Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

ΠΑΡΑΜΥΘΆΚΙ

 


 

Ένα χάρτινο αεροπλάνο φτιαγμένο με τέχνη πετάει πάνω από μια γαλάζια λίμνη. Τα χρώματα γαλάζια, πράσινα και άσπρα. Στην άκρη της λίμνης πάνω στο μοναδικό γκρίζο βράχο, κάθεται με ακουμπισμένο τον αγκώνα του δεξιού χεριού σε ένα υποθετικό τραπέζι και την παλάμη να αγκαλιάζει το απίστευτα λεπτό του πρόσωπο, ο μπάτσος του Σενσιβέιλ. Έχει μια ωραιότητα χυμένη στο πρόσωπο, ατενίζει το χάρτινο αεροπλάνο να συνεχίζει να πετάει πάνω και γύρω από τη λίμνη, έχει μια γλυκύτητα που σπάνια μπορείς να τη συναντήσεις σε άλλο πρόσωπο και μάλιστα άνθρωπο του νόμου. Γιατί τέτοιος είναι ο ήρωας μας. Ένας δαιμόνιος υποστηρικτής του δίκαιου, με μάτια πάντα ανοιχτά, έτοιμος να επιβάλλει παντού το νόμο.
Ο Σενσιβέιλ είναι εικοσιπέντε χρονών, το όνομα του το έδωσε ο παππούς, όταν τον βρήκε παρατημένο σε μια πόρτα, κάποιο σκοτεινό βράδυ που ο θεός έδερνε τον κόσμο αλύπητα με τις βροχές του. Ψηλός, περίπου στο ένα ενενήντα τέσσερα, η μύτη του σχεδόν πιο μεγάλη από του Πινόκιο αλλά κυρτή και ευθεία έτσι που να σχηματίζει ορθή γωνία. Στα χείλη του χαραγμένο το χαμόγελο της επιτυχίας, της σιγουριάς, είναι ο άνθρωπος της εμπιστοσύνης. Αν και οι άνθρωποι του σιναφιού του είναι συνήθως σκληροί, ο Σενσιβέιλ, αντίθετα, είναι ρομαντικός, λεπτός στους τρόπους, ευγενικός. Τα χέρια του, το μπράτσο και ο βραχίονας, δεν είναι αυτό που λέμε γεροδεμένα. Καταλήγουν σε μια πολύ μεγάλη παλάμη. Λες και δεν ανήκει σ αυτά τα μπράτσα, σ αυτούς τους βραχίονες. Δάχτυλα χοντρά, δυνατά σαν τανάλιες, θα μπορούσαν εύκολα να θρυψαλιάσουν έναν κορμό δέντρου. Η μεγάλη δύναμη του βρίσκεται στα χέρια του και στο μοναδικό κι αλάνθαστο τριανταοχτάρι που φοράει πάντα κάτω από τη μασχάλη.
Καθώς κοιτάζει τα ωραία χρώματα γύρω του, το αεροπλάνο έπεσε τελικά στη λίμνη, δεν πρόλαβε να το πιάσει αλλά θα έφτιαχνε άλλο, γιατί δικό του ήταν. Αυτή ήταν και μια από τις τρεις μοναδικές εμμονές που είχε ο Σενσιβέιλ: έφτιαχνε μανιωδώς αεροπλάνα! Η άλλη ήταν το μπάσκετ και Τρίτη η Μάριον, η χοντρή αρραβωνιαστικιά του. Μη φανταστείτε καμιά τεράστια χοντρή, απλά μια συμπαθέστατη χοντρούλα, μετρίου αναστήματος, ευέλικτη, με σπινθηροβόλα μάτια, ντυμένη πάντα στο σικ. Το ίδιο ωραία ντυμένος πάντα, είναι και ο Σένσιβέιλ. Αυτός φοράει πάντα μια φανέλα λευκή, κοντομάνικη, το Χειμώνα ρίχνει μια λαδί καπαρντίνα πάνω της. Τα πανταλόνια του συγκρατούνται από τιράντες ιδίου χρώματος, οι κάλτσες άσπρες, τα παπούτσια, λουστρίνια πολύ αιχμηρά, συνήθως χρώματος ραφ.
Όταν περπατάνε αγκαζέ είναι ένα απίστευτα ταιριαστό ζευγάρι. Ο Σένσιβέιλ περπατά στητός, καμαρωτός, καθώς η Μάριον του κρατάει το μπράτσο και ευτυχισμένη λικνίζεται στο πλάι του.
Το μόνο εμπόδιο στην ευτυχία τους είναι η μητέρα της Μάριον η θηριώδης Αντριάνα που δε λέει να δεχτεί ένα μπάτσο για γαμπρό της. «Εσένα σε γέννησα να πάρεις από εφοπλιστή και πάνω!» της τονίζει συνέχεια και κυνηγάει τον Σενσιβέιλ με το σκουπόξυλο όποτε τον συναντάει. Η Μάριον είναι κι αυτή γύρω στα εικοσιπέντε, δηλαδή συνομήλικη του. Ξέχασα να σας πω πως όλοι οι ήρωες μας δεν μεγαλώνουν ποτέ. Μένουν πάντα στην ίδια ηλικία που τους πρωτοσυναντάμε.
Ο Σενσιβέιλ κάποια στιγμή αποφασίζει να συνέλθει από το ονειροπόλημα. Σηκώνεται, προχωράει προς το παγκάκι που βρίσκεται



3

λίγο πιο πέρα. Εκεί κάθεται ο παππούς του. Ο παππούς Σένσι. Γύρω στα ογδόντα, καλοζωισμένος, κοντοστούπης με αετίσιο μάτι, στραβό χαμόγελο, φρύδια συνεχώς κατεβασμένα. Σπάνια χαμογελάει και ξέρει σχεδόν τα πάντα. Ο Σενσιβέιλ αγαπάει παθολογικά τον παππού Σένσι, δεν έχει κανέναν άλλον στον κόσμο. Ούτε μάνα, ούτε πατέρα. Όταν ρωτάει τον παππού για την καταγωγή του, εκείνος σκοτεινιάζει ακόμα περισσότερο. Όταν πεθάνω θα σου πω, του λέει. Δηλαδή ποτέ, αφού αυτοί οι ήρωες είναι αθάνατοι.
Ο Σενσιβέιλ φτάνει κοντά στον παππού που σηκώνει το βλέμμα και τον κοιτάζει απορημένα.
-Πάλι χάζευες στη λίμνη; Του χαμογελάει.
-Δε χάζευα παππού, σκεφτόμουν.
-Τι σκεφτόσουν; Τη Μάριον; Αυτή δεν πρόκειται να σου τη δώσει ποτέ η Αντριάνα.
-Γιατί παππού; Αυτό είναι άδικο. Όχι, δε σκεφτόμουν μόνο αυτό, επανέρχεται στο θέμα. Ο αρχηγός μου ανάθεσε καινούρια αποστολή.
Η φωνή του ακούγεται ευχάριστα. Είναι ζεστή, ανθρώπου που νοιάζεται για τους άλλους.
-Α, ενδιαφέρον;
-Πρέπει να φύγω για την Κοζάνη..
-Την Κοζάνη;
-Ναι, είναι εκεί ένας τοπικός άρχοντας από τους παλιούς Βλάχους, που καταπιέζει τους μικροκτηματίες. Έχω όλον τον φάκελο με τις ενημερώσεις στο γραφείο. Ήρθα να σε χαιρετήσω, μπορεί να λείψω πολλές μέρες, ίσως βδομάδες, η υπόθεση φαίνεται αρκετά σκοτεινή..
-Ότι και να είναι, είμαι σίγουρος πως θα την φέρεις εις πέρας. Να πας στο καλό Σενσιβέιλ. Χαιρετιούνται σφίγγοντας τα στιβαρά τους χέρια.
4

Ο Σενσιβέιλ περπάτησε μέχρι το σπίτι της αγαπημένης του Μάριον. Έπρεπε να την χαιρετήσει και να φύγει, ο χρόνος είχε αρχίσει να τον πιέζει. Έφτασε την ώρα που έλλειπε η κακιά πεθερά του, η ανελέητη Αντριάνα που ήθελε να του ρημάξει τη ζωή.
-Έλα Μάριον, πάμε να φύγουμε προτού έρθει η μάνα σου και μας αρχίσει με το σκουπόξυλο! Της φώναξε από την εξώπορτα.
Άλλο που δεν ήθελε η χοντρούλα Μάριον, να είναι παρέα μαζί του! Τον αγαπούσε τόσο πολύ, που θα έκανε τα πάντα γι αυτόν, ακόμα και να πεθάνει, τόση ήταν η αγάπη της.
-Που πάμε Σένσι;
-Πρέπει να φύγω για την Κοζάνη, άργησα κι ο αρχηγός θα φωνάζει. Έλα μαζί μου μέχρι το σπίτι, έπειτα παίρνω τα πράγματα μου και σε αφήνω ξανά εδώ.
-Πάμε!, είπε και η Μάριον.
Περπάτησαν χαρούμενοι στο δρόμο, το σπίτι του ήταν κοντά. Στα κεντρικά φανάρια έκαναν την απαιτούμενη καλή πράξη για να τους πάνε καλά τα πράγματα. Ένας οδηγός πολυτελέστατης μερσεντές αρνιόταν να αφήσει έναν φτωχάνθρωπο να του καθαρίσει τα τζάμια. Ο Σενσιβέιλ επέβαλλε την πράξη, βοηθώντας και ο ίδιος στον καθαρισμό και επιδεικνύοντας την ταυτότητα του μπάτσου, ενώ η Μάριον τον παρακολουθούσε εκστασιασμένη. Πάντα της άρεσαν αυτά που έκανε ο αιώνιος αρραβωνιαστικός της. Ο καθαριστής τζαμιών αυτοκινήτων τους ευχαρίστησε δακρυσμένος.
Οι δυο τους έφτασαν γοργά στο σπίτι, ο Σενσιβέιλ ετοίμασε τη βαλίτσα του, αποχαιρέτησε τα ντουβάρια, μπήκαν στο ετοιμοπόλεμο Σμάρτ. Γελώντας χαρούμενοι κίνησαν ξανά για το σπίτι της Μάριον. ...συνεχίζεται

 

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

ΣΎΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΎ ΚΌΣΜΟ ΟΙ ΖΩΓΡΆΦΟΙ ΕΊΝΑΙ ΤΡΕΛΟΊ.

 


Η Ζωγραφική λένε, πως είναι η σπουδαιότερη των καλών τεχνών. Ο Μανέ είπε πως όποιος δεν μπορεί να ζωγραφίσει είναι τρελός! Υπάρχει μια εξήγηση γι αυτό αλλά καλύτερα να την ψάξετε μόνοι σας. Εγώ νομίζω πως η σπουδαιότερη των τεχνών είναι η επιστήμη. Μεγάλοι ζωγράφοι υπήρξαν πολλοί- σ αυτή η ζωή που ξέρουμε και τελειώνει περίπου κάθε δέκα χιλιάδες χρόνια. Η δικιά μας μπορεί να φτάνει στο τέλος της. Βέβαια για να ζωγραφίσεις και να ζήσεις από αυτό, ειδικά στην Ελλάδα θεωρείται τρέλα. Κανείς δε θέλει ένα ζωγράφο για γαμπρό. Ας πούμε πως γεννιέσαι μ αυτά τα χαρίσματα. Ας πούμε δηλαδή πως η φύση δίνει στους ανθρώπους ξεχωριστές δυνάμεις, τις μοιράζει απλόχερα για όλο το μικρό ή μεγάλο διάστημα που ζει η ύπαρξη. Αυτό είναι καλό: να μην έχουμε όλοι τα ίδια ελαττώματα. Φαντάσου να ήμασταν όλοι ζωγράφοι!

Ποτέ δεν είναι αργά για να γυρίσεις πίσω. Στα σπήλαια. Οι αρχαιολόγοι είναι δραματικά πρόσωπα. Σύμφωνα με τον πολύ κόσμο οι ζωγράφοι είναι τρελοί. Αυτή ρήση αρκεί για την δεκαχιλιετηρίδα που ζούμε. Στην επόμενη θα υπάρχουν άλλοι Πικάσο.

 

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

ΣΤΙΒΟΣ ΓΕΝΙΚΆ, ΌΧΙ ΤΗς ΖΩΉς.

 


 

Παρακολουθώ αθλητισμό. Υπήρξα αθλητής και γενικότερα μου αρέσει πολύ αυτή η ενάσκηση. Σχεδόν όλα τα είδη του αθλητισμού με συναρπάσουν. Αυτές τις μέρες είδαμε παγκόσμιο ποδόσφαιρο, μπορώ να πω πως το θέαμα ήταν αρκούντως καλό. Συνεχίζουμε με τον στίβο. Ωραία. Πάντα λέγαμε πως ο στίβος εμπεριέχει περισσότερα ιδεώδη του αθλείται το πνεύμα και το σώμα. Όμως δε θα σταθώ εδώ στα όσα προσφέρει ο αγώνας και το ευ αγωνίζεσθε. Όχι.

Μου προξένησε αλγεινή εντύπωση, μπορώ να πω με συνέθλιψε η εικόνα αυτών των ανθρώπων, των βαδιστών. Πενήντα χιλιόμετρα βάδην, λέει! Να προσπαθούν να βαδίσουν, να κάνουν εντελώς δυσμορφικές κινήσεις, το σώμα τους να μην έχει καμιά ωραιότητα αντρών και γυναικών. Η παραμόρφωση ακόμα και των ινών του προσώπου, ένας απίστευτα χαραγμένος πόνος, σαν να τους υποβάλλουν σε τρομερό βασανιστήριο, κι αυτό να το προπαρασκευάζουν χρόνια και μήνες για να φτάσουν σ αυτό τον εξευτελισμό: να βγαίνει κάποιος κριτής! -ω αυτοί οι κριτές- και να δείχνει μια κάρτα ότι δεν τηρεί ο αθλητής τους όρους βαδίσματος και άρα αποβάλλεται. Δεν νομίζω να έχω δει πιο θλιμμένο πρόσωπο, πιο κατσαδιασμένο θάλεγα απ αυτόν που διέπραξε το λάθος. Το φάουλ.

Αλλά ας σταθούμε σ αυτό καθ αυτό το άθλημα του βαδίσματος και μάλιστα πενήντα χιλιόμετρα. Το πρώτο που έχω συμπεράνει τόσα χρόνια που κάνω αθλητισμό είναι πως αυτό το "πράγμα" πρέπει να σου δίνει χαρά. Να χαίρεσαι δηλαδή, να παίζεις, αλλιώς δεν έχει νόημα ο αθλητισμός. Βάζεις ένα γκολ φερ ειπείν και χαίρεσαι. Πετάς έστω ένα ακόντιο, τον δίσκο όσο πιο μακριά μπορείς, επιδεικνύεις σωματική ρώμη έναντι των αντιπάλων. Να βαδίζεις πενήντα χιλιόμετρα δε νομίζω πως δίνει σε κανέναν χαρά. Εμένα αυτοί οι δυστυχισμένοι μου θύμισαν εξαθλιωμένους δούλους που εκείνοι όμως ήταν κυνηγημένοι απ τα αφεντικά τους και βάδιζαν στην έρημο για να ξεφύγουν, μήπως και βρουν κάποτε την ελευθερία τους.

Από 56painter @ Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014 10:17 πμ


 

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

ΤΟΥ ΚΌΣΜΟΥ Η ΠΛΗΓΉ

 

Μικρόν, δε μου άρεσαν οι γέροι
Εσχάτως άρχισα να τους συμπαθώ
Είναι σπουδαίο είπα, το καρτέρι
του χρόνου μέχρι να σκεφτώ

πως

μπορεί να φαίνεται εύκολο 
αλλά δεν είναι, αφού οι μισοί
τον πόνο της ζωής και το όλο
δεν αντέχουν και φεύγουν  την αυγή.

Το αυθόρμητο και η γνώση δεν ταιριάζουν
μα όταν ταιριάξουν, γίνονται πηγή
Ταυτότητα για τη μοίρα αυτών που αξίζουν
να κλείνουνε του κόσμου την πληγή.

ΔΡΑΠΕΤΣΏΝΑ 25 ΙΟΥΛΊΟΥ ΤΟΥ 1997




Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

ΣΧΌΛΙΟ 3

 

 


.. . Γιατί με τέτοια κείμενα και με τέτοιους πίνακες από σένα περιμένω να προστατεύεις την ανθρώπινη ζωή ακόμα κι αν δεν της αξίζει. Αυτήν την εντύπωση μου έχεις δώσει.

[Από σχόλιο αναγνώστριας] 




 

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΊΟ ΤΗς ΝΙΌΤΗΣ

 

 



Έξω έβρεχε, μελιστάλαχτα, σιγά-σιγά. Έτρεχε το νερό στα δέντρα, κυλούσε στα πεζοδρόμια, στα καταγώγια της ανθρώπινης σκέψης, απέναντι στη θάλασσα. Στη μαύρη άσφαλτο πιτσιλούσαν οι σταγόνες, χόρευαν μέσα στα μάτια του η ιστορία, το χθες που θα γινόταν αύριο.
Ο Νίκος καθόταν στο παγκάκι, κάτω από το στέγαστρο της παραλιακής στάσης, μόνος του. Σε λίγο ήρθαν άλλοι κι άλλοι. Περίμεναν υπομονετικά το αστικό λεωφορείο να πάνε στις δουλειές τους, στα σπίτια τους. Τι τον ένοιαζε αυτόν; Δεν έκανε πολύ κρύο αλλά αυτός είχε ξεχάσει να φορέσει σλιπάκι ή είχε ξεχάσει να πλύνει κάποιο από τα λερωμένα. Έβαζε τα χέρια στις τσέπες, έπιανε το πράματου, κοίταζε γύρω μήπως και οι άλλοι είχαν καταλάβει πως δεν φορούσε σλιπάκι.
Τίποτα απ όλα αυτά δε συνέβαινε. Ο Νίκος ήταν δεκαοκτώ χρονών και φυσικά καυλωμένος συνέχεια. Ωραίος, δυνατός, μπρατσωμένος, όχι πολύ μυώδης αλλά δεν ήταν κανένας τυχαίος. Όμως, οι γυναίκες δεν το είχαν στο μέτωπο. Πόσο ήθελε να τις γαμίσει όλες! Του άρεσε η επαφή με τη σάρκα της γυναίκας, μαλακιζόταν συνέχεια, γούσταρε να βλέπει σηκωμένο το μεγάλο του στον καθρέφτη. Δεν ήταν ανώμαλος, απλά του άρεσε το σεξ, τι πιο απολαυστικό για έναν άντρα κι ακόμα πιο φυσιολογικό να τρέχει το πέος του σε ένα απείθαρχο παντελόνι, χωρίς σλιπάκι από μέσα. Όπως καταλαβαίνετε, άμα σηκωθεί η πούλα, το παντελόνι θα τεντωθεί, πράγμα που δεν ήθελε ο Νίκος, μα έλα που έτσι συνέβαινε και δεν μπορούσε να το χαλιναγωγήσει έτσι που να τον κάνει να πέσει! Έβγαλε τα χέρια του από τις τσέπες, να μην τον χαϊδεύει, έτσι που να μη τεντώνει το παντελόνι του. Προσπάθησε να διώξει από το μυαλό τον Ντε Σαντ, τον Επίκουρο, γενικά τους φιλόσοφους της ηδονής, κοίταξε τους άλλους γύρω του, μερικοί γέροι, κάποιες μεσόκοπες, τίποτα ενδιαφέρον, σα να γαμούσε τη μάνα του ή την αδερφή του. Κόλλησε λίγο το μυαλό του στον Οιδίποδα αλλά το προσπέρασε καθώς ήρθε το λεωφορείο και ανέβηκε όπως ανέβηκε μαζί με τους άλλους, το τσούρμο, σχεδόν στον αέρα, χώθηκε στο πλευρό των ανθρώπων κοντά στις ανάσες τους. Προσπάθησε να βολευτεί, κρατήθηκε από μια χειρολαβή, προσγειώθηκε φάτσα με φάτσα με την ξανθιά μικρούλα-την Ελένη.
Δεν ήξερε τι να κάνει το σώμα του και σκεφτόταν τον αβόλευτο κάτω. Ωστόσο η ξανθιά γυναίκα άνοιξε διάπλατα τα μπούτια της και τον έσφιξε εκεί ανάμεσα. Η Ελένη, έτσι την έλεγαν, φορούσε κυλόττα, κυλοττίτσα, μικρή, αψεγάδιαστη, να καλύπτει ίσα-ίσα την τρύπα της. Ή τις τρύπες της γιατί του άρεσε και ο πίσω. Όπως ήταν φυσικό του έγινε ξύλο, κόκαλο, κάπου εκεί ανάμεσα, μεταξύ τριχών και οπής. Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Ξανακοιτάχτηκαν λες και ήταν μόνοι τους σε ένα κρεβάτι,μόνοι σ όλον τον κόσμο σε ένα δωμάτιο που ετοιμάζονταν να κάνουν έρωτα, ενώ το λεωφορείο έτρεχε στις κατηφόρες της ζωής.
Σιγά-σιγά, ξάκριζε την κιλότα της, έψαχνε την τρύπα, σα να μη συνέβαινε τίποτα. Κανένας δεν έπαιρνε χαμπάρι τι γινόταν δίπλα του, όλοι είχαν το χαβά της ζωής των, ενώ αυτοί, κολλημένοι σα στρείδια, ένιωθαν πως ήθελαν να το κάνουν, δεν μπορούσαν ν αντισταθούν στην ακραία αυτή περίπτωση. Το αίμα τους κυλούσε γοργά, τα μάτια τους ήταν ευτυχισμένα από αυτό που τους συνέβαινε. Ήθελαν να φιληθούν, να κολλήσουν ακόμα περισσότερο αλλά αυτό θα το έβλεπε ο κόσμος. Έτσι, αρκέστηκαν να γαμηθούν τόσο παράξενα αλλά και τόσο ωραία. Ο Νίκος κατάφερε κάποια στιγμή να της τον καρφώσει, δίπλα από την κιλότα, το αφράτο μουνί έτριξε καθώς έμπαινε μέσα του, να της τον χώσει βαθιά, σιγά-σιγά στ ανοιχτά χείλη, ενώ το λεωφορείο έτρεχε, έκανε στάσεις κι αυτοί δεν προχωρούσαν βήμα από τη δική τους στάση όσο κι αν τους έσπρωχναν οι άλλοι. Ακλόνητοι, κρατημένοι από τις χειρολαβές, δίπλα σε όλες τις ανάσες, σε όλα τα ιδρωμένα σώματα που έρχονταν σε επαφή το ένα με το άλλο, ανθρώπων που ήθελαν να πάνε στις δουλειές των, άραγε τι θα συνέβαινε; Σφίχτηκαν ακόμα πιο πολύ, τα σώματα τους έγιναν ένα, ο Νίκος τον έβαλε για τα καλά μέσα της.
Η Ελένη δεν άντεξε, άρχισε να ουρλιάζει, να χάνεται, με έναν τέτοιο μέσα της τι θα έκανε; Μερικοί την κοίταξαν περίεργα, κάτι θα έχει το κορίτσι σκέφτηκαν κι έπειτα τι τους ενδιέφερε; Ίσως να ήταν μια τρελή κοπέλα και ίσως η γιαγιά που στεκόταν δίπλα της και την κοιτούσε με μίσος, κάτι να είχε καταλάβει. Όμως, ο Νίκος δεν κρατήθηκε κι αυτός άλλο πια. Άρχισε να τη γαμάει δυνατά, να μπαίνει και να βγαίνει μέσα της λες και ήταν κάπου μόνοι οι δυο τους.
Το πλήθος άνοιξε χώρο γύρω τους και τους παρακολούθησε με ορθάνοιχτα μάτια, είδε μια ζωντανή, φιλήδονη τσόντα. Σχίστηκαν τα σώματα τους, οι ερωτικές κραυγές δόνησαν το μικρό λεωφορείο που ξαφνικά έγινε όλος ο κόσμος, όλη η ανθρωπότητα. Ο Νίκος έβγαλε τον πούτσο του από το μουνί, έχυσε παντού, το φόρεμα και το δάπεδο του λεωφορείου που είχε ήδη φτάσει στο τέρμα του. Οι πόρτες δεν άνοιξαν ποτέ, ο οδηγός έβαλε χειρόφρενο, οι επιβάτες όρμησαν πάνω στο ζευγάρι, με ότι κρατούσαν πάνω τους, οργή, μίσος, αλλοφροσύνη, εναντιότητα, χρόνο για να καταλάβουν τι είχε συμβεί στη μικρή τους διαδρομή, θυμήθηκαν τα χρηστά τους ήθη, το θεό που απαγόρευε τη δημόσια συνουσία, τον δικό τους ανοργασμικό κόσμο, την προσβολή της δημοσίας αιδούς, όσους νόμους κατακυρίευσαν τον λειψό νόμο και κανείς δεν είπε τίποτα παρά μόνον έκανε, τροφοδοτώντας στιγμιαία το μυαλό του με όσα δεν μπορούσε να κάνει ή ν απολαύσει.
Ο Νίκος και η Ελένη έπεσαν στο δάπεδο του λεωφορείου,
γεμάτοι αίματα, νεκροί στον αιώνα τον άπαντα,
ως να είχαν διαπράξει το μεγαλύτερο έγκλημα του κόσμου,
τα σώματα τους διαμελίστηκαν, το πλήθος ούρλιαζε,
οι καπνοί του φωτισμένου κόσμου μας παραδίδονταν σε μια εθελούσια θεία δίκη, μερικές φίλησαν το νεκρό πέος κι άλλοι επιδόθηκαν σε ασέλγειες φιλώντας τον αφαλό της Ελένης.
ΤΕΛΟΣ
 

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

ΤΥΡΒΆΖΩ

 

 

 
-Μεγαλώνουν οι τρίχες της περούκας; με ερωτά μειδιών.
-Ουχί μόνον! του απαντώ υπομειδιών.
-Και οι τρίχες των κάτω άκρων; έχουσιν αι πατούσαι τριχίδια; συνεχίζει να με κανονιοβολεί τυρβάζων. [Ε, νυν, χρη μια τύρβη, ένα τυρβάζω κλπ, εις το κείμενον!]
-Όλαι αι τρίχαι μεγαλώνουν! του απαντώ στομφωδώς αν και υποβλέπω τα ήκιστα εκ των χειρίστων, διότι δεν μου άρεσεν η κατάληξις -ίδια που χρησιμοποίησεν.
-Μη φοβού, δεν θα παρεκτραπώ. Οι όρχεις [δεν λέω τ αρχίδια] έχουσιν βεβαίως τρίχες και μάλιστα μακριές ως τα μαλλιά κορασίδων.
-Ααα, ευτυχώς που δεν παρεκτρέπεσαι! Και τι σε έπιασεν με τας περούκας και τους όρχεις; [δίδυμοι γεννητικοί αδένες! φοβερό; υπάρχει κανείς άντρας που αισθάνεται έτσι τ αρχίδια του;]
-Διότι αγαπητέ μου εσύ είσαι φενάκη, μου επιτίθεται. Όλοι οι καλλιτέχνες είσαστε φενακιστές. Μηδενός εξαιρουμένου. Ο Θοδωράκης, ο Χόρν, ο Τσαρούχης
-Και τι σχέση έχει με την περούκα ο Μίκης; αυτός έχει δικιά του κόμη. Ο Τσαρούχης ήτο φαλακρός αλλά ουχί απατεών..πως τολμάς...
-Χαχαχαχα! με τέμνει. Η περούκα είναι μια φενάκη, μια εξαπάτηση που κάνει αυτός που την φορεί διότι είναι φαλακρός; κατάλαβες; Οι καλλιτέχνες εξαπατούν τον κόσμο δείχνοντας ενίοτε μόνον την καλλίστη του όψιν. Ο Τσαρούχης ζωγράφιζε μόνο ευτυχισμένους ναύτες, ο Χόρν είχε μια διαβολική ορχηστική κίνηση σε σχέση με την ευτυχία της ζωής.
-Οιωνοσκοπείς ως αλέκτωρ μοναδικός βασιλεύς εν τω ορνιθοσπιτο. Οι καλλιτέχνες είναι οι μόνοι των ανθρώπων που συναισθάνονται την ευθύνη για όσα συμβαίνουσι στο σύμπαν!
-Άμα δεν υπερασπιστείς το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει. Εμ, βέβαια τι θα κάνετε εσείς; Φοβούμαι πως είστε, τελεσίδικα οι καταστροφείς αυτού του κόσμου, ωρύεται φεύγων εκάς, φοβούμενος ο ίδιος την δικαίαν απάντησιν που του ετοίμαζον. Και με αφήνει μόνο μου στη σκιά αυτού του ήλιου να ξεκαρφώνω με την ηλάγρα τις αυταπάτες.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

ΜΝΉΜΕΣ 2

 

 


ΜΝΗΜΕΣ
 
 
«Γιατί πέρασαν τόσα και τόσα μπροστά από τα μάτια μας
που και τα μάτια μας δεν είδαν τίποτα παραπέρα..»
Γ. Σεφέρης [μυθιστόρημα]
 
 
Τον Αύγουστο με τα πανηγύρια
στις χαμηλές κωμοπόλεις της επαρχίας
γιατί γύριζαν τόσο μεθυσμένα
τα βραδινά παλικάρια
-ξαδέρφια και φίλοι αγκαλιασμένοι
και τραγουδούσαν λαϊκά τραγούδια
με φωνές ζεστές, ερωτευμένες;
Γιατί περνούσαν τόσο νωρίς τα Καλοκαίρια
Όταν εμείς περιμέναμε πολλά
Όταν εμείς δεν ξέραμε από φόβο;
Ήταν πικρές οι αγριοροδακινιές στα περιβόλια
Και
Στα μποστάνια οι πετροβολημένες χελώνες
δάγκωναν τα αγγούρια που διψούσαν για νερό
Ήταν και οι κληματαριές, γεμάτες σφήκες
που περίμεναν το αόριστο τέλος
το τέλος του Καλοκαιριού
Ήταν τα παιδιά που μεγάλωναν
πέρα από τις κληματαριές
πέρα από τη ζέστη
Μακριά από την περπατησιά του μερμηγκιού
Οι ίσιοι τους μεγάλωναν μες τα κοντά παντελόνια τους
με την αύριο, να μη χρειάζονται πια
το παιχνίδι της μακριά γαϊδάρας, τα σκλαβάκια
και το κυνηγητό στες αυλές
Τότε χάθηκαν μες τις καπνισμένες πέτρες του Αυγούστου
Οι μικρές σιαμιαμίδες τρέχοντας γρήγορα να καούν
Τόσα Καλοκαίρια
Τι είδαμε εμείς που φωνάζαμε για λευτεριά;
Το σιτάρι μας το είχαμε αμπαριάσει με σιγουριά
Και
Τότε, τίποτε δεν θα έρχονταν να διώξει
τις σφήκες από τα μαλλιά των κοριτσιών
που λούζονταν στα πηγάδια του έρωτα
Τον Αύγουστο περπατούσαν οι μνήμες στις πέτρες
Αυτές τις πέτρες που έχτιζαν τα πεζούλια οι πατεράδες
να φυλάξουν τα πουρνάρια και τα σχίνα
Τα σχίνα με τα κόκκινα αγουροξυπνημένα ματάκια
που σέρνονταν χαμηλά στις σκόνες
Αυτές τις πέτρες, μαύρες κι ακανόνιστες
σε χώρους ποτισμένους με ψυχές
κοντά στη ησυχία του νεκροταφείου
εκεί που έκλαιγαν κάτι μαύρες γριές
εκεί που περνάγαμε κι εμείς μια αναπνοή
από λεμονανθούς και μια στυφή έγνοια
από σπασμένο ρόδι
Αυτές τις πέτρες τι να τις κάναμε τώρα;
[Απόσπασμα από το ομότιτλο ποίημα μου]
 

ΤΟ ΔΙΉΓΗΜΑ

 

 


Το είχα πάρει απόφαση πως η ζωή μου πολύ δύσκολα θα μπορούσε ν αλλάξει. Και πως να γινόταν αυτό, δηλαδή, αφού τόσα χρόνια τώρα έκανα μόνο δουλειές του ποδαριού. Τον περισσότερο καιρό, δούλευα γκαρσόνι, όπου εύρισκα. Στην αρχή πήγαινα σε ρέστωραντ πολυτελείας. Να σερβίρω τους λεφτάδες, που με θεωρούσαν υπηρέτη τους και τέτοιος ήμουν, αυτό δεν είναι ψέμματα. Όσοι έχουν δουλέψει γκαρσόνια και δεν νιώθουν απελπισία που είναι αναγκασμένοι να κουβαλάνε πιάτα, σερβίτσια, μακαρονάδες, πετσέτες στους πελάτες, το αικιού τους θα πρέπει να είναι πολύ χαμηλό. Το μυαλό τους δεν κόβει. Εμενα όμως το μυαλό μου έκοβε. Δεν ήμουν βλάκας. Τριάντα πέντε χρόνια στο πεζοδρόμιο. Το μεγάλο σχολείο. Τα είχα σπουδάσει, αυτά, όλοι με έλεγαν τσακάλι κκαι το νιωθα, δεν ήμουν βλάκας. Άτυχος ήμουν και γι΄αυτό σκεφτόμουν τελευταία, να βρω κάποιο κόλπο, κάτι να κάνω για να μην ξαναδουλέψω γκαρσόνι. Να μην είμαι υπηρέτης του κάθε χαζοχαρούμενου νεόπλουτου. Ενας τρόπος ήταν να κερδίσω κάποτε στο λότο. Κι έπαιζα μετα μανίας μέχρι την τελευταία μου δεκάρα. Πήγαινα στα μεγαλύτερα προποτζίδικα, διάβαζα συστήματα, μιλούσα με άλλους που είχαν κερδίσει, παρακολουθούσα στατιστικές αλλά τίποτα.. Βέβαια, έξυπνος ήμουν, καταλάβαινα πως ονειροβατούσα, ζεις όμως και με τα όνειρα. Όλα τα βράδια που δεν μπορούσα να κοιμηθώ, σκεφτόμουν για να ξεχνιέμαι και να περνάει η ώρα, τι θα έκανα τα λεφτά που θα κέρδιζα. Μελετούσα και την παραμικρή λεπτομέρεια, έλεγα σ΄αυτούς που με είχαν αδικήσει πως δεν θα έδινα τίποτε, θα ξεχρέωνα κάτι λίγα χρέη, θα πήγαινα και στην Ελένη κορδωμένος να της δείξω τα λεφτα μου- η Ελένη είναι η μοναδική γυναίκα που με ανέχεται, με τόση φτώχεια ποια γυναίκα σε θέλει; θα υπερεφανευόμουν πως παρ ότι είχα τελειώσει μόνο το Λύκειο, ήμουν πιο έξυπνος από τόσα κορόιδα που περίμεναν με το μεροκάματο να γίνουν πλούσιοι. Αυτή ήταν η μια μανία μου. Η άλλη ήταν το ινερνετ. Είχε ο κύριος Νίκος πολλούς υπολογιστές και μου είχε χαρίσει έναν πριν χρόνια.Έναν υπολογιστή, που δεν τον ήθελε και μου τον χάρισε. Έτσι κάνουν αυτοί οι πλούσιοι, χαρίζουν ότι δεν χρειάζονται και σε υποχρεώνουν. Έτσι κι εγω, όλον τον ελεύθερο χρόνο μου εκει μέσα τον περνούσα. Γράφτηκα στο φεις μπουκ κι έκανα επιλεκτικά μόνο εκατον πενήντα φίλους. Ούτε έναν παραπάνω. Δεν ήθελα άλλους. Κι αυτούς είναι σαν να μην τους έχεις! Σούφρωνε τα χείλια της, η Ελένη. Φίλοι είναι αυτοί που δεν συναντιόσαστε ποτέ; Εγώ ξέρω οι φίλοι, βγαίνουν παρέα, συναντιούνται, μιλάνε, βοηθάνε ό ενας τον άλλον στα προβλήματα, εσένα τι φίλοι είναι αυτοί; ξέρει κανένας απο δαύτους πως δεν έχεις να φας; Αυτά μου τα λεγε συνέχεια, εμένα όμως ήταν πεποίθηση πως αυτοί οι φίλοι κάποια μέρα θα με έσωζαν. Δεν ξέρω πως μου έβγαινε αυτό αλλά ήμουν εκατό τοις εκατό σίγουρος πως θα με βοηθούσαν.. Μιλούσα μαζί τους πολλές ώρες, τους έκανα λαικ, μου έκαναν. Πειράζουμε ό ένας τον άλλον οι περισσότερες γυναίκες με γουστάρουν γιατι είχα βάλει μια πολύ ωραία φωτογραφία στο προφίλ μου και όχι μόνο. Αυτά δεν τα έβλεπε η Ελένη που περιττό να πω ότι δεν είχε ιδέα απο υπολογιστη. Τι υπολογιστή να ήξερε αφου μια ζωή δούλευε σκουπίστρια στην εταιρία του κυρίου Νίκου. Α, ναι, παντού αυτός ο κύριος Νίκος, μας βοηθούσε, καλός άνθρωπος αλλα πλούσιος.Τώρα όμως τα πράγματα είχαν σκουρήνει περισσότερο. Ήμουν ανεργος πάνω απο τρεις μήνες. Με συντηρούσε η Ελένη αλλιώς θα είχα πεθάνει της πείνας. Τι θα κάνεις; τι θα έκανες αν δεν είχες εμένα; μου φώναζε κάθε μέρα. Κοίτα να βρεις καμια δουλειά Βαγγέλη, το φειςμπουκ και τα καφενεία δεν δίνουν λεφτά. Καταλαβες Βαγγέλη; Το ονομά μου είναι Βαγγέλης. Αλλά τι το θέλεις το όνομα; οι φτωχοί δεν χτειάζεται να έχουν όνομα. Μένω τελευταία σε ένα ημιυπόγειο που μου έκανε χάρη να μου παραχωρήσει ο κυριος Νίκος. Πήγαινε εκεί, μου είπε, δεν έχω τίποτα καλύτερο. Δεν πειράζει, του απάντησα. έχω συνηθίσει εγώ. Έχω κοιμηθεί και στις πέτρες, στα παγκάκια. Στα παγκάκια ε; Στις πέτρες; Άνοιγε τα μάτια του. Έφαγες σήμερα; Ναι, δυο βερίκοκα. Να πάρε μισό ευρω να πάρεις νερό. Τι να το κάνω το νερό; απορούσα. Ε, πως, άνθρωπος είσαι θα διψάσεις. Κι έφευγε με τα σιγανά του βήματα σαν πλούσια γάτα που ήταν. Η κατάντια μου είχε φτάσει στην απελπισία. Κάτι έπρεπε να κάνω. Να βρω μια δουλειά. Να γίνω άνθρωπος. Η Ελένη μου το ξεκαθάρισε. Αιντε αγόρι μου, εσύ δε βάζεις μυαλό, άιντε στο καλό, αφησέ με μήπως βρω κι εγω κανέναν άντρα της προκοπής, να παντρευτώ. Εσύ δεν κάνεις προκοπή. Αλλά την παρακάλεσα. Έπεσα στα πόδια της, καταξευτιλιστηκα και της υποσχέθηκα πως να, όπου να είναι θα πήγαινα να πιάσω δουλειά στο καφενείο του Νικήτα. Αυτό το ακούω χρόνια τώρα, καλά, εντάξει αλλά είναι η τελευταία σου ευκαιρία, εντάξει! Με το κεφάλι σκυφτο...

Αυτή η κατάσταση κράτησε κάμποσο καιρό ακόμα ίσως έξι μήνες και το περίεργο είναι πως εγώ γινόμουν όλο και πιο αδιάφορος. Κορόιδευα τον εαυτό μου και την Ελένη. Εκεί που την εύρισκα πραγματικά, ήταν ο υπολογιστής μου και οι φίλοι μου.Κλικ απο δω, λάικ απο κει, σχολίαζα αλλλα δεν έβγαινε τίποτε. Το πράγμα άρχισε να δυσκολεύει όταν με διέγραψε πρώτα η Νίκη. Απόρεσα πραγματικά, της έστειλα μήνυμα μα ήταν αμετάπιστη. Σε έκανα ντιλιτ, μου είπε. Πέρασα το χέρι μου ανάμεσα στα μαλλιά μου, έτσι κάνω όταν δυσκολεύομαι κι άρχισε να με πιάνει τρόμος στην ιδέα πως θα μπορούσαν να με διαγράψουν όλοι. Μούσκεψα το βράδυ στον ιδρώτα, πετάχτηκα επάνω άνοιξα τον υπολογιστή. Ναι, οι σκέψεις επαληθεύονταν. Και άλλοι δυο φίλοι με διέγραψαν. Το πρωί, πήγα στο καφενείο σκοτωμένος. Δεν ήθελα να μιλήσω σε κανέναν. Τι να τους έλεγα άλλωστε. Δεν είχα κανέναν φίλο εκεί, εμένα οι φίλοι μου ήταν στις οθόνες κι μου ράγιζε η καρδιά που τους έβλεπα μετα από τόσα χρόνια να αποχωρούν. Να με διαγράφουν ένας-ένας. Γύρισα το μεσημέρι είδα πως είχαν αποχωρήσει άλλοι δέκα. Δεν προσπάθησα να μεταπείσω κανέναν και τα κουβέντιασα με τον Τζονυ. Ο Τζόνυ είναι ο καλύτερος μου φίλος. Μη φοβάσαι μου είπε στο τσατ, δεν μπορει να σε διαγράψουν όλοι, κάποιο λάθος θα έκανες. Εσυ, του λέω για ένα μικρό λάθος θα με διαγράψεις. Εγω Βαγγέλη δε θα σε διαγράψω ποτέ. Λοιπόν πάρε μια μέρα το λεωφορείο κι έλα να τα πούμε απο κοντά. Να έρθεις στο σπίτι μου να φάμε και να πιούμε. Θα έρθω του είπα, στο υπόσχομαι. Όπως περνούσαν οι μέρες, σιγά-σιγά, ίσως μέσα σε ένα μήνα μου είχαν απομείνει μόνο δώδεκα φίλοι. Είχα συνηθίσει πια και δεν μου έκανε καμιά εντύπωση. Τελείωσε αυτή η δουλειά έλεγα στον εαυτό μου κι έψαχνα να βρω δουλειά αλλά που.. Πήγα απο δω, ρώτησα απο εκει, τίποτα. ΄Ελένη δεν μου μιλούσε άλλο. Πάψαμε να κάνουμε και έρωτα, το πράγμα χειροτέρευε άγρια. Εκείνο το Σαββατοκύριακο είχα αποφασίσει πως χρειαζόταν να πάω να βρω τον Τζόνυ. Περιττό να σας πω, πως ήταν ο τελευταίος, ο μοναδικός φίλος που μου είχε απομείνει. Αλλα ήταν πραγματικός, μη σε νοιάζει με παρηγορούσε και τα κουβεντιάζαμε συνέχεια. Εσυ πόσους φίλους έχεις; τον ρωτούσα αν και έβλεπα στο προφιλ του πως είχε πάνω απο τρεις χιλιάδες. Χαχαχα! γελούσε μη το σκέφτεσαι καλέ μου θα έρθεις την Δευτέρα που μου υποσχέθηκες; Θα έρθω του είπα και το φιξάραμε. Μου έδωσε οδηγίες πως θα πάω γιατι το σπίτι του ήταν έξω απο την πόλη. Με το κεφάλι σκυφτό, το μυαλό μου καρφωμένο στους δρόμους, γύριζα σαν αδέσποτος σκύλος. Όλη εκείνη την Κυριακή, δεν πήγα καθόλου στην Ελένη. Σκεφτόμουν μόνο πως θα έφτανα στον Τζόνυ. Μόνο ο Τζόνυ θα με έζωζε, αυτός, ο τελευταίος οθονικός μου φίλος.Βέβαια το είχα παρακάνει με την Ελένη, καλά είπε, έπρεπε να την αφήσω ήσυχη. Όπως μου ρχόταν στο νου η σκέψη πως θα ζούσα χωρίς αυτήν κάθισα σε ένα παγκάκι κι έκλαψα. Κάποια στιγμή σηκώθηκα. Πέρασα πάλι το χέρι, τα δάχτυλα μου ανάμεσα στα μαλιά μου. Έκανε κρύο. Ένας ψιλός αέρας σφύριζε πάνω απ τις κορφές των κτιρίων. Προχωρούσα προς την υπόγα, μόνος, πεινασμένος, κι άυπνος δυο, τρεις μέρες, δεν ξέρω πόσο. Είχα μια ξεχασμένη τσίχλα στην τσέπη του πουκαμισου, την ξεκόλλησα, είχε μείνει λίγο χαρτί γύρω της. Την έβγαλα προσεκτικά και την ξαναμάσησα. Αλλά χορταίνεις με την τσίχλα; Γιατί να πεινάνε οι άνθρωποι; τι χρειαζόταν το φαί;μήπως έπρεπε η φύση να φρόντιζε διαφορετικά για τους ανθρώπους;. Δηλαδή να μην έχουν ανάγκη να τρώνε; Έκανα τέτοιες ερωτήσεις στον εαυτό μου ακόμα κι όταν είχα μπει στην υπόγα. Κάθησα στο λειψό τραπέζι, άναψα το κερί. Το φως ήταν κομμένο καιρό. Έψαξα να βρώ κάτι να τσιμπήσω, καμμιά φορά έκρυβα κανένα κομμάτι ψωμί σε σακούλες νάυλον αλλά αυτή τη φορά δεν είχα κρύψει ούτε τρίμα. Μόνο ένα σαπισμένο ροδάκινο, που ήταν στην βρώμικη κουζίνα βρήκα. Το πλυνα, το καθάρισα όπως μπορούσα και το έφαγα. Έφαγα και το κουκούτσι. Η ψίχα του ροδάκινου δεν τρώγεται, είναι πικρή. Θεόπικρη και πιάνει μούχλα. Όμως αυτή η ψίχα με κράτησε. Έρριξα ένα παλιό πέτσινο μπουφάν στους ώμους και βγήκα στο δρόμο. Νύχτα ήτανε, το ξεροβόρι θέριζε τον κόσμο μου. Ξεκίνησα να περπατώ. Περπατούσα, περπατούσα, δεν ξέρω πόσες ώρες, και το χάραμα είχα βγει απο την πόλη όπως μου είχε πει ο Τζόνυ. Ναι, εκεί πήγαινα, που αλλού, δεν είχα που αλλού να πάω. Να ερθεις οπωσδήποτε, θα σε φιλοξενήσω, να μείνεις όσο θέλεις και με είχε κατασυγκινήσει.Και να τώρα που έφτανα σε κείνη την ερημιά που με είχαν φέρει οι οδηγίες του. Πήρα το μονοπάτι που έβγαζε πίσω απο τον λόφο. Έστριψα μια μεγάλη στροφή. Είδα το σπίτι του Τζόνυ. Μικρό μου φάνηκε. Μικρούλι. Θα μας χωρούσε άραγε και τους δυο; Προχώρησα κατα εκεί. Ο ήλιος είχε φέξει για τα καλά. Οι πόρτες είναι ανοιχτές, μου είχε πει ο Τζόνυ. Δεν κλειδώνω ποτέ. Πράγματι, ήταν ανοιχτές. Μπήκα απο την μία με σιγανά βήματα. Η ανάσα μου σχεδόν σταματημένη. Προχώρησα στο μικρό διάδρομο. Μπήκα στη σάλα. Κοίταξα πάνω στο γραφείο. Ένας γάτος καθόταν πάνω στα πλήκτρα του υπολογιστή και μου χαμογελούσε.



6 ΣΧΌΛΙΑ

Καλημέρα Κώστα. Νομίζω ότι είναι το καλύτερο από τα κείμενά σου που έχω διαβάσει..Smile (δεν το λέω επειδή έχεις ανακατέψει τον κύριο.. Νίκο. Μα κι εσύ, όλα να τα μαρτυράς, για το κομπιούτερ, για το υπόγειο, για το πενηντάλεπτο...κάνε το καλό και ρίχτο στο γιαλό λένε. Αλλά εσύ τα μαρτύρησες όλα πια. Με έκανες να.. κοκκινίσω!..TongueTongueTongue)

Νομίζω πως έδωσες με απολαυστικά σκωπτικό τρόπο όλο αυτό το πακέτο για τις ιντερνετικές "σχέσεις". Διαφωνώ βέβαια για την οπτική σου γωνία, αλλά κάλλιστα θα μπορούσε να είναι μια πραγματική πλευρά αυτού του φανταστικού κόσμου.

Προσωπικά ας πούμε, αν με ρωτάς, το ίντερνετ πολλές φορές με ξεκουράζει. Δεν περιμένω λύσεις στην όποια προσωπική μου ζωή από εδώ μέσα. Άσε που το χρησιμοποιώ και σαν μια μεγάλη βιβλιοθήκη - και είναι -. Γενικά, έχει χρησιμότητες, αν δεν το δει κάποιος αποκλειστικά σαν...chat και άλλα συναφή...Smile

Από Νίκος Ταξιδιώτης | Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014 1:06 μμ

Ταξιδιώτη καλό μεσημέρι. Ναι, συμφωνώ, είναι το καλύτεο κείμενο μου που έχεις διαβάσει, μέχρι το...επόμενο! Δεν νομίζω πως μπορούμε να συμφωνούμε σε όλα-θα ήταν ανιαρό! Φυσικά το δύχτι είναι σπουδαίο. Χαίρε.

Από ΚΩΣΤΑΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ | Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014 1:35 μμ

Κώστα καλησπέρα...όμορφο και το σημέρινο σου διήγημα...ο ήρωας σου που μας παρουσιάζεις ... φαίνεται να είναι τυχερός μέσα στην ατυχία του...και ξέρεις γιατί; ...είναι τύπος μποέμ ...ακτήμων...και ζεί για το σήμερα...χωρίς να τον κυριαρχεί.. η κοιλιοδουλία...και να τον νοιάζει τι θα γίνει με τις επιχειρήσεις του...γοητευτική φιγούρα τον βρίσκω...μπορεί να αναρωτιέται που θα πάει αλλά τουλάχιστον μπορεί να πάει όπου θέλει...σαν τον άνεμο...καλό βράδυ

Από Anais Zolie | Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014 10:41 μμ

Καλημέρα Smile

Από ditty . | Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014 1:55 πμ

Καλημέρα Αναίς. Ε, χμ... μάλλον έχ Να μπορεί κάποιος να συνεχίζει όταν τα κουμπιά είναι σβησμένα και οι ασφάλειες καμμένες. Φαίνεται πως τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο και ταγόνατα των πολιτών αυτής της χώρας κόβονται χωρίς να κινείται στο βάθος κανένα φως, κανένα αστέρι. Πως ν ακολουθήσεις, πως να πράξεις με δύναμη, όταν γύρω σου κυριεύει τα πάντα η απελπισία; Ωραία είναι τα μεγάλα λόγια, οι κούφιες υποσχέσεις που αναθερμαίνουν τις ελπίδες πως θα ανακάμψουμε, πως θα δούμε άσπρη μέρα αλλά τα έξοδα τρέχουν, τα ενοίκια δεν περιμένουν, οι ασφάλειες, οι τηλεπικοινωνίες, η ΔΕΗ, τα κοινόχρηστα, οι φόροι, τα γραμμάτια για το σπίτι, το αυτοκίνητο, οι δόσεις. Όλα αυτά δεν μπορούν να ξεχρεωθούν με πορδές και γίνονται πραγματικοί εφιάλτες για τους φτωχούς, για τους άνεργους, που περιμένουν από το θεό τους να τους σώσει. Η κατάσταση είναι μελοδραματική και συνεχιζόμενη τουλάχιστον ή κοντά μια δεκαετία. Κι αυτή ηπίεση, το άγχος, δεν επικροτεί καμιά γενναία προσπάθεια. Το προσεχές μέλλον δείχνει δυσοίωνο

εκκωφαντικά. Και ο φτωχός που δεν μπορεί να πληρώσει τα χρέη του, να τα βγάλει πέρα ωφείλει να ξεσηκωθεί. Να σκοτώσει ή να σκοτωθεί για το δίκιο του. Για το μοιράδι του σ αυτόν τον παράλογο κόσμο.


Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

ΓΙΑΤΊ ΣΟΚΆΡΕΙ ΤΟ ΓΥΜΝΌ ΣΤΗΝ ΤΈΧΝΗ ΚΑΙ ΌΧΙ ΣΤΙς ΠΟΡΝΟΤΑΙΝΊΕΣ;

 

ΓΙΑΤΙ ΣΟΚΑΡΕΙ ΑΚΟΜΑ ΤΟ ΓΥΜΝΟ;

 

 


Το γυμνό σοκάρει τελικά; Παρ όλα αυτά λίγοι είναι εκείνοι στους οποίους δεν αρέσει.

Άντρες και γυναίκες, τέχνη και ατεχνία, λαγνεία και αξιοπρέπεια, μημουαπτισμός, σεμνοτυφία αντρών τε και γυναικών. Μυξοπάρθενοι και οσιομάρτυρες, όλοι πίσω από την κλειδαρότρυπα θέλουν να κοιτάζουν. Οι περισσότεροι κρύβονται ενώ τους αρέσει το γυμνό- να βλέπουν να βλέπονται. Αν και οι περισσότεροι είναι ακόμα κρυφομουνάκηδες, οι γυναίκες μοιάζουν εξοικειωμένες. Τους αρέσει να προκαλούν και το κάνουν. Το ζωντανό γυμνό δεν είναι ίδιο με το φωτογραφικό. Καθόλου. Μια γυμνή φωτό είναι ακίνητη, το σώμα όμως μιας γυναίκας έξω από τις κουβέρτες έχει άλλη οπτική αξία. Νομίζω πως το πλείστον των αντρών είναι ματάκηδες κατά το κοινόν- οι γυναίκες είναι μάλλον πιο πρακτικές. Πάντως η έκθεση ενός ωραίου γυναικείου κορμιού δεν αφήνει αδιάφορο κανένα αρσενικό μόριο, κανένα αρσενικό βλέμμα. Δεν ξέρω πως ακριβώς σκέφτονται ή πως βλέπουν το αντρικό σώμα, γυμνό οι γυναίκες. Πόσο ηδονοβλεπτικές είναι σε αντιστοιχία με τον άντρα. Πάντως οι άντρες είναι υπέρ το δέον ηδονοβλεψίες.

Από 56painter @ Σάββατο, 26 Απριλίου 2014 9:30 πμ

 

 

ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΟΝΟΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Τους βλέπω κατά καιρούς, κάνουμε όνειρα πως θ ανοίξουμε κάποτε εκείνο τον καφενέ, να κονομήσουμε, να φτιάξουμε ένα σουβλατζίδικο να τρώνε οι άνθρωποι σουβλάκια της προκοπής, να δημιουργήσουμε ένα καφέ Γκαλερί, ακόμα και κρεοπωλείο, γιατί όχι; μου είπε σμίγοντας τα φρύδια ο Μήτσος. Καλύτεροι είναι οι άλλοι που σφάζουν; Θα σφάξουμε κι εμείς!

Εγώ ανατρίχιασα.

Αλλά κατά καιρούς συμφωνούσα με το Μήτσο να κάνουμε τούτο να κάνουμε το άλλο και φανταζόμουν τον εαυτό μου μέρος αυτού του ονείρου. Ειδικά με τον καφενέ γκαλερί, φτιαχνόμουν. Ονειρευόμουν πως θα έρχονταν όλοι εκεί για να πιούνε καφέ, να βλέπουν τους πίνακες μου, να διαβάζουν τα βιβλία μου και όχι μόνο.

Ο Μήτσος περνάει και με βλέπει κάθε τρεις μήνες. Παλαιότερα ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα και κουβεντιάζαμε τα ίδια πράγματα. Προχτές που πέρασε μου ξαναθύμισε το όνειρό μας. Δεν τόλμησα να του τη χαλάσω, να του σβήσω το όνειρο, γιατί είναι αλήθεια πως ποτέ δεν πίστεψα πως θα κάναμε κάτι μαζί. Απλά μας άρεσε να ονειροβατούμε, να πετάμε στ αστέρια, να μην είμαστε μόνοι σ αυτό τον κόσμο. Από 56painter στις Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014 @ Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014 9:51 πμ



10 ΣΧΌΛΙΑ

giorgis752

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

ΤΡΑΓΟΎΔΙΑ 2

 

 


Ένα τραγούδι θέλω να γράψω
Ν αλλάξω στο δάσος το πράσινο χρώμα
Χαμένο φιλί από κόκκινο στόμα
να ζητώ από χρόνια ποτέ δε θα πάψω.
Βάψτε το δάσος με άλλο χρώμα!
βαρέθηκα αιώνια να με καίει σαν φλόγα
αυτό το κορμί σα μια μαύρη πιρόγα
να σκίζει το φως, να φεύγει το γιόμα.
Βάψτε το δάσος με άλλο χρώμα!
Άσπρο λουλούδι ζητώ να μυρίσω
που το καψε ο ήλιος, το έκανε μαύρο
το κίτρινο πίσω δε θέλω, μα θα βρω
καιρό και συμπόνια να βρω, να γυρίσω!
Ένα τραγούδι θέλω να γράψω
Για κάτι που έφυγε, να μη με λυπήσει
το ήξερα, ωραία μ είχε αγαπήσει
όπως στο όνειρο όπου θα λάμψω.
Βάψτε το δάσος με άλικο χρώμα!
Κίτρινο κρίνο, λευκό επιμύθιο
Μη μείνει στο δάσος κανένα χρώμα
Εγώ που σ αγάπησα δεν ξέρω ακόμα
Στον ήλιο αν έφτασε, του κόσμου το λίθιο.

 

ΤΑ ΚΑΛΟΚΑΊΡΙΑ 2

 

 


Τα Καλοκαίρια είχαν πάντα μια άλλη γοητεία μέσα του,οπωσδήποτε ερωτική, οπωσδήποτε νεανική με τα μάτια, τη σάρκα, την ηδονή να κυριαρχούν στα σημεία έναντι όλων των άλλων διεργασιών.

Εκείνο το Καλοκαίρι ο Ίων ήταν μικρός. Μικρότατος, δεκαέξι ετών. Το μυαλό του φτερούγιζε, το σώμα του κεντούσε, το πρόσωπο του ροδοκοκκίνιζε, αραιά γένια φύτρωναν ακούρευτα σε ένα σπουδαίο πρόσωπο. Περπατούσε μέσα στη ζέστη του Αυγούστου, αρχές μάλιστα που ο ουρανός ήταν καταγάλανος κι ο ήλιος ο μεγαλύτερος βασιλιάς που υπήρξε ποτέ. Περπατούσε σε έναν κόσμο χαμηλό, γεμάτο βάτα, σκόνες, παχυλές γυναίκες, πρωτόγονους άντρες, ακαλλιέργητους. Έτρωγε ότι έβρισκε μπροστά του από βατόμουρα άγριόσυκα, γκόρτσα, άγρια απίδια δηλαδή, και τραγουδούσε από Ντύλαν μέχρι Μητροπάνο δυνατά στο καταμεσήμερο. Η Ντίνα ερχόταν από απέναντι. Κατάξανθη. Στις μεγάλες γάμπες της διαγράφονταν οι φωτεινές ξανθές τρίχες επειδή ο ήλιος είχε μαυρίσει πολύ ωραία το δέρμα της και ήταν πιο όμορφη ακόμα και από το Καλοκαίρι, ακόμα και από το πιο δροσερό νερό της όποιας πηγής. Συνομίληκοι ήταν σχεδόν ή λίγους μήνες μικρότερη του κι όταν συναντήθηκαν στην ανηφόρα του κάμπου, ο Ίων έκοψε το τραγούδι, του κόπηκε η ανάσα που την είδε τόσο κοντά του σαν θεά να τον κοιτάζει- ήταν πράγματι πολύ όμορφη. Βέβαια δεν είπαν τίποτε, εντάξει εκτός από τι κάνεις; Πόσα χρόνια έχω να σε δω; Λες και ήταν ή υπήρχαν πολλά χρόνια αλλά έτσι είναι οι άνθρωποι. Δίπλα στην πηγή, κοίταξαν τα φυλλώματα του πλατάνου, κοίταξαν που κα κρυφτούν, χώθηκαν μέσα στο δάσος. Ξάπλωσαν καταμεσήμερο, ο ιδρώτας κυλούσε ανάμεσα στα κορμιά τους αλλά ποιος ενδιαφερόταν τότε για ζέστη; Ποιον ένοιαζε αν είχε σαράντα ή πενήντα βαθμούς; Το αίμα έκαιγε, το μουνί και ο πούτσος αγκαλιάζονταν, όλα τα άλλα είχαν ελάχιστη σημασία. Η Ντίνα ήταν παρθένα, έβγαλε λίγο αίμα, ο Ίων τα ήξερε αυτά, την καθησύχασε, μη φοβάσαι, της είπε. Η Ντίνα δε φοβόταν. Ήταν γυναίκα από τις λίγες. Τραγούδησαν μαζί πολλές φορές, ήταν φοβερή η Ντίνα, ένα μουσούδι ανθρώπινης επικοινωνίας. Η θάλασσα, ο χρόνος, έπαιρναν και έδιναν, η Ντίνα συνέχιζε να είναι όμορφη, χυμώδεις. Χμ, χυμώδεις! Μια λέξη που της ταίριαζε και ο Ίων δεν τις φοβόταν τις λέξεις, η Ντίνα όμως είχε άλλο δρόμο. Μόλις κατάλαβε τι της έκανε ο Ίων, πήγε την άλλη μέρα και το έκανε με τον Νίκο, με τον Τάκη, με τον Βασίλη. Απλόχερη γυναίκα, ακάβλωτη παρά την ομορφιά της. Ο Ίων τη συνάντησε μια δυο φορές ακόμα, ποτέ δεν της είπε πως την αγαπούσε και τέτοιες τρίχες, ούτε εκείνη. Απλά την τελευταία φορά, πηδήχτηκαν στην αυλή του σπιτιού της παπαδιάς που ήταν κουφή, ξερή και σχεδόν άλαλη. Ο Ίων άγγιζε το μαύρο φόρεμα της παπαδιάς ενώ τον είχε μέσα στην αδιάφορη Ντίνα που ο κόσμος της ήταν άλλος από τον δικό του, το θέμα ήταν πως η Ντίνα, η όμορφη με τις γαλαζωτές τρίχες στη μασχάλη, εκείνο το Καλοκαίρι που οι σκόνες τύλιγαν τον κόσμο, που αν έριχνες μια μπουνιά στον ουρανό θα έλεγες πως θα τον νικήσεις, ήρθε ένα ανόητο τέλος που δε θα το άντεχε κανείς. Η Ντίνα πέθανε. Ο Ίων δεν ήξερε τι να κάνει. Καρδιακή ανεπάρκεια; Είπαν οι γιατροί. Ο Ίων δεν έμαθε ποτέ τίποτα παραπέρα, συνέχισε να ζει σε ένα Καλοκαίρι γεμάτο σκόνες, νεκρές πικροδάφνες και σχίνα να σέρνονται στους χωματόδρομους. Ο Ίων δεν ήξερε τότε ότι πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν νέοι, την ίδια στιγμή που οι άλλοι γεννιούνται, προσπαθούσε όμως να καταλάβει, να δει, γιατί άνθρωποι σαν την Ντίνα πεθαίνουν δεκαέξι χρονών. Δεν έχει σημασία τι πρόλαβαν να δουν;

Τα Καλοκαίρια ήταν η ανίδεη αλλά και η όμορφη πλευρά των ανθρώπων που η ευτυχία τους ήταν κρεμασμένη σε ένα αν, σε ένα γιατί, σε ένα ότι όλα κάποτε θα είναι ωραία, σε ένα πως διάβασα και Καζαντζάκη και Νίτσε, έλεγε μερικές φορές και η Ντίνα των δεκαέξι ετών που πρόλαβε να πηδηχτεί με το Ίων και μερικούς άλλους προτού παραδώσει το εφηβαίο της στον Βούδα, ή στον θεό της, που δεν πίστευε. Εύκολο δεν ήταν τίποτε.

Από 56painter στις Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013 @ Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013 11:57 πμ

2 ΣΧΌΛΙΑ freskoulis Είπα να σε σκαλίσω λίγο ... μου άρεσε τούτο πολύ Smile Από Μάνια Σ | Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013 3:14 πμ


Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Ο ΑΘΛΙΌΤΕΡΟΣ

 

 


ο ΑΘΛΙΟΤΕΡΟΣ
 

-Δε μου λες ρε;
-Ρε, είπες εμένα;
-Γιατί βλέπεις κανέναν άλλον εδώ; Ξέρεις ποια είναι η διαφορά μεταξύ τέχνης και αντιτέχνης;
-Δηλαδή αν ο Θεόφιλος έκανε τέχνη και ο Μαξ Έρνστ αντιτέχνη; με ξαφνιάζει ο άλητήριος.
-Ο Θεόφιλος δεν ήξερε να ζωγραφίζει! τον αντικρούω. Ο Μαξ ήταν ένας σκύλος του Νταντά.
-Λέγοντας τέχνη μιλάς μόνο για τη ζωγραφική;
-Όχι ρε, αλλά εδώ λέω να μιλήσουμε μόνο γι αυτή. Έχεις πιάσει ποτέ πινέλο στα χέρια σου; Ξέρεις τι είναι το κάρβουνο; το παστέλ, η σπάτουλα;
-Σπάτουλα έχει και ο ελαιοχρωματιστής, όχι δεν έχω πιάσει πινέλο αλλά αυτό δε σημαίνει πως δε βλέπω. Κάτι ξέρω κι εγώ και συμφωνώ ο Θεόφιλος δεν ήξερε τη θεωρία του χρώματος και αυτός ο Γουστάβ Κλιφτ ζωγράζφιζε μόνο γυναίκες κι αυτός που δεν ξέρω τ όνομα του ...αυτόν που παραδίδει μαθήματα στην ΕΡΤ 3..Ξέρεις ποιον λέω ...
-Ναι, ρε δεν το ξέρω τ όνομα του ...σιγά που διδάσκει ζωγραφική αυτός! μια τεχνική φυσιογραφίας κάνει. Η φίλη μου η Μάριαν Νάκου ζωγραφίζει καλύτερα απ αυτόν.
-Ποια είναι αυτή ρε νούμερο;
-Νούμερο λες εμένα; και δεν ξέρεις τη Μάριαν; και του σκάω ένα σκαμπίλι. [ Αυτός κατρακυλάει στην άβυσσο. Στην άβυσσο του Δάντη.] Κλαίει και οδύρεται.
-Έλα ρε, μην κάνεις έτσι, προσπαθώ να τον παρηγορήσω.
-Τι μην κάνω έτσι; επειδή δεν παραδέχομαι τον Φασιανό ή τον Τσόκλη για μεγάλους ζωγράφους με στέλνεις στο πυρ το εξώτερον; Ένα δέντρο ο Τσόκλης το πούλησε χίλιες φορές το ξέρεις αυτό;
- Το ξέρω μωρέ αλλά ας βγάλουν λεφτά και κάποιοι ζωγράφοι, τι λες εσύ γι αυτό;
-Σύμφωνοι, να φάνε και οι πεινασμένοι.
-Πεινασμένη είναι η τέχνη ρε νούμερο;
-Δεν πρόκειται να συνέλθεις ποτέ! μου λέει και εξαφανίζεται στο υπερπέραν. Τέτοιος ήταν, τέτοιος παρέμεινε ο άθλιος. Ο τρισάθλιος. Ο αθλιότερος των αθλίων του Βίκτωρος Ουγκό. Με ωμέγα είναι καλύτερο αλλά δεν πειράζει, ο Βίκτωρος έγραψε και για το θεό.

 

 


 

Από 56painter @ Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013 12:01 πμ Permalink | Σχόλια (1) | Επεξεργασία Το θέμα είναι να μπορεί ο άνθρωπος να ζει αισιόδοξος. Ο άνθρωπος δηλαδή που ελπίζει πάντα στο καλύτερο. Πόσο όμως είναι εφικτό αυτό; Για ποιους λόγους ο διαχρονικός άνθρωπος θα μπορεί να βλέπει την καλή πλευρά των πραγμάτων όταν γύρω του συμβαίνουν τα τραγικότερα; Είναι από τη φύση του αισιόδοξο ον ο άνθρωπος; Μάλλον όχι. Η ερώτηση είναι σοβαρή. Έχω σκεφτεί πολλές φορές πως μας ταιριάζει το δράμα, η απαισιοδοξία κι αυτό με κάνει δύσπιστο στην πολλή χαρά, στη μεγάλη αισιοδοξία αν και ποτέ δε θέλω να τα βλέπω μαύρα. Λέω χωρίς να το πιστεύω πως όλα θα πάνε καλά.

Από 56painter στις Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013 @ Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013 10:02 πμ

4 ΣΧΌΛΙΑ marelene Όμορφη εγγραφή Φιλάκια ...Από Μαρία Έλενα | Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013 3:04 μμ

56painter Γεια σου Μαρία. Ωραία η σκέψη σου σαν το μωρό παιδί που μεγαλώνει. Από ΚΩΣΤΑΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ | Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013 4:23 μμ

spiritmaster Θα το λες δέκα φορές τη μέρα για να το πιστέψεις. χα χα χα. Γεια χαρά Κώστα Smile Από Nτίνα Χαϊδεμένου | Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013 10:24 μμ

 

 

ΤΟΥΑΛΕΤΑ ΣΚΥΛΩΝ

Τέτοιες διαπιστώσεις είναι πραγματικά λυπηρές. Τα Εξάρχεια μια από τις ωραιότερες συνοικίες του Αττικού άστεως βρίσκονται στο έλεος της εγκατάλειψης. Πεζοδρόμια γεμάτα λακούβες, δέντρα που οι ρίζες τους έχουν διαβρώσει τις πλάκες τους-κίνδυνος, θάνατος ειδικά για τους ηλικιωμένους- κτίρια ετοιμόρροπα, μικρά παρκάκια ακλάδευτα, χορταριασμένα, όπου μόνο σκύλοι, γάτες και ενίοτε άνθρωποι αφοδεύουν και ουρούν δημιουργώντας έτσι εστίες μόλυνσης. Ασυνείδητοι νεαροί με ένα σπρέι στο χέρι μουντζουρώνουν αδιάκριτα και αδιάκοπα, τοίχους, τζαμαρίες, βιτρίνες καταστημάτων και καμιά πολιτεία δεν ενδιαφέρεται για τη φθορά της περιουσίας των πολιτών της, για τον κίνδυνο της δημόσιας υγείας. [Γιατί δεν γίνονται αυτά και στο Κολωνάκι; στην όμορη συνοικία; φαίνεται εκεί ζουν άλλα ζώα!]

Κάτι πρέπει να γίνει. Εκτός κι αν υπάρχει σχέδιο οργανωμένο για τον μαρασμό και την εξαθλίωση των Εξαρχείων.

Από 56painter στις Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013 @ Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013 10:28 πμ

4 ΣΧΌΛΙΑ

marelene Μακάρι να γίνει κάτι καλό Φιλάκια ...Από Μαρία Έλενα | Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013 3:36 μμ

56painter Γεια σου Μαρία. Με τους μακαρισμούς δεν κάνουμε τίποτε να είσαι σίγουρη. Κατά τ άλλα όλα καλά, επίσης φιλάκια.

Από ΚΩΣΤΑΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ | Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013 6:22 μμ

spiritmast Eμαθε κανείς σ αυτούς τους νεαρούς να σέβονται τη δημόσια περιουσία, το χώρο που και οι ίδιοι ζουν ; Υπάρχει πολιτεία να ενδιαφερθεί για την καταστροφή ; Κάθε μέρα νιώθω ντροπή και αγανάκτηση φίλε Κώστα γι αυτή την κατάσταση Smile


 

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

ΚΡΊΣΕΙΣ

 


Περπατώ στην παραλία των Εξαρχείων και νομίζω πως δεν έχουμε πάθει κρίση αλλά παράκρουση. Είμαστε όλοι ένοχοι, λέει ένας μεσήλικας, ενώ οι γκόμενες λιάζουν τους αφαλούς σφαδάζοντας από την ανυπαρξία του πούτσου. Δίπλα ο μαυράκος κουβαλάει σίδερα, σίδερα, σίδερα.
Στη Μαυρομιχάλη κατάχαμα ένας μηχανόβιος τρώει την άσφαλτο. Μαύρο κατράμι, πετρέλαιο και αίμα. Κανείς δεν τον σηκώνει. Η γριά ρίχνοντας ένα απρόσμενο βλέμμα, με την ξεβαμμένη ανηψιά δίπλα της, μιλάει για την εκατοντάχρονη μάνα της που πέθανε χτες το βράδυ. Εικόνα δηλαδή ενός ξεχαρβαλωμένου τοπίου. Οι Αλβανοί ασυνάρτητοι παίζουν ντόμινο-πέρα βρέχει και ποιος νιάζεται; Στον κόσμο τους.
Και στην Μεθώνης τον πεζόδρομο, χέζουν και κατουράνε όλα τα σκυλιά. Σε πειράζει, μου λέει η άλλη, να μπω στο εργαστήρι σου με τον σκύλο μου; Δεν πειράζει, της απαντάω. Αφήστε τον εδώ γύρω να γαβγίζει, να μου δείχνει τα δόντια του, να χέζει-έτσι κι αλλοιώς μας έχουν χεσμένους όλοι. Για ένα σκύλο θα κάνουμε έτσι.
Στο περίπτερο όλοι οι σκεφτικοί διαβάζουν με προσήλωση τον τύπο. Το πρες. Το πιεστήριο. Εγώ δε λέω τίποτα. Τι να πω; Ο χοντρός αποφασίζει ν αγοράσει την Συντακτών, ο Αιγύπτιος επιμένει πως πρέπει να κάνουμε κάτι για το βασίλειο της Κλεοπάτρας. Ωστόσο, μπαίνει ένας άλλος στον κύκλο των χαμένων ποιητών, στο εργαστήρι της τέχνης σέρνοντας ένα ντόπερμαν έτοιμο να μου φάει τα σωθικά, το μυαλό. Πειράζει που έχω τον Μπούμπι μαζί; Μου λέει. Να δούμε τους πίνακες;
Με τον Μπούμπι; Αμηχανεύομαι.
Βγάλτον έξω, στην παραλία.
Μα, επιμένει, δεν είσαι φιλόζωος;
Άμα είναι να μας χέσει ο Μπούμπις, όχι δεν είμαι φιλόζωος.
Αναγκαστικά φτιάξαμε έναν κόσμο παράλογο. Παλιά δεν ήμασταν έτσι, υπήρχε μεγαλύτερος σεβασμός στην ύπαρξη, στο θαυμασμό, στην αξία. Ενώ τώρα υπάρχουμε σε έναν κόσμο γερασμένο, αξιολύπητο, παραδομένο στην ανεπάρκεια.
Ας πούμε πως φταίω εγώ που τα βλέπω έτσι. Οι νέοι παραπονιούνται για τις γκόμενες που είναι ανοργασμικές. Οι γκόμενες λένε πως δεν υπάρχουν πια άντρες αλλά, δε θέλω να το ρίξω εκεί- ωραίο το ρίχνω-να χύσω στο ωραίο πρόσωπο των άλλων ήθελα.
Μάλλιασε η γλώσσα μου στην κυριολεξία, όχι από καθέδρας. Επί της ουσίας.
Πολλές φορές φαίνονται απλά, μα δεν είναι.
 

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

ΟΔΥΣΣΈΑΣ ΠΟΥ ΔΕ ΓΎΡΙΣΕ ΠΟΤΈ.

 

 


Όμορφα είναι τα ταξίδια σου Οδυσσέα
στους ύμνους
Τόσους ύμνους φτιάξαμε γι’ αυτόν
Κάποιου ΌΜΗΡΟΥ, όμηροι κι εμείς
Μα και της Πηνελόπης
Που ποτέ δεν είδαμε
Την λυγερή κορμοστασιά
Πολλά καλά της τραγουδάει ο αοιδός
Γιος θεού και μια θνητή
Τι ταιριαστό ζευγάρι!
Της Πηνελόπης να δειχνες κι εσύ την προσμονή
Κι εγώ Οδυσσέας που δεν γύρισε ποτέ
 

ΝΑ ΒΛΈΠΟΥΜΕ ΤΗ ΣΚΙΆ ΜΑΣ

    Ήθελα να ξερα τι θα κάνετε τώρα χωρίς Μίκη= χωρίς χριστός ανέστη, χωρίς Σαββατόβραδα του Καζαντζίδη. Περνάει το τριήμερο της θλίψης σας ...