Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

ΤΑ ΆΧΕΡΑ 3

 

 


ΤΑ ΑΧΕΡΑ

΄Ότι και να πεις για τις ωραίες μέρες του Ιουλίου, μην ξεχάσεις τα όνειρα στις μεγάλες κοιλάδες.
Το παιχνίδι ήταν μέσα στα όνειρα του.

Ο Νίκος Δελατόρας που είχε μεγαλώσει αντίθετα από την φωνή του φίλου του, στις μικρές κοιλάδες, θυμόταν εκείνα τα καλντερίμια των έρημων παιδικών χρόνων στην επαρχία, καθώς η χειμωνιάτικη ορμή του νερού, κουβαλούσε τις πέτρες στον κατήφορο. Αλήθεια, που είχαν βρεθεί τόσες πέτρες;
Ήταν τόσες πολλές, μαύρες και άσπρες, στρογγυλεμένες από το κατρακύλισμα, που ο ίδιος, ποτέ δεν είχε καταλάβει πως τώρα είχαν λιγοστέψει. Ίσως να είχαν βάλει το χέρι τους οι άνθρωποι.

Την αρχή, είχαν κάνει με τις κοινοτικές εργασίες. Έσκαβαν οι άνθρωποι-ένας από κάθε οικογένεια-προσωπική εργασία την έλεγαν-να φτιάξουν δρόμους, μια φορά την εβδομάδα.
Ο Νίκος είχε σκάψει πολλές φορές, παρ' ότι ήταν δωδεκάχρονος τότε, σαν αρχηγός της οικογένειας αφού ο πατέρας του είχε πεθάνει, και η μητέρα του ήταν ανήμπορη.
Ύστερα ήρθαν κάτι μπολντοζιέρηδες με πρώτον εκείνο τον μαυριδερό Γιαννιώτη, με τα κοντόχοντρα χέρια και τα παχιά μουστάκια. Μετατόπισαν όλα τα χώματα, άνοιξαν τους δρόμους, έριξαν χαλίκι να σταματήσουν τις λάσπες, πέταξαν τις πέτρες αλλού κι έτσι ο Νίκος δεν τις έβλεπε πια.
Τα σπίτια χτίζονταν το ένα κατόπιν του άλλου με τσιμέντο και τα κοντόχοντρα χέρια του Γιαννιώτη μάστορα-μπολντοζιέρη, γέμιζαν τσιμέντινα λεφτά. Έχτισε κι αυτός το δικό του σπίτι, έγινε «χωριανός». Έτσι τον θυμόταν τα παιδιά.

Αργότερα έφερε και το γιο του. Την κόρη του Κρήνη, την άφησε στα Γιάννενα να σπουδάσει. Γι αυτήν, όσοι την γνώριζαν, είχαν να λένε για την ομορφιά της. Ο Νίκος πολύ θα ήθελε κάποτε να τη γνωρίσει. Τον γιο του Ζένα-έτσι έλεγαν τον Γιαννιώτη μάστορα- που ήταν καλομαθημένος και δεν έμενε πολύ στο χωριό, πηγαινοερχόταν στα Γιάννενα για δουλειές, δεν τον είχε χωνέψει ποτέ, άγνωστο γιατί.
Αντίθετα, τον ξάδερφο του τον Τσίρο, τον συμπάθησε από την αρχή. Αντώνη τον έλεγαν αλλά κανείς δεν τον φώναζε έτσι, επειδή ήταν λεπτός κι αδύνατος, του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι Τσίρος και του έμεινε.Τσίρο τον φώναζαν όλοι. Ο Νίκος έκανε παρέα μαζί του και είχαν γίνει κολλητοί επειδή κάπου έμοιαζαν. Μεγαλώνοντας, δούλευαν στις μπουλντόζες και τα φορτηγά του Ζένα. Πιο μικροί, στο σχολείο, έχεζαν παρέα πάνω στις μεγάλες πέτρες, φώναζαν τραγούδια που μάθαιναν από το ράδιο. Φώναζαν, γιατί οι φωνές τους ήταν αλύγιστες και δεν μπορούσαν να πάρουν στροφή στο τραγούδι. Λίγο αργότερα, εύρισκαν κανένα σχισμένο φύλλο περιοδικού, που είχε απομείνει πάνω του, κάποιο γυναικείο μεδούλι και τότε μαλακίζονταν, κοιτάζοντας το άψυχο χαρτί με ανυπομονησία. Γυναίκα δεν είχαν γνωρίσει, παρά τις μανάδες τους και τις αδερφάδες κι απ αυτές η μία του Νίκου, είχε παντρευτεί στα ξένα και του Τσίρου ήταν μικρές ακόμα. Μόνο κάποια Καλοκαιριάτικη μέρα, είχε δει ο Τσίρος κάτι στα καφεπράσινα μάτια της μικρότερης αδερφής του Νίκου, της Ρίμας. Κάτι που έμοιασε για έρωτας η κάτι τέτοιο.
Ο Τσίρος αν και είχε διαβάσει μερικά πράγματα για την αγάπη και τον έρωτα, δεν τα καταλάβαινε. Ήταν του Δημοτικού, μπολντοζιέρης της κακιάς ώρας.
-Σα στραβοβελονιά σε μαύρο σεγκούνι, γριάς που έχει πεθάνει μοιάζεις, του έλεγε ο Νίκος που είχε πάει δυο-τρεις τάξεις στο γυμνάσιο.
-Γιατί εσύ είσαι καλύτερος; τι σε νοιάζει; του απαντούσε.
-Σε βλέπω που κοιτάζεσαι με την Ρίμα ...
Ο Τσίρος μπερδευόταν όταν του μιλούσε για την Ρίμα. Την όμορφη αδερφή του, που όλο και μεγάλωνε και τον κοίταζε τώρα περισσότερο με εκείνα τα μεγάλα μάτια της τα ερωτικά άχερα. Φοβόταν τότε ο Τσίρος και χαμήλωνε τα δικά του. Μπερδεύτηκαν όμως κάποτε και στα παιχνίδια τους-έτυχε να είναι μόνοι στον κάμπο-κι ένιωσαν καλύτερα οι δυο τους. Η Ρίμα τον φίλησε πρώτη κι ύστερα πάλεψαν λίγο καταγής. Ψάχτηκαν στη γλύκα του ζεστού απογευματινού, αναμαλλιάστηκαν στην ορμή των νεανικών κορμιών αλλά πάλι ο Τσίρος φοβήθηκε κι έφυγε αφήνοντας την εκεί, ξαπλωμένη ανάσκελα, με το γυμνό της σώμα στον αέρα.

Οι δυο φίλοι έτυχε μια μέρα, που είχαν ρεπό στις μπουλντόζες, να κατέβουν στην πόλη, στην Ηγουμενίτσα. Περπάτησαν στους δρόμους, ήπιαν καφέ και ήταν φανερό πως ήταν αλλιώτικοι. Διαφορετικοί από τους άλλους νεαρούς που κυκλοφορούσαν εκεί, καλοντυμένοι με παντελόνια καμπάνες, με εφαρμοστά πουκάμισα, πολύχρωμα.
Αργότερα, μπήκαν σε ένα μπιλιαρδάδικο. Οι άλλοι, σταμάτησαν το παιχνίδι κι ένας, ο πιο ψηλός, ο πιο μάγκας της παρέας, είπε μια λέξη που δεν την έπιασαν οι δυο τους.
-Χοίβλα! Είπε ο ψηλός και τραντάχτηκαν όλοι στα γέλια.
Ο Τσίρος έκανε να φύγει αλλά ένας άλλος τον σταμάτησε με την στέκα. Ο Τσίρος είχε ένα βλέμμα αμήχανο κι ο άλλος κοροϊδευτικό. Μάζευε την μύτη του κι έβαζε το χέρι του εκεί, σαν να μύριζε κάτι σαν τυρί που βρωμούσε. Ο Νίκος πήγε κατά εκεί μα ο ψηλός μάγκας, τον άρπαξε από τα μαλλιά, τον γύρισε και του έριξε μερικές γρήγορες. Έπεσε κάτω γεμάτος αίματα και είδε τον Τσίρο να μαζεύει άλλες τόσες από το τσούρμο. Έπεσε κάτω κι αυτός, ενώ οι άλλοι με τα εφαρμοστά πουκάμισα, το βαλαν στα πόδια γελώντας, προτού να φτάσει ο λεσχειάρχης, ο οποίος, αφού κοίταξε με άγριο βλέμμα τους πεσμένους, τους είπε , ένα επίσης άγριο «αι στο διάολο κωλόπαιδα!» και γύρισε στο ποτό του.
Ο Νίκος με τον Τσίρο, σηκώθηκαν βιαστικά και πήραν δρόμο. Έφτασαν στην άκρη της πόλης. Φτιάχτηκαν λίγο, σκουπίστηκαν, σταμάτησαν το φόβο κι ύστερα ήρθαν αντιμέτωποι. Κοιτάχτηκαν με νεύρα.
-Εσύ φταις! είπε άγρια ο Τσίρος.
-Παράτα με! φώναξε ο Νίκος.
-Θα σε σκοτώσω! ούρλιαξε ο Τσίρος και πήρε μια πέτρα.
-Είσαι δειλός για να το κάνεις, του γύρισε την πλάτη και προχώρησε με τα χέρια στις τσέπες.
Σα να μετάνιωσε, γύρισε ξανά, να συμφιλιωθούνε αλλά η πέτρα είχε φύγει από το χέρι του άλλου και τον βρήκε στο μέτωπο. Έβγαλε λίγο αίμα, κύλησε χάμω, ενώ ο Τσίρος το έβαζε στα πόδια αλαφιασμένος. Το χτύπημα δεν ήταν γερό. Έτσι, ο Νίκος σηκώθηκε κι έφυγε κι αυτός τρίβοντας το πονεμένο μέτωπο.

Πέρασε κάμποσος καιρός από τότε. Μεγάλωσαν κι όπου να είναι θα πήγαιναν φαντάροι. Μάλιστα, έφυγαν χωρίς να ξανανταμώσουν. Μόνο μια φορά μέσα στο πλήθος, κοίταζαν ο ένας τον άλλον, όταν ο ένας δεν έβλεπε.
Τις μέρες που επέστρεψε ο Τσίρος, ίδιος σχεδόν και απαράλλαχτος όπως είχε φύγει, με τον φόβο καρφωμένο στο μικρό του μέτωπο, με τα ακανόνιστα κοντά μαλλιά και τα αδύνατα παιδικά χέρια, η Ρίμα έπαιζε με τα άχερα του έρωτα στις κοιλάδες, πότε με τον έναν και πότε με τον άλλον. Είχε αγαπήσει έναν Τάκη τριαντάρη αλλά είχε ξεπεταχτεί και με τον Γιάννη. Κι ο Σταύρος όμως κάτι είχε να πει για πολλές βραδιές που τα πόδια της Ρίμας σηκώνονταν ψηλά στις ερημιές.
Ο Νίκος Δελατόρας άργησε να το μάθει. Πως λέμε ο νοικοκύρης το μαθαίνει τελευταίος; έτσι και ο Νίκος. Εξ άλλου, έλλειπε δυο χρόνια φαντάρος κι όταν γύρισε δεν άργησε να καταλάβει τι έκανε η αδερφή του με τους ατέλειωτους έρωτες της. Ο ίδιος δεν τολμούσε να πει λέξη αλλά οι άλλοι, μικροί και μεγάλοι, καύλωναν μονάχα και να μιλάνε γι' αυτήν. Αυτός ήθελε να πιστεύει πως δεν ήταν παρά μονάχα νοσηρές φαντασίες τους αλλά δεν μπορούσε.
Τον Τσίρο τον ξαναβρήκε στις μπουλντόζες κι όλα είχαν ξαναγίνει σαν από την αρχή. Ξέχασαν την μικρή τους έχθρα και έβγαιναν στις γειτονιές τα βράδια, αφού πρώτα λούζονταν και χτενίζονταν για να είναι όμορφοι. Πήγαιναν στο γωνιακό ουζάδικο, έπιναν, γινόντουσαν στουπί, κάπνιζαν πολλά τσιγάρα. Μιλούσαν για τα καινούρια μηχανήματα, για την ακρίβεια και για τις γυναίκες που είχαν γνωρίσει.

Ένα τέτοιο βράδυ, είχαν ξεπέσει εκεί, δυο Αμερικάνες τουρίστριες. Τις πήραν από τον κεντρικό δρόμο με όλα τους τα μπαγκάζια, στο τρακτέρ που οδηγούσε ο Τσίρος.
Μόλις τις είδε, σταμάτησε.
-Να τις πάρουμε; έγνεψε στο Νίκο.
-Και δεν τις παίρνουμε..του απάντησε μισοαδιάφορα.
Ανέβηκαν εκείνες και με τα λίγα Αγγλικά που ήξερε ο Νίκος, με τα λίγα «Ελλήνικος» που έμαθαν εκείνες, τα βόλεψαν. Βέβαια, πιο πολύ γελούσαν παρά μιλούσαν αλλά ο Τσίρος όλο και ψαχούλευε τη μια.
Σταμάτησαν σε κάποιο ουζερί στην παραλία που δεν είχαν ξαναπάει. Παράγγειλαν ούζα, ήπιαν, μέθυσαν και ο Νίκος κάποια στιγμή, πήρε την «δικιά του» στην τουαλέτα. Μπήκαν στις γυναικείες και εκεί, στα όρθια και γρήγορα, λαχάνιασαν σ' ένα μεγάλο αγκάλιασμα των κορμιών.
Ύστερα, την άφησε να βγει πρώτη ακολουθώντας κι αυτός, με το ευχαριστημένο γέλιο του έρωτα χαραγμένο στο πρόσωπο. Μάζευε ακόμα τα παντελόνια του καθώς προχωρούσε στην έξοδο, όταν βγαίνοντας πήρε το μάτι του την αδερφή του την Ρίμα, στο μισοσκόταδο ακουμπισμένη με την πλάτη στον τοίχο κι ένα αντρικό σώμα κολλημένο πάνω της. Έμεινε μετέωρος μη ξέροντας τι να κάνει. Άκουγε τα βογκητά τους και σκοτωμένος σύρθηκε σιγά-σιγά προς την αίθουσα όπου τον περίμεναν οι άλλοι.
Ο Τσίρος μυρίστηκε ότι κάτι συνέβαινε και γι αυτό δεν έφερε αντίρρηση μόλις του είπε ένα βλοσυρό «πάμε να φύγουμε».
Παράτησαν εκεί τις δυο ξένες που τους κοίταξαν απορημένες. Μάλιστα ο Νίκος πέταξε μακριά το χέρι της «δικιάς» του, που πήγε να τον συγκρατήσει.
Έφυγαν αμίλητοι. Ο Τσίρος οδηγούσε το τρακτέρ κι Νίκος βρισκόταν στον δικό του κόσμο. Προχώρησαν κάμποσο και κάποτε σταμάτησαν σε μια ερημιά.
-Γιατί σταμάτησες; ρώτησε ο Νίκος.
-Να κάνουμε ένα τσιγάρο, του απάντησε με κάποια σκέψη.
Είχαν σταματήσει στην μέση του δρόμου. Κατέβηκαν, άναψαν τσιγάρο, περπάτησαν στην ξερή άσφαλτο.
-Θέλω να σου μιλήσω, είπε ο Τσίρος.
-Τι θέλεις; απόρεσε. Πού είναι το τόσο δύσκολο;
-Δεν ξέρω αν είναι δύσκολο. Πρόκειται για την Ρίμα ...
-Ε! συνοφρυώθηκε.Τι τρέχει με την αδερφή μου;
-Μην ανησυχείς αλλά επειδή ξέρω πως δεν έχετε πατέρα και αυτό που πρέπει να πω, πρέπει να το πω σε σένα. Ζητάω λοιπόν, το χέρι της αδερφής σου.
-Εκείνη σε θέλει; έκανε έκπληκτος.
-Νομίζω ναι, είπε με κάποια σιγουριά.
-Τι να σου πω ρε φίλε, είπε συγκινημένος ο Νίκος Δελατόρας. Από μένα να την πάρεις και τον αγκάλιασε.
Κι έφυγαν έτσι αγκαλιασμένοι μέσα στην νύχτα, μέσα στην σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης πραγματικότητας.

ΤΕΛΟΣ

6 σχόλια

Καλησπέρα σου Κώστα. Αν αυτό φίλε ήταν εφηβικό μονάχα διήγημα τι να πω ; Σε αυτό το διήγημα κυριαρχεί μια ωριμότητα που κάθε άλλο παρά εφηβική είναι. Μου άρεσε πάρα πολύ. Όλη η ιστορική του πορεία. Και πάνω απ όλα η τελική κίνηση του Τσίρου. Το δέσιμο των δύο παιδιών, δια πυρός και σιδήρου, το δίνεις πολύ ωραία. Το απόλαυσα. Καλό βράδυ φίλε.

Από ΓΙΑΝΝΗΣ JOHNPIT | Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016 6:05 μμ

Τζον έτσι έγραφα τότε. Αντικειμενικά δεν μπορώ να το δω, ίσως, επειδή ήταν μια από τις πρώτες μου απόπειρες στο χώρο του διηγήματος. Λογικά μου φαίνεται πρωτόλειο μποστά σ αυτά που έχουν επακολουθήσει και έχεις μια κάποια γνώση επειδή τα έχεις διαβάσει. Αυτό πάντως δε θα μπορούσα να το γράψω σήμερα. Από ΚΩΣΤΑΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ | Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016 10:02 μμ

Πόσο είπαμε; 15 ήσουν; Τι να σου πω! Το διάβασα με μια ανάσα που λένε. Κυλάει όμορφα, είναι ρεαλιστικό, αναδεικνύει μια ζωή όπως είναι για πολλά παιδιά στην επαρχία, έχει πληθώρα συναισθημάτων και πολύ καλή γραφή! Μπράβο 15αχρονε Κώστα Καλό σου μήνα

Από ANNA Flo... | Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016 11:56 μμ

ΑΝΝΑ, τόσο ήμουν αλλά και μάλλον τόσος έμεινα! Χαίρομαι αν σου έδωσα κάτι. Καλό σου βράδυ. Από ΚΩΣΤΑΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ | Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016 1:08 πμ

μμμ ωραίο που είναι ... και μετά και μετά? ωωω τέλος λέει Sad Να γράψεις και μετά την έγινε ουφ... αμαν πια ... όλα ο αναγνώστης θα πρέπει να τα φαντάζεται? Ολα τα δύσκολα μας βάζετε να κάνουμε εμείς αι αναγνώσται άμα δεν βάζετε την κάθαρση στο τέλος άντε να την φτιάξουμε εμείς πιφ... Αχερα λοιπόν στάχυα γεμάτα σπόρους και καρπούς για αλεύρι και για σπορά... και μετά και μετά ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα Smile πόσο χαίρομαι που μάλλον είσαι ακόμη 15 Smile Από Μάνια Σ | Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016 2:52 πμ

Τι θα γίνει με Σένα ; Θα κρέμομαι απ΄ την πέννα σου ολόκληρη γυναίκα να με παραμυθιάζεις κι ας με περιμένουν ένα κάρο δουλειές ;;; ; Το μόνο μου άλλοθι είναι ότι είσαι πολύ πειστικός και φυσικά δεξιοτέχνης, που να πάρει ο

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΑ ΆΧΕΡΑ 3

    ΤΑ ΑΧΕΡΑ ΄Ότι και να πεις για τις ωραίες μέρες του Ιουλίου, μην ξεχάσεις τα όνειρα στις μεγάλες κοιλάδες. Το παιχνίδι ήταν μέσα στα ...