Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΤΗ ΣΚΙΆ ΤΩΝ ΒΡΆΧΩΝ..2

 

 
 

 
 
Καθόμουν εκεί στη σκιά των βράχων, μέρα, μεσημέρι ήταν που δεν είχα τι να κάνω, δεκαέξι- δεκαεφτά χρονών παλικάρι. Ο ήλιος χτύπαγε πάνω από σαράντα βαθμούς Κελσίου, ο ιδρώς έσταζε από μόνος του στο στέρνο μου. Από τότε την κουβαλούσα την απελπισία των πραγμάτων κι ένα ποτάμι που έτρεχε τα γαλάζια του νερά- το φοβόμουν το νερό- ποτέ δεν ήθελα να πνιγώ, κάπως αλλιώς ήθελα να πέθαινα, σε αντίθεση με τον αδερφό μου μου έκοβε στην μέση το ποτάμι, διάβαινε, πήγαινε πέρα, αντίπερα. Έλα και εσύ, μου φώναζε αλλά εγώ καθόμουν στα αβγά μου. Θυμάμαι όλα αυτά που έκανα τότε κι ανατριχιάζω, λες και τα έκανε κάποιος άλλος! Το χωριό ήταν μικρό, οι γυναίκες λίγες κι εγώ είχα επιθυμήσει σφόδρα μια θειά μου, όμορφη σαν τα κρύα τα νερά. Ερχόταν πολλές φορές στο σπίτι μας να κουβεντιάσει με τη μάνα και τότε με φιλούσε, τάχα συγγενικά αλλά εγώ καταλάβαινα αλλιώς τα χείλη της στα μάγουλά μου. Η Αντιγόνη, ήταν ολόασπρη σαν το κρίνο κι εγώ την σκεφτόμουν γυμνή στο κρεββάτι. Σα να ντρεπόμουν λίγο, τότε που έκανα τέτοιε σκέψεις, ένιωθα όμως μια κάψα γι αυτή τη γυναίκα, την είχα ποθήσει από πιο μικρός μα δεν ήξερα αν έπρεπε να της φανερώσω τον έρωτα μου. Φοβόμουν πως θα με απόπαιρνε και τότε θα ρεζιλευόμουν στα μάτια της. Όποτε έκανα αυτές τις σκέψεις, λιποψυχούσα. Φανταζόμουν τον εαυτό μου σαν αποτυχημένο εραστή και μου κόβονταν τα γόνατα.
Εκείνο το μεσημέρι όμως που καθόμουν στη σκιά των βράχων, το είχα πάρει απόφαση: Θα της το λεγα. Και δε με ένοιαζε πως θα το έπαιρνε αφού είχα καταλάβει πως κι εκείνη με ήθελε. Τι θεία και ξεθεία, σκέφτηκα, μια γυναίκα ήταν που την είχε παντρευτεί ένας πρώτος ξάδερφος του πατέρα και που τώρα ήταν μετανάστης στην Αμερική και η Αντιγόνη έλειωνε, περνούσε τα καλύτερα της χρόνια αγάμητη, κρίμα δεν ήταν; Αλλά πάλι…αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα και το έλεγε στη μάνα μου; Δε θα ρεζιλευόμουν σ όλο το χωριό; Σε όλη την κοινωνία. Κι έπειτα τι γύρευα εγώ με μια γυναίκα σαράντα χρονών; Πω, πω! κρύος ιδρώτας με έλουσε, μετάνιωσα παρευθύς, κώλωσα. Έλα όμως που η Αντιγόνη φάνηκε κείνη τη στιγμή στη βρύση στα Τσερίτσανα τη βαρέλα να γεμίσει; Και όλες οι αντιρρήσεις μου πήγανε περίπατο. Με αγκάλιασε αυτή την αγκάλιασα κι εγώ κι έγινε ότι έγινε. Εκεί, ανάμεσα από κάτι πουρνάρια και σκίνα κάψαμε πολλές φορές τον έρωτα μας. Έναν έρωτα κρυφό. Σαν κάτι που δεν έπρεπε να γίνει. Και το κρατούσα μυστικό ως τα τώρα που η θεία Αντιγόνη δεν υπάρχει πια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΣΤΗ ΣΚΙΆ ΤΩΝ ΒΡΆΧΩΝ..2

          Καθόμουν εκεί στη σκιά των βράχων, μέρα, μεσημέρι ήταν που δεν είχα τι να κάνω, δεκαέξι- δεκαεφτά χρονών παλικάρι. Ο ήλιος χτύπαγε...