Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2019

Η ΦΤΕΡΝΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ.





Πάψε να κλαις και να αισθάνεσαι ηλίθια, ήταν μια φράση ειπωμένη το χίλια εννιακόσια εβδομήντα δυο, όταν η Άννυ είχε γεννηθεί, μικρούλα και οι άνθρωποι είχαν πει πως δε θα μπορούσε να ζήσει στον επιβλητικό κόσμο των αναμνήσεων.
Εκείνο το Καλοκαίρι είχε πάει διακοπές στο αόριστο νησί των εξελίξεων, χωρίς να τη νοιάζει αν έπρεπε να ζει ή να πεθαίνει και σκεφτόταν πως κανείς δεν ξέρει γιατί ήρθε σ αυτόν τον κόσμο και γιατί θα έφευγε από αυτόν τον δυστυχισμένο κόσμο, χαράζοντας ένα χαμόγελο, μια αισιοδοξία στον παρατατικό και φτάνοντας στο παραλιακό μαγαζί, κάθισε να πιει ένα ποτό μόνη της. Ανάμεσα από τα σκέλια της κάτι την έκαιγε ήθελε να ξεφτιλίσει αυτόν τον κόσμο με ένα μαχαίρι κοφτερό σαν την όψη να γελάσει μαζί του, τόσο όμορφη ήταν η Άννυ, ο κόσμος μια σταλιά, πίσω από τη σχιζοφρένεια φαινόταν η αλήθεια, τα μάτια που έκαιγαν, ο Καζαντζάκης πουριτανός και ανηλεής, ο Κούντερα μηδαμινός και ο πεσιμισμός του Σοπενάουερ ή μιας ανάλογης συνέργειας την εξωθούσαν να γελάσει μ αυτόν τον κόσμο! Τι ωραίο θα ήταν να την βλέπουν όλοι να οργιάζετε! Η σάρκα μας χρειάζεται έρωτα, το αίμα! η Αννυ τα ήξερε όλα αυτά και περιγελούσε τον κόσμο των καταπατήσεων.
-Τζον μια μέρα θα φύγω να μη με περιμένεις.
-Που θα πας; ρωτούσε με αγωνία.
Η Άννυ είχε πάει με πολλούς άντρες. Ο Τζον ήταν αφελής. Σκληρή πραγματικότητα ζώντων οργανισμών αλλά τι νόημα θα είχε αν, χωρίς να λάβουμε υπ όψιν μας ένα έργο που παίζεται στο σινεμά μιας παρακείμενης συνοικίας; Κάτι πρέπει να πούνε εδώ για την νομιμότητα αυτών των δυο ανθρώπων, οι χαρακτήρες τους είναι απόμακροι. Ποια είναι η Άννυ; Και τι κάνει ο Τζον;
Ο Τζον είπε μια μέρα πως δε σε θέλω πια έτσι. Είσαι ένα σκουπίδι. Άσχημη λέξη.
Η Άννυ σκουπίζοντας ένα ξένο πεζοδρόμιο κοίταζε πέρα τον ορίζοντα.

Το μαγαζί ήταν άδειο, νωρίς ακόμα όπως είπε ο μαγαζάτορας που την κοίταξε όπως την κοίταξε, που την είδε όμορφη και η Άννυ φρόντισε να κρύψει τα λευκά της πόδια πίσω από ένα κατάλευκο φουστάνι, μελέτησε πως δεν την ένοιαζε ότι και να έλεγαν γι αυτήν, καθώς ο σερβιτόρος της έφερνε το ποτό της, τζιν ή βότκα που τα αγαπούσε όπως και οΤζον, ένας άντρας που την είχε αγαπήσει περισσότερο απ τη ζωή του, και που τώρα αυτή τον είχε εγκαταλείψει θεωρώντας πως δεν είχε τίποτε άλλο να της προσφέρει μετά από πέντε χρόνια γάμου, που φυσικά την άφησε ανικανοποίητη, γιατί ο θρόνος της ήταν πιο ψηλά, γιατί, πίνοντας την πρώτη γουλιά απ το ποτήρι της άφησε να της ξεφύγει ένας ερωτικός αναστεναγμός που ήχησε στο άδειο μαγαζί όπως μια άρια της Μαρίας Κάλλας, έτσι που οι σερβιτόροι, οι μάγειροι, τα αφεντικά έτρεξαν από πάνω της.
-Α, δεν τρέχει τίποτε καλέ! Τους πέταξε με το ανάλαφρο ύφος της. Τρέχει τίποτε; Έσμιξε τα φρύδια της κατά πρόσωπο του αφεντικού, φάτσα με φάτσα, θυμό με θυμό, όχι, γαλήνεψε αυτός κι αργά χάθηκαν όλοι στο βάθος, στις δουλειές τους να κόψουν κρεμμύδια, να πλύνουν τις λάντζες να σιδερώσουν τις άσπρες ποδιές τους, οι άνθρωποι αυτοί ήτανε ξένοι, το μεροκάματο τους ήθελαν να βγάλουν και η Άννυ ένιωσε μια λαχτάρα για τον Τζον γελώντας στον Παρακείμενο.
-Θα πας μόνη σου όπου θες; Μα εγώ σου προσφέρω τα πάντα! Δεν μπορώ να σε καταλάβω Άννυ!
-Ούτε εγώ Τζον. Είμαστε δυο γέφυρες που δεν ενώθηκαν ποτέ. Δυο φυτά που ξεφύτρωσαν σε έρημο, εμένα ο κόσμος μου είναι κάτω απ τα σκέλια μου και χάιδεψε ξανθιές αφέλειες σκεφτόμενη πως έπρεπε να βγάλει την άσπρη κυλόττα της, τι στο διάολο τις ήθελαν οι άνθρωποι τις κυλόττες; Αναλογίστηκε σκίζοντας την κατάχαμα, κάτω απ το τραπέζι, έτσι που να την βλέπουν όλοι όσοι άρχισαν να μπαίνουν στο μαγαζί κι αυτή, η Άννυ να περιφέρει την οξύτητα της στον ραγισμένο καθρέφτη του πρώτου τυχόντα εραστή, των πρώτων τυχόντων επιβητόρων που όντως είχαν αρχίσει να κάθονται στα τραπέζια τους, να παραγγέλλουν, να τρώνε, να συζητάνε ενοχλημένοι απ την πολιτική κατάσταση του τόπου αλλά ταυτόχρονα να κοιτάνε τη σχισμένη κυλόττα της κάτω απ το τραπέζι της , έτσι που η Άννυ να μεγαλώνει τους αναστεναγμούς, να τρίβεται πίσω απ το τραπεζομάντηλο, να ερεθίζεται, να αρχίζει να χάνεται στον κόσμο της ηδονής, ααα, τι ωραίο ήταν που την έβλεπαν όλοι τρώγοντας το φαί τους και ξύνοντας ανέμελα τους κροτάφους οι άντρες, ενώ οι γυναίκες ενοχλούνταν από την χαλαρότητα του πνεύματος, από την μη οξυδέρκεια των ιθυνόντων, δεν ήταν για καθώς πρέπει πελάτες αυτό το μαγαζί, έπρεπε να φύγουν και να μη ξανάρθουν αλλά η Άννυ, ω αυτή Άννυ που δεν έπρεπε να γεννηθεί, άρχισε να φωνάζει, γες, ναι, έλα! σηκωνόταν στα πίσω πόδια της καρέκλας, ένιωθε μόνη σε ένα κρεβάτι, χωρίς εραστή μόνη με τα ανοιχτά της πόδια, ο κόσμος όλος είναι μια ηδονή, το γέλιο της σκόρπισε τους πελάτες, εκμηδένισε την πραγματικότητα, έφυγαν όλοι ντροπιασμένοι από μια αδιάντροπη ηρεμία, όταν την πλησίασαν απειλητικά τα αφεντικά με τα μαχαίρια της κουζίνας ξυραφισμένα στα ασπρισμένα από μίσος χείλια τους.
Το βλέμμα πάγωσε.
-Τζον αυτός ο κόσμος δεν είναι για μας.
-Γιατί το λες αυτό Άννυ;
Μίλησε ο Τζον
-Εμένα δε με χωράει ανθρώπου νους.
Πάψε να κλαις και να αισθάνεσαι ηλίθια! Πάψε να κλαις και να αισθάνεσαι ηλίθια! Ούρλιαξε.
Ήταν μια φράση που έλεγε στον Ενεστώτα η Άννυ που δεν έπρεπε να γεννηθεί.
τέλος


2 σχόλια:

  1. Θα το χαρακτηρίσω συναρπαστικό. Όπως πάντα δυνατό, ακραίο, άναρχο αλλά βγάζει μια σειρά από αυτές τις εικόνες που βγάζουν τα έργα του Τέννεσυ Ουίλλιαμς.
    Κώστα σε καλησπερίζω. Το απόλαυσα αληθινά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τενεσσύ Ουίλιαμς! ναι, από τους πολλούς που αγάπησα στη λογοτεχνία. Γειάσου Τζον.

      Διαγραφή

Ο ΚΌΣΜΟΣ ΤΩΝ ΧΑΜΈΝΩΝ

Ο… Στεκόταν κάμποση ώρα εκεί, στη μέση του δρόμου, αναποφάσιστη. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Να κλάψει ή να μισήσει τον εαυτό τη...