Έξω έβρεχε, μελιστάλαχτα, σιγά-σιγά. Έτρεχε το νερό στα δέντρα, κυλούσε στα πεζοδρόμια, στα καταγώγια της ανθρώπινης σκέψης, απέναντι στη θάλασσα. Στη μαύρη άσφαλτο πιτσιλούσαν οι σταγόνες, χόρευαν μέσα στα μάτια του η ιστορία, το χθες που θα γινόταν αύριο.
Ο Νίκος καθόταν στο παγκάκι, κάτω από το στέγαστρο της παραλιακής στάσης, μόνος του. Σε λίγο ήρθαν άλλοι κι άλλοι. Περίμεναν υπομονετικά το αστικό λεωφορείο να πάνε στις δουλειές τους, στα σπίτια τους. Τι τον ένοιαζε αυτόν; Δεν έκανε πολύ κρύο αλλά αυτός είχε ξεχάσει να φορέσει σλιπάκι ή είχε ξεχάσει να πλύνει κάποιο από τα λερωμένα. Έβαζε τα χέρια στις τσέπες, έπιανε το πράματου, κοίταζε γύρω μήπως και οι άλλοι είχαν καταλάβει πως δεν φορούσε σλιπάκι.
Τίποτα απ όλα αυτά δε συνέβαινε. Ο Νίκος ήταν δεκαοκτώ χρονών και φυσικά καυλωμένος συνέχεια. Ωραίος, δυνατός, μπρατσωμένος, όχι πολύ μυώδης αλλά δεν ήταν κανένας τυχαίος. Όμως, οι γυναίκες δεν το είχαν στο μέτωπο. Πόσο ήθελε να τις γαμίσει όλες! Του άρεσε η επαφή με τη σάρκα της γυναίκας, μαλακιζόταν συνέχεια, γούσταρε να βλέπει σηκωμένο το μεγάλο του στον καθρέφτη. Δεν ήταν ανώμαλος, απλά του άρεσε το σεξ, τι πιο απολαυστικό για έναν άντρα κι ακόμα πιο φυσιολογικό να τρέχει το πέος του σε ένα απείθαρχο παντελόνι, χωρίς σλιπάκι από μέσα. Όπως καταλαβαίνετε, άμα σηκωθεί η πούλα, το παντελόνι θα τεντωθεί, πράγμα που δεν ήθελε ο Νίκος, μα έλα που έτσι συνέβαινε και δεν μπορούσε να το χαλιναγωγήσει έτσι που να τον κάνει να πέσει! Έβγαλε τα χέρια του από τις τσέπες, να μην τον χαϊδεύει, έτσι που να μη τεντώνει το παντελόνι του. Προσπάθησε να διώξει από το μυαλό τον Ντε Σαντ, τον Επίκουρο, γενικά τους φιλόσοφους της ηδονής, κοίταξε τους άλλους γύρω του, μερικοί γέροι, κάποιες μεσόκοπες, τίποτα ενδιαφέρον, σα να γαμούσε τη μάνα του ή την αδερφή του. Κόλλησε λίγο το μυαλό του στον Οιδίποδα αλλά το προσπέρασε καθώς ήρθε το λεωφορείο και ανέβηκε όπως ανέβηκε μαζί με τους άλλους, το τσούρμο, σχεδόν στον αέρα, χώθηκε στο πλευρό των ανθρώπων κοντά στις ανάσες τους. Προσπάθησε να βολευτεί, κρατήθηκε από μια χειρολαβή, προσγειώθηκε φάτσα με φάτσα με την ξανθιά μικρούλα-την Ελένη.
Δεν ήξερε τι να κάνει το σώμα του και σκεφτόταν τον αβόλευτο κάτω. Ωστόσο η ξανθιά γυναίκα άνοιξε διάπλατα τα μπούτια της και τον έσφιξε εκεί ανάμεσα. Η Ελένη, έτσι την έλεγαν, φορούσε κυλόττα, κυλοττίτσα, μικρή, αψεγάδιαστη, να καλύπτει ίσα-ίσα την τρύπα της. Ή τις τρύπες της γιατί του άρεσε και ο πίσω. Όπως ήταν φυσικό του έγινε ξύλο, κόκαλο, κάπου εκεί ανάμεσα, μεταξύ τριχών και οπής. Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Ξανακοιτάχτηκαν λες και ήταν μόνοι τους σε ένα κρεβάτι,μόνοι σ όλον τον κόσμο σε ένα δωμάτιο που ετοιμάζονταν να κάνουν έρωτα, ενώ το λεωφορείο έτρεχε στις κατηφόρες της ζωής.
Σιγά-σιγά, ξάκριζε την κιλότα της, έψαχνε την τρύπα, σα να μη συνέβαινε τίποτα. Κανένας δεν έπαιρνε χαμπάρι τι γινόταν δίπλα του, όλοι είχαν το χαβά της ζωής των, ενώ αυτοί, κολλημένοι σα στρείδια, ένιωθαν πως ήθελαν να το κάνουν, δεν μπορούσαν ν αντισταθούν στην ακραία αυτή περίπτωση. Το αίμα τους κυλούσε γοργά, τα μάτια τους ήταν ευτυχισμένα από αυτό που τους συνέβαινε. Ήθελαν να φιληθούν, να κολλήσουν ακόμα περισσότερο αλλά αυτό θα το έβλεπε ο κόσμος. Έτσι, αρκέστηκαν να γαμηθούν τόσο παράξενα αλλά και τόσο ωραία. Ο Νίκος κατάφερε κάποια στιγμή να της τον καρφώσει, δίπλα από την κιλότα, το αφράτο μουνί έτριξε καθώς έμπαινε μέσα του, να της τον χώσει βαθιά, σιγά-σιγά στ ανοιχτά χείλη, ενώ το λεωφορείο έτρεχε, έκανε στάσεις κι αυτοί δεν προχωρούσαν βήμα από τη δική τους στάση όσο κι αν τους έσπρωχναν οι άλλοι. Ακλόνητοι, κρατημένοι από τις χειρολαβές, δίπλα σε όλες τις ανάσες, σε όλα τα ιδρωμένα σώματα που έρχονταν σε επαφή το ένα με το άλλο, ανθρώπων που ήθελαν να πάνε στις δουλειές των, άραγε τι θα συνέβαινε; Σφίχτηκαν ακόμα πιο πολύ, τα σώματα τους έγιναν ένα, ο Νίκος τον έβαλε για τα καλά μέσα της.
Η Ελένη δεν άντεξε, άρχισε να ουρλιάζει, να χάνεται, με έναν τέτοιο μέσα της τι θα έκανε; Μερικοί την κοίταξαν περίεργα, κάτι θα έχει το κορίτσι σκέφτηκαν κι έπειτα τι τους ενδιέφερε; Ίσως να ήταν μια τρελή κοπέλα και ίσως η γιαγιά που στεκόταν δίπλα της και την κοιτούσε με μίσος, κάτι να είχε καταλάβει. Όμως, ο Νίκος δεν κρατήθηκε κι αυτός άλλο πια. Άρχισε να τη γαμάει δυνατά, να μπαίνει και να βγαίνει μέσα της λες και ήταν κάπου μόνοι οι δυο τους.
Το πλήθος άνοιξε χώρο γύρω τους και τους παρακολούθησε με ορθάνοιχτα μάτια, είδε μια ζωντανή, φιλήδονη τσόντα. Σχίστηκαν τα σώματα τους, οι ερωτικές κραυγές δόνησαν το μικρό λεωφορείο που ξαφνικά έγινε όλος ο κόσμος, όλη η ανθρωπότητα. Ο Νίκος έβγαλε τον πούτσο του από το μουνί, έχυσε παντού, το φόρεμα και το δάπεδο του λεωφορείου που είχε ήδη φτάσει στο τέρμα του. Οι πόρτες δεν άνοιξαν ποτέ, ο οδηγός έβαλε χειρόφρενο, οι επιβάτες όρμησαν πάνω στο ζευγάρι, με ότι κρατούσαν πάνω τους, οργή, μίσος, αλλοφροσύνη, εναντιότητα, χρόνο για να καταλάβουν τι είχε συμβεί στη μικρή τους διαδρομή, θυμήθηκαν τα χρηστά τους ήθη, το θεό που απαγόρευε τη δημόσια συνουσία, τον δικό τους ανοργασμικό κόσμο, την προσβολή της δημοσίας αιδούς, όσους νόμους κατακυρίευσαν τον λειψό νόμο και κανείς δεν είπε τίποτα παρά μόνον έκανε, τροφοδοτώντας στιγμιαία το μυαλό του με όσα δεν μπορούσε να κάνει ή ν απολαύσει.
Ο Νίκος και η Ελένη έπεσαν στο δάπεδο του λεωφορείου,
γεμάτοι αίματα, νεκροί στον αιώνα τον άπαντα,
ως να είχαν διαπράξει το μεγαλύτερο έγκλημα του κόσμου,
τα σώματα τους διαμελίστηκαν, το πλήθος ούρλιαζε,
οι καπνοί του φωτισμένου κόσμου μας παραδίδονταν σε μια εθελούσια θεία δίκη, μερικές φίλησαν το νεκρό πέος κι άλλοι επιδόθηκαν σε ασέλγειες φιλώντας τον αφαλό της Ελένης.
ΤΕΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου