- Όταν πρέπει να σκεφτείτε κάνετε μώκο.
Κατάλαβα πως η ζωή είναι πολύ σκληρή και αδιαπραγμάτευτη σ αυτά που ορίζει. Δώδεκα με δεκατρία σου λέει πως θα μεγαλώσει το πέος, και μεγαλώνει χωρίς να σε ρωτήσει κανείς αν θέλεις ή δε θέλεις να γίνει αυτό. Ξαφνικά βρίσκεσαι αντιμέτωπος με την ηδονή, όχι πως δεν σε είχε προειδοποιήσει αλλά δεν το περίμενες έτσι. Μικρό, μεγάλο, ευαίσθητο, αιχμηρό αντικείμενο, σάρκα ιδιότροπη για τον καθένα
Τελικά, σκέφτομαι γιατί να μου αρέσει αυτός ο παράλογος κόσμος που ζούμε. Ακόμα γιατί, αφού είναι τόσο σκατένιος να μη θέλουμε να τον εγκαταλείψουμε; ίσως επειδή είμαι ακόμα ζωντανός κι αυτό με κάνει άτρομο. Ίσως επειδή ξέρουμε πως δε θα ξαναυπάρξουμε ποτέ εδώ. Ίσως.
κάποια στιγμή όλα τελειώνουν. Τα τσιγάρα, τα ποτά, οι αγάπες, τα ψέμματα και οι αλήθειες. Τα λεφτά. Την ώρα που τα έχεις ανάγκη σου λείπουν Μυστήριο πράγμα με μας. Λες και είναι τρύπιες οι παλάμες μας.
ΣΚΟΤΕΙΝΌ ΦΙΛΊ
Ζωή δίχως κίνητρο πως να τη ζήσεις;
μαρτυρώντας ψεύτικα λόγια;
η τέχνη δε με σώζει, η γνώση,
οι λέξεις έχουν κάποια εύνοια
πηγαίνω προς μια ολοσχερή καταδίκη
αλλά για να μη φοβίζεις τους γύρω σου
λες πως είσαι αισιόδοξος
[για να μη γίνεσαι γελοιοδέστατος
των καταστάσεων]
Ζωή χωρίς αξίες πως να τη ζήσεις;
Δίχως ντροπή έχτισαν γύρω μου τείχη
κάτι μου θυμίζει αυτό ποιητή
το σκοτεινό φιλί μιας μάταιας Αλεξάνδρειας
πρέπει να πω τα πράγματα με τ όνομα τους;
Τα όρια της τέχνης
Κάποιοι πλούσιοι βάζουνε σύνορα
-μπορεί να έχουν δίκιο, δικό τους το χωράφι γη
-δε λες τίποτε σπουδαίο τα είπαν άλλοι
και τους έκαψαν στην πυρά
φοβάσαι όμως να κλάψεις μη σε πουν δειλό οι αφέντες
το σκοτεινό φιλί μιας ανόητης παράστασης
είναι η ζωή σου ποιητή
κότινος που δεν σου αξίζει γι αυτό
βγες έξω! να μην υπάρχεις στη συνωμοσία τους
Αυτός ο κόσμος είναι δικός τους
μαχαίρι και φωτιά σε μια λέξη: ελευθερία!
Κανένας φτωχός δε θα επιβιώσει
τα μέτρα ενός κόσμου μεθυσμένου
Αυτός είναι ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας
Κι αυτό κάτι μου θυμίζει ποιητή του Νόμπελ
πικρά κλαίει ο Ρωμιός την βλάσφημη ιστορία του
Σκαρίμπα το θείο τραγί
πως να μην κλάψεις για έναν λαό τόσο χαμένο;
Λαός είναι όλοι οι άνθρωποι της γης
μαύροι, άσπροι, κίτρινοι, ιντιανς
μα δεν αρκεί γιατί αφέντες είναι οι λευκοί
ζωή χωρίς ιδανικά πως να τη ζήσεις;
σκοτεινό φιλί.
Όλα είναι μύθος-τίποτε πραγματικό, πόσο μάλλον η ελπίδα της Πανδώρας. Ώσπου να τελειώσει ο πίνακας και να γερνάει εγώ θα ξανανιώνω, θα γίνομαι πάλι παιδί.
Ένα μεγάλο έργο στηρίζεται σ ένα Επίσης μεγάλο ψέμα: πως υπάρχει κάτι γελοίο στα συναισθήματα των ανθρώπων που έχουμε σταματήσει ν αγαπούμε .. η φράση από το ερχόμενο-επόμενο μυθιστόρημα μου.
ΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ
Κάποιος
μου είχε κλέψει το πουκάμισο,
την ώρα
που εγώ πήγα στην τουαλέτα κι
άφησα τη
μπύρα μόνη της να καθιζάνει
τον αφρό
της, μπύρα χωρίς αφρό δεν
πίνεται, που
λέει κι ο ξανθός, ο ωραίος
άντρας δίπλα
μου, αέρα!
αέρα να φύγει
η χολέρα,
του απαντάει, μια άσχημη μύτη
ο φίλος
του, κάπου μεταξύ Ναβαρίνου και
Ζωοδόχου
Πηγής αλλά το πουκάμισο μου
είχε κάνει
φτερά, ποιος χρειαζόταν ένα λευκό
πουκάμισο, εκτός από μένα που τώρα ήμουν
γυμνός και σκεφτόμουν αν θα ζήσουμε μια
ευτυχισμένη ζωή ή
θ
αφήσουμε αυτόν εδώ
τον κόσμο, το ίδιο
ανόητο
και κακό, όπως
τον είχαμε βρει όταν
ήρθαμε-αυτό
το λέει
ο Βολταίρος, που μεταξύ μας δεν
τον είχα και
σε πολύ εκτίμηση πριν απ
αυτό- και γιατί να
ζήσουμε, αφού η ζωή
στο μεγαλύτερο της μέρος είναι γεμάτη
βάσανα και
πόνους κι εγώ συνέχιζα να
είμαι γυμνός απ τη μέση και πάνω, καλά
που
δεν μου πήραν και το παντελόνι,
ξανασκέφτηκα σφίγγοντας την ζώνη μου,
ενώ όλο το μαγαζί με κοίταζε περίεργα,
οι γυναίκες θαύμαζαν τους ωραίους
μου
κοιλιακούς, όλα είναι ωραία επάνω μου
και πιο ωραίος ο πούτσος μου,
έτσι μου
είπε η Φώφη, η πουτάνα που πήδαγα χτες,
έχεις
τον πιο ωραίο
πούτσο που έχω δει
ποτέ μου κι εγώ καμάρωνα, γιατί σκεφτόμουν
πως τ
ο λεγε η Φώφη που είχε δει τις
ψολές όλου του κόσμου και αγαλλίασα
ψάχνοντας τους γύρω μου να δω, ποιος
φορούσε το λευκό μου πουκάμισο.
Κανείς.
Κανείς δεν φορούσε ένα άσπρο, λευκό
πουκάμισο που το είχα
φορέσει επίτηδες
για να ξεχωρίζω απ το πλήθος στην πορεία
διαμαρτυρίας
και όπως γύριζα το βλέμμα
μου, ανακάλυψα μια γάτα κουλουριασμένη
κι
αδιάφορη στην ψάθινη καρέκλα, να
γουργουρίζει, χωρίς να την νοιάζουν
οι
φωνές αγανάχτησης, οι φωνές των
αγανακτισμένων πολιτών, δεν το
πήρα
εγώ, λέει ο άλλος με το μούσι και την
μύτη, εγώ γαμούσα εκείνη την
ώρα, όταν
αυτός έβγαινε από την τουαλέτα και
δίπλα, τρώγανε νερωμένες
φρυγανιές κάτι
γέροι χωρίς δόντια και πίνω μια γουλιά
μπύρα χωρίς αφρό,
σκατά είναι, αλήθεια
δεν πίνεται χωρίς αφρό, σκατά είναι όλα,
ακόμα και η
ευδαιμονολογία
του Σοπεγχάουερ,
που επιμένει πως, η ατομικότητα του
ανθρώπου, του έχει ορίσει απο πριν ως
ποιο μέτρο ευτυχίας μπορεί να
φτάσει
αλλά δε μου γεμίζει το κεφάλι, επειδή
οι περισσότεροι αρκούνται σε
μια μέτρια
ζωή, οικογενειακή, με πρόσκαιρες
απολαύσεις και χυδαίες
διασκεδάσεις,
σαν αυτήν τώρα που ζω εγώ, ανάβοντας το
τελευταίο μου
τσιγάρο, λέω και ξαναλέω
και τουλάχιστον ν ανακάλυπτα ποιος
πούστης
μου πήρε το λευκό μου πουκάμισο,
κανείς δεν ομολογεί, ενώ
ο ντιτζέι παίζει
το πουκάμισο το θαλασσί,
με την εξαίσια φωνή της Μαρινέλλας,
καθώς
ο ωραίος ξανθός, λέει στον φίλο
του, πιες τη ρε μαλάκα, Καλοκαίρι είναι,
η ζωή θέλει
ξεκούραση και ξεκούρασμα απ την κούραση,
βράδυ μετά την
εκδήλωση των αγανακτισμένων
πολιτών, γαμίσι, ιδρώτας, η ξανθειά
απέναντι,
καυλωμένη, μουσκεμένη, φιλάει
τον καραφλό εραστή της χωρις να την
νοιάζει
που την βλέπουμε, ποιος την
γαμάει μωρέ, συνεχίζει η μύτη, χύσια,
χύσια,
χύσια, άμα την έχεις στο σπίτι
την ξεσκίζεις, επειδή δεν σου φτάνει ο
κόσμος,
ο κόσμος είναι τρελός αλλά θέλεις
να γίνεις και συ λίγο μαλάκας, να μιλήσεις
στο κινητό, όπως μιλάνε όλοι, λένε για
το άσπρο μου πουκάμισο, που το πήρε
ο
αέρας και το ριξε να κρέμεται σε ένα
τεντωμένο σχοινί, ναι, το είδα κι
έτρεξα
με λαχτάρα να το βουτήξω, να βρω επιτέλους
την χαμένη ευτυχία
του Σοπενχάουερ αλλά
μια μαύρη μούρη ή εικόνα, ή κάτι τέτοιο,
μια άλλη
πουριτανή με μεγάλη κλειτορίδα,
ανοργασμική, παίδευε το μυαλό μου, όταν
γύρισα ξανά στο τραπέζι μου, φόρεσα το
πουκάμισο, μ ένα χαμόγελο
υπεροχής,
άδειασα την μπύρα στο ποτήρι να κολυμπάει
στον αφρό της, ενώ ο ωραίος
ξανθός, έλεγε
στον διπλανό του με την μύτη, είσαι
για τον, η επανάσταση
δεν έχει αρχίσει
ακόμα.
Για ν ακολουθήσεις πιστά ένα μόνο είδος τέχνης στη ζωγραφική, πχ σουρρεαλισμό, ιμπρεσιονισμό, κ.α, έναν δηλαδή οποιονδήποτε -ισμό πρέπει να είσαι εντελώς μαζοχιστής. Για να φτάσεις να ζωγραφίζεις μόνο νούφαρα ή μόνο ποδηλάτες σίγουρα έχεις γίνει παρανοϊκός. Ή φιλάργυρος που είδε πως έχουν πέραση οι ποδηλάτες και τα φουλάρια του Φασιανού και τα δέντρα του Τσόκλη! [Ο Νταλί που ακολούθησε πιστα τον σουρρεαλισμό δεν λαμβάνεται υπ όψιν γιατί ήταν από γεννησιμιού παρανόας.] Η εμμονή να είναι κάποιος αναγνωρίσιμος από τα έργα του, να λέμε, αυτός είναι Πικάσο κι ο άλλος Μαγκριτ, έχει γίνει μπούμερανγκ ιδιαίτερα στους εκκολλαπτόμενους αστέρες του είδους και παλεύουν εναγωνίως να το βρουν. όπως οι ποιητές τη μαγική φράση!
Δογματικός, θρησκευόμενος και ανόητος. Απ τα χειιρότερα χαρακτηριστικά που μπορεί να συνυπάρχουν σε έναν άνθρωπο.
-Φέρε να πιούμε, της είπε σα διαταγή κι εκείνη έφερνε .Ώσπου έγινε δαυλί εκείνο το απόγευμα ο Ντάφλος. Η Μαγδαληνή τον κοίταζε αποσβολωμένη. Δεν ήξερε τι να κάνει τα χέρια της, τα σταύρωνε τα ξεσταύρωνε και η χοντρή μύτη της είχε τσουρουφλιστεί. Έμοιαζε να ντρέπεται έτσι που συμπεριφερόταν ο μέλλων σύζυγος της. Ο Ντάφλος την αγκάλιαζε κι όλο «έλα εδώ μωρή!» της φώναζε. «Έλα εδώ, μη φοβάσαι τίποτα, θα σε κάνω εγώ βασίλισσα, ε, μπάρμπα Φώτη; Πες κι εσύ τίποτα, δεν έχω δίκιο;» Η Μαγδαληνή αποτραβιόταν πέρα με συσπάσεις αηδίας στο πρόσωπο, δεν τον ήθελε, το έδειχνε σχεδόν από την αρχή . Σα να μην τον χώνευε. Σα να μην τον ήθελε καθόλου, ούτε να τον έβλεπε ποτέ στα μάτια της. Τέτοια ήταν τα κατάβαθα της ψυχής της κι αν είχες μάτια το έβλεπες. Αλλά όσο αποτραβιόταν, τόσο φούντωνε ο Ντάφλος. Το μάτι του κοκκίνιζε και γυάλιζε απ το ποτό.
Είναι
ορισμένα πράγματα που μεγαλοποιούν τις
πράξεις των ανθρώπων, σαν αυτή τώρα του
Ντάφλου. Εγώ τότε διάβαζα μετά μανίας
όλα τα κλασσικά βιβλία. Ότι εύρισκα
μπροστά μου. «Θα κουτοβαρεθείς καημένε!»
μου λεγε ο Ντάφλος. Άσε εκείνος ο Σταυρέας.
«Δε βγάζουν ψωμί αυτά που κάνεις,» μου
είπε μια μέρα που με βρήκε κατάχαμα να
ζωγραφίζω και να διαβάζω. «Τι είναι
αυτά;» λες και έβλεπε σίχαμα. Το είπε
στον πατέρα μου. «Μην τον αφήνεις να
ζωγραφίζει και να διαβάζει, θα πάθει το
μυαλό του»
Τέτοιος ήταν ο Σταυρέας,
χουντικός, γουρούνι του κερατά. Έτσι
τον μελετούσα και το είπα στο Ντάφλο
αλλά εκείνος δεν έμοιαζε να νοιάζεται
για τέτοια πράγματα και τα πολιτικά,
τουλάχιστον τότε.
Εν πάση περιπτώσει
που κοπανάει συνέχεια και ο πατέρας
μου, έλεγα για τις πράξεις που μεγαλοποιούν
την εικόνα ενός ανθρώπου. Αρνητικά ή
θετικά. Σκηνή σαν αυτή που ξετυλίχτηκε
εκείνο το απόγευμα στην αυλή-τι απόγευμα,
είχε βραδιάσει για τα καλά- μου θύμισε
εικόνες από άλλες εποχές, άλλα βιβλία,
ξένους, μυστηριακούς τόπους και ήρωες.
Ο Ντάφλος είπαμε, είχε γίνει δαυλί. Η Μαγδαληνή στεκόταν ανήμπορη κι απορημένη στην πόρτα κι ο πατέρας μου άκουγε το παραμιλητό του Ντάφλου. Τι του έλεγε; Πως καλά έκανε που παντρευόταν και θα νοικοκυρευτεί, πως έπαιρνε την καλύτερη γυναίκα και πως τώρα θα δεις μπάρμπα-Φώτη, θ αλλάξουν όλα. Κι ύστερα πάλι το γυρνούσε. Τι τα θέλεις μπάρμπα-Φώτη, να σου πω κάτι; Πες έγνεφε ο πατέρας μου. Να σου πω κάτι; Τι τα θέλεις; Ο γάμος είναι σκλαβιά και οι γυναίκες για σκότωμα. Όλες, να! έτσι τσίτωμα με το πιρούνι θέλουν! Και το κάρφωνε στο τραπέζι.
Ώσπου
δεν άντεξε άλλο η Μαγδαληνή. Σηκώθηκε
πάνω μπαρουτιασμένη, του πέταξε πέρα
το χέρι κι έκανε να φύγει. Αλλά αυτός
την πρόλαβε. Σηκώθηκε τρεκλίζοντας και
τη σβούρισε. Την έφερε απέναντι του και
της έσκασε ένα τρανταχτό σκαμπίλι.
Ύστερα δεύτερο και τρίτο. Εκείνη ούρλιαζε
με το πρόσωπο στα γόνατα κουκουβισμένη.
Σηκώθηκε
η γειτονιά στο πόδι. Άντρες, γέροι,
γυναίκες, παιδιά, κρεμάστηκαν σα
μελισσολόι στα κάγκελα της αυλής να
κοιτάζουν απορημένοι κι ο Ντάφλος να
φωνάζει
-Σήκω πάνω μωρή! Σήκω πάνω μη
σου γαμήσω τον κερατά που σε πέταγε.
Σήκω πάνω μωρή! Κι εκείνη να κλαίει.
Κάποια
στιγμή σηκώθηκε. Ο Ντάφλος κοίταζε όλους
τους άλλους αγριεμένος. Ύστερα την πήρε
αγκαλιά, της σκούπισε τα μάτια και φύγανε
τρεκλίζοντας.
Έτσι, χωρίς μια καληνύχτα.
Από το μυθιστόρημα μου ΟΙ ΑΠΟΤΥΧΗΜΈΝΟΙ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΌ
"Ήρθα μια νύχτα κάποιου
Αυγούστου στην Αθήνα, μ΄ ένα σακ βουαγιάζ
στην
πλάτη για εφόδια κι έκτοτε περιπλανιέμαι
στην Αττική γη. Δούλεψα
γκαρσόνι,οικοδομή,
λαθρέμπορας, επιγραφέας Μέγας. Έφτιαξα
σενάρια που
δεν έγιναν ταινίες, εκτός από ένα,
έγραψα θεατρικά που δεν παίχτηκαν,
εκτός από ένα.
Τα μυθιστορήματα μου είναι έξι, δυο βγήκαν στα
βιβλιοπωλεία. Ίσως καμιά εκατοστή κομμάτια,
διηγήματα, περιμένουν τον
εκδότη τους.
Έφτιαξα δυο περιοδικά Τεχνών και Γραμμάτων.
Τον ΔΡΟΜΟ πρώτα
και το ΔΙΑΣΧΙΖΩ μετά.
Ζωγράφισα πάνω-κάτω χίλιους πίνακες, πολλές
τοιχογραφίες εδώ και αλλού. Εργάστηκα σε εφημερίδες
, σκίτσο,
γελοιογραφία,εδώ κι εκεί.
Το μόνο που θυμάμαι γύρω μου, μια ζωή, παντού
βιβλία.
"
Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ είναι ζωγράφος και συγγραφέας. Ζει και
εργάζεται στην Αθήνα. Είναι αυτοδίδακτος κι αυτό το θεωρεί μεγάλο προσόν
επειδή τώρα που διδάσκει ζωγραφική γνωρίζει καλύτερα τι σημαίνει να μην
έχεις δάσκαλο. Έχει κάνει αρκετές ατομικές εκθέσεις ,αν αυτό λέει κάτι,
και αρκετά έργα του κοσμούν τα σπίτια και τους δρόμους ανά την Ελλάδα.
Κατά καιρούς εξέδωσε δυο περιοδικά.Τον ΔΡΟΜΟ και τελευταία το ΔΙΑΣΧΙΖΩ
το οποίο θα εκδοθεί και ηλεκτρονικά.Έχει ασχοληθεί σχεδόν με όλα τα είδη
του λόγου, σενάριο, μυθιστόρημα, διήγημα, ποίηση, θέατρο, δοκίμιο. Κατά
καιρούς εργάστηκε σε εφημερίδες στο σκίτσο και την γελοιογραφία.
Διατηρεί εργαστήρι ζωγραφικής στην Μαυρομιχάλη 102, στα Εξάρχεια.
Έχoυν εκδοθεί τέσσερα έργα του:
Ικέτες της Αλήθειας (Μυθιστόρημα, 1981)
Όλα μοιάζουν καλά (Θεατρικό, 1982)
Νέον Έργον: Η Ιστορία ενός Τρομοκράτη (Μυθιστόρημα, 1989)
Δεκάτη Τρίτη ώρα. Μυθιστόρημα 2013
Εξέδιδε και διεύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό Δρόμος, όπως και αργότερα
το ΔΙΑΣΧΙΖΩ που συνεχίζει την πορεία του ηλεκτρονικά.
Άρθρα του, διηγήματα και γελοιογραφίες έχουν φιλοξενηθεί, κατά καιρούς,
σε εφημερίδες και περιοδικ
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΘΡΑΝΙΟ.. Η πόλη ήταν καθισμένη πάνω στη θάλασσα. Ένας μεγάλος υδάτινος κύκλος, έκλεινε απο παντού τα σπίτια της, απο την ανατ...