Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

ΜΠΆΛΛΑ.

 

 

 


 

Υποτίθεται πως οι κουλτουριάρηδες δεν είναι ποδοσφαιρόφιλοι, εγώ τουναντίον ανήκω σ αυτούς που αγαπάνε το ποδόσφαιρο και γενικότερα τον αθλητισμό [άρα δεν είμαι κουλτουριάρης] κι έπαιξα σε κάποιες μικρές κατηγορίες μπάλα σε ικανοποιητικό μέχρι πολύ καλό επίπεδο, ταχύτατος με επιτάχυνση στο μικρό χώρο, γύρω στα δώδεκα δευτερόλεπτα το κατοστάρι, δεξιοπόδαρος αν και το αριστερό δεν το είχα μόνο για να περπατώ, έτσι έλεγε ο Βασιάδης μια ποδοσφαιρόφατσα, αμυντικός από κείνους που έσπαγαν κνήμες κι όταν με μάρκαρε ακόμα και στις προπονήσεις το βρίσιμο και το σκληρό του μαρκάρισμα με έκαναν να φοβηθώ για τη σωματική μου ακεραιότητα κι ενώ μπορούσα να ακολουθήσω μια ένδοξη καριέρα, κάποια άλλα ζωγραφικά και συγγραφικά προτερήματα, με έρριξαν από το βάρθρο αυτό και επέλεξα να παίζω με τους βετεράνους, από Βαμβακούλα μέρχι Σάντμπερκ, ένας Σουηδός φορ που είχε βγεί και πρώτος σκόρερ στο μεγάλο πρωτάθλημα μας που με ρωτούσε με έκπληξη, σε σπασμένα Ελληνικά, Κώστας σε ποια ομάδα παίζει εσύ, δεν μπορεί, πρέπει εσύ παίζει σε μεγάλη ομάδα, μέχρι Παπαιωάνου, και άλλους που δε μου έρχονται τώρα στο νου και αυτό που ήθελα να πω πω δεν το ξεκίνησα ακόμα, για τον Μαραντόνα ήθελα να μιλήσω και είναι αλήθεια πως χρόνια τώρα, από μικρό παιδί που διαβάζω τον αθλητικό τύπο και παρακολουθώ ποδόσφαιρο, ποτέ δεν ήμουν φανατικός οπαδός, λέω πως είμαι Ολυμπιακός, αν και δεν το πιστεύω επειδή πάντα μου άρεσαν κατά καιρούς όλες οι ομάδες που έπαιξαν καταπληκτικό ποδόσφαιρο, από τον Παναθηναικό του Δομάζου, τον Άρη του Ντίνου Κούη, του Κεραμιδά και των άλλων, τον Ηρακλή του Χατζημαναγή, την ΑΕΚ του Τσάρτα και τον ανεπανάληπτο Μαραντόνα, που νομίζω σε σύγκριση με τον Πελέ υπερτερούσε όλα εκτός από την κεφαλιά που όμως, αυτό το κεφάλι του Μαραντόνα, μας έδειξε για μια ακόμα φορά πως δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα αλανόπαιδο στις φτωχογειτονιές της Αργεντινής, μια μπαλόφατσα που όσοι έχουν παίξει ποδόσφαιρο τις καταλαβαίνουν από μακριά τι κουμάσια είναι, τι σκατόφατσες και αλητόβιοι τύποι και πως αυτός δεν μπορούσε να ξεφύγει από αυτόν τον κανόνα πως οι ποδοσφαιριστές είναι ανεγκέφαλοι, μέχρι σημείου ν απορείς πως είναι δυνατόν αυτός ο ανόητος να κάνει τέτοια πράγματα με τη μπάλα και εκτός αυτού, ο Μαραντόνα εκτός γηπέδων μοιάζει με έναν κακομοίρη πρεζάκια, από εκείνους που δεν έχουν ή και δεν ξέρουν ν αρθρώσουν λέξη, γιατί υπάρχουν και λίγα πρεζόνια που δεν έχουν καεί εντελώς ακόμα, και, περίπου πιστεύω πως αθλητικά, μόνο αυτός ο Ρονάλντο ο Πορτογάλος τον έχει ξεπεράσει, γιατί ο Μέσι δεν κάνει για τέτοιες συγκρίσεις αν και εγώ θεωρώ μεκαλύτερο όλων αυτών, εκείνο τον καπνισιάρη και στεγνό Ολλανδό, τον Γιόχαν Κρόιφ, ως τον μεγαλύτερο ποδοσφαιριστή του πλανήτη γη, που είχα την τύχη να παρακολουθήσω ζωντανά σε ένα ματς με την Εθνική μας στο Καραισκάκης, τότε που η Ολλανδοί έπαιζαν το πιο ξέφρενο ποδόσφαιρο που έχει παιχτεί σε όλα τα γήπεδα του κόσμου. Ο Μαραντόνα, λοιπόν είναι συγκρίσιμος για καλύτερος ποδοσφαιριστής αλλά και για χειρότερος των ανθρώπων, όπως ο Χάιντεγκερ ήταν ο μέγιστος των φιλοσόφων αλλά και ο χείριστος των ανθρώπων 

Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

ΚΑΛΟΚΑΊΡΙ 2

 


 

ΧΩΡΊΣ ΤΊΠΟΤΕ
      
Μια γυναίκα χωρίς μουστάκι
να θυμίζει την Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Κι έναν άντρα φτηνό στην αγορά
να πίνει τσίπουρα αέρα στη σειρά
Ένα μήλο, ένα σ αγαπώ, εσένα
χωρίς τίποτε, χωρίς άλλο παρμένα
απ του κύβου τις ακμές τα μύχια, δόλια
ένα λουλούδι χωρίς αξία, μια μανόλια.
Έφυγε χωρίς να ξέρει πως την αγαπούσα
κίτρινα φιλιά χίλια λιμάνια
δεν ήθελε να βρει έναν άλλον στην Ανθούσα
κι εγώ να περιμένω στην αφάνεια
της λησμονιάς το κόκκινο κρασί να πιω
αυτή ήταν της καρδιάς κι εγώ της λογικής
πως να γλιτώσω πως να μην στο πω
πως ήσουνα θεά κι εγώ αγόρι μια θνητής;
κι ενός θεού, ημίθεος γαρ, δίχως μουστάκι
κι ένα κορίτσι να θυμίζει την Αλίκη Βουγιουκλάκη
δική μου ήσουνα κι εσύ στην άκρη μιας αυλής
παράθυρο του κόσμου που να βρεις
 

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

ΚΑΤΆΛΑΒΕΣ;

 

 


Μέχρι να καταλάβω τι σκέφτομαι, έχει περάσει πάνω από μισός αιώνας.
Απόψε ρε φιλαράκια και φιλίτσες, ήθελα να φάω ένα βόδι, μοσχοαναθρεμμένο, παχούτσικο, να τάχει τα κιλά του. Τι ζέστη και ξεζέστη! μια χαρά τρώγεται το βόδι. Πίνεις και δεκαοχτώμισυ μπύρες και είσαι μια άλλη χαρά. Αλλά δεν έχω το βόδι. Αν έχετε κανένα πρόχειρο στείλτε το.
Δεν είμαστε τα πουλάκια, ούτε τα μυρμήγκια, να φροντίζουν μόνο για το φαγητό τους. Εκτός αν νομίζετε πως είμαστε. Εγώ πάντως άνθρωπος λογίζομαι, παρ όλες τις αντιρρήσεις. Πονώ και σκέφτομαι. Αν όμως μου κόψεις τα φτερά δεν θα είμαι ούτε μυρμήγκι ούτε πουλί. Γιατί και τα δυο έχουν φτερά.
Ο εγωισμός είναι τελικά ελάττωμα ή προτέρημα; Σύμφωνα με του Δαρβινιστές είναι η μεγαλύτερη αρετή των ικανοτέρων. Στην δε φύση, ο εγωισμός σπάει καρύδια. Μου αρέσει που είσαστε καλοί εγωιστές.
Eίμαστε όλοι ίσοι και έχουμε τα ίδια δικαιώματα στη ζωή. Το πιστεύετε αλήθεια αυτό;
Μη βγάλεις άχνα! Δε σε αντέχω άλλο, μου σπασες τ αρχίδια. Μα είναι κατάσταση αυτή με σένα μωρ αδερφέ μου; άσε με μια φορά μόνο μου...δεν το καταλαβαίνεις; Σε κουβαλάω μια ζωή...[τα χω με τον εαυτό μου μην ενοχλείστε εσείς.] Αυτός ο άλλος εαυτός δε λέει να με αφήσει ήσυχο, σας λέω αλήθεια..τον πούστη!
Η φωτογραφία είναι στημένη. Ένα πλάνο απ τη ζωή ενός ασήμαντου ζωγράφου, για μια ταινία του παλιού , καλού Ελληνικού κινηματογράφου. Λερώσαμε τα ρούχα, ρίξαμε στην παλέτα διάφορα χρώματα, στήσαμε ένα ωραίο σκηνικό, ο σκηνοθέτης είπε πως όλα ήταν υπέροχα. Η ταινία ήταν βωβή μόνο το χαμόγελο του ζωγράφου έπρεπε να λείπει, είπε ο σκηνοθέτης αλλά αυτό δεν μπόρεσαν να το σβήσουν.
Με τέτοιους απόγονους που δημιουργήσαμε, δεν έχουμε καμιά ελπίδα σαν έθνος. Μιλάμε για ένα μπουλούκι, που αλοίμονο σου αν πέσεις μπροστά τους. Καταλαβαίνω το δράμα των ανθρώπων -γονέων που έθρεψαν τέτοια φίδια στην ποδιά τους και κλαίω τη μοίρα τους. Το δράμα τους είναι ανελέητο. Φυσικά το κράτος δεν κάνει τίποτα και απορώ. Ως πότε άνδρες Ελλήνων; πότε θα θεσπίσουμε νόμους σκληρούς που ο καθένας αν δεν τους σέβεται θα πάει φυλακή; Έτσι δεν πρόκειται να πάμε ποτέ μπροστά.
Ξέρω πως σας αρέσει η απελπισία. Ο θάνατος με παραμονεύει προτού να φτάσω στον Κάλαμο.
Έχετε δει κανέναν πραγματικά λυπημένο άνθρωπο να χασκογελάει; Όχι βέβαια. Μόνο οι δημοσιογράφοι μπορούν να σου μιλάνε για τραγωδίες και να χαμογελούν για να φαίνονται ωραίοι. Το θέμα κυρία μου είναι τεράστιο και δεν λύνεται σε πέντε γραμμές. Αλλά δεν θέλω να σας κάνω το ήδη καζανισμένο κεφάλι σας μεγαλύτερο. Απλά συνεχίστε να βλέπετε στις οθόνες, τους σύγχρονους ...
 

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

ΈΛΛΗΝΑΣ

 

 


Δε θα συμφωνήσω με τους πολλούς που κλαίνε και μοιρολογούν πως δεν υπάρχουν πια Έλληνες και θα ξεκινήσω μ ένα βασικό συμπέρασμα που εκδόθηκε από έγκυρες και διαπιστευμένες παγκόσμιες έρευνες: Η γενετική αλληλουχία του πληθυσμού της Ελλάδας, υπάρχει από την Νεολιθική εποχή έως σήμερα.
Άρα, λοιπόν, καμία δάφνη δεν κατεμαράνθη, όσο κι αν δάκρυζε ο κατά πάντας αξιότατος ποιητής, Διονύσιος Σολωμός.
Ο Ελληνικός πολιτισμός δεν έπαψε ποτέ ν ακτινοβολεί και η συνέχεια του στον γραπτό και στον προφορικό λόγο, η διατήρηση του Αρχαίου και Μεσαιωνικής σοφίας, οι λεκτικοί και φωνητικοί αρχαϊσμοί, τα ήθη, τα έθιμα, οι παροιμίες και τα τραγούδια, τα τοπωνύμια, η αρχιτεκτονική, δηλώνουν την πραγματική εικόνα της Ελλάδας.
Καμία ανάγκη δεν έχουμε, αγαπητοί φίλοι, να ρωτάμε τους ξένους, ποια είναι η γνώμη τους για την Ελλάδα. Μήπως ξέρουν να μας πουν ποια είναι η γνώμη τους για τη δικιά τους πατρίδα; Την Αγγλία, την Ολλανδία, τη Γουαδελούπη; Γιατί καίγεστε να μάθετε τι σκέφτονται όλοι αυτοί για εμάς τους σύγχρονους Έλληνες; Διαφωνώ τελείως με τους μεμψίμοιρους, τους κλαψιάρηδες και φυσικά και με τον Λιαντίνη που ενίοτε προσπαθεί ν ανατρέψει και τον ίδιο του τον εαυτό! Αυτός δεν υπήρξε Νεοέλληνας και μάλιστα σημαντικός; γιατί απαξιώνει και διαλαλεί πως η Ελλάδα είναι σβησμένη από τον χάρτη των Εθνών;
Η Ελλάδα δεν είναι αγαπητοί φίλοι, τα δέκα εκατομμύρια που κατοικούν εδώ και τα άλλα τόσα, διάσπαρτα σε όλον τον πλανήτη.
Λένε μερικοί πως δεν έχουμε ταυτότητα σαν λαός! αν είναι δυνατόν! Ένας λαός που η γλώσσα του-μαζί με τους Κινέζους- οι πολυπληθέστεροι και οι λιγότεροι! σε αριθμούς κατά μια σατανική σύμπτωση- μιλιέται και γράφεται από τότε που πρωτομίλησαν και πρωτοέγραψαν οι άνθρωποι.
Σκέφτομαι, γιατί να συνεχίσουμε αυτή την αθλιότητα, δηλαδή την σύγκριση Αρχαίων και Νέων Ελλήνων και να εξάγουμε συντριπτικό συμπέρασμα υπέρ των Αρχαίων; Μήπως σταμάτησε ποτέ αυτός ο τόπος να γεννάει άξιους ανθρώπους; δηλαδή ο Σολωμός τι είναι; αρχαίος ή νέος; Ο Παπανικολάου δεν έχει καμία σχέση με τον Ιπποκράτη; οι μεγάλοι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς, Καζαντζάκης και λοιποί για να μην αναφέρομαι σε καθέναν ξεχωριστά, δεν είναι απόγονοι των Αρχαίων; τι διάολο ανομοιότητα είναι αυτή; Θεωρώ ανοητολογία να υποστηρίζουμε την γνώμη, αλήθεια ποιοι βλαμμένοι υποστηρίζουν πως, επειδή οι Αγγλογάλλοι ανακάλυψαν τους Αρχαίους Έλληνες, άρα αυτοί είναι και οι απόγονοι τους! Γιατί;
Και γιατί μειώνουν εμάς που γεννηθήκαμε σ αυτό τον τόπο που λέγεται Ελλάς και όχι Γκρεκία [όποτε τους συμφέρει είμαστε Έλληνες και όποτε τους βλάφτει, είμαστε, Γραικύλοι].
Αν δηλαδή οι φίλοι μας οι Ιταλοί, κι αυτοί λένε πως είναι απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων, γεννιόντουσαν εδώ, στην Ελλάδα, θα ήταν καλύτεροι από εμάς; τους σύγχρονους Έλληνες; και γιατί; μήπως έχετε γνωρίσει τι συντριπτικά ελαχιστότατος λαός είναι οι Νορβηγοί; έχετε συνομιλήσει με ηλίθιους Γάλλους; με χαζοχαρούμενες Γερμανίδες; ή με τους υπερόπτες Άγγλους που το μέγιστο τους, ίσως πάνω από το 70%, δεν ξέρουν τι είναι η Ελλάδα! και το χειρότερο; ο μέσος Αμερικάνος σχεδόν πάνω από 90% δε γνωρίζει που βρίσκεται η χώρα που λέγεται Ελλάδα!
Αγαπητοί φίλοι, δε νομίζω πως χρειάζεται ν αναφερθώ εκτενώς σ αυτή την αθλιότητα κάποιου Φαλμεράγιερ, περί της Ελληνικότητας των Νέων Ελλήνων- αρκεί μια ώριμη σκέψη: ο τόπος αφομοιώνει τον μετανάστη. Στην περίπτωση της Ελλάδας, αφομοίωσε και τους κατακτητές.
Ένα μεγάλο ερώτημα παραμένει το γιατί όσοι γεννήθηκαν στην Ελλάδα δεν είναι άξιοι συνεχιστές των, ενώ όσοι θέλουν να μείνουν εδώ, είναι καλύτεροι;
Δε με πιάνει καμιά ελληνολατρεία ή ελληνοπάθεια. Γνωρίζω πολύ καλά την ιστορία και τα πάθη μας, σαν λαού, και δεν πετάω στα ύψη. Αλλά οι βλακείες και οι διοχετευμένες επιθέσεις εναντίον μας, με εξαγριώνουν. Τι θέλει ο παγκόσμιος πολιτισμός από τους σύγχρονους Έλληνες; γιατί γκρινιάζουν για τις δικές μας αθλιότητες οι Αγγλογάλλοι; οι χορτάτοι κοιλαράδες Γερμανοαμερικάνοι; για πιο λόγο κατηγορούν τις ασπιδωτές κοιλιές των παπάδων μας;
 

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

που αγαπήσαμε με πάθος

 


 

Από το Σύνταγμα πολύχρωμοι μαν
δρόμοι που αγαπήσαμε με οργή
στα σκαλιά καθόταν μια νέγρα κοπέλα
έκλαιγε
χιπ-χοπ ο νεαρός στο μάρμαρο μπρος
στη μεγάλη Βρετάνιδα που κυματίζει
ασθμαίνουσα Ελληνική σημαία
δε με νοιάζει
Ολισθαίνοντας την Πανεπιστημίου
ποιος ξέρει γατί ήρθαμε εδώ;
η λευκή γυναίκα δεν είχε που να πάει
ένας άλλος άντρας περπατούσε ανάποδα στα σκαλιά
χιπ-χοπ
από το Σύνταγμα μαν
άνθρωποι που αγαπήσαμε με πάθος
τα μάρμαρα, τα μάρμαρα, τα μάρμαρα!
Διαβαίνοντας αργά το απόγευμα
στην Ακαδημίας και αλλού
μια νέγρα γυναίκα έκλαιγε, ένας άντρας κοίταζε αλλού
χιπ-χοπ
όλα είναι μια εικόνα, ένα ηλιοβασίλεμα στην Πανεπιστημίου
ο ήλιος βγαίνει και εκεί
ο Νέγρος έφυγε
η γυναίκα έμεινε μόνη
το παιδί στρέφει στα σκαλιά
ο ήλιος κοκκινίζει
χιπ
χοπ
 

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

ΚΟΥΤΣΟΎΜΠΙΑ 2

 

 


Ρε αλευροπίτουρες τι να σας πει κανείς. Εδώ τον άλλον τον λένε Λεφτέρη Παπαχλιμίντζο και πήγε και το άλλαξε: το έκανε Νίκος Παπαχλιμίντζος. Τι να σας πω ρε Χλιμίνζουρες, κι αυτός ο τύπος είναι δημοσιογράφος. Με τα ξερά κούτσουρα καίγονται και τα χλωρά Κουτσούμπια. Τα ξέρετε τα κουτσούμπια; η μάνα μου έλεγε έτσι τα χοντρά ριζάρια από τα δέντρα που μάζευε για να καίει τον Χειμώνα. Αυτά Παπαχλιμίντζουράκηδες. 

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

ΔΙΑΒΑ'ΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΈΝΑΝΤΙ

 

 


Η ΤΥΧΕΡΗ ΜΟΥ ΜΕΡΑ.
Κατέβαινα την Ιπποκράτους χτες το πρωί και κάτι, όταν στη διασταύρωση με την Σόλωνος, διαβαίνοντας απέναντι, πήρε τον μάτι μου τον χοντρό ταξιτζή που παράτησε το ταξί με τα κλειδιά στο καντράν και βγήκε στο πεζοδρόμιο, σχεδόν έπεσε πάνω μου, που πας έτσι βιαστικός, του λέω, να φάω μια τυρόπιτα με έκοψε η πείνα, μου λέει, πάρε μια μπουγάτσα του κλείνω το μάτι, με την τυρόπιτα θα διψάς. Δίκιο έχεις, μου λέει και ορμάει στη μπουγάτσα, ενώ εγώ πηδάω σβέλτα μέσα στο ταξί, στη θέση του οδηγού, πατάω γκάζι και εξαφανίζομαι στο κενό, ενώ ο ταρίφας έχει μείνει με τη μπουγάτσα στο ανοιχτό στόμα να κατακυλάει και στη χοντρή κοιλιά του. Που πας; περίμενε! άκουσα τις φωνές του, πρωί και κάτι ήταν, τι μέ ένοιαζε, εγώ είχα ένα ταξί και διολισθούσα πέρα στην Πατησίων, τι ωραία, έβρεχε κίνηση πολύ δεν είχε, οπότε, μες τη βροχή, πρωί και κάτι μου σηκώνει το χέρι μια ξανθιά, ταξί! ταξί! φωνάζει κι εγώ σταματώ μπροστά της κι ανοίγω την μπροστινή πόρτα. Μπαίνει μέσα γελαστή, πανγέλαστη, όμορφη, εσύ δε μοιάζεις με ταρίφα, μου κάνει και με εξετάζει, ναι, όχι, δεν είμαι, τα ψιλομπερδεύω αλλα δεν πειράζει, είσαι ωραίος! την ακούω που ανοίγει τα πόδια της και τρέχω, τρέχω πρωί και κάτι προς την Εθνική οδό, που πάμε; ουρλιάζει η ξανθιά, αυτός δεν είναι ο δρόμος μου, ούτε ο δικός μου! ουρλιάζω κι εγώ και σταματώ σε μιαν άκρη γκρεμόδασους. Με κοιτάζει, είναι πρωί και κάτι, μου λέει αναψοκοκκινισμένη καθώς εγώ πέφτω πάνω της, αυτή ανοίγει τα πόδια, το ταξί τραντάζεται, τα τακούνια χτυπάνε στον ουρανό, τι μου κάνεις! προλαβαίνει να φωνάξει μια - δυο φορές αλλά μετά φωνάζει αλλιώτικα, κάποιοι μας ακούνε κι όταν τελειώνουμε βλέπουμε τις φάτσες γύρω από τα τζάμια που, αφού απήλαυσαν το μάτι εξαφανίζονται ως δια μαγείας, σήμερα είναι η τυχερή μου μέρα, λέω στην ξανθιά, πως σε λένε, με ρωτάει, χαρούμενη, ευτυχισμένη, κι εμένα, μου λέει, ναι γιατί σε βρήκα στο δρόμο μου, πως σε λένε; Νίκο, απαντώ, τι σημασία έχουν τα ονόματα πάμε να φύγουμε από εδώ τώρα θα μας κυνηγάει όλη η αστυνομία και βλέπω τα πρώτα περιπολικά κάπου πίσω μας, στο βάθος να ξεσκίζουν με τις σειρήνες τους τον κόσμο μας. Εμάς κυνηγάνε; απορεί η ξανθιά καθώς φοράει την κυλότα της κι εγώ ξεκινώ σαν σίφουνας, οι τροχοί στριγγλίζουν, η άσφαλτο σπιθίζει, είμαι πιο γρήγορος απ τους μπάτσους, χάνομαι πίσω και μακριά. Ηρεμώ. Οδηγώ σε έναν παράδρομο κάπου στην Ακράτα. Δεν έχω ξανάρθει εδώ! κάνει με τρόμο η ξανθιά. Πως σε λένε; την ρωτώ. Νίκη, μου λέει, τι σημασία έχουν τα ονόματα, ακόμα είναι πρωί και κάτι, δεν πάμε για κανέναν καφέ; Ναι, λέω, πάμε κι αράζουμε στην κεντρική καφετέρια, οπότε μας πλησιάζει ο παραθαλάσσιος μπάτσος, μήπως είδατε κανένα ταξί; μας ρωτάει, όχι! απαντάμε ταυτόχρονα εμείς οι δυο, κάποιος έκλεψε ένα ταξί, μου είπαν τώρα στο ασύρματο αλλά ποιος νοιάζεται! λέει και εξαφανίζεται στην πολυθρόνα του, ενώ εμείς κυλάμε στην άβυσσο του πρωινού, παίρνουμε ένα φραπέ στο χέρι κι ορμάμε στην παραλία των ονείρων.
[Από τα μικρά ΣΑΤΙΡΙΚΑ μου.--μόλις γραφέν σήμερα το πρωί!]
 

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

ΔΙΑΤΊΘΕΤΑΙ.

 

 


ΒΑΖΩ ΕΝΑ ΦΟΥΡΝΕΛΟ ΠΟΥΛΑΩ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ
 
Στην οδό της φτώχειας έπιασα δουλειά
χρωστώ σ όλο τον κόσμο, γεια σας ρε παιδιά
δεν αντέχω άλλο, μου ήρθε σκοτοδίνη
απ τους φραγκάτους φίλους κανείς δε δίνει.
Αχ, αυτή η τρέλα άιντε ρε παιδιά
βάζω ένα φουρνέλο πουλάω και την καρδιά
ποιος την αγοράζει, ποιος την επουλά
αχ αυτή η φτώχεια δεν τρώγεται ξανά
Στην οδό της φτώχειας έπιασα δουλειά
φόρεσα καπέλο φέσι ανάθεμα
ποιος θα με προσέξει, ποιος θα μου σταθεί
αν θενα ρρωστήσω στα ξένα μακριά
Αχ, αυτή η φτώχεια μου πήρε το μυαλό
λίγο που το είχα για στερνή χαρά
ποιος θα μου γυρίσει πίσω ότι αγαπώ
που κανείς δεν ξέρει αύριο αν θα ζω
Στου καιρού τις νύχτες έβαλα φωτιά
δεν αντέχω άλλο, γεια σας ρε παιδιά
το κλαρίνο παίζει δίπλα στο αφτί
φέρτε ένα ούζο, φέρτε ένα κρασί
Δε γυρίζει πίσω λένε το ποτάμι
έτσι ναι η πουτάνα έτσι ναι η ζωή
έβγαλα στ αγέρι δίπλα στο χαράμι
το φτηνό φιλί.

 

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΆΨΕΙΣ ΈΝΑ ΒΙΒΛΊΟ

 


...πλάσαρε με καμάρι τον εαυτό του ως άνθρωπο που του είχαν εκδώσει έντεκα μυθιστορήματα και της μίλησε συγκαταβατικά, σαν σε ερασιτέχνιδα.
"Όλοι νομίζουν ότι μπορούν να γίνουν συγγραφείς" σχολίασε ο φίλος μου με την αεράτη ειρωνεία.
"Μη μου πείτε ότι είναι έγκλημα να το επιχειρήσει κανείς", είπε εκείνη.
"Το έγκλημα είναι να πιστεύεις πως είναι εύκολο. Αλλά αν όντως το έχετε πάρει στα σοβαρά, γρήγορα θ ανακαλύψετε ότι πρόκειται για το δυσκολότερο πράγμα στον κόσμο".
Από τον Κυανοπώγωνα Του Κέρτ Βόνεγκατ.

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

όλες οι λέξεις

 

 


Λυπάμαι που άφησα να νυχτώσει
χωρίς να δω το γαλάζιο χρώμα του ήλιου
τυλίχτηκα στις σκιες
είπα δε θέλω να ζήσω άλλο μαζί σου.
Λυπάμαι.
Όλες οι λέξεις δεν έφταναν
να σου εξηγήσω την απόφαση
να ζήσω στο σκοτάδι
τα ακούνητα φύλλα του δάσους
το πράσινο που δεν ήταν ποτέ πιο πράσινο
η απόφαση να φύγω.
Λυπάμαι που άφησα να νυχτώσει
χωρίς να δω όλα τα καλά του κόσμου
-και οι πιο μεγάλοι έρωτες τελειώνουν σήμερα.
 

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΊΡΙ

 


 

ΚΆΘΕ ΠΈΡΥΣΙ ΚΑΙ... ΧΕΙΡΌΤΕΡΑ
-Θα πας διακοπές;
-Θα πάω, ακόμη και με τα πόδια, μου λέει.
-Που θα πας με τα πόδια ρε; Στη θάλασσα; Εγώ δεν πάω πουθενά. Εδώ θα μείνω, του λέω τραγουδιστά.
-Θα φτάσω στο Καρπενήσι, Μπορεί και στην Αράχοβα. Όταν περπατάς, κάπου φτάνεις. Το λέει κι ο γιατρός.
-Έχεις;
-Τι; δεν έχω τίποτα, εσύ έχεις;
-Που χάνεσαι, μωρέ! που είσαι; έφτασες στο Καρπενήσι;
-Εδώ είμαι, δε χάνομαι εγώ.
-Πάλι εξυπνάδες λες, του λέω και μου λέει:
-Πάρτο όπως θέλεις, εμένα μου αρέσει το βουνό. Ν αράξω μέσα στα πεύκα να μυρίσω αυτή τη δασίλα..
-Δασίλα! ρε, φούστη τι λέξη! που την βρήκες;
-Θέλεις κι άλλες; έχω πολλές τέτοιες..
-Που τις έχεις; Είναι βαριές; και τον μπερδεύω.
-Τι βαριές; είπα εγώ βαριές; βαριές είναι οι κουβέντες τι μου λες, μου λέει και του λέω:
-Πόσο βάρος, έχει μια κουβέντα;
-Ανάλογα το ύψος αυτού που την λέει. Άλλο βάρος έχει η κουβέντα μου κι άλλο του φίτσιουλα..
-Ποιος είναι αυτός; τον ξέρεις; εγώ πρώτη φορά τον βλέπω.
-Τον βλέπεις, τώρα; ανοίγει τα μάτια του γύρω-γύρω..
-Και γιατί θα πας με τα πόδια; το γυρίζω για να μη χάσουμε χρόνο. Σου αρέσει τόσο πολύ η περπατάδα;
-Όχι, με πονάνε τα πόδια, τελευταία. Αλλά λόγω οικονομίας. Θα γλιτώσω τα εισιτήρια, τι, νομίζεις μαλάκας είμαι εγώ. Έχω μυαλό εγώ και μου δείχνει τα ποδάρια του. Άσε που δεν πληρώνω ξενοδοχείο..
-Θα πας σε κάμπινγκ, δε βαριέσαι σκηνές, παρασκηνές, φίδια, γουσταρίκες..
-Έχω συνηθίσει, δε με τρώνε τα φίδια..
-Δε σε τρώνε τα φίδια; τον κοιτάζω σαν να με κοροϊδεύει. Δε σε πιστεύω ρε!
-Τις γουσταρίτσες δεν τις ξέρω κι άρα δε με αφορούν
-Είναι μικροί κροκόδειλοι, του λέω σιγανά στο αυτί, να μη μας ακούσουν άλλοι.
-Ποίοι άλλοι; κυττάζει γύρω του παραξενεμένος. Εδώ δεν υπάρχει κανείς άλλος.
-Ωραίο το κυττάζω με δυο τ και υ, του παρατηρώ και τον χάνω, γίνεται αέρας, μπουχός.
-Τι έπαθες ρε; του λέω αγωνιωδώς. Μη φοβάσαι οι γουσταρίτσες είναι ακίνδυνες, έλα, που πήγες; Ξεκίνησες για το Καρπενήσι;
Ησυχία. Κοιτάζω γύρω μου. Κανένας.
[από τα χρονογραφήματα μου]

 

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

ΈΝΑ ΜΥΡΜΉΓΚΙ

 

 


-Πρόσεχε τα λόγια σου! άκουσε πίσω του μια φωνή, σαν από μυστήριο τρένο και ξανασκέφτηκε πάμπολλες φορές γιατί το πορτραίτο να γράφεται με αι και όχι με έψιλον. Πορτρέτο. Κι αυτά τα δυο ρ, μάλλον πλεονασμός του μοιαζε.
Ένα μυρμήγκι περπατούσε στο τραπέζι του. Μικρό-μικρό κι ασήμαντο, ούτε του ενός χιλιοστού, το κοίταζε και σκέφτηκε να το λειώσει με το δάχτυλο του. Τον δείχτη ή τον παράμεσο και το κυνήγησε χωρίς μεγάλη θέληση, να το σκοτώσει δηλαδή, καθώς έτρεχε πάνω στο άσπρο μάρμαρο. Ύστερα το μάτι του έπεσε στο κατακάθι του καφέ στο βάθος του φλυτζανιού. Ποιός ξέρει πόσες μέρες ήταν εκεί, είχε μαυρίσει, είχε πετρώσει. Έβαλε το δάχτυλο να το σπρώξει, το μυρμήγκι ξαναγύρισε και του απέσπασε την προσοχή. Ανέβηκε από το πλάι του μαρμάρου, ξαναβγήκε στην επιφάνεια, ανέβηκε στο πλάι του φλυτζανιού και αμέσως χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, κινήθηκε πάνω στο χέρι του. Σίγουρα δεν ήξερε πόσος ήταν ο κίνδυνος που παραμόνευε. Πήγαινε πέρα-δώθε πάνω στον καρπό του δεξιού χεριού του, μπερδεύτηκε με τις τρίχες, το ζευγάρι απέναντι έδωσε ένα ακόμα φιλί, κάποιοι σηκώθηκαν αναποφάσιστοι να φύγουν, δεν ήξεραν που να πάνε. Ένας είχε κρεμασμένο στο λαιμό του ένα Ολυμπιακό μετάλλιο πυγμαχίας, κατηγορίας πυγμαίων. Πυγμαλίωνας. Σπιρτόκουτου. Το δειχνε περήφανος στον διπλανό του που ήταν ακριβώς το αντίθετο. Ένα βουνό.
Για να ξεφύγει απ την ψυχρή σιωπή, άκουσε τον άντρα να λέει στη γυναίκα δίπλα του: » Πάρτα μωρή μαλακισμένη να μη στα χρωστάω!» λες και ήταν το πιο απλό πράγμα στον κόσμο.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από την ΑΠΟΛΥΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ που γράφεται ζωντανά μαζί σας.
 

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

ΠΆΝΤΟΥΜ...5

 

 


ΑΛΛΟ ΠΑΝΤΟΥΜ
 
Έχω καράβια στο κεφάλι μου
«το νου μου τρώει αυτή η σκέψη» * Καβάφης;
Πως τάχα κλει το παραθύρι μου
Και κρύβω αυτή μου την υπόσκεψη
«Το νου μου τρώει αυτή η σκέψη»
Αλίμονο δεν έχω περιθώρια
Να κρύβω αυτή μου την υπόσκεψη
Στένεψαν τόσο πολύ τα όρια;
Αλίμονο δεν έχω περιθώρια
Για κάτι που περίμενα σπουδαίο
Στένεψαν τόσο πολύ τα όρια
Ότι δεν κλάψαμε ήταν ωραίο.
Για κάτι που περίμενα σπουδαίο
Ξένε μου, τι νομίζεις τα πρωτεία
-Ότι δεν κλάψαμε ήταν ωραίο-
είναι δική σου, ξένη εσοδεία.
Ξένε μου, τι νομίζεις τα πρωτεία
Για όσους έζησαν στη γη
Είναι δική σου ,ξένη εσοδεία
Εγώ επέβαλλα αιώνια σιγή
ΠΟΙΗΣΗ ΚΩΣΤΑ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑ.
 

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Ο ΘΕΌΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΏΝ...5

 

 


Μυθιστόρημα
Ο ΘΕΌΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΏΝ
Τρομοκράτης δεν ήταν η σωστή λέξη. Κι ο ανακριτής έψαχνε πάντα με μανία για το σωστό. Σωστά γινόταν αυτό που του έμαθαν. Σωστό, όμως, ήταν και κείνο που δε γνώριζε. Τρομοκράτης, επέμενε, δεν ήταν η σωστή απόδοση. Τρόμο-κρατεί.

Ιδεοκράτης θα ήταν καλύτερα.
Ο τρόμος έχει μια άλλη σημασία. Προέρχεται από τον φόβο, που δεν ήταν αποτυπωμένος στο πρόσωπο κανενός τρομοκράτη. 
Ιδέα του ήταν και την πίστευε. Ιδέες όμως υπήρχαν πολλές.

Η Ελλάδα έσκαγε το πρόσωπο της στο μισό φεγγάρι του πρωινού, όταν τα βήματα του αγουροξυπνημένου ανακριτή, ακολουθούσαν τον ρυθμό μιας ζεστής μέρας του Οκτώβρη.

Την Ελλάδα που αγαπούσε "μοιρολατρικά" ο ανακριτής, μπορεί και παθολογικά, του την είχαν μάθει σαν μια όμορφη κόρη, απ όταν ήταν μικρός. Όλα τα πράγματα όταν είμαστε μικροί μοιάζουν όμορφα. Είναι όμορφα! Είναι ωραία!
Την έδειχναν, πάντα μ εκείνο το κοντάρι με τη γαλανόλευκη, τα λευκά μπράτσα που γύρω τους τυλιγόταν το μυστηριώδες πέπλο της λευκότητας και το στιβαρό, αγέρωχο βλέμμα που έδειχνε την αποφασιστικότητα, ίσως όλων εκείνων που υπήρχαν πίσω απ αυτήν.
Θα ήταν μια ωραία αρχή. Αν, κι έτσι τα πράγματα γίνονται πιο γρήγορα, θα ήταν μια ωραία αρχή. Η άλλη θα ήταν να ξεκινήσουμε με τον Νίκο Καζάρμα. Αλλά εκείνος τούτη την ώρα θα κοιμόταν βαθιά. Τι έχουν να πουν οι άνθρωποι που κοιμούνται; Τίποτε. Μόνο όνειρα. Και τα όνειρα δεν είναι ποτέ αληθινά.
Το όνειρο που έβλεπε ο Καζάρμας ήταν χαμογελαστό. Βρισκόταν, λέει, μέσα σε ένα ραφείο, αν και σήμερα δεν πηγαίνουν οι άνδρες σ ένα ραφείο, αυτός προβάριζε εκεί, ένα γυαλιστερό μαύρο ή μπλε κουστούμι, που θα του χρειαζόταν για κάποιες επίσημες βραδιές. Όμως, αμέσως μετά, το κουστούμι γινόταν πάνω του, φόρμα αθλητική. Μια καινούργια φόρμα, κόκκινη και άσπρη. Ήταν τα χρώματα του. Τώρα το ραφείο είχε γίνει γήπεδο, καταπράσινο, κερκίδες δεν υπήρχαν αλλά κόσμος ήταν αρκετός έξω από τα κάγκελα, σα να περίμενε μόνον αυτόν, που ακολουθώντας τους συμπαίχτες του, βγήκε από την καταπακτή των αποδυτηρίων, χαμογελαστός.
Του άρεσε αυτή η ώρα. Όπως του άρεσε και το ποδόσφαιρο. Έπαιζε με μανία, από μικρός ήθελε να γίνει μεγάλος ποδοσφαιριστής και τώρα του δινόταν αυτή η ευκαιρία να κάνει τα πρώτα βήματα. Έβγαινε  με μια ομάδα από τα αποδυτήρια, φορώντας στην πλάτη του το νούμερο δέκα που ήταν και το αγαπημένο του.
Και το παιχνίδι άρχισε ξαφνικά-αυτός όμως δεν μπορούσε ν ακουμπήσει τη μπάλα. Όλο ερχόταν κοντά του με καλοζυγισμένες πάσες  που θα μπορούσε εύκολα να τις κοντρολάρει και ν αρχίσει τις περίτεχνες ντρίπλες του αλλά, τίποτε. Μόλις προσπαθούσε να την αγγίξει, εκείνη έφευγε σα να την παρέσερνε ο αγέρας. Την πήγαινε σε άλλους, συμπαίχτες ή αντιπάλους.
Δεν ήξερε τι να κάνει κι ένιωθε σα μικρό παιδί έτοιμο να βάλει τα κλάματα, όμως δεν το κανε. Απλά συνέχιζε να τρέχει πίσω από τη μπάλα που την πήγαινε όπου ήθελε ο άνεμος.
Τα όνειρα όμως δεν τελειώνουν πουθενά κι ο Νίκος Καζάρμας, γύρισε ανάσκελα, προχωρώντας γοργά για το καινούργιο.
Κι ο ανακριτής παρ όλα αυτά, προχωρούσε αργά. Σαν τον σαλίγκαρο που γυρίζει πίσω, μόλις τα κέρατα του συναντήσουν ένα εμπόδιο, σκέφτηκε και θυμήθηκε τον νεαρό. "Γαμιέσαι κερατά!" του είχε πει κατάμουτρα την περασμένη βδομάδα, την πρώτη στιγμή που τον έφεραν στο γραφείο του και τον κοίταξε κατ ευθείαν στα μάτια. Κι αυτός πετάχτηκε πάνω. Αγρίεψε, έσμιξε τα φρύδια, ύστερα κάθισε πάλι, ηρέμησε. Είχε προλάβει να σκεφτεί, πως ήταν, μονάχα, ένας ηλίθιος νεαρός, με γαλάζια, πιο ηλίθια μάτια.
Τον είχαν φέρει εκεί, γιατί έκανε μάτι στη σκοτωμένη φοιτήτρια. Κι αργότερα, είπαν πως αυτός την είχε σκοτώσει. Μάλλον κάτι τέτοιο θα ήταν. "Όμως δε φαινόταν εύκολο πράγμα" μονολόγησε προχωρώντας ακόμα πιο βαθιά στο στενό σοκάκι σε μικρή απόσταση από τον ουρανοξύστη, εκεί, όπου στον δέκατο τρίτο όροφο και στο δέκατο τρίτο γραφείο, τον περίμενε η πρωινή καρέκλα [την αγαπούσε την καρέκλα του] και ο γλυκός-πολύ γλυκός, πρωινός τούρκικος καφές.
Προληπτικός δεν ήταν με τα νούμερα, μόνο τις μαύρες γάτες φοβόταν. Αν τύχαινε και του κοβε καμιά τον δρόμο, ήταν ικανός να γυρίσει σπίτι του και να μείνει άρρωστος, μισή βδομάδα.
Στο ασανσέρ έκανε ν ανάψει τσιγάρο. Έπιασε την ταμπακιέρα, μάλλον χρυσή-ποιος ήξερε πόσα πράγματα ήταν αληθινά. 

Την έβαλε ξανά στην αριστερή τσέπη, κοιτάζοντας απέναντι την πινακίδα που έγραφε  "NO SMOKINGK" γιατί στη δεξιά είχε πάντα ένα πιστόλι που μπερδεύτηκε κι αυτό στο μυαλό του με το "NO SMOKINGK".
Βγαίνοντας από το ασανσέρ ξανάβγαλε την ταμπακιέρα. Την άνοιξε-είχε δυο επίπεδα. Στο ένα υπήρχαν τσιγάρα άφιλτρα, κουλτουριάρικα. Στο δεύτερο έναν μηχανισμό παρακολούθησης από απόσταση. Άκουγε μ αυτόν περίπου στα χίλια μέτρα, μα δεν τον χρησιμοποιούσε συχνά. Ίσως γιατί άκουγε όλες τις μπερδεμένες σκέψεις των ανθρώπων, ενώ αυτός ήταν ένας ξεκάθαρος άνθρωπος, με σοβαρές αντιλήψεις για τη ζωή και λίγα γκρίζα μαλλιά. Καλοξυρισμένος, φρεσκοχτενισμένος, φορούσε πάντα κουστούμι και γραβάτα, κανονικά δεμένη στο λαιμό του. Ποτέ δε θυμήθηκε τον εαυτό του χωρίς γραβάτα, σα να είχε γεννηθεί μ αυτήν, δεμένη σφιχτά γύρω από έναν άσπρο γιακά πουκαμίσου, αγορασμένο όπως όλα του τα ρούχα, από τα καλύτερα και ακριβότερα καταστήματα. Είχε γίνει κοσμοπολίτης ο ανακριτής, του άρεσε το λούσο, το ακριβό.
Εκείνο το "γαμιέσαι κερατά" ηχούσε ακόμα άσχημα στ αυτιά του, αυτός ήταν ένας άνθρωπος που δεν τα σήκωνε κάτι τέτοια και καθώς έκλεινε την πόρτα του γραφείου, θυμήθηκε πως η καθαρίστρια τον είχε κοιτάξει με μια δόση ειρωνείας-σα να του λεγε πως ήταν πίσω από την πόρτα και κρυφάκουγε όταν είχε ξεφουρνηθεί εκείνο το "Γαμιέσαι κερατά". [Οπωσδήποτε εδώ χρειαζόταν θαυμαστικά αλλά ο ανακριτής δε θαύμαζε ποτέ τίποτε.]
Κάθισε στο γραφείο ανασκαλεύοντας μερικά χαρτιά κι άναψε επιτέλους το τσιγάρο, ώρα επτάμισι, ακριβώς το πρωί. Δεν ήξερε αν πήγαιναν επτάμισι το πρωί στο γραφείο τους οι ανακριτές, αν ήταν τακτικός ή άτακτος, αυτός, ο δέκατος τρίτος τακτικός ανακριτής Αθηνών.

 Απ το Μυθιστόρημα μου
Ο ΘΕΌΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΏΝ

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

ΔΕΝ ΦΟΥΜΆΡΩ

 


Τώρα αυτά για παγκόσμιες ημέρες δε με ενδιαφέρουν αλλά, για την εναντίωση μου σ αυτή την κάκιστη συνήθεια των ανθρώπων, το κάπνισμα, είμαι βέβαιος πως, πρώτον θεωρώ ότι, όταν κάπνιζα έκανα μια από τις ηλιθιοδέστερες πράξεις μου, που δεν ωφελούσε πουθενά, πόσο μάλλον στο κέρδος από την εικόνα των ινδαλμάτων, στις οθόνες, Τζειμς Ντιν, τυλιγμένος σε μια τούφα καπνού, Κατερίνα Γώγου και λοιπών, που υποτίθεται με έσπρωχναν να κάνω το ίδιο, ποτέ δεν το έκανα, απλά, δεύτερον, όλοι γνωρίζουμε πως ο καπνός βλάφτει ανεπανόρθωτα την υγεία και τίποτε άλλο δεν προσφέρει ας πούμε για απόλαυση, όταν αποφασίσεις να το κόψεις, όπως έκανα εγώ πριν από εφτά χρόνια περίπου αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να πείσω κανέναν από τους διπλανούς μου να κάνουν το ίδιο, ενώ συμφωνούν πως έχω δίκιο, να το κόψουν! 

ΛΊΓΑ ΨΈΜΜΑΤΑ

    ...για να έχει αξία αυτό που υποστηρίζουμε, χρειάζεται αποδείξεις. Τίποτε δεν είναι σωστό επειδή το είπαμε εμείς. Εσύ λες μια κουβέντα...