Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

ΣΤΟ ΆΓΡΙΟ.

 


 

Τα Καλοκαίρια στο Άγριο είχαν μια ωραία ζέστη, όχι πολύ, μάλλον δροσερά και ίσως κάποιους Αύγουστους ν ανέβαινε ψηλά η θερμοκρασία. Εκείνο το Καλοκαίρι που τέλειωσα την πρώτη Δημοτικού, ο Τούμας μου είχε βάλει εννέα στο ενδεικτικό και είχα αισθανθεί περήφανος και περισσότερο η μητέρα μου, επειδή τα περισσότερα αδέρφια μου δεν έπαιρναν πάνω από έξι, πέρασε ανάμεσα από πολύ σκόνη και φωνές. Στο Άγριο οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι ακόμα και φυσικά γέμιζαν σκόνες τα μουντζουρωμένα μας πρόσωπα. Ο πατέρας μου είχε φύγει από την Άνοιξη, μετανάστης στη Δυτική Γερμανία όπως σχεδόν όλοι οι άντρες του χωριού, κι όλοι μαζί πασχίζαμε να τα βγάλουμε πέρα, περισσότερο η μητέρα αλλά κι εμείς τα παιδιά κάτι κάναμε. Οι εργασίες ήταν πολλές, στον κήπο, στο χτήμα Χατζιά, όπου είχαμε υποστατικό με λίγα ζωντανά, κότες, κατσίκες και άλογα, στο μποστάνι με τα Καλοκαιρινά ζαρζαβατικά, στον κάμπο που είχαμε λίγα στρέμματα σχετικά με τους άλλους, όπου έσπερναν το καλαμπόκι, και το σιτάρι. Θυμάμαι κάτι νύχτες που κοιμόταν εκεί όλοι η οικογένεια, τα πρωινά έκανε φοβερή δροσιά, και τα παιδιά κουκουλώνονταν με κουβέρτες, ενώ οι μεγάλοι άρχιζαν να θερίζουν.
Πέρασε το Καλοκαίρι εκείνο, ήρθε ο Χειμώνας στο Άγριο, βαρύς, οι κρύσταλλοι κρέμονταν από τα δέντρα, ο πατέρας μου είχε στείλει πολλά δέματα με ρούχα, πολλά ρούχα που έκαναν τη μητέρα να χάνεται, πώς να τα ξεδιαλύνει, πώς να μας ντύσει, εμάς τα μαυρόπαιδα της, αλλά γελούσε κάπου-κάπου το χείλη τη, αυτής που έλεγε πως δε θα γελάσει ποτέ το χείλι μας. Ακόμα και σοκολάτες είχαν μέσα αυτά τα δέματα και τι άλλο δεν είχαν, ώσπου έφτανε η μέρα που θα γινόταν τα βαφτίσια της δεύτερης αδερφής μου που θα την έλεγαν Δέσποινα, ενώ η μητέρα ήταν έγκυος ήδη στο τελευταίο της παιδί που ήταν κι αυτό κορίτσι, η Φιλοθέη, τότε, την ημέρα που θα γινόταν η βάφτιση, είχε έρθει πρώτη και καλύτερη η Δέσπω η μάγισσα και ψιθύρισε στ αυτί της πως δε θα έκανε άλλο παιδί πια, φτάνει! φώναξε, του έκαμα μάγια του κερατά, να στερέψει ο σπόρος του κι η μάνα μου την κοίταζε όπως την κοίταζε, απορημένη η γυναίκα, φοβούμενη πως δε θα ξανάκανε έρωτα με τον Φώτη κι ανατρίχιασε αλλά η Δέσπω την καθησύχασε λέγοντας πως απλά δεν θα έκανε χωρίς να συλλαμβάνει, αυτά ήταν τα μάγια της, κι όλες οι γειτόνισσες που είχαν έρθει στο γιορτινό τραπέζι, γέλασαν στην αυλή, που είχε ετοιμαστεί για αυτή τη γιορτή της βάφτισης, το πρωινό εκείνο του Φλεβάρη, κι εγώ, χωμένος κάπου εκεί, παρακολουθούσα τις σκηνές που διαδέχονταν η μια την άλλη, βλέποντας τη Δέσποινα, ένα πολύ όμορφο κορίτσι να κλαίει στη σαρμανίτσα, λουσμένη με το φως του ονόματος της, κι ύστερα να γελάει καθώς όλοι έκαναν ευχές, να ζήσει, να χαίρεται και τα λοιπά, οι περισσότερες γυναίκες και κοπέλες ήταν, οι ελάχιστοι άντρες που είχαν απομείνει στο χωριό ήταν εκεί, πέντε Βαγγέληδες, με πρώτον τον Βαγγέλη Κουφό, τον χαζό του χωριού που είχε παντρευτεί τη Σόφω, μια πρώην πόρνη στα δεκατέσσερα την είχαν ξεπαστρέψει πέρα στις κωμοπόλεις.
-Βαφτίσαμε την κόρη του φαμπρικατζή! Το κορίτσι του Άγριου! Φώναζε ο χαζός κι έπινε κρασί.
Τα μάτια του έβγαζαν σπίθες, λιγνός, στραβός σαν κατσαβίδι σπασμένο, χόρευε καθώς οι μουσικάντηδες άρχισαν να παίζουν κι όλοι τους κοιτάζαμε μαγεμένοι που έπαιζαν το κλαρίνο, το ντέφι και την κιθάρα, όταν φάνηκαν στα τρία πέτρινα σκαλοπάτια, τρεις κοπέλες ντυμένες με άσπρα πέπλα, αργά-αργά, τρεις ξανθές κοπέλες που άστραφταν στον κρύο ήλιο, σοβαρές, αγέλαστες, κατέβηκαν επί τέλους τα τρία σκαλιά, περπάτησαν κι έφτασαν πάνω από τη βαφτισμένη Δέσποινα, έκαναν κύκλο, στάθηκαν γύρω της, με τα χέρια ψηλά στον ουρανό, εδέησαν αυτές οι μοίρες, οι κόρες της Ανάγκης.
-Είναι πρωί ακόμα! είπε η Κλωθώ, ενώ ένα κρύσταλλο έπεφτε από το κλαρί της σκαμνιάς.
-Μεσημέριασε πάλι! Απάντησε η Λάχεσις. Το κορίτσι απ το Άγριο έχει όνομα. Το λένε Δέσποινα, αυτό θα κουβαλάει σαν λαχείο σε όλη της τη ζωή.
-Έρχεται το βράδυ! Φώναξε η Άτροπος, το μέλλον των θνητών.
Η μάνα του κοριτσιού συνέχιζε να κλώθει σε μια ρόκα που δεν είχε μαλλί, οι τρεις κοπέλες, έχασαν τα πέπλα τους, στη θέση τους εμφανίστηκαν η Βαγγελιώ, η Ασημούλα και η Αρετή, έφηβες κόρες με ροδοκόκκινα χείλη και μάγουλα και παιχνίδιζαν μεταξύ τους, οι κρύσταλλοι έπεφταν τώρα βροχή στην αυλή που άντεχε το βάρος των θνητών.
απόσπασμα από την ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΌΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ. [Αέκδοτο μυθιστόρημα μου.]
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΣΤΟ ΆΓΡΙΟ.

    Τα Καλοκαίρια στο Άγριο είχαν μια ωραία ζέστη, όχι πολύ, μάλλον δροσερά και ίσως κάποιους Αύγουστους ν ανέβαινε ψηλά η θερμοκρασία. Εκεί...