Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

ΈΒΡΕΧΕ ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΑ

 

 


ΜΙΑ ΜΕΡΑ



Φθινόπωρο κι έβρεχε ασταμάτητα, το νερό έμπαινε από παντού στο μυαλό, στις τρίχες της μασχάλης, στις πατούσες, μέσα απ τις σχισμένες κάλτσες και κάτι ζεστό ένα, τεράστιο ένα, κυλούσε εκεί ανάμεσα στη λευκότατη σάρκα της Πόπης που ήταν μόνο εικοσιτριών χρονών και σκεφτόταν πως αν δεν έχεις πάθη δεν είναι ανάγκη να ζεις, κάποιος αλήτης της το είχε πει αυτό, ενώ η ίδια είχε μια έκφραση παρθένας που τραγουδούσε με το στομάχι, με την κοιλιά, το της αγάπης αίματα, ωραίο τραγούδι κι επαναστατικό κι αγαπησιάρικο, καθώς αυτό ανάμεσα στη σάρκα της ήταν μόνο από πίσω, κάτι μεταξύ εμβόλου ένεσης, μπαινόβγαινε με συγκλονιστική απόδοση κι αυτή ήταν σε μια κούνια παιδική, τον Σεπτέμβρη του 1967, τα πόδια της έφευγαν στον αέρα, τι ωραία να κουνιέσαι στην κούνια πηγαίνοντας μπροστά τεντώνεις τα πόδια ερχόμενη πίσω τα μαζεύεις για να πάρεις φόρα, να πάρει αέρα η σάρκα σου, χωρίς σλιπάκι. Χωρίς κιλότα. Χωρίς βρακί.
Αυτό είναι άκρως επικίνδυνο αν είσαι κορίτσι, γιατί υποψιάζεσαι πως το τελευταίο που πρέπει να χάσεις είναι η παρθενία, τι στο διάολο χρειάζονται οι παρθένες, σε έναν τέτοιο κόσμο που της άρεσε, α, ναι, της άρεσε πολύ κι ας ήταν σκυμμένη με τα μούτρα στο μωσαϊκό, εκεί που βλέπεις τα όνειρα σου να πηγαίνουν χαμένα, και το τελευταίο που σε νοιάζει είναι αν θα χάσεις την παρθενιά σου και την άλλη μέρα ξυπνήσεις μαϊμού, γιατί όχι, όλοι μαϊμούδες είμαστε και τι ήθελε να πει ο ποιητής του έρωτα Μιλτιάδης Μαλακάσης, σιγά μη την ένοιαζε την Πόπη αυτή η παραξενιά μερικών ποιητών κα κάνουν σεξ από πίσω, από πίσω εννοούν την πίσω πόρτα του σώματος.
-Δε σου αρέσει το οινόπνευμα; Ρώτησε ο Χένρι.
-Πίνω μόνο σπέρμα, απάντησε η Πόπη.
Και τον άφησε σύξυλο να μαζεύει Φθινοπωριάτικα το νερό της βροχής που έπεφτε ασταμάτητα στη Σκόπελο και αλλού αλλά τι νόημα θα είχε αν αυτός την είχε αγαπήσει, όχι τη βροχή αλλά την ευχαρίστηση να τη χαστουκίσει εκείνο το απογευματινό που η παιδική του φίλη έκανε κούνια κι αυτός έβλεπε τα πόδια της να σηκώνονται στον αέρα και κάτι άλλο σηκωνόταν μέσα του, γι αυτό και τη χαστούκισε επειδή την αγαπούσε αλλά εκείνη ήθελε μόνο σεξ, τίποτε άλλο, σεξ, σεξ, σεξ. Σεξ απ ιλ ή κάτι τέτοιο, υπέθεσε ο Χένρι και συμμαζεύτηκε σαν τον σαλίγκαρο στο καβούκι του θυμούμενος το γέρο πατέρα του που ογδόντα χρονών κωλόγερος, αυτό δεν μπορούσε να του το πει επειδή υπάρχει σέβαση για τους γονείς στη Δυτική όχθη του Ιορδάνη, υπενθυμίζοντας μια από τις εντολές του Μωυσή πως πρέπει να τιμούμε τους γονείς αλλιώς θα πάμε στην κόλαση, ογδόντα λοιπόν χρονών αυτός που είχε εκσπερματώσει για να γεννηθεί ο Χένρι, είχε πει πως ο κόσμος μας είναι μια τρύπα.
Μια τρύπα. Μια τρύπα.
Μια τρύπα που δεν χρειαζόταν την επιβεβαίωση του για να το αντιληφτεί αλλά και που δεν του έφτανε σαν φιλοσοφία, τι σόι άντρας είσαι εσύ που δε γαμάς τη γυναίκα σου, του είπε με ευγενικό τρόπο η μητέρα του, όσο μπορεί να είναι ευγενικό αυτό αλλά υποθέτοντας πως το ανθρώπινο κρέας μπορεί να είναι και νόστιμο μπορεί στο μέλλον αν πεινούσε πολύ να έτρωγε τη σάρκα της Πόπης, έτσι δε λένε;
Πως οι εραστές τρώνε τις σάρκες τους; Αλλά, σίγουρα, φτάνεις κάποτε να μην σου αρέσει πια η γυναίκα σου όσο κι αν αυτό μοιάζει υπερβολικό για τους μονογαμικούς, πενήντα χρόνια με την ίδια γυναίκα, με το ίδιο κορίτσι που έκανε τραμπάλα στις παιδικές χαρές των Ιονίων νήσων ή στην καλύτερη περίπτωση που υιοθετούσε η Πόπη πως το σπέρμα είναι πιο νόστιμο, φτιάχνει επιδερμίδα κι αν ακούγεται αισχρό παίρνω όλη την ευθύνη, ρισπονσιμπίλιτυ, αφού όλοι αναλαμβάνουν την ευθύνη, όπως όταν εκσπερματώνεις νιώθεις να χάνεσαι, να πεθαίνεις μαζί με τη δακτυλογράφο, μαζί με τη διαφημίστρια, η τη διευθύντρια του πορνείου που σαν γριά κότα έχει το ζουμί, στον καθρέφτη, στο γυάλινο πάτωμα, στον εξώστη ή στις βρώμικες δημοτικές τουαλέτες που έκανε συνήθως έρωτα η Πόπη, διαλέγοντας ακόμα και εραστές παντός καιρού αν αυτό ήταν το πρόβλημα της επειδή είχε απορρίψει το αλκοόλ και προτιμούσε το σπέρμα αφήνοντας το πρώτο να το πίνει ο εκάστοτε άνομος εραστής της καθώς ο Χένρι της έλεγε για πολλοστή φορά πως την αγαπούσε και τα μάτια του είχαν γίνει κόκκινα, κατακόκκινα, όπως είναι τα μάτια των ερωτευμένων.
-Και θα ζήσουμε για πάντα μαζί; τον ειρωνεύτηκε η πουτάνα Πόπη.
-Ναι, την επιβεβαίωσε φτύνοντας μια ροχάλα φτηνό αίμα και ρίχνοντας της μια στριφνή σφαλιάρα στο δρόμο προς την ισότητα των δυο φύλων.
-Φύγε ρε καριόλη! του σφύριξε αυτή από κατάχαμα.
Τα ανθρώπινα συναισθήματα είναι από πανάρχαια εχθρικά, στιγμιαία, πολλοί θα με κατηγορήσουν για όλα αυτά τα ρήματα, είναι εύκολο να σου ρίξουν στάχτη στα μάτια, είπε ο Χένρι, μπορούν να σε πουν ξεδιάντροπο μη γνωρίζοντας πόσην ξετσιποσύνη κουβαλούν οι ίδιοι μέσα στην άχαρη ζωή τους όπως ισχυρίζεται ο άλλος των ποιητών Κώστας Καρυωτάκης, αν και οι άνθρωποι μισούνται ή σκοτώνονται, αυτή είναι η μοίρα των ανόητων που κάποτε σαν θεατές κοιτούν κατάματα στον καθρέπτη την αλήθεια που δεν μπορούν να παραδεχτούν και για αυτό ο Χένρι προσπάθησε να δεχτεί την πραγματικότητα όπως είναι, δηλαδή ότι είναι Φθινόπωρο και βρέχει και πως το σπέρμα μπορεί να είναι χρήσιμο στα μούτρα μιας γυναίκας, αφού έτσι τα έφτιαξε ένας θεός που δεν ήξερε ή δε χρειαζόταν να λέει τη λέξη θεός αλλά αφού την χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι, μπορούσε κι αυτός να κάνει το ίδιο για να μην ξεχωρίζει από τον όχλο.
Η Πόπη σηκώθηκε απ το κατάχαμα, απ το κάτω του πεζοδρομίου, άναψε ένα τσιγάρο, ο Χένρι συνέχιζε να φτύνει την υπόληψή του, ο όχλος τους κοίταζε με συμπόνια, άλλο κι αυτό! Να σε κοιτάζει ο όχλος με λύπηση και παρ όλα αυτά ο Χένρι, μαζεύω τις λέξεις όπως μου γουστάρει, όχι όπως θέλετε εσείς, παρ όλα αυτά ο Χένρι ήταν συμπαθής, το ίδιο και η Πόπη, που σε λίγο τον αγκάλιασε και προχώρησαν κοιτάζοντας τον όχλο απορημένοι επειδή δεν καταλάβαιναν ότι έπρεπε να πάρουν δρόμο και να μην ασχολούνται για το τι θα γίνει η αγάπη τους κι αν θα ζούσαν μαζί τα επόμενα χρόνια τους.

ΤΕΛΟΣ











 

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

ΠΟΙΟΝ ΑΓΑΠΆΜΕ

 

 


Έχει ενδιαφέρον να μάθουμε τι αγαπάει ο καθένας σ αυτό τον κόσμο. Εγώ τι αγαπάω αλήθεια; πολλές φορές παλαιότερα, έλεγα πως αγαπάω τη θλίψη, όχι τη δική μου αλλά αυτή που έρχεται απ την ερημιά ενός τόπου, απ την άτυχη αγάπη δυο παιδιών, τον τρόπο να κάθομαι στην άκρη της θάλασσας, μόνος, χωρίς κανέναν να συλλογιέμαι, να πικραίνομαι απ το άδικο που είναι περισσότερο απ όσο πρέπει. Κατά βάθος αγαπάω στιγμές, γενικά, όλο τον κόσμο-αλλά αυτό είναι άλλου είδους αγάπη. Για να λες πως αγαπώ αυτό ή εκείνο χωρίς περιστροφές είναι δύσκολο πράγμα η ολοκληρωτική αγάπη και, στην πραγματικότητα το αντικείμενο που αγαπάμε, αυτό που μας κάνει έστω για λίγες στιγμές να σκιρτούμε, ξεφεύγει από τα ΄μαθηματικά όρια και συνεχίζει να υπάρχει σαν κάτι αόριστο: σ αγαπώ γιατί είσαι ωραία; στη μορφή, στους τρόπους, στην κίνηση ή φευγαλέα; αυτό το φευγαλέα μου ταιριάζει για αρχή αλλά μετά μπαίνεις μέσα μου σαν σκέψη για όλη τη ζωή.
Δεν ξέρω αν αγάπησα τη ζωγραφική αλλά το γράψιμο και το διάβασμα σίγουρα.. Η ζωγραφική με ξεκουράζει, με πάει σε άλλους κόσμους, μου δίνει μια άλλου είδους ελευθερία και, ίσως αυτό το παιχνίδισμα του έμφυτου ταλέντου που στην ουσία αποτελεί μια ανωτερότητα. Το γράψιμο και το διάβασμα είναι δυο σιαμαίες ηδονές.
Όμως απ τους ανθρώπους τι αγάπησες; μεγάλο ερώτημα. Σίγουρα τους σπουδαίους ήρωες, τους γενναίους-αυτοί οι γενναίοι ακόμα μου προξενούν κατάπληξη αλλά και να θέλεις είναι πολύ δύσκολο να μοιάσεις στους γενναίους, Οι μεγάλοι ευεργέτες, οι επιστήμονες, οι δάσκαλοι, οι γονείς, ο πατέρας και η μητέρα. Αλήθεια έχετε σκεφτεί ειλικρινά πόσο αγαπάτε τους γονείς σας; ή πως σε κάποιες στιγμές δεν τους αγαπούσατε καθόλου; όλοι τα χουμε σκεφτεί αυτά και έχουμε περάσει τέτοια διλήμματα κι ακόμα και για τους κολλητούς μας φίλους κατά καιρούς τους έχουμε βάλει σε κρησάρα
Στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε τι αγαπήσαμε, έτσι νιώθω κι εγώ. Μια δίκαιη μοιρασιά στην δοτή αγάπη και σε εκείνη που έμεινε όνειρο άπιαστο, σε κάτι αόριστο, ένα κορίτσι που πέρασε ένα απόγευμα μαζί σου και δεν το ξαναείδες, ένα αέρι Καλοκαιρινό που φύσηξε και τίποτε δε γύρισε πίσω. Η αγάπη πίσω δε γυρνά θα ήταν ένας ωραίος τίτλος. Μελό. Της προσωπικής μας αλλά και της δημόσιας εικόνας ενός άντρα και μιας γυναίκας. Η αγάπη, λοιπόν, είναι κάτι που μένει, όταν έχει φύγει.

 

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

ΑΠ ΌΛΑ

 


ΔΥΟ ΚΕΊΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΉ ΓΛΏΣΣΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΈΛΛΗΝΕΣ
-Θα κρυφθεί το φεγγάρι από ζήλια, με είπεν.
-Ουχί, του ηπήντησεν ευκόλως τις παρευρισκόμενος εν τω άμα.
-Προς τι γαρ ο τίτλος και η αμέσως κείμενη πρότασις περί ζήλειας της σελήνης;
-Το εν εστί, επείν μεν πορευθείς ο Σαραμάγκου χιλίας και πλέον χρόνους εν τη φιλοσοφία ουδέν απεκόμισε περαιτέρω εις ημάς και αφ ετέρου δε, πολλάκις αυτόν αντάμωσεν η περισσόν κλέος τύχη.
-Α! ούτως ερμηνεύεις την μελαγχολικήν αυτήν προσωπικότητα; Δεν νομίζεις πως ανακαλύψας το σκότος, έχασες τον νου σου;
-Εις εμέ ωμιλείς με αυτάς τας μελανάς εκφράσεις; [Αλλά παρεμπιπτόντως αξίζει αυτη η έκφρασις: ανακαλύψας το σκότος έχασες τον νου σου!] Διατί μελαγχολίζουσα μορφή ο φιλόσοφος ούτος; Εις εμέ, φαίνετο, αρκούντως λαλίστατος και ευκρινής. Μάλιστα ουχί δυσκόλως αναγιγνώσκεις όσα γέγραπται.
-Έχω τας αμφιβολίας μου. Ψηλαφίζοντας α γέγραπται, μερικάς στιγμάς, μου ήρεσεν η ακολουθία της σκέψεως του. Ματαίως προσπαθείς, εκών άκοντι, να με πείσεις περί των αντιθέτων.
-Ου με πείσεις, καν με πείσεις...Ποίος είπεν; Αισχίνης ή Δημοσθένης; ιδού ένα μέγιστο ερώτημα της στιγμής! Εκλιπούσης της μνήμης...
-Χαχα! βέβαια! σοι εκλίπει πλέον η μνήμη και ελοχεύεις στη σκιά, περιμένοντας τον Σαραμάγκου..
-Μα τι λες ρε; Εγώ κρύβομαι και περιμένω τον Σαραμάγκου; Τι με νοιάζει εμένα ρε; ο κάθε Σαραμάγκου; Α να χαθείς παλιορεζίλη!
-Ρε καραγκιόζη σε μένα μιλάς έτσι; επειδή δε σ αρέσει εσένα ο Σαραμάγκου, τα βάζεις μαζί μου; Ξέρεις ποιος είμαι γω ρε σαχλόμαγκα;
-Αει ρε κατούρα να γίνουν τα χόρτα, έτσι θέλεις να σου μιλάω εσένα!
-Γιατί, εσύ είσαι καλύτερος; πιε τον καφέ σου κει πέρα κι άσε με ήσυχο.
Και ο καθένας έφυγε χωριστά*
 

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

ΔΎΣΚΟΛΗ ΖΩΉ

 


Όπως και να το δεις πάντα η ζωή ήταν δύσκολη για τους φτωχούς αλλά παλαιότερα είχαν τουλάχιστον το όραμα μιας επανάστασης. Τώρα κι αυτό το λαμπάκι έσβησε: δε θα γίνει ποτέ η επανάσταση των φτωχών. Λόγω ασυμφωνίας στο τι είναι φτώχεια αλλά κι επειδή δεν φαίνεται στον ορίζοντα κανένας Σπάρτακος.



Σαν το μικρό τριαντάφυλλο
σαν άσπρο χελιδόνι
αχ, της ασχήμιας πήρα τον καιρό
η ταρακουνημένη.



Συνεκδοχικά, ένα έργο τέχνης πρέπει να είναι "ωραίο" έχοντας κατά νου τη στενότερη ή ευρύτερη σημασία, ετυμολογικά. Ένα έργο τέχνης πρέπει να φτιάχνει τη διάθεση του θεατή, να προβληματίζει. Όμως, ένα "άσχημο" έργο τέχνης που κατακερματίζει το ανθρώπινο σώμα, ταυτόχρονα και πνεύμα, δε βλέπεται, δε φτιάχνει την ευχαρίστηση και κατά συνέπεια δεν πωλείται. Ένα έργο τέχνης, συνεκδοχικά πρέπει να είναι "άνθος".



Ένα από τα μεγαλύτερα κακά στην Ιστορία των ανθρωπίδων υπήρξε η θρησκεία. Σε όλους τους πρωτόγονους και μεθεπόμενους πολιτισμούς επικρατούσε η άποψη πως κάποιος ή κάποιοι θεοί έφτιαξαν τον κόσμο. Οι σημερινοί άνθρωποι δεν έχουν ανάγκη από θεούς. Κανένας δεν έφτιαξε τον κόσμο. Υπάρχει από μόνος του.




Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

ΜΙΑ ΩΡΑΊΑ ΜΈΡΑ

 


 

Θα σ αγαπώ και να θυμάσαι
είναι η ζωή μας η θαυμάσια
Θα σ αγαπώ όπου και να σαι
στην άκρη του κόσμου κι αν χαθώ.
Έχω την εντύπωση, πως η ζωή του νοήμονος ανθρώπου είναι τραγική. Αυτό βέβαια είναι πανάρχαιο υλικό. Όλα του κόσμου τα καλά αν σου δώσω, μια στιγμή να κουνήσεις το κεφάλι σου θα καταλάβεις γιατί το λέω αυτό. Χρειαζόμαστε περισσότερο θάρρος και δεν το έχουμε, η επανάληψη των λέξεων, επειδή η Ιστορία κάπου δε μας δικαιώνει για το είδος που καλλιεργήσαμε, τι σπείραμε τόσους αιώνες, αλλά χτίσαμε σπίτια, φτιάξαμε νοσοκομεία, πανεπιστήμια, ηλεκτρονικούς υπολογιστές και νομίζω πως θα τα καταφέρουμε, όχι ν αλλάξουμε τον κόσμος μας, αυτός είναι και πρέπει να τον καταλάβουμε. Δε δέχομαι την βία σαν ανθρώπινη λύση, ας σκεφτούμε λίγο τους γέρους μας γονείς, το χρήμα χειροτέρεψε την ανθρώπινη κατάσταση, βλέπουμε πόσοι πεθαίνουν εξ αιτίας του, κι επειδή τώρα βρισκόμαστε σ αυτή τη δεινή θέση, η επιείκεια θα μας ταίριαζε καλύτερα.
Είναι ο ήλιος που βγήκε πάλι από την Ανατολή και νομίζω πως αυτό που έπρεπε να καταλάβουμε, ακόμα κι όταν χτίζαμε Παρθενώνες ή Πυραμίδες κι όταν ο Σωκράτης έλεγε πως χρειάζεται να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, ενώ πολεμούσε στον Μαραθώνα και σκότωσε κάποιους ανθρώπους, διαρθρώσαμε τον μύθο της επόμενης ζωής. Η αντίληψη μας έγινε ή ήταν επόμενη και θα μπορούσα, εδώ να παραπλανήσω το χρώμα, την ιδιότητα, το ύφος ενός κειμένου, που είναι ωραίο από μόνο του, έχοντας την ανάγκη να δικαιολογήσω τον τρόπο που ζούμε.
Είναι μια ωραία μέρα σήμερα.

 

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

ΚΛΕΦΤΗΣ

  

 


Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, πριν από πολλά χρόνια. Έμενα τότε σε μια τρώγλη, στην Κυψέλη. Ένα χαμόσπιτο ήταν από εκείνα τα παλιά που υπάρχουν μερικά τέτοια ακόμα και σήμερα. Το διατηρούσα όμως περιποιημένο, εργένης πολλά χρόνια, δεν ήμουν βέβαια και μεγάλος, καμιά τριανταριά χρονών και δούλευα μέχρι πρότινος σ΄ ένα σιδηρουργείο. Και λέω μέχρι πρότινος, γιατί με είχε απολύσει, τ΄ αφεντικό, μέρες Χριστουγέννων. Δεν έχει δουλειές Νίκο, δε βλέπεις τι γίνεται; Τα βλέπεις κι από μόνος σου, άμα συνεχίσει έτσι θα το κλείσω, με καταλαβαίνεις; μου είπε το αφεντικό, ένας κωλοπετσωμένος Πελοποννήσιος. Ανθρωπάκι ήταν, όλη μέρα στη μουντζούρα, στις λαμαρίνες και τα αμόνια. Κι εγώ τα ίδια, έκανα, έσφιγγα-ξέσφιγγα τη μέγγενη αλλά τώρα μου σφιγγε και μένα τη ζωή μια τέτοια. Αποζημίωση δε μου έδωσε, ασφαλισμένος δεν ήμουν, ξέμεινα χωρίς δεκάρα γιορτινές μέρες. Τι θα έκανα; Σκέφτηκα να πήγαινα στη Μαιρούλα, μια φιλενάδα που είχα, το κανα αλλά με διωξε. Άμα είσαι μπατίρης κανένας δε σε θέλει. Έτσι με είχε πιάσει απελπισία, η κρίση ήταν πολύ μεγάλη, όπου κι αν ζήτησα δανεικά, πήρα αρνητικές απαντήσεις. Όλοι έτρεχαν δεξιά κι αριστερά, έκαναν τα ψώνια τους ετοιμάζονταν για τις γιορτές. Κάτι είχαν αυτοί, εγώ είχα ξεμείνει με το τελευταίο πενηντάρικο σε δραχμές, τι να το κανα; Πήγα στο φούρνο, πήρα μια φραντζόλα και την έτρωγα όλη μέρα. Η πείνα είναι δύσκολο πράγμα κι άμα δεν έχεις λεφτά, πεινάς ακόμα περισσότερο. Στην απελπισία μου σκέφτηκα να κλέψω, αλλά τι; ποιόν; Δεν το είχα κάνει ποτέ αυτό το πράγμα, ήμουν φτωχός μα τίμιος. Κι έπειτα πίστευα και στο θεό που μας είχε αφήσει την εντολή, ου κλέψεις. Το βράδυ, βγήκα στο καφενείο, πάνω απ την πλατεία Κυψέλης. Πήγαινα συχνά εκεί, μπορεί να εύρισκα κανέναν γνωστό και κάθισα σε μια γωνιά. Ήρθε ο καφετζής, στάθηκε από πάνω μου και με κοίταζε, όχι τώρα, του είπα κι έφυγε μουτρωμένος. Σε λίγο, ήρθε κοντά μου ο Τάκης, ένας φίλος που κάναμε κάμποση παρέα. Τι θα πιούμε; μου είπε και κάθισε στο τραπέζι μου. Κερνάω, λέγε! Φέρε κανένα ούζο, είπα και έφερε ο μουτρωμένος καφετζής που χαμογελούσε ηλίθια τώρα. Ο Τάκης έβγαλε ένα μάτσο χιλιάρικα και προπλήρωσε. Πληρώνω πάντα ότι έρχεται στο τραπέζι, γιατί οι κουφάλες οι καφετζήδες μετά μας ρίχνουν στο μέτρημα, μου είπε και γελούσε. Καλός ήταν, τον είχα βοηθήσει μερικές φορές, όταν είχε έρθει σε δυσκολίες, γι αυτό, σκέφτηκα πως θα με δάνειζε κανένα ψιλό, να περάσουν οι γιορτές και μετά θα έβλεπα. Ήρθαν τα δεύτερα ούζα, ξαναπλήρωσε, έφτιαξε λίγο το κέφι μας, ο Τάκης ήταν λίγο αμπλαούμπλας, έλεγε διάφορες κουβέντες για γκόμενες. Ώστε δεν έχεις δουλειά, ε; και τι θα κάνεις τώρα; Έχω κάτι υποσχέσεις για μετά τις γιορτές του είπα ψέματα. Θα με δανείσεις κάνα δυο χιλιάρικα; τόλμησα. Α, δανεικά φίλε δε δίνω. Ορκίστηκα στη μάνα μου, δεν μπορώ να πατήσω τον όρκο μου, ότι άλλο θέλεις. Να πιούμε να σε κεράσω όσο θέλεις.. Τι άλλο να ήθελα; Καλά, του είπα, εγώ σε έχω δανείσει κάμποσες φορές. Ε, εσύ δεν έχεις πάρει όρκο, επέμενε. Και τότε μου ήρθε η ιδέα να τον κλέψω. Θα πήγαινα στο σπίτι του κι αυτός μόνος του έμενε, σε μια άλλη τρώγλη λίγο παραπάνω και αν ήμουν τυχερός, συνήθως άφηνε ανοιχτή την πόρτα του, είχα πάει πολλές φορές στο σπίτι του, θα έμπαινα μέσα και θα του έπαιρνα τα λεφτά. Έτσι, γιατί μου την έσπασε με τους όρκους του. Τον ήξερα, άμα έπινε γινόταν στουπί και δεν καταλάβαινε τίποτε. Κι έστρωσα το σχέδιο μου. Φέρε να πιούμε, έλεγα στον καφετζή, εγώ είμαι γερό ποτήρι, δε με πιάνει εύκολα. Και κάποια στιγμή, θα είχε πάει δώδεκα-μία, σηκωθήκαμε να φύγουμε. Άιντε καληνύχτα, μου τσέβδισε παραπατώντας. Καληνύχτα, του είπα κι έστριψα στην πλατεία. Κάθισα στο παγκάκι να περάσει κάμποση ώρα, κοίταξα το ρολόι, πέρασε μια ώρα, τώρα θα έχει κοιμηθεί, σκέφτηκα κι ανέβηκα στο στενό δρομάκι που ήταν το σπίτι του. Νυχτοπατώντας, γύρισα το πόμολο με λίγη ταραχή αλλά δε μ ένοιαζε. Πράγματι ήταν ανοιχτή η πόρτα. Όσο πιο ήσυχα γινόταν, αφού συνήθισα στο σκοτάδι, τον είδα που κοιμόταν του καλού θεού. Ροχάλιζε σαν γίδι. Έψαξα γύρω, βρήκα το πανταλόνι του σε μια κρεμάστρα. Έπιασα το μάτσο με τα λεφτά, ξεχώρισα τα μισά, δεν ήθελα να τον αφήσω χωρίς μία, αν και του άξιζε και βγήκα αθόρυβα σαν γάτα στο δρόμο. Κατηφόρισα στην πλατεία με κάποια αγωνία και φόβο γι αυτό που είχα διαπράξει. Σταμάτησα στην πλατεία, το περίπτερο ήταν ανοιχτό. Πήρα τσιγάρα, άναψα ένα και το κάπνισα στο παγκάκι. Τον Τάκη, από τότε δεν τον ξαναείδα. Μυστήριο πράγμα, λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε.



 


Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Ω! ΕΛΛΆΣ

 


Ω! Να περάσουμε μια ζωή χρυσή!
Η κοκκινοσκουφίτσα φίλησε τον λύκο στο δάσος!
κι έτσι η χαρά είναι και δική μας.
Θα είναι μισή δική μας.

 


Αν και τα πλοία έφευγον
Η Ελλάδα είναι η ποιητικότερη πατρίδα του κόσμου
Όποτε απουσιάζουν τα ξύλινα τείχη ο τόπος μου κινδυνεύει
και πάντα ένας Κόκκινος κίνδυνος, Ρούσικης υπόσχεσης
από τους Ορλόφ μέχρι σήμερα υποστηρίζει σάπια σανίδια.
Τα πλοία έφευγον
Η Ελλάδα μένει, δεν πεθαίνει
πως να πεθάνει κάποιος που είναι αθάνατος;
κι οι Έλληνες συνεχίζουν να μοιάζουν με Κολοκοτρώνικους σουγιάδες.
  

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

ΕΒΡΑΙΚΉ ΜΥΘΟΛΟΓΊΑ

 


Στο σχολείο, λοιπόν, μας δίδαξαν και πολλά άχρηστα έως επικίνδυνα πράγματα. Ένα από αυτά είναι τα θρησκευτικά μαθήματα που μας έχωσαν σφήνα στον εγκέφαλο μας, την Εβραϊκή μυθολογία, και όλες τις δαιμονοληψίες και δεισιδαιμονίες αυτού του λαού. Τι αποκομίζει ένας μαθητής να διδάσκεται δώδεκα χρόνια την Ιουδαϊκή μυθολογία; Την ηθική εξάρτηση από λιβάνια και καντήλια.
Οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τους άλλους, όταν δεν μπορούν ν ακολουθήσουν τη σκέψη τους.
Αν ένας άνθρωπος βρεθεί κατώτερος από το ύψος του, νομίζω πως δεν επανέρχεται. [Είναι αυτό που λέμε, ξέπεσες στα μάτια μου.]
Μερικά πράγματα γίνονται αλλά δε λέγονται. Άρα, πρέπει κάτι να μένει κρυφό. Ας πούμε, ο θεός.
Tόσα πράγματα που έφτιαξα μου φαίνονται πως πήγαν στα χαμένα. Πέτρες, βιβλία, στίχοι, ξανά βιβλία, τετράδια θεάτρου, πίνακες, σκέψεις. Μολυβιές στο χαρτί, τόσα χρόνια, όλα στο χιόνι. Μυθιστορήματα, χιλιάδες σελίδες, πεντακόσια προσχέδια ζωής, νιώθω πως τα παραδίνω όλα στο χάος. Δεν υπάρχει κάποιος που θα τα προσέξει. Ούτε τώρα ούτε στο μέλλον.
Καμιά κρίση ειλικρίνειας δε γλιτώνει τον δημιουργό από τις ανασφάλειες για την τύχη του έργου του. Κι ακόμα, η ζωή αυτή, δεν συγχωρεί τους υπερβολικά ευαίσθητους. Ή δε συγχωρεί κανέναν.
Μια ζωή ζούσα με κόκκους άμμου να κυλάνε γοργά
τώρα φαντάζουν όλα τόσο στατικά, τρομακτικά ακίνητα
ανακάθομαι στο κρεβάτι και ψηλαφίζω στο κομοδίνο
κάπου εδώ ξέχασα μία κλεψύδρα, πρέπει να τη βρω
και να τη γυρίσω...
Ο καιρός πηγαίνω-έρχεται, εμείς έχουμε πάθει ψιμυθίωση σαν κοινωνία ψεύτικη, οι γυναίκες κυκλοφορούν με προκλητικά κολάν-πιο προκλητικό από το γυμνό, σαρκικό ντύσιμο, προτείνω και οι άντρες να κυκλοφορούν με μαύρα κολάν, Κυριακή πρωί στην Αθήνα, γιατί να γκρινιάζεις ο κόσμος μας είναι βελούδινος, απαλός σαν χνούδι νεογέννητου κάκτου, κάποιοι ετοιμάζονται να λουστούν στην πράσινη θάλασσα κι εγώ δοκιμάζω το ελικόπτερο για καινούριες πτήσεις.
Το μόνο που δε μας δίδαξαν, είναι πως να κάνουμε έρωτα. Αυτοδίδακτοι κι εκεί
Κοιτάξτε τώρα: ο Ελύτης απαιτούσε από τους κριτικούς να γράψουν πως ήταν μεγαλύτερος ποιητής από τον Όμηρο. Εγώ να μη απαιτήσω πως είμαι καλύτερος όλων!
Η ταπεινότητα είναι κατώτερο συναίσθημα του ανθρώπου. Ίσως μια παραδοχή της ευφυίας να είναι πιο σωστό. Η ταπείνωση εμπεριέχει εξευτελισμό, ψεύτικον, χριστιανίστικον.
Είσαι σοκαριστικός, μου είπε ένας φίλος και... διαγράφηκε. Μόνος του.
Ηώιππος ξύλινην τε γλώτταν εποίει, πιστόν φίλον εν κινδύνοις γιγνώσκεις, Έλλησι τοις Τρώοις συν Αθηνά χαριστήριον, Δουρείω ίππω τη συμβουλή κελεύων, ίνα ή τα δε εσαεί υπό Έλλησι ή εκείνα πάντα υπό Γερμανίοις γέννηται, ότι τοίσι μάγισσοι περί των πάντων πρηγμάτων, ούτε γαρ ηδύ ούτε αγαθόν εστί, το δε πλήθος φέρει γνώμη αλλά τις ρητορεύει;
Έφτιαξα μια λέξη: ωραιομετρία. Έψαξα στα λεξικά δεν την βρήκα.

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

ΑΣΥΛΊΑ

  

 


 Για όσους δεν κατάλαβαν τι είναι ασυλία: Ασυλία είναι όταν έχεις πονόδοντο και σου βγάζουν αμέσως το δόντι.Εσένα. Το δόντι. Να μην πονάς.Όσοι δεν έχουν ασυλία δεν έχουν ..δόντι. Άστους να πονούν.

 


Ένα ισχυρό πλήγμα που δέχτηκα από τον δυτικό πολιτισμό είναι οι τύψεις που μας φόρτωσαν, ότι δεν κάνουμε καλά τα πράγματα.
Με λίγα λόγια πως είμαι κι εγώ συνένοχος για τα εγκλήματα και τις πράξεις των πλουσίων-αυτών που διοικούν τον κόσμο.

 

 

 

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

ΕΝΙΟΤΕ


 

 

 Χαρίσματα ενίοτε, ζωγραφίζω από πέντε αιώνες, άλλοτε γράφω, σπουδάζω τέχνες και ζωή, κουράστηκα τις συμβουλές, αρνήθηκα όλες τις ενοχές, σεβάστηκα την ανθρώπινη αδυναμία, κόλλησα σε έναν κορμό δέντρου την υποψία να γίνω καλύτερος, φοβάμαι το πρόστυχο, χτυπώ μια μπουνιά στον τοίχο και το χέρι μου δε ματώνει, είναι σπουδαίοι κάτι άνθρωποι λέω, εκείνοι που δεν παίρνουν τη μπουκιά από το στήθος του τριαντάφυλλου, αυτοί που αρνούνται να δεχτούν εύκολα την τρύπια εικόνα ενός χαλασμένου κόσμου, βολεμένου στη θέα του χαρτονομίσματος, που λυπάμαι γιατί έγινε έτσι, επειδή το βλέμμα κοιτάζει το άπειρο, πέρα από τα σύννεφα, προσπαθώντας να ξακρίσω το καλό σιτάρι που όμως κι αυτό δε φτάνει να σταματήσει την ανθρώπινη δυστυχία και, ίσως τα καλύτερα όπλα που αγάπησα να είναι τα πινέλα και η γραφίδα.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

το πρώτο θρανίο

 


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΘΡΑΝΙΟ..
Η πόλη ήταν καθισμένη πάνω στη θάλασσα. Ένας μεγάλος υδάτινος κύκλος, έκλεινε απο παντού τα σπίτια της, απο την ανατολή έως νοτιοδυτικά. Μικρός δεν μπορούσε ποτέ να προσανατολιστεί, του έλεγαν Ανατολή κι έδειχμνε τη Δύση. Μα και μεγάλος τα πράγματα δεν είχαν καλυτερέψει. Απ τον Βορρά ερχόταν ένα κύμα δάσους απο πεύκα λες και έπεφταν καπέλο στο κεφάλι της. Ήταν μια μικρή επαρχιακή πόλη, με ατέλειωτες βροχές απο το Φθινόπωρο που άρχιζε το σχολείο, μέχρι τον Μάιο που τέλειωνε, το νερό έπεφτε με τη σκάφη. Η υγρασία τσάκιζε τα κόκκαλα και η ομίχλη την τύλιγε μ αυτό το γκριζόασπρο σεντόνι, που άμα το έβλεπες απο μακριά, ποτέ δεν ήξερες τι έκρυβε μέσα του. Ο Θόδωρας την αγαπούσε αυτή την πόλη. Εκεί είχε γεννηθεί. Εκεί είχε χτυπήσει τα γόνατά του σε όλους τους βράχους της, είχε πιει νερό απ όλες τις βρύσες, είχε παίξει μπάλα στις αλάνες αλλά και στο γήπεδο και ήταν καλός παίχτης, μπορούσε να γινει ποδοσφαιριστής, αφού δεν ήταν καλός μαθητής, αλλά δεν έγινε.
Ακούμπησε τη βρεγμένη τσάντα στο τοιχάκι του αυλόγυρου της εκκλησίας που βρισκόταν μέσα στα πεύκα, στο βορεινό τμήμα της πόλης. Το χερούλι της είχε σπάσει, άνοιξε και τα βιβλία ξεχύθηκαν κάτω. Μαθηματικά, Όμηρος, αρχαίο κείμενο,Κοσμογονία, Ιστορία. Τους έδωσε μερικές κλωτσιές κι ύστερα τα ξαναμάζεψε, καθώς οι ψιχάλες της βροχής είχαν αραιώσει, ώσπου σταμάτησαν εντελώς.Δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν τα βιβλία, ποιοι τα γραφαν και γιατί τον ταλαιπωρούσαν μ όλα αυτά τα άχρηστα πράγματα. Μόνο η Ιστορία του άρεσε, μπορούσε να διαβάζει ώρες ατέλειωτες. Αλλά άμα του μιλούσες για μαθηματικά, ανατρίχιαζε σαν τη γάτα κι έβγαζε φουσκάλες στο δέρμα του. Πως είχε καταφέρει να περάσει τέσσερις τάξεις, φέτος πήγαινε στη βου Λυκείου, δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται αλλά εφέτος μάλλον δε θα την έβγαζε καθαρή με αυτον τον καινούριο μαθηματικό, τον Χίτλερ που ήταν και γυμνασιάρχης. Τόσα χρόνια καθάριζε με δέκα, δέκα και μισό. Ποτέ παραπάνω. Αλλα και ο γενικός του δεν ήταν πάνω απο δωδεκα ποτέ. Μεγάλωνε λίγο εξ αιτίας που έπαιρνε είκοσι στην Ιστορία και την γυμναστική
Είχε ανέβει στο βουναλάκι με την μικρή εκκλησία για να σκεφτεί την κατάσταση και πως θα την βόλευε. Θα τον έδιωχναν δια παντός απο τα σχολεία. Το παράπτωμα του ήταν ασυγχώρητο και όχι τίποτε άλλο αλλά είχε πάρει και τη Νίκη στο λαιμό του. Ο Γυμνασιάρχης, ο αρχικαθίκης όπως τον έλεγε ο συγκαθήμενος του στο τελευταίο θρανίο, ο πιο χοντρός της τάξης, όλες οι τάξεις είχαν τον χοντρό τους απαραίτητα, είχε βαλθεί να εξοντώσε όλους όσους κάθονταν στα τελευταία θρανία. Εννοείται σε όλες τις τάξεις, σε όλα τα τμήματα. Ο Θόδωρας πήγαινε στο έψιλον δυο, η Νίκη στο έψιλον ένα. Το παράπτωμά τους ήταν βαρύ. Είχαν κλέψει λουλούδια και κρίνα απο τον απαγορευμένο κήπο. Τον κήπο που ήταν ένα υπερυψωμένο μεγάλο παρτέρι με όλων των ειδών τα λουλούδια, που έκοβαν μόνο για τις Εθνικες επετείους και άλλες φορές όταν ερχόταν κανένας επίσημος της κυβέρνησης του πρόσφεραν μια ανθοδέσμη τιμης ένεκεν για τα σπουδαία έργα που είχε κάνει.. Η Νίκη, η κοπέλα του, είχε ζηλέψει κι εκείνος ορκίστηκε πως θα της μάζευε μια νύχτα, λουλούδια απο το παρτέρι για να της δείξει την αγάπη του. Τελικά την είχε πάρει μαζί του εκείνο το βράδυ και μπήκαν τυχαία για να ξεφύγουν απο το άγρυπνο μάτι του Θεολόγου Αληλούια, αλλά δεν τα κατάφεραν. Τους συνέλαβε απο το αφτί την ώρα που έκοβαν τα απαγορευμένα ρόδα, εκείνος ο αγάμητος Αληλούιας που είχε στραβώσει το τσαγούλι του απο το αγαπάτε τον θεό και τα αλελούια που είχε συνέχεια στο στόμα του αλλά πως φαίνεται, ο θεός δεν αγαπούσε αυτόν και του είχε δώσει ένα μικρό εγκεφαλικό, γι αυτό είχε στραβώσει, μα αυτά δεν είχαν σημασία τώρα. Τώρα έπρεπε να ετοιμάσουν την απολογία τους. Έτσι είχε διατάξει με σφιγμένα τα δόντια ο Χίτλερ.
-Να δούμε τώρα ποιος θα σας σώσει Τσανόπουλε! Και σένα και την Αλεξιάδου: Σας περιμένουμε να απολογηθείτε στο συμβούλιο των καθηγητών [ ώχ, ώχ..]
Τσανόπουλος ήταν το επίθετό του και Αλεξιάδου της Νίκης και αν το μάθαινε ο πατέρας της που ήταν και Δήμαρχος, ο Θόδωρας έπρεπε να εξαφανιστεί απο τη μικρή πόλη, όπως εξαφανίστηκαν οι Νεάντερταλ πριν απο τριάντα χιλιάδες χρόνια, για να μείνουμε εμείς οι χόμο σάπιενς που δεν ξέρουμε πότε θα εξαφανιστούμε, θυμήθηκε τα λόγια της καθηγήτριας της Ιστορίας, κυρίας Μωσιάδου, που πιθανώς ήταν οι μόνοι μαζί με τον γυμναστή, που θα τους υπερασπιζόταν στο συμβούλιο. Ίσως να τους βοηθούσε και ο Ντελίριους. Αυτός ο τρελάκιας ο φυσικός, που έλεγε πως ανακάλυψε πρώτος το νόμο της βαρύτητας. Μόλις έμπαινε στην τάξη, διάλεγε τον πιο μακρύ διάδρομο κι άρχιζε να βηματίζει κανένα δεκάλεπτο, αμίλητος, ενω στην τάξη γινόταν χάβρα Ιουδαίων. Ο Θόδωρας με τουςάλλους στο τελευταίο θρανίο, μέχρι τσιγάρο άναβαν. Έβλεπε καμια φορά τον καπνό ο Ντελίριους και ο Θώδωρας του δειχνε ένα φύλο χαρτιού που είχε πάρει φωτιά. Να το σβήσω; ρωτούσε. Σβήστο παιδί μου! φώναζε ο Ντελίριους κι άρχιζε ένα ατέλειωτο μονόλογο, πως τον κυνηγούσαν οι Αμερικάνοι, οι Ρώσοι και οι Κινέζοι. Αυτός ήταν ο Ντελίριους που ήταν καλό ανθρωπάκ κατα βάθος και μάλλον θα τους υπερασπιζόταν, συλλογίστηκε.
Η βροχή είχε σταματήσει εντελώς όταν έφτασε η Νίκη. Ήταν φοβισμένη και κάθισε λίγο μακριά του. Άφησε τα βιβλία της κι αυτή στο πεζούλι. Έπεσαν κιμαυτά κάτω. Ο Θόδωρας δεν τα κλώτσησε, τα μάζεψε και τα ξανάβαλε στην τσάντα της, ενω η Νίκη έκλαιγε σιγανά. Αυτος πήγε κοντά της, ένιωθε πως έπρεπε να την προστατέψει αλλά κι αυτός ένα παιδί ήταν. Τι να έκανε; Την πήρε συνεσταλμένα στην αγκαλιά κι ακούμπησε τα χείλη του στα βρεγμένα της μάγουλα και λίγο στο στόμα. Δεν είχαν φιληθεί πολλές φορές. Η Νίκη τον φίλησε κι αυτή, σκούπισε τα δάκρυα και τον κοίταξε στα μάτια.
-Το ξέρει όλη η πόλη, του είπε.
Ο Θόδωρας απογοητεύτηκε. Σκέφτηκε εκείνη τη μέρα πως δεν επρόκειτο να συμφωνήσουν ποτέ όλοι οι άνθρωποι.
-Εγώ λέω να μην πάμε, είπε ξαφνικά η Νίκη. Να φύγουμε πάνω στο ψηλότερο βουνό. Δε θα μας βρούνε ποτέ.
Ο Θόδωρας την κοίταξε αποσβολωμένος. Όχι, σκέφτηκε, δε θα το έκαναν αυτό. Αν έκαναν κάτι τέτοιο, της είπε, θα ήταν σα να παραδέχονταν κάποια ενοχή.
Η μικρή πόλη είχε χάσει την ησυχία της. Το γεγονός της καταπάτησης του κήπου, κυκλοφορούσε απο στόμα σε στόμα. όλοι ήξεραν κι όλοι είχαν πάρει την απόφαση τους. Στα καφενεία οι γέροι έλεγαν πως ποτε δεν είχε ξαναγίνει τέτοιο παράπτωμα στην πόλη τους εδω και έναν αιώνα, όπως τους είχαν μιλήσει γι αυτό οι παλιότεροι γέροντες που τώρα είχαν πεθάνει. Την ημέρα της απολογίας, ο Ντελίριος σταμάτησε να πηγαινοέρχεται και να λέει πως τον κυνηγούσαν οι Αμερικάνοι, οι Ρώσοι και οι Κινέζοι. Ο αγάμητος θεολόγος ο Αληλούιας, είχε στήσει την πυρά και ήταν έτοιμος με τον Χίτλερ ν απολαύσουν το θέαμα. Το κοινό περίμενε εξω απο το γραφείο των καθηγητών που συνεδρίαζαν, για ν ακούσει την απόφαση. Διψούσε για αίμα. Ο Χίτλερ είπε, πως θύμωνε πολύ μ αυτούς που ήθελαν ν αλλάξουν τον κόσμο. Τι είχε ο κόσμος..μια χαρά ήταν και γι αυτό έπρεπε να τιμωρηθούν με την αυστηρότερη ποινή. Έπρεπε να εκλείψουν δια παντός, για να συνετιστούν και οι άλλοι. Ο Ντελίριους ψέλλισε πως δεν ήταν δίκαιο αυτό κι ο Αγάμητος Αληλούιας του απάντησε με ένα μισητό, εσύ να σκάσεις! Οι άλλοι καθηγητές παρακολουθούσαν εμβρόντητοι,δεν είχαν τι να πουν, τι να κάνουν ότι έλεγε ο Χίτλερ έπρεπε να γίνει. Μόνο η κυρία Μωσιάδου, η καθηγήτρια Ιστορίας προσπάθησε ν αποδώσει το γεγονός σε τυχαία σύμπτωση, τέτοιες που συμβαίνουν άπειρες στο πέρασμα του χρόνου και ο Ντελίριους δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Δίδαξε πως η σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο μοιάζει σαν εκείνη του του σκλάβου με του αφέντη, όπου σκλάβος είναι φυσικά ο άνθρωπος και αφέντης ο χρόνος. Όλοι έμειναν άφωνοι αλλά και όλοι ψήφισαν πως ο χρόνος δεν έπαιζε κανένα ρόλο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εδω, το γεγονός ήταν καθοριστικό και αδειάσειστο. Καταπάτησαν ή δεν καταπάτησαν τον κήπο με τα απαγορευμένα άνθη; Ναί, όλοι μαζί. Μπήκαν κρυφά το βράδυ, άρα στο σκοτάδι δεν κρύβει πάντα ένοχους; Ναι, όλοι μαζί Έχουμε ορίσει νόμους κύριοι, επέμενε ο Χίτλερ. Κιαν σήμερα δεν αποδώσουμε δικαιοσύνη, αύριο όλοι οι μαθητές θ ανέβουν στις έδρες, θα μας πάρουν απο το χέρι τις κιμωλίες και τον χάρακα. Και ποιοί μαθητές; Αυτοί που κάθονται στο τελευταίο θρανίο, οι τελευταίοι, οι κάκιστοι θα συμπαρασύρουν και τους ενάρετους. Όχι, κύριοι δεν θα αφήσουμε δυο τσογλάνια ν αμαυρώσουν την φήμη του σχολείου μας.
Το κοινό, για μια στιγμή, έμεινε μετέωρο, αναποφάσιστο, καθώς ο Θόδωρας με την Νίκη εμφανίστηκαν στο κορυφαίο σκαλοπάτι, προς την έξοδο απο το γραφείο των συνεδριάσεων, πιασμένοι χέρι-χέρι. Δεν τους άφησαν ν απολογηθούν. Τι να πείτε; τους επιτέθηκε ο Χίτλερ; Δεν έχετε να πείτε τίποτε. Τα ξέρουμε όλα. Πηγαίνετε. Η απόφαση θα ανακοινωθεί σε μισή ώρα. Να, πάλι ο χρόνος του Ντελίριου. Ο Χρόνος και ο σκλάβος άνθρωπος. Για μισή ώρα, όλος ο κόσμος θα περίμενε με αγωνία ν ακούσει την απόφαση του αφέντη. Κι ο κόσμος έμεινε ακούνητος σε μια προηγούμενη στάση, με την αγωνία αποτυπωμένη στα μούτρα τους,πως θα περνούσε τόσος χρόνος, πως θα περνούσε αυτη η μισή ώρα μέχρι να μάθουν την απόφαση. Δε μιλούσε κανείς. Απέραντη ησυχία. Η εικόνα πάγωσε. Ο Θόδωρας με την Νίκη, έμειναν στο πιο ψηλό σκαλί, πιασμένοι απ το χέρι. Το ύφος του Θόδωρα έβλεπε μακριά πέρα τη θάλασσα και της Νίκης ήταν στραμμένο σ΄αυτό το προφίλ του. Το κοινό τους έβλεπε ανφας. Πρόσεξαν πως το δεξί χέρι της Νίκης ήταν ματωμένο. Όπως και το πρόσωπο του Γυμνασιάρχη [ ήταν απο τη γροθιά της Νίκης] που βγήκε ν ανακοινώσει την απόφαση. Ένοχοι, είπε. Το κοινό ξεκόλλησε απο την παγωμένη εικόνα. Η οχλαγωγία ξεχύθηκε στη μικρή πόλη. Όλοι σήκωσαν το δεξί χέρι, μπουνιά στον αέρα,η ιαχή ακούστηκε στα πέρατα του κόσμου: Θάνατος στους παραβάτες! Η μισή ώρα είχε περάσει, ο χρόνος δεν είχε σημασία τώρα. Όχι, φώναξε ο Χίτλερ. Η απόφαση μας που βγήκε κατα πλειοψηφία δώδεκα προς τρία, είναι τρία χρόνια εξορία. Και εκδίωξη δια παντός απο την πόλη. Να, οχρόνος πάλι, να ο αφέντης του ανθρώπου. Τρία χρόνια εξορίας στα απέναντι νησάκια, όχι μαζί, ο καθένας χωριστά αλλα και να βλέπονται μεταξύ τους. Αναμεσά τους μια στενή λουρίδα νερού γεμάτοι καρχαρίες.
Η βάρκα που θα τους ταξίδευε, έφτασε στην προκυμαία. Ο Θόδωρας κρατώντας πάντα απο το χέρι τη Νίκη, μ ένα τσιγάρο-γόπα, κολλημένο στα χείλη του, χάραξε μισό, ειρωνικό χαμόγελο. Η Νίκη χαμογελούσε κι αυτή, τα μάτια της στραφτάλιζαν στο κενό της ατμόσφαιρας. Το πλήθος ούρλιαζε, η Αστυνομία τους πρόσεχε, υπήρχε κίνδυνος να τους λυντσάρουν.
Μπήκαν στην βάρκα μόνοι τους, πήραν τα κουπιά κι άρχισαν να λάμνουν προς τα μέσα. Προς τα εκεί που η θάλασσα δεν τελειώνει.
ΤΕΛΟΣ

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΗΡΟ

 

 



Κάτω από το τασάκι υπήρχε μια λέξη ή μια φράση σαν μια χαρτοπετσέτα που τη χρησιμοποιούμε για να σφουγγίσουμε μια ιστορία σαν αυτή με την γυναίκα των τριάντα χρονών, όμορφη, κρυστάλλινη κι αν ο έρωτας χτίζει παλάτια, η αγάπη τα γκρεμίζει, έχοντας τη διάθεση ν αλλάξει τον κόσμο, αυτό σκεφτόταν αναποφάσιστος αν θα έπρεπε να σηκώσει το τασάκι για να δει τη φράση ο Οδυσσέας, δεν είχες πιο πρόσκαιρο άλλο όνομα για αυτόν τον μαρτυρικό επιστροφέα που ούτως ή άλλως σκάλιζε τη νύχτα σε κάποιο καταγώγιο της πλατείας Ομονοίας ενώ όλος ο κόσμος μύριζε την υπέροχη βρωμιά του γυνακείου, όταν εμφανίστηκε η αδιόρατη μεμβράνη.
-Καλησπέρα, είπε δειλά και κάθισε δίπλα του.
Την κοίταξε που χαμήλωνε το βλέμμα, που έπαιζε τις βλεφαρίδες σα μια πεταλούδα που αύριο θα πέθαινε, αυτός ο κόσμος δεν είναι για όλους, αναλογίστηκε καταχρηστικά, ποτέ δεν είχε καταλάβει τι χρειάζονταν οι καταχρηστικές προθέσεις, αλλά η Χρύσα ξαναφορώντας όλα τα ωραία κοσμήματα της, δέκα βραχιόλια, πέντε υποψίες ανθρώπινης εικασίας στο λαιμό, ήταν όμορφη και το γνώριζε.
-Θα πάμε κάπου αλλού; ρώτησε λες και βρίσκονταν για πρώτη φορά στο φεγγάρι.
Ο Οδυσσέας όταν την είχε γνωρίσει, είχε σκεφτεί απερίφραστα πως ήταν μια ανόητη γυναίκα που δεν είχε που ν ακουμπήσει την πλάτη της, αυτός ήταν ήδη πενήντα χρονών και νόμιζε πως οι άνθρωποι των πενήντα δεν κάνουν ανόητες πράξεις, όταν πρότεινε να φύγουν παρέα με το γιατρό που φευγαλέα σκέφτηκε πάλι ο Οδυσσέας πως θα είχε ξαπλώσει κάποτε μαζί του κι εκείνη το αρνήθηκε αργότερα με πείσμα μιας αθώας πόρνης.
Το βράδυ ήταν υπέροχο. Κάθισαν σε ένα τραπέζι για πλούσιους, η Χρύσα άστραφτε μόνο γι αυτόν, έφαγαν ήπιαν, ο γιατρός πήρε την καινούργια, καμιά σκέψη για ιδιαίτερη τέχνη του γράφειν, πρόκειται για μια σκληρή ιστορία περιστάσεων, πήγαν στο σπίτι του, το δικό του, η Χρύσα τον πήρε κάτω απ το σεντόνι, τύλιξε τα όνειρα του σε μια μαρμαρόσκονη, τι θέλουμε να πούμε τώρα εδώ, αν όχι την ομοιοκαταληξία του δέρματος;
-Έχεις το πιο ωραίο δέρμα! αναφώνησε η Χρύσα.

Γιατί θα έκρυβε κάτι αυτή αθώα ιστορία αν δεν υπήρχε εκείνο το βράδυ μετά από δυο χρόνια που έκαναν έρωτα ασυλλόγιστα στο δάπεδο του μωσαϊκού; Πολλές φορές είχε σκεφτεί αυτό το δάπεδο με καρφωμένη την πλάτη της Χρύσας από κάτω αλλά εκείνο το βράδυ είχε πιει πολύ και βαριόταν τις ιστορίες όλου του κόσμου κι έτσι την πήρε τηλέφωνο, λέγοντας ένα, έλα, σε περιμένω στο δάπεδο κι εκείνη αρνήθηκε με πείσμα, όχι δεν έρχομαι, έλα εσύ εδώ στο δικό μου δάπεδο.
Πήγε περνώντας από συμπληγάδες, τώρα λέξη είναι αυτή; Και αναλογιζόμενος τις ευθύνες ενός σύγχρονου ανθρώπου, φοβήθηκε τα αλκοτέστ και όλες τις πρόχειρες βαναυσότητες αλλά έλα που υπήρχε πάντα η μυρουδιά του δέρματος;
Φτάνοντας σε ένα σπίτι που κατοικούσαν οι θεοί δεν μπορούσε να μη σκεφτεί ποιος ήταν δίπλα, ποιος άλλος κατοικούσε στο σπίτι της ερωμένης του; Μη σε νοιάζει, είναι ο πατέρας μου, ενενήντα χρονώ, δε βλέπει, δεν ακούει, μη σε νοιάζει και ο Οδυσσέας είδε ή πρόλαβε να δει, μια σκιά χωμάτινη να διαβαίνει από τη μια πόρτα στην άλλη, ενώ αυτός έξυνε το δέρμα της Χρύσας που ήξερε ή έσφυζε από μια ζωή κυλισμένη στο χρώμα του οπίου αλλά που τώρα είχε ξεφύγει κι αναζητούσε στο πρόσωπο του Οδυσσέα την ελευθερία των ίσων.
-Τώρα, ανατρίχιασε, πάμε έξω! Πάμε να δούμε τον κόσμο μέρα!

Κάτω απ το τασάκι υπήρχε μια λέξη, βέβαια, όταν έφτασαν ήταν πέντε το πρωί λίγο πριν χαράξει ο σκληρός διαβήτης το καινούργιο πλάνο, γύρω από την Ομόνοια, γύρω από τον κόσμο της βρώμικης νύχτας που τα καταγώγια κοιμούνται και ξυπνούν τα ολέθρια όνειρα πως η ζωή δεν είναι τίποτα, ένα μηδέν, ποιος σέβεται τον Έντγαρ Άλαν Πόε και τι νόημα έχει ένα πρόχειρο ή ψεύτικο καπό ενός παλιακού αυτοκίνητου πέντε ή ώρα το πρωί κάποιου Σαββάτου, όταν την αγκάλιασε, λες και ήταν άσφαλτος, λες και μύριζε αυτό το μαύρο με τα λίγα άσπρα χαλίκια, θες να με πάρεις εδώ; ρώτησε σιγανά η Χρύσα κι αυτός κατέβασε μέσα σ αυτόν τον κόσμο, την κυλόττα της, έβγαλε όλα τα δικά του ρούχα, γυμνός πέντε η ώρα το πρωί κάποιου Σαββάτου στην Ομόνοια, η Χρύσα πέταξε και την τελευταία ικμάδα της στα μάτια των μπαλκονιών που άνοιγαν οι γειτόνισσες, ο Οδυσσέας κόλλησε πάνω της, πρέπει να δώσουμε την εικόνα, τα μάτια από τις πολυκατοικίες, τις γλάστρες που ξυπνούσαν, τον ανέραστο εραστή, τη φαλακρή τραγουδίστρια, τον Σαββόπουλο που περνούσε απέναντι με την Δημοσθένους λέξη, κι αν βγω απ αυτή τη φυλακή, τι ανοησία τέτοια ώρα που αυτοί γαμιόνταν, οι άλλοι να σκέφτονται τη δικιά τους ευτυχία αλλά κανένας δεν ήταν έτοιμος να δεχτεί αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα που έβλεπαν μπροστά τους.
-Νομίζεις πως είσαι αθάνατος; ρώτησε η Χρύσα γυμνή στην παραλία της Ομονοίας.
Ο Οδυσσέας σκάλιζε ή σκεφτόταν τι να ήταν κάτω από το τασάκι, γυμνός κι αυτός, περήφανος δίπλα της, ξέρεις αυτό το καινούργιο ύφος της λογοτεχνίας γεννάει καινούργιους Ομήρους, δεν υπάρχουν άλλες λέξεις για να φτιάξουμε ή να σκαρφιστούμε, περιγράφοντας το δράμα ή την ευτυχία και αν όλοι αυτοί μαζί μπορούσαν να χαρούν επειδή όντως, της είπε πως θα παντρευτούν, άρα τότε άλλαζαν οι διαδικασίες, οπότε τα μπαλκόνια χαμογέλασαν, έκλεισαν όλα τα παντζούρια, σκέφτηκαν οι άνθρωποι πως αυτοί οι δυο γυμνοί της πλατείας Ομονοίας είχαν δίκιο, οπότε γιατί να μιλάμε περί λογοτεχνίας, κάνοντας περικοπές ή αφαιρέσεις.

Κάτω απ το τασάκι υπήρχε η λέξη σ αγαπώ.






 

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

ΠΟΛΎ ΓΈΛΙΟ.

 

 


-Ωραία! μου λέει.
-Το ποιό; ερωτώ.
-Η ζωή! Αχ!
-Προς τι το αχ;
-Δεν ξέρεις εσύ....
-Ναι, που να ξέρω...
-Κάποτε ήμουν εποχιακή...
-Υπάλληλος;
-Όοχι...
-Σαλάτα;
-Δε ντρέπεσαι; εγώ είμαι σοβαρή γυναίκα! άκου σαλάτα...
--Μα, δεν υπάρχουν εποχιακές σαλάτες; Τώρα όλοι εποχιακοί είναι..
-Εγώ τώρα δεν είμαι..
-Ααα, εσύ πας από το πλάι...για πες...τι εποχιακή ήσουν;
Δε μιλάει. Με κοιτάζει σαν βλάκα. [Μπορεί και να είμαι.]
-Ξέρεις ποιος μου τ αγόρασε αυτό το σαλόνι; αλλάζει κουβέντα
-Που να ξέρω; ερωτώ ιδρωμένος.
-Ο διευθυντής μου.
-Κι αυτό το σπίτι; ξαναερωτώ.
-Ο πρώην διεθυντής μου.
-Ωραία! λέω.
-Το ποιο; συνοφρυώνεται.
-Το εποχιακό...
-Α, ναι, με κόβει. Ήμουν εποχιακή γκόμενα, αγαπητέ μου. Τι κοιτάς; δε σου κάνω;
-Όοχι, αυτό ήθελα να πω...
-Τι; σου αρέσουν οι εποχιακές; Ωραία. Τώρα είναι Χειμώνας, τι προτιμάς; ξανθιά ή μελαχροινή;
-Ξανθιά ρετσίνα, λέω και μένει κάγκελο.
-Α, εσύ δεν τρώγεσαι, λέει και φεύγει. Και μ αφήνει εποχιακό μούσμουλο.

 

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

ΑΠΌ ΠΑΛΙΆ



Εγώ δεν είπα τίποτε, τον κοίταζα μόνο στα μάτια έτοιμος να βάλω τα κλάματα. Με κοίταζε και κείνος και σα να δάκρυσε.
-Θα έρθω στο σπίτι με τη Μαγδαληνή ένα απόγευμα να τα πούμε και να τα πιούμε, μου είπε. Θα δεις, είναι καλή, μη νομίζεις. Επειδή δεν είναι όμορφη; Γέλασε. Δεν πειράζει. Και σκούπισε τα μάτια του και τα δικά μου.
Μετά από λίγες μέρες ήρθαν. Τους άνοιξε ο πατέρας μου και, πράγμα παράξενο, τους καλοδέχτηκε. Όχι πως ήταν κακός ο πατέρας μου, όχι. Αλλά να, μια ζωή αλήτη τον ανέβαζε κοπρόσκυλο τον κατέβαζε. Μα τώρα που παντρεύεται θα βάλει μυαλό- εγώ μόνο μυαλό δεν περίμενα να βάλει ο Ντάφλος. Θα βάλει γιατί παίρνει και καλή κοπέλα, συνέχισε ο πατέρας μου κι εγώ τον κοίταζα με μάτι αλλήθωρο. Καλό σόι ο Σταυρέας, του βρήκανε και δουλειά έμαθα. Μπράβο τους! Με αποτελείωσε.
Καθίσαμε έξω στην αυλή, η μάνα μου έφερε καφέδες. Μετά από λίγο ο Ντάφλος ζήτησε ούζα. Ήπια κι εγώ ένα μαζί τους και του πατέρα μου άσπρισε το μάτι. Αυτουνού που είχε πιει τα ποτήρια όλου του κόσμου. Άλλο τώρα που του το είχαν απαγορέψει οι γιατροί. Ένα-δυο ποτήρια κρασί του είχαν πει, είχε την καρδιά του. Άλλη ιστορία αυτή, στη συνέχεια, μπορεί να σας πω ορισμένα πράγματα από την ολοτάραχη ζωή του πατέρα μου. Προς το παρόν ο Ντάφλος είχε κατεβάσει το καραφάκι και παράγγειλε κι άλλο στη μάνα μου.
-Φέρε να πιούμε, της είπε σα διαταγή κι εκείνη έφερνε .Ώσπου έγινε δαυλί εκείνο το απόγευμα ο Ντάφλος. Η Μαγδαληνή τον κοίταζε αποσβολωμένη. Δεν ήξερε τι να κάνει τα χέρια της, τα σταύρωνε τα ξεσταύρωνε και η χοντρή μύτη της είχε τσουρουφλιστεί. Έμοιαζε να ντρέπεται έτσι που συμπεριφερόταν ο μέλλων σύζυγος της. Ο Ντάφλος την αγκάλιαζε κι όλο «έλα εδώ μωρή!» της φώναζε. «Έλα εδώ, μη φοβάσαι τίποτα, θα σε κάνω εγώ βασίλισσα, ε, μπάρμπα Φώτη; Πες κι εσύ τίποτα, δεν έχω δίκιο;» Η Μαγδαληνή αποτραβιόταν πέρα με συσπάσεις αηδίας στο πρόσωπο, δεν τον ήθελε, το έδειχνε σχεδόν από την αρχή . Σα να μην τον χώνευε. Σα να μην τον ήθελε καθόλου, ούτε να τον έβλεπε ποτέ στα μάτια της. Τέτοια ήταν τα κατάβαθα της ψυχής της κι αν είχες μάτια το έβλεπες. Αλλά όσο αποτραβιόταν, τόσο φούντωνε ο Ντάφλος. Το μάτι του κοκκίνιζε και γυάλιζε απ το ποτό.

Είναι ορισμένα πράγματα που μεγαλοποιούν τις πράξεις των ανθρώπων, σαν αυτή τώρα του Ντάφλου. Εγώ τότε διάβαζα μετά μανίας όλα τα κλασσικά βιβλία. Ότι εύρισκα μπροστά μου. «Θα κουτοβαρεθείς καημένε!» μου λεγε ο Ντάφλος. Άσε εκείνος ο Σταυρέας. «Δε βγάζουν ψωμί αυτά που κάνεις,» μου είπε μια μέρα που με βρήκε κατάχαμα να ζωγραφίζω και να διαβάζω. «Τι είναι αυτά;» λες και έβλεπε σίχαμα. Το είπε στον πατέρα μου. «Μην τον αφήνεις να ζωγραφίζει και να διαβάζει, θα πάθει το μυαλό του»
Τέτοιος ήταν ο Σταυρέας, χουντικός, γουρούνι του κερατά. Έτσι τον μελετούσα και το είπα στο Ντάφλο αλλά εκείνος δεν έμοιαζε να νοιάζεται για τέτοια πράγματα και τα πολιτικά, τουλάχιστον τότε.
Εν πάση περιπτώσει που κοπανάει συνέχεια και ο πατέρας μου, έλεγα για τις πράξεις που μεγαλοποιούν την εικόνα ενός ανθρώπου. Αρνητικά ή θετικά. Σκηνή σαν αυτή που ξετυλίχτηκε εκείνο το απόγευμα στην αυλή-τι απόγευμα, είχε βραδιάσει για τα καλά- μου θύμισε εικόνες από άλλες εποχές, άλλα βιβλία, ξένους, μυστηριακούς τόπους και ήρωες.

Ο Ντάφλος είπαμε, είχε γίνει δαυλί. Η Μαγδαληνή στεκόταν ανήμπορη κι απορημένη στην πόρτα κι ο πατέρας μου άκουγε το παραμιλητό του Ντάφλου. Τι του έλεγε; Πως καλά έκανε που παντρευόταν και θα νοικοκυρευτεί, πως έπαιρνε την καλύτερη γυναίκα και πως τώρα θα δεις μπάρμπα-Φώτη, θ αλλάξουν όλα. Κι ύστερα πάλι το γυρνούσε. Τι τα θέλεις μπάρμπα-Φώτη, να σου πω κάτι; Πες έγνεφε ο πατέρας μου. Να σου πω κάτι; Τι τα θέλεις; Ο γάμος είναι σκλαβιά και οι γυναίκες για σκότωμα. Όλες, να! έτσι τσίτωμα με το πιρούνι θέλουν! Και το κάρφωνε στο τραπέζι.

Ώσπου δεν άντεξε άλλο η Μαγδαληνή. Σηκώθηκε πάνω μπαρουτιασμένη, του πέταξε πέρα το χέρι κι έκανε να φύγει. Αλλά αυτός την πρόλαβε. Σηκώθηκε τρεκλίζοντας και τη σβούρισε. Την έφερε απέναντι του και της έσκασε ένα τρανταχτό σκαμπίλι. Ύστερα δεύτερο και τρίτο. Εκείνη ούρλιαζε με το πρόσωπο στα γόνατα κουκουβισμένη.
Σηκώθηκε η γειτονιά στο πόδι. Άντρες, γέροι, γυναίκες, παιδιά, κρεμάστηκαν σα μελισσολόι στα κάγκελα της αυλής να κοιτάζουν απορημένοι κι ο Ντάφλος να φωνάζει
-Σήκω πάνω μωρή! Σήκω πάνω μη σου γαμήσω τον κερατά που σε πέταγε. Σήκω πάνω μωρή! Κι εκείνη να κλαίει.
Κάποια στιγμή σηκώθηκε. Ο Ντάφλος κοίταζε όλους τους άλλους αγριεμένος. Ύστερα την πήρε αγκαλιά, της σκούπισε τα μάτια και φύγανε τρεκλίζοντας.
Έτσι, χωρίς μια καληνύχτα.

 

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

οιστρος

 

 


ΚΛΕΙΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΞΩ .
..κάποτε όλοι τον τραγουδούσαμε και είχαμε λόγους χίλιους ν ακούμε την φωνή του. Ν ακούμε τα πουλιά τα βρίσκει ο χάρος στο φτερό, τα λάφια όταν σκύβουν για νερό και να νιώθουμε θλίψη, ή ν ακούμε την Ρωμιοσύνη και να μας πιάνει επαναστατικός οίστρος, κατηφορίζοντας την Πανεπιστημίου και αλλού..
Σιγά-σιγά ο Γιώργος Νταλάρας έγινε ένα μεγάλο μέρος της Ελληνικής κοινωνίας, ένα αναπόσπαστο κομμάτι που όριζε ακόμα και κοινωνικές συμπεριφορές. Όπως επίσης αργά και σταθερά έφτιαχνε ένα προφίλ τέλειου εργασιομανούς ανθρώπου: Ο κάτοχος της εργασίας πρέπει να πουλήσει την εργασία του στον καπιταλιστή,αλλιώτικα είναι καταδικασμένος στην πείνα. Το κεφάλαιο αγοράζει την ανθρώπινη εργασία και την μετατρέπει σε κερδοφόρα επένδυση.
Αυτό θα πρέπει να το είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς, ο δε μας χέζεις ρε Νταλάρα, και φυσικά έχει ξεπληρώσει με την φωνή του και τα χρήματα-κυρίως του Ελληνικού λαού-το χρέος του απέναντι στην τέχνη. Συσσώρευε αγαθά κι από νεκρά που είναι τα έκανε να έχουν μεγαλύτερη αξία από την ανθρώπινη παρουσία, από την ανθρώπινη ενέργεια. Ο καθένας, βέβαια, αυτό προσδοκά από τον καπιταλισμό. Ο καπετάν -Μίκης Θεοδωράκης, λένε πως δεν ξέρει τι έχει, κατά τ΄άλλα γράφουμε τραγούδια για την φτώχεια. Είναι πολύ ψεύτικη πια η συμπεριφορά των ειδώλων μας.
Προσωπικά, δεν κρύβω πως μεγάλωσα με τα τραγούδια του και ούτε πως ακόμα με συγκινούν, ιδιαίτερα τα παλιά αλλά είμαι πια απρόθυμος ν ακολουθήσω μια τόσο ελιτίστικη συμπεριφορά. Αυτά είναι τ αποτελέσματα του καπιταλισμού που έκανε τον άνθρωπο να αποξενωθεί από τον εαυτό του, από τον διπλανό του και από τη φύση. Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πια σχέσεις αλλοτριωμένων, είναι αυτόματες. Ο πολιτισμός μας γίνεται πολιτισμός της μοναξιάς, το μοναχικού ανθρώπινου είδους που προσπαθεί να μείνει κοντά στο κοπάδι για να ξεπερνάει τις ανασφάλειες του.

 

υστεροφημία 2

    Να προλάβεις ν απολαύσεις την υστεροφημία σου! Απλά είναι τα πράγματα: ας πούμε ο Μίκις απόλαυσε ένα μέρος της υστεροφημίας του...ο Κα...