος αλλα πλούσιος.Τώρα όμως τα πράγματα είχαν σκουρήνει περισσότερο. Ήμουν ανεργος πάνω απο τρεις μήνες. Με συντηρούσε η Ελένη αλλιώς θα είχα πεθάνει της πείνας. Τι θα κάνεις; τι θα έκανες αν δεν είχες εμένα; μου φώναζε κάθε μέρα. Κοίτα να βρεις καμια δουλειά Βαγγέλη, το φειςμπουκ και τα καφενεία δεν δίνουν λεφτά. Καταλαβες Βαγγέλη; Το ονομά μου είναι Βαγγέλης. Αλλά τι το θέλεις το όνομα; οι φτωχοί δεν χτειάζεται να έχουν όνομα. Μένω τελευταία σε ένα ημιυπόγειο που μου έκανε χάρη να μου παραχωρήσει ο κυριος Νίκος. Πήγαινε εκεί, μου είπε, δεν έχω τίποτα καλύτερο. Δεν πειράζει, του απάντησα. έχω συνηθίσει εγώ. Έχω κοιμηθεί και στις πέτρες, στα παγκάκια. Στα παγκάκια ε; Στις πέτρες; Άνοιγε τα μάτια του. Έφαγες σήμερα; Ναι, δυο βερίκοκα. Να πάρε μισό ευρω να πάρεις νερό. Τι να το κάνω το νερό; απορούσα. Ε, πως, άνθρωπος είσαι θα διψάσεις. Κι έφευγε με τα σιγανά του βήματα σαν πλούσια γάτα που ήταν. Η κατάντια μου είχε φτάσει στην απελπισία. Κάτι έπρεπε να κάνω. Να βρω μια δουλειά. Να γίνω άνθρωπος. Η Ελένη μου το ξεκαθάρισε. Αιντε αγόρι μου, εσύ δε βάζεις μυαλό, άιντε στο καλό, αφησέ με μήπως βρω κι εγω κανέναν άντρα της προκοπής, να παντρευτώ. Εσύ δεν κάνεις προκοπή. Αλλά την παρακάλεσα. Έπεσα στα πόδια της, καταξευτιλιστηκα και της υποσχέθηκα πως να, όπου να είναι θα πήγαινα να πιάσω δουλειά στο καφενείο του Νικήτα. Αυτό το ακούω χρόνια τώρα, καλά, εντάξει αλλά είναι η τελευταία σου ευκαιρία, εντάξει! Με το κεφάλι σκυφτο...

Αυτή η κατάσταση κράτησε κάμποσο καιρό ακόμα ίσως έξι μήνες και το περίεργο είναι πως εγώ γινόμουν όλο και πιο αδιάφορος. Κορόιδευα τον εαυτό μου και την Ελένη. Εκεί που την εύρισκα πραγματικά, ήταν ο υπολογιστής μου και οι φίλοι μου.Κλικ απο δω, λάικ απο κει, σχολίαζα αλλλα δεν έβγαινε τίποτε. Το πράγμα άρχισε να δυσκολεύει όταν με διέγραψε πρώτα η Νίκη. Απόρεσα πραγματικά, της έστειλα μήνυμα μα ήταν αμετάπιστη. Σε έκανα ντιλιτ, μου είπε. Πέρασα το χέρι μου ανάμεσα στα μαλλιά μου, έτσι κάνω όταν δυσκολεύομαι κι άρχισε να με πιάνει τρόμος στην ιδέα πως θα μπορούσαν να με διαγράψουν όλοι. Μούσκεψα το βράδυ στον ιδρώτα, πετάχτηκα επάνω άνοιξα τον υπολογιστή. Ναι, οι σκέψεις επαληθεύονταν. Και άλλοι δυο φίλοι με διέγραψαν. Το πρωί, πήγα στο καφενείο σκοτωμένος. Δεν ήθελα να μιλήσω σε κανέναν. Τι να τους έλεγα άλλωστε. Δεν είχα κανέναν φίλο εκεί, εμένα οι φίλοι μου ήταν στις οθόνες κι μου ράγιζε η καρδιά που τους έβλεπα μετα από τόσα χρόνια να αποχωρούν. Να με διαγράφουν ένας-ένας. Γύρισα το μεσημέρι είδα πως είχαν αποχωρήσει άλλοι δέκα. Δεν προσπάθησα να μεταπείσω κανέναν και τα κουβέντιασα με τον Τζονυ. Ο Τζόνυ είναι ο καλύτερος μου φίλος. Μη φοβάσαι μου είπε στο τσατ, δεν μπορει να σε διαγράψουν όλοι, κάποιο λάθος θα έκανες. Εσυ, του λέω για ένα μικρό λάθος θα με διαγράψεις. Εγω Βαγγέλη δε θα σε διαγράψω ποτέ. Λοιπόν πάρε μια μέρα το λεωφορείο κι έλα να τα πούμε απο κοντά. Να έρθεις στο σπίτι μου να φάμε και να πιούμε. Θα έρθω του είπα, στο υπόσχομαι. Όπως περνούσαν οι μέρες, σιγά-σιγά, ίσως μέσα σε ένα μήνα μου είχαν απομείνει μόνο δώδεκα φίλοι. Είχα συνηθίσει πια και δεν μου έκανε καμιά εντύπωση. Τελείωσε αυτή η δουλειά έλεγα στον εαυτό μου κι έψαχνα να βρω δουλειά αλλά που.. Πήγα απο δω, ρώτησα απο εκει, τίποτα. ΄Ελένη δεν μου μιλούσε άλλο. Πάψαμε να κάνουμε και έρωτα, το πράγμα χειροτέρευε άγρια. Εκείνο το Σαββατοκύριακο είχα αποφασίσει πως χρειαζόταν να πάω να βρω τον Τζόνυ. Περιττό να σας πω, πως ήταν ο τελευταίος, ο μοναδικός φίλος που μου είχε απομείνει. Αλλα ήταν πραγματικός, μη σε νοιάζει με παρηγορούσε και τα κουβεντιάζαμε συνέχεια. Εσυ πόσους φίλους έχεις; τον ρωτούσα αν και έβλεπα στο προφιλ του πως είχε πάνω απο τρεις χιλιάδες. Χαχαχα! γελούσε μη το σκέφτεσαι καλέ μου θα έρθεις την Δευτέρα που μου υποσχέθηκες; Θα έρθω του είπα και το φιξάραμε. Μου έδωσε οδηγίες πως θα πάω γιατι το σπίτι του ήταν έξω απο την πόλη. Με το κεφάλι σκυφτό, το μυαλό μου καρφωμένο στους δρόμους, γύριζα σαν αδέσποτος σκύλος. Όλη εκείνη την Κυριακή, δεν πήγα καθόλου στην Ελένη. Σκεφτόμουν μόνο πως θα έφτανα στον Τζόνυ. Μόνο ο Τζόνυ θα με έζωζε, αυτός, ο τελευταίος οθονικός μου φίλος.Βέβαια το είχα παρακάνει με την Ελένη, καλά είπε, έπρεπε να την αφήσω ήσυχη. Όπως μου ρχόταν στο νου η σκέψη πως θα ζούσα χωρίς αυτήν κάθισα σε ένα παγκάκι κι έκλαψα. Κάποια στιγμή σηκώθηκα. Πέρασα πάλι το χέρι, τα δάχτυλα μου ανάμεσα στα μαλιά μου. Έκανε κρύο. Ένας ψιλός αέρας σφύριζε πάνω απ τις κορφές των κτιρίων. Προχωρούσα προς την υπόγα, μόνος, πεινασμένος, κι άυπνος δυο, τρεις μέρες, δεν ξέρω πόσο. Είχα μια ξεχασμένη τσίχλα στην τσέπη του πουκαμισου, την ξεκόλλησα, είχε μείνει λίγο χαρτί γύρω της. Την έβγαλα προσεκτικά και την ξαναμάσησα. Αλλά χορταίνεις με την τσίχλα; Γιατί να πεινάνε οι άνθρωποι; τι χρειαζόταν το φαί;μήπως έπρεπε η φύση να φρόντιζε διαφορετικά για τους ανθρώπους;. Δηλαδή να μην έχουν ανάγκη να τρώνε; Έκανα τέτοιες ερωτήσεις στον εαυτό μου ακόμα κι όταν είχα μπει στην υπόγα. Κάθησα στο λειψό τραπέζι, άναψα το κερί. Το φως ήταν κομμένο καιρό. Έψαξα να βρώ κάτι να τσιμπήσω, καμμιά φορά έκρυβα κανένα κομμάτι ψωμί σε σακούλες νάυλον αλλά αυτή τη φορά δεν είχα κρύψει ούτε τρίμα. Μόνο ένα σαπισμένο ροδάκινο, που ήταν στην βρώμικη κουζίνα βρήκα. Το πλυνα, το καθάρισα όπως μπορούσα και το έφαγα. Έφαγα και το κουκούτσι. Η ψίχα του ροδάκινου δεν τρώγεται, είναι πικρή. Θεόπικρη και πιάνει μούχλα. Όμως αυτή η ψίχα με κράτησε. Έρριξα ένα παλιό πέτσινο μπουφάν στους ώμους και βγήκα στο δρόμο. Νύχτα ήτανε, το ξεροβόρι θέριζε τον κόσμο μου. Ξεκίνησα να περπατώ. Περπατούσα, περπατούσα, δεν ξέρω πόσες ώρες, και το χάραμα είχα βγει απο την πόλη όπως μου είχε πει ο Τζόνυ. Ναι, εκεί πήγαινα, που αλλού, δεν είχα που αλλού να πάω. Να ερθεις οπωσδήποτε, θα σε φιλοξενήσω, να μείνεις όσο θέλεις και με είχε κατασυγκινήσει.Και να τώρα που έφτανα σε κείνη την ερημιά που με είχαν φέρει οι οδηγίες του. Πήρα το μονοπάτι που έβγαζε πίσω απο τον λόφο. Έστριψα μια μεγάλη στροφή. Είδα το σπίτι του Τζόνυ. Μικρό μου φάνηκε. Μικρούλι. Θα μας χωρούσε άραγε και τους δυο; Προχώρησα κατα εκεί. Ο ήλιος είχε φέξει για τα καλά. Οι πόρτες είναι ανοιχτές, μου είχε πει ο Τζόνυ. Δεν κλειδώνω ποτέ. Πράγματι, ήταν ανοιχτές. Μπήκα απο την μία με σιγανά βήματα. Η ανάσα μου σχεδόν σταματημένη. Προχώρησα στο μικρό διάδρομο. Μπήκα στη σάλα. Κοίταξα πάνω στο γραφείο. Ένας γάτος καθόταν πάνω στα πλήκτρα του υπολογιστή και μου χαμογελούσε.



6 ΣΧΌΛΙΑ

Καλημέρα Κώστα. Νομίζω ότι είναι το καλύτερο από τα κείμενά σου που έχω διαβάσει..Smile (δεν το λέω επειδή έχεις ανακατέψει τον κύριο.. Νίκο. Μα κι εσύ, όλα να τα μαρτυράς, για το κομπιούτερ, για το υπόγειο, για το πενηντάλεπτο...κάνε το καλό και ρίχτο στο γιαλό λένε. Αλλά εσύ τα μαρτύρησες όλα πια. Με έκανες να.. κοκκινίσω!..TongueTongueTongue)

Νομίζω πως έδωσες με απολαυστικά σκωπτικό τρόπο όλο αυτό το πακέτο για τις ιντερνετικές "σχέσεις". Διαφωνώ βέβαια για την οπτική σου γωνία, αλλά κάλλιστα θα μπορούσε να είναι μια πραγματική πλευρά αυτού του φανταστικού κόσμου.

Προσωπικά ας πούμε, αν με ρωτάς, το ίντερνετ πολλές φορές με ξεκουράζει. Δεν περιμένω λύσεις στην όποια προσωπική μου ζωή από εδώ μέσα. Άσε που το χρησιμοποιώ και σαν μια μεγάλη βιβλιοθήκη - και είναι -. Γενικά, έχει χρησιμότητες, αν δεν το δει κάποιος αποκλειστικά σαν...chat και άλλα συναφή...Smile

Από Νίκος Ταξιδιώτης | Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014 1:06 μμ

Ταξιδιώτη καλό μεσημέρι. Ναι, συμφωνώ, είναι το καλύτεο κείμενο μου που έχεις διαβάσει, μέχρι το...επόμενο! Δεν νομίζω πως μπορούμε να συμφωνούμε σε όλα-θα ήταν ανιαρό! Φυσικά το δύχτι είναι σπουδαίο. Χαίρε.

Από ΚΩΣΤΑΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ | Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014 1:35 μμ

Κώστα καλησπέρα...όμορφο και το σημέρινο σου διήγημα...ο ήρωας σου που μας παρουσιάζεις ... φαίνεται να είναι τυχερός μέσα στην ατυχία του...και ξέρεις γιατί; ...είναι τύπος μποέμ ...ακτήμων...και ζεί για το σήμερα...χωρίς να τον κυριαρχεί.. η κοιλιοδουλία...και να τον νοιάζει τι θα γίνει με τις επιχειρήσεις του...γοητευτική φιγούρα τον βρίσκω...μπορεί να αναρωτιέται που θα πάει αλλά τουλάχιστον μπορεί να πάει όπου θέλει...σαν τον άνεμο...καλό βράδυ

Από Anais Zolie | Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014 10:41 μμ

Καλημέρα Smile

Από ditty . | Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014 1:55 πμ

Καλημέρα Αναίς. Ε, χμ... μάλλον έχ Να μπορεί κάποιος να συνεχίζει όταν τα κουμπιά είναι σβησμένα και οι ασφάλειες καμμένες. Φαίνεται πως τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο και ταγόνατα των πολιτών αυτής της χώρας κόβονται χωρίς να κινείται στο βάθος κανένα φως, κανένα αστέρι. Πως ν ακολουθήσεις, πως να πράξεις με δύναμη, όταν γύρω σου κυριεύει τα πάντα η απελπισία; Ωραία είναι τα μεγάλα λόγια, οι κούφιες υποσχέσεις που αναθερμαίνουν τις ελπίδες πως θα ανακάμψουμε, πως θα δούμε άσπρη μέρα αλλά τα έξοδα τρέχουν, τα ενοίκια δεν περιμένουν, οι ασφάλειες, οι τηλεπικοινωνίες, η ΔΕΗ, τα κοινόχρηστα, οι φόροι, τα γραμμάτια για το σπίτι, το αυτοκίνητο, οι δόσεις. Όλα αυτά δεν μπορούν να ξεχρεωθούν με πορδές και γίνονται πραγματικοί εφιάλτες για τους φτωχούς, για τους άνεργους, που περιμένουν από το θεό τους να τους σώσει. Η κατάσταση είναι μελοδραματική και συνεχιζόμενη τουλάχιστον ή κοντά μια δεκαετία. Κι αυτή ηπίεση, το άγχος, δεν επικροτεί καμιά γενναία προσπάθεια. Το προσεχές μέλλον δείχνει δυσοίωνο

εκκωφαντικά. Και ο φτωχός που δεν μπορεί να πληρώσει τα χρέη του, να τα βγάλει πέρα ωφείλει να ξεσηκωθεί. Να σκοτώσει ή να σκοτωθεί για το δίκιο του. Για το μοιράδι του σ αυτόν τον παράλογο κόσμο.


ΠΉΓΕ ΝΑ ΒΡΈΞΕΙ ΑΛΛΆ ΦΕΥ

    Λοιπόν... στα Εξάρχεια μας έχουν ρημάξει οι κώνωπες. Πήγε να βρέξει αλλά φευ! αλλού τα κακαρίσματα και τα λοιπά. Δε μας σώζουν ούτε τα φ...