Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

ΈΛΛΗΝΕΕΕΕΣ!!!

 


-Τσακώνονται,μου λέει η γειτόνισσα.
-Ποιοι? την ρωτάω
-Όλοι, μου απαντάει.Κάθε μέρα τσακώνονται για το πάρκινγκ. Βρίζονται χυδαία και λέει
ο ένας τον άλλον κωλόγερο,ενώ είναι όλοι πάνω από 65-70!
ΕΛΛΗΝΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΣ.[Φωνάζει ακόμα ο Κολοκοτρώνης]
 

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΈΦΕΡΕ ΕΔΏ ΠΈΡΑ

 

 


Ποιος διάολος μας έφερε εδώ πέρα; να ζήσουμε αυτή την τρισάθλια πραγματικότητα! τα λόγια του ήταν τραχιά, δεν άντεχες ούτε να τον βλέπεις μηδέ να τον ακούς. Χαρίλαος Πλιάτσικας. Ο μεγαλύτερος αδερφός μου. Το δραματικό μέρος ανθρώπων που γνωρίσαμε κι έφυγαν από κοντά μας με έναν τρόπο που δε θέλαμε αλλά έτσι ήταν. Μισούσε κάθε τι ανθρώπινο, γυναίκες, άντρες, παιδιά, μισούσε τον εαυτό του, του άρεσε η γνώση, είχε μάθει πολλά, δυνατό μυαλό, ευφυής, πολλά βράδια είχαμε γίνει κομμάτια, τον χτύπησα και στο σώμα και στο μυαλό, με αγαπούσε πολύ, η τελευταία φορά που τον είδα, χωρίς συμπόνια για τον αδίσταχτο σαρκασμό προς κάθε τι ανθρώπινο, δε ήθελε τίποτε, έπινε πολύ, γινόταν χώμα, τον έσωσα ένα βράδυ που όπως πάντα ήθελε να φύγει απ τη ζωή, μέσα από ένα τσούρμο που δεν τον καταλάβαιναν, εκεί που σε ανέβασε στον ουρανό σε κατέβασε στη λάσπη, δεν είσαι τίποτα Κώστα Πλιάτσικα, ένα αρχίδι, ένα απόβρασμα της κοινωνίας, που παριστάνεις τον συγγραφέα και τον ζωγράφο αλλά δεν είσαι τίποτα! ένα σκουπίδι παραπάνω, ναι είσαι καλύτερος απ τον Καζαντζάκη, η πένα σου σκοτώνει τους ανθρώπους, τέτοιος είσαι ένα ρεμάλι και τον άκουγα να μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι. Χαρίλαος Πλιάτσικας, έχω να πω πολλά για δαύτον, έλα όμως που όταν ζούσε μου σπαγε τα το στομάχι. Έξυπνος, διορατικός, αλλά πάντα έδινε μια κλωτσιά, μια απέχθεια για τη ζωή, δεν ήταν δυνατός στο σώμα, μάλλον ηττοπαθής κατ αυτόν τον τρόπο και πέθανε όπως πέθανε, σκοτωμένος ή από δολοφονία, ή έστω σαν αυτοκτονία, ένας άνθρωπος που ήθελε να ζήσει, αδύναμος, εγκεφαλικός. Το μέρος αυτό των ανθρώπων, τότε που έβλεπα τη ζωή επίπεδη, ενώ αυτός ήξερε πάντα πως ήταν στρογγυλή, αλλά ο νόμος του άντρα περνούσε σαν σίφουνας απ το μυαλό μου, ήμασταν μόνο οι δυο μας και γνωρίζαμε τα πράγματα, όμως η ίδια η ζωή έδειχνε άλλα. Μια γυναίκα άσχημη, χωρισμένη με την ψεύτικη πραγματικότητα του, δυο παιδιά που δεν πήγαν ούτε στην κηδεία του, τι άσχημος τρόπος για έναν τέτοιον φίλο κι έτσι ο Χαρίλαος Πλιάτσικας ζούσε μια δραματική ζωή, σου απαντούσε αναπάντεχα! σαν να ήταν πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί, ήξερε και Σέκπηρ και Βολτέρο, μια ανοησία η ύπαρξη μου τόνιζε συνέχεια κι έβριζε θεούς και δαιμόνους, άθρησκος κατά βάση όπως οι περισσότεροι έξυπνοι άνθρωποι, δεν τον ένοιαζε αν κοιμόταν στο σκοτάδι ή αν ήταν πρωί και οι άλλοι νόμιζαν πως ήταν νύχτα, αυτός το βιολί του, δεν ξέρω αν τον αδίκησα ενόσω ζούσε, πιθανώς, ναι, αλλά τι λόγο έχει τώρα πια;
Πέρα μακριά ζούσε ένας μυστηριώδης παππούς.
[Από τη ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΌΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΉΣ...ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΌ-ΔΟΚΙΜΙΑΚΌ ΑΝΈΚΔΟΤΟ ΜΥΘΙΣΤΌΡΗΜΑ ΜΟΥ..]

 

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΤΟ ΚΕΛΊ 14.500. 001

 

 


Στο κελί πέρασα δυο βράδια και μια μέρα, πίσω από τα σίδερα, παρέα με τον Ιρανό, δε μου αφαίρεσαν τις χειροπέδες, αυτός δεν είχε και φώναζε πως ήταν άδικο που εγώ είχα μα ποιος τον άκουγε, ποιος ακούει, η βία απαγορεύεται, η χειροδικία τιμωρείται, εγώ ήμουν υπότροπος να σκέφτομαι πως δεν έπρεπε να τον χτυπήσω τόσο δυνατά.
Ο Ιρανός κάποιες στιγμές που μιλούσαμε μου μοιασε επικίνδυνος, τα μάτια του κοκκίνιζαν, το μελαμψό μούτρο του σκοτείνιαζε, μιλούσαμε μισά Ελληνικά, μισά Εγγλέζικα, καταλάβαινε. Τον ρώτησα γιατί τον είχαν συλλάβει, γέλασε.
- Όλοι είμαστες συλλαβιστές! Είπε.
-Συλλαμβανόμενοι; Τον διόρθωσα αλλά επέμενε.
-Κανένα άνθρωπο δεν είναι ελεύθερο! κανένα! Σκλάβες Αμερικάνων και Έλληνοι και Πέρσοι. Κατάλαβε; Όλη κόσμος σκλάβοι, ξέρει αυτό λέξη; Σλέιβ…
-Κατάλαβα, είπα. Δούλοι, είλωτες, δεν απορούσα, βέβαια, γνώριζα πως ήμουν δούλος, όσο και αν δε μου άρεσε.
-Φτωχό άνθρωπο δε βρίσκεις δίκιο, μαυ φρέντ, αφεντικά σκοτώσει όλους αλλά εγκώ δεν αντέχει αυτούς, ούτε συ, σε βλέπω, βλέπω τα μάτια σου.
-Τι έχουν τα μάτια μου, απόρεσα.
-Είναι όμορφα, σκο..σκο…πως λέτε..
-Σκοτεινά;
-Αυτό! Εσύ καλός άνθρωπο, φαίνεται, αυτό δεν είναι;
-Μπορεί, συνοφρυώθηκα. Μπορεί και όχι. Η δικαιοσύνη είναι με το μέρος τους. Με το μέρος των δυνατών.

Τον επισκέφτηκα στις φυλακές Κορυδαλλού μετά από τέσσερα χρόνια, όταν έγραφα το βιβλίο Νέον έργον, η ιστορία ενός τρομοκράτη. Είχε σκεβρώσει, έκλαιγε πίσω από τα κάγκελα.


Η δίκη μου θα γινόταν μετά από έξι χρόνια, περίπου, ύστερα από κάμποσες αναβολές. Θα με τιμωρούσαν με ένα χρόνο φυλακή αλλά αυτό είναι μεταγενέστερο.



 

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΑΚΡΙΝΉ ΠΑΡΈΑ

 


 

Ντύθηκα τα καλά μου. Απόψε με περιμένουν και πρέπει να πάω. Παλιά μου άρεσε αυτό πιο πολύ. Έβαλα τη ραφ καπαρντίνα μου, γραβάτα Μπορντώ, μαύρο σακάκι, όχι ακριβώς, λίγο προς το γκρι με ελάχιστο κόκκινο μέσα, αδιόρατο, ίδιο και το πανταλόνι, φυσικά. Το πουκάμισο σκούρο μπλε, ίδιο με το σλιπάκι και το φανελάκι. Α, δεν ξέρετε πόσο μου αρέσουν τα σκούρα ες; ρούχα! Κι έπειτα όλοι βλέπουν χωρίς να ξέρουν τι εσώρουχα φοράς. Άρα, όλα έχουν σημασία για μια καλή διάθεση. Πριν απ όλα αυτά έκαμα μπάνιο. Λευκό. Ο ατμός μαλάκωσε το άθλιο κορμί μου, το σαπούνι ημέρεψε τη σάρκα μου. Η χτένα πέρασε μέσα από τα κατσαρά, μακριά μαλλιά, περιποιήθηκα και τα νύχια μου ποδιών τε και χεριών. Χώρεσα όλος μέσα στη σκέψη μου πως σήμερα ήταν μια καλή μέρα. Που ξέρεις; μπορεί να συναντούσα το άλλο μου μισό στο δρόμο. Μπορεί να το εύρισκα εκεί που θα πήγαινα. Πριν απ όλα αυτά, ξεκλείδωσα την πόρτα του διαμερίσματος μου, την άφησα μισάνοιχτη προς τα μέσα- προς τα μέσα ανοίγουν οι πόρτες;- άφησα τα κλειδιά στην κλειδαριά, γύρισα μέσα πήρα την πιο ακριβή μου ομπρέλα, βυσσινί, να ταιριάζει με την καπαρντίνα, όλα έχουν σημασία την σήμερον ημέρα κι επειδή έβρεχε ή θα έβρεχε προέβλεψα αν και δεν μου άρεσε να πάρω κι ένα κασκόλ να το τυλίξω στο λαιμό μου για καλό και για κακό, επειδή μαζί με τη βροχή θα έκανε ένα ψοφόκρυο, κι αναγκαστικά έπρεπε να τα κάνω όλα αυτά αφού ήθελα μια ωραία έξοδο σήμερα που γιορτάζουν όλοι να γιόρταζα κι εγώ. Έσβησα όλα τα φώτα μα μετάνιωσα, άφησα αυτό στο σαλόνι ανοιχτό, όχι ότι φοβόμουν τους κλέφτες αλλά να έτσι να φαίνεται κάτι να μη λεν αυτό το σπίτι είναι άδειο. Ξανακοιτάχτηκα στον καθρέφτη και είδα πως ήμουν πολύ καλός. Όποιοι και να με έβλεπαν, αυτοί που με περίμεναν, θα ήταν ενθουσιασμένοι με την εικόνα μου. Όλοι οι φίλοι θα ζήλευαν πιο πολύ την καπαρντίνα μου και με τις σκέψεις αυτές άναψα το φως του διαδρόμου, κάλεσα το ασανσέρ, α, πως αργεί μερικές φορές το ασανσέρ, και κάποτε γλούπ! σταματάει και κανένας άλλος ήχος δεν ακούγεται στην πολυκατοικία μας. Μόνο εγώ κατεβαίνω για να πάω στους φίλους μου που με περιμένουν να γιορτάσουμε γιατί απόψε είναι μια ξεχωριστή μέρα. Η μέρα που γιορτάζουν όλοι οι άνθρωποι και μαζί τους κι εγώ. Σταμάτησα στο ισόγειο. Βγήκα στο δρόμο. Άνοιξα τη βυσσινί ομπρέλα. Περπατώντας έφτασα σε ένα μακρινό μπαρ. Μπήκα μέσα. Σκοτάδι. Κανείς δεν ήταν εκεί. Καλύτερα σκέφτηκα. Άφησα την ομπρέλα μου στην άκρη, πήγα στο μπαρ που αχνόφεγγε. Έβαλα ένα κατακόκκινο κρασί σε ημίψηλο ποτήρι. Κάθισα στο σκαπό. Μόνος μου. 

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΑΥΡΟΜΆΤΑ 3

 

 


Πίνω κόκα-κόλα και σε σκέφτομαι
να βγάζεις το βρακάκι σου στη θάλασσα
την έρημη- και για μια άλλη νοιάζομαι
κόκα-κόλα που τέλειωσε και χάλασα
 
όλη την ομορφιά σου μαυρομάτα
τόσον καιρό που εσύ με αγάπησες
αν και είχα και μια γαλανομάτα
μα εγώ εσένα και συ εμένα, λάτρεψες
 
Πίνω ουίσκι Σιβας και σε σκέφτομαι
άκαρδη, μου έμεινε το βρακάκι σου
και κλαίω που ακόμα και χάνομαι
όταν θυμάμαι το λευκό κορμάκι σου
 
που κάποιος άλλος τώρα γεύεται
άπονη που τόσα χρόνια σ αγαπούσα
και με παράτησες γι αυτόν που ρεύεται
με αγένεια μπροστά σου ω μούσα
πίνω κόκα - κόλα και σε σκέφτομαι!!
 
σατιρική ποίηση. Κ. ΠΛΙΆΤΣΙΚΑ
 

ΤΑ ΡΕΜΆΛΙΑ ΤΩΝ ΕΞ-ΑΧΡΕΊΩΝ ΆΓΓΕΛΟΣ ΣΠΆΡΤΑΛΗΣ 4

 ΆΓΓΕΛΟΣ ΣΠΆΡΤΑΛΗς

 


 Ο Σπάρταλης είναι γάτα.
Ευφυής.
Δεν έχει ελαττώματα. Υπάρχει τέτοιος άνθρωπος;
Στη Μουργιά, μεγαλοποεί. Στον Άγιο Νικόλαο φοράει ποδιά όταν ζωγραφίζει. Μπροστέλα. Οι άντρες που φορούν μπροστέλα είναι τίμιοι. 

 Υπήρξαμε φίλοι  ένα διάστημα, απ την Καλλιδρομίου μέχρι την Μαυρομιχάλη, ήταν φαν του τρόπου μου, όπως υποστήριζε φανερά ο ίδιος. Έχουμε πιει άπειρες τσικουδιές, τραγουδώντας και εμπαίζοντας την πραγματικότητα. Σε επίπεδο συνεργασίας είναι άψογος. Συνεργαστήκαμε στην τηλεταινία-κομικ, Ναυσικά. Ωραία δουλιά.
 Εσύ κι εγώ είμαστε οι καλύτεροι στα πορτρέτα στα Εξάρχεια, μου είπε, εν ευθέτω χρόνο, τοποθετώντας εμένα μπροστά, προφανώς λόγω διαφοράς ηλικίας. Ύστερα διάβασε την ΔΈΚΑΤΗ ΤΡΊΤΗ ΏΡΑ το μυθιστόρημα μου και δεν μου είχε πει τίποτε. Ώσπου μια μέρα ξαφνικά μου λέει: Διαβάζω για δεύτερη φορά το βιβλίο σου, ίσως μπορέσω να το προτείνω στην ΕΡΤ. Αυτή η κουβέντα μας έμεινε εκεί αφού μου εξήγησε πως δεν υπήρχαν τα μέσα για να προχωρήσει η δουλιά.
Καλός ζωγράφος. Καλύτερος σκηνοθέτης;
Ο Άγγελος είναι Κρητικός από πάνω μέχρι τα νύχια, ανιψιός του Νίκου Κούνδουρου, για τον οποίο κάναμε μια συνέντευξη στο ΔΙΑΣΧΊΖΩ, όταν κυκλοφόρησε το βιογραφικό του βιβλίο, ΜΈΡΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΝΊΚΟ.




 

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΤΗ ΣΚΙΆ ΤΩΝ ΒΡΆΧΩΝ..2

 

 
 

 
 
Καθόμουν εκεί στη σκιά των βράχων, μέρα, μεσημέρι ήταν που δεν είχα τι να κάνω, δεκαέξι- δεκαεφτά χρονών παλικάρι. Ο ήλιος χτύπαγε πάνω από σαράντα βαθμούς Κελσίου, ο ιδρώς έσταζε από μόνος του στο στέρνο μου. Από τότε την κουβαλούσα την απελπισία των πραγμάτων κι ένα ποτάμι που έτρεχε τα γαλάζια του νερά- το φοβόμουν το νερό- ποτέ δεν ήθελα να πνιγώ, κάπως αλλιώς ήθελα να πέθαινα, σε αντίθεση με τον αδερφό μου μου έκοβε στην μέση το ποτάμι, διάβαινε, πήγαινε πέρα, αντίπερα. Έλα και εσύ, μου φώναζε αλλά εγώ καθόμουν στα αβγά μου. Θυμάμαι όλα αυτά που έκανα τότε κι ανατριχιάζω, λες και τα έκανε κάποιος άλλος! Το χωριό ήταν μικρό, οι γυναίκες λίγες κι εγώ είχα επιθυμήσει σφόδρα μια θειά μου, όμορφη σαν τα κρύα τα νερά. Ερχόταν πολλές φορές στο σπίτι μας να κουβεντιάσει με τη μάνα και τότε με φιλούσε, τάχα συγγενικά αλλά εγώ καταλάβαινα αλλιώς τα χείλη της στα μάγουλά μου. Η Αντιγόνη, ήταν ολόασπρη σαν το κρίνο κι εγώ την σκεφτόμουν γυμνή στο κρεββάτι. Σα να ντρεπόμουν λίγο, τότε που έκανα τέτοιε σκέψεις, ένιωθα όμως μια κάψα γι αυτή τη γυναίκα, την είχα ποθήσει από πιο μικρός μα δεν ήξερα αν έπρεπε να της φανερώσω τον έρωτα μου. Φοβόμουν πως θα με απόπαιρνε και τότε θα ρεζιλευόμουν στα μάτια της. Όποτε έκανα αυτές τις σκέψεις, λιποψυχούσα. Φανταζόμουν τον εαυτό μου σαν αποτυχημένο εραστή και μου κόβονταν τα γόνατα.
Εκείνο το μεσημέρι όμως που καθόμουν στη σκιά των βράχων, το είχα πάρει απόφαση: Θα της το λεγα. Και δε με ένοιαζε πως θα το έπαιρνε αφού είχα καταλάβει πως κι εκείνη με ήθελε. Τι θεία και ξεθεία, σκέφτηκα, μια γυναίκα ήταν που την είχε παντρευτεί ένας πρώτος ξάδερφος του πατέρα και που τώρα ήταν μετανάστης στην Αμερική και η Αντιγόνη έλειωνε, περνούσε τα καλύτερα της χρόνια αγάμητη, κρίμα δεν ήταν; Αλλά πάλι…αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα και το έλεγε στη μάνα μου; Δε θα ρεζιλευόμουν σ όλο το χωριό; Σε όλη την κοινωνία. Κι έπειτα τι γύρευα εγώ με μια γυναίκα σαράντα χρονών; Πω, πω! κρύος ιδρώτας με έλουσε, μετάνιωσα παρευθύς, κώλωσα. Έλα όμως που η Αντιγόνη φάνηκε κείνη τη στιγμή στη βρύση στα Τσερίτσανα τη βαρέλα να γεμίσει; Και όλες οι αντιρρήσεις μου πήγανε περίπατο. Με αγκάλιασε αυτή την αγκάλιασα κι εγώ κι έγινε ότι έγινε. Εκεί, ανάμεσα από κάτι πουρνάρια και σκίνα κάψαμε πολλές φορές τον έρωτα μας. Έναν έρωτα κρυφό. Σαν κάτι που δεν έπρεπε να γίνει. Και το κρατούσα μυστικό ως τα τώρα που η θεία Αντιγόνη δεν υπάρχει πια.

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

ΈΓΡΑΨΑ ΜΌΝΟ ΤΡΕΙς ΣΕΛΊΔΕς

 

 


Έχασα μια σελίδα. Και νευρίασα. Τι να πεις; σήμερα έγραψα μόνο τρεις, μείον τη χαμένη, ίσον πενήντα δύο. Για να τελειώσει το βιβλίο πρέπει να γράψω άλλες τριακόσιες περίπου, τόσες υπολογίζω πως χρειάζομαι, τι νομίζετε; είναι εύκολο να γράψει κανείς τριακόσιες πενήντα σελίδες; απλώς να γράφει χωρίς να σκέφτεται, τι λέτε; και για ποιο λόγο; έχει σημασία ένα ακόμα μυθιστόρημα; εύκολα μπορώ ν απαντήσω όχι, δεν έχει. Γράφονται πλέον τόσα πολλά κι εγώ αν δεν έχω να προσθέσω κάτι καινούργιο, αρνούμαι να κουραστώ, αρνούμαι να προσθέσω μια ακόμα απομίμηση σπουδαίων συγγραφέων, αν και σήμερα έχουμε χάσει πια τον όρο μεγάλος συγγραφέας είτε γιατί δεν υπάρχει αυτό το είδος είτε γιατί δε χρειάζεται. Τι λέτε; να γράψω ακόμα μερικές σελίδες και να το σκεφτώ καλύτερα; 

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΈΧΝΗ ΚΑΙ ΑΛΚΟΟΛ..3

 

 


ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΑΛΚΟΟΛ



Μύθος ή πραγματικότητα;


Ωμή αλήθεια: το αλκοόλ βλάφτει σοβαρά την υγεία.


Μια από τις μεγαλύτερες εξαρτήσεις του ανθρώπου. Χειρότερο από ναρκωτικά. Αργός αλλά σταθερός θάνατος.


Ένας από τους κυριότερους λόγους αποτυχίας στη ζωή.


Μύθος τα περί έμπνευσης στη ζωγραφική, στο γράψιμο. Εάν δεν είσαι νορμάλ, θα δημιουργήσεις

λάθη. Και ούτε τα μισά από όσα θα μπορούσες.

Το αλκοόλ φυραίνει το μυαλό.

Μπορώ να πω πως δεν έπινα από μικρός. Το κρασί η μπύρα, το
 ούζο μου προκαλούσαν αηδία μέχρι ακόμα και που πήγα φαντάρος.
 Όχι δεν έπινα. Το σιχαινόμουν το ποτό, έπινε ο πατέρας μου, γινόταν έρμαιο του ούζου, δεν ήταν αλκοολικός ήταν μέθυσος, μέχρι τα
 60 του. Ύστερα έκοψε ποτό και τσιγάρο κι έζησε ακόμα είκοσι 
χρόνια σαν "λογικός" άνθρωπος. Ντρεπόμουν για τα δυο μεγάλα μου αδέρφια που ήταν κι αυτοί μέθυσοι. Ο πρώτος κατάντησε αλκοολικός και πέθανε εξ αιτίας του πιοτού. Ντρέπομαι γιατί και οι περισσότεροι
 φίλοι μου είναι αλκοολικοί αλλά δεν το καταλαβαίνουν. Ε, τρία τέσσερα πέντε ουίσκι και μισό κιλό κρασί την ημέρα δεν πειράζουν, λένε αφελέστατα.
Μέχρι τα τριάντα μου κάπου εκεί, ζήτημα αν είχα πιει δέκα φορές και είχα μεθύσει δυο-τρεις. [ Αυτό με έχει σώσει, οι φίλοι μου που πίνανε από τα εφηβικά τους χρόνια έχουν πεθάνει. Κίρρωση του ήπατος. 
Το σύνηθες. Απαίσιος θάνατος] Από τα τριανταδυο, άρχισα να κουτσοπίνω. Δεν ξέρω πως, ε, αφού δε με πείραζε έλεγα, δε μεθούσα, δεν έκανα φασαρίες, δεν τσακωνόμουν, απλά με έπιανε σαν μια επιθυμία
 να ξεφεύγω λίγο με το ποτό και είναι αλήθεια πως αφού δεν έπινα 
κάθε μέρα ήταν κάπως υποφερτά τα πράγματα. Εργαζόμουν πάρα
 πολύ, δεκαπέντε ώρες την ημέρα, ήμουν νέος, δυνατός, αθλητικός. 
Τα χέρια μου, το μυαλό μου καθάριο αλλά σιγά σιγά γινόμουν κρυφοπότης. Έπαιρνα στο σπίτι διάφορα ποτά, έφτασα να πίνω ένα μπουκάλι κονιάκ μόνος μου. Κάπου εκεί άρχισα να καταλαβαίνω τον επηρεασμό του ποτού αλλά μια οι παρέες μια το ένα, μια το άλλο, 

έπινα κάθε μέρα. Τα βράδια κοιμόμουν μεθυσμένος κι όταν το πρωί πάθαινα κενά μνήμης τρόμαξα. Σταμάτησα να πίνω ένα χρόνο. 
Ύστερα πάλι τα ίδια, πίναμε το βράδυ με τους φίλους ότι βρίσκαμε μπροστά μας, βότκες, τεκίλες σφηνάκια, και σιγά-σιγά απ΄το πρωί
 πάλι τα ίδια. Δικαιολογία: για να ξεμεθύσεις από το βραδινό, το πρωί πρέπει να πιεις μια γουλιά από το ίδιο! Το κοβα μόνο όταν ήμουν άρρωστος και η πάλη με τι αλκοολικές ουσίες είχε αρχίσει να θεριεύει μέσα μου. Μην πίνεις Κώστα, έλεγα μην πίνεις. Όποιος πίνει 
καταστρέφει τη ζωή, θυμόμουν τα λόγια του Τ. Ουίλιαμς από τη Λυσσασμένη γάτα. Αλλά μετά από μια βδομάδα πάλι τα ίδια. Το ποτό δε με μεθούσε κι αυτό μπορεί να ήταν χειρότερο. Γιατί άμα μεθούσα ή γινόμουν όπως οι άλλοι θα το καταλάβαινα και δεν θα ανεχόμουν τον εαυτό μου. Ελα όμως που δε φαινόμουν ποτέ μεθυσμένος μέχρι τότε;
[ μεγαλώνοντας αλλάζουν τα πράγματα, λιγοστεύουν οι αντιστάσεις
 του εαυτού] όσο και να πινα, απλά μια ευθυμία, ένα κέφι που κι
 αυτό το κρυβα επιμελώς αλλά με έριχνε χαμηλά, μου διαστρέβλωνε
 την αισιοδοξία, τα βλεπα όλα μαύρα, ήμουν ντάουν και δεν 
μπορούσα να συνειδητοποιήσω πως έπρεπε να το κόψω. Έγραφα, ζωγράφιζα, έπινα, χώρισα πιωμένος μια υπέροχη κυρία, παντρεύτηκα μια άλλη που δεν έπρεπε, χώρισα και μ αυτήν όταν πια είχα καταστρέψει
 μια ντουζίνα λεφτά, μια καριέρα που διαφαινόταν περίλαμπρη, μια
 ζωή υπεύθυνη όπως μου άξιζε και αντ αυτού πήρα αγκαλιά τις 
μπουκάλες όλου του κόσμου. Έπινα-έπινα-έπινα, μέρα νύχτα μια εικοσαετία περίπου μέχρι τα πενήντα μου. Τις σπάνιες φορές που το
 κοβα καταλάβαινα πόσο κακό μου είχε κάνει. Έβλεπα άλλα πράγμα
τα, ένιωθα άλλα που δεν μπορούσα να τ αγγίξω πιωμένος. 
Ο αλκοολικός μόλις ξυπνήσει σκέφτεται που θα βρει να
 πιει, δεν έχει όρεξη για δουλειά, βιάζεται να πάει στον καφενέ, στο
 δρόμο, να βρει να πιει, γίνεται σαν τον ναρκομανή. Δεν μπορούσα
 πια να κοιμηθώ αν δεν είχα πιεί, το πρόσωπο μου είχε αρχίσει να κοκκινίζει, τα ωραία μου χαρακτηριστικά αλλοιώνονταν, 
τσακωνόμουν πιο εύκολα, εντάξει δεν ήμουν πολύ εριστικός αλλά πράγματα που θα μπορούσα να τ αποφεύγω εξ αιτίας του ποτού, 
δεν τα κατάφερνα. 
Έπειτα ένιωθα μια δυστυχία, μια ντροπή ας μην φαινόμουν 
μεθυσμένος-φτάνει που το ήξερα εγώ- πως δε θα μπορούσα ν αντιμετωπίσω τις καταστάσεις, ειδικά όταν είχα να κάνω με 
ξενέρωτους, όπως λέμε -κάκιστα- τους ανθρώπους που δεν αγγίζουν
 το αλκοόλ. ΄

Μεγάλη εντύπωση μου έκανε όταν διάβασα πως ο Ζαμπέτας δεν
 έβαζεσταγόνα αλκοόλ στο στόμα του όπως μεγάλη εντύπωση μου 
έκαναν οι πιωμένοι καλλιτέχνες και για όσους μάθαινα πως ήταν αλκοολικοί. Βαν Γκογκ,, Εντγκαρ Αλλαν Ποε, φρικτός θάνατος,
 Ρίτσαρντ Μπάρτον,
 Ερνεστ Χεμινγουέη, το αλκοόλ σε σπρώχνει στην αυτοκτονία κατα 
έναν περίεργο τρόπο. Μοντιλιάνι, Τζάκσον Πόλλοκ, Γουίτνευ 
Χιούστον και τόσοι άλλοι επώνυμοι και ανώνυμοι.

Ο αλκοολισμός είναι ένα μεγάλο πρόβλημα που παραμένει άγνωστο
 στον περισσότερο κόσμο.

Ο αλκοολισμός είναι η τρίτη αιτία θανάτων μετά τα τροχαία και τις ασθένειες.[ Κι εκτός αυτού πρέπει να είναι φοβερά επώδυνος θάνατος.]

Αν έχεις ανάγκη να πιεις ένα ποτό την ημέρα είσαι δυνητικός 
αλκοολικός

Όλα αυτά τα ήξερα, τα γνώριζα. Αλκοολικοί καλλιτέχνες 
προβάλλονται παντού και θεωρούνται ινδάλματα.[ Ε, δεν είναι παρά ψυχικά ράκη.] Οι φίλοι μου όλοι πίνουν. Γιατί να μην πίνω κι εγώ; Ο γνωστός δημοσιογράφος δεν γράφει αν δεν κατεβάσει μισό μπουκάλι ουίσκι, η διάσημη Χίλτον κυκλοφοράει με τα μπουκάλια στις μέσα
 τσέπες, όπου να πας τα βράδια γίνεται της τρελής από τις σαμπάνιες. Στα καφενεία, στα τσιπουράδικα, στις μπυραρίες το
  αλκοόλ τρέχει 
ποτάμι. Τα ξέρω όλα αυτά. Όπως γνωρίζω και τι γίνεται γύρω μου.
 Παντού αλκοόλ, η εύκολη λύση των νέων για να ξεφύγουν από τον
 εαυτό τους και τον κόσμο, για να μην ασχοληθούν με τα προβλήματα. Περνάνε στους δρόμους με ένα μπουκάλι μπύρα ή ρετσίνα, αγόρια, κορίτσια ανεξέλεγκτα [ δε θυμάμαι την παλιά εποχή γυναίκες να 
πίνουν στο δρόμο αλλά και οι μπεκρήδες ήταν λίγοι τους ξέραμε με 
το μικρό όνομα τους. Τώρα ξεχείλισε γο κακό.] πίνουν, γίνονται 
κυνικοί, δυστυχισμένοι, χαμένοι στη σύγχυση.

Τώρα δεν πίνω και δεν καπνίζω. Είναι κάμποσος καιρός που βλέπω 
τα πράγματα καθαρά. Αυτά που δεν έβλεπα τότε. Όχι, δεν πέταξα 
μπουκάλια και πακέτα. Ούτε χρησιμοποίησα κανένα φάρμακο για να
 τα κόψω. Χρησιμοποίησα μονάχα τη δύναμη του εγκεφάλου. Του
 μυαλού. Αυτού που έχει ο άνθρωπος και δεν το χρησιμοποιεί σωστά.












Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΉΓΕ ΝΑ ΒΡΈΞΕΙ ΑΛΛΆ ΦΕΥ

 


 

Λοιπόν... στα Εξάρχεια μας έχουν ρημάξει οι κώνωπες. Πήγε να βρέξει αλλά φευ! αλλού τα κακαρίσματα και τα λοιπά. Δε μας σώζουν ούτε τα φιδάκια. Υγρασία στο έπακρον. Κάτω στην πόλη -νταουν ταουν- είναι όλοι και όλες ντάουν. Οι καθηγητές, οι μαθητές, οι γυμνασιάρχες, οι γκόμενες. Τι θα γίνει τέλος πάντων με την περίπτωση μας δεν ξέρω. Το τέλος μας είναι φανερό: θα πεθάνουμε από μανιακή ανεπάρκεια στοιχειώδους εκπαίδευσης! 

 


Μαρκελα Χαραλαμπίδου

Όντως, είναι μια καταπληκτική μορφή και το πιο όμορφο είναι ότι εκτός από την εξωτερική, υπέροχη εμφάνιση της,έχει αποτυπωθεί και η γλυκύτητα της.Ο καλλιτέχνης με τα πινέλα και τα χρώματα του έδωσε μια άλλη διάσταση στο έργο αυτό. Συγχαρητήρια!!!!

 

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

ΘΥΜΌΜΟΥΝ 2

 

 


Τελευταία ξεχνώ να πάρω μαζί μου το κινητό
κι όταν βγαίνω έξω θυμόμουν πως υπήρχες εσύ για να μου τηλεφωνήσεις
-μύρο και θειάφι έξω απ την πόρτα μας.
το έβαζα μάλιστα στην τσέπη του πουκαμίσου μου
έτσι που να μου χτυπάει την καρδιά
το τρέμουλο των μήλων σου
Αργότερα από σήμερα, θυμόμουν
πως όλο και πιο συχνά ξεχνώ να το πάρω μαζί μου
δε βλέπω το λόγο
αλλά όταν το παίρνω, το βάζω πια στην κωλότσεπη έτσι
που να μπερδευτούν τα πλήκτρα και κάποιος να φαίνεται πως μου τηλεφωνεί
αφού πλέον δεν υπάρχεις εσύ
 

ΠΑΊΡΝΩ ΤΗΝ ΑΓΆΠΗ ΜΟΥ

 


 

Παίρνω το σκυλάκι μου
και πάω μια βολτούλα
τρέλα η βολτούλα

Παίρνω την αγάπη μου
και πάω Καμμένα Βούρλα
τρέλα η βολτούλα.

Μια πιατέλα με φρούτα, -στην άκρη, δεξιά στο παλιό, ξύλινο τραπέζι- μήλα πορτοκάλια, σταφύλια, δεξιά κι αριστερά από ένα λεμόνι. Ωραίο λεμόνι! Κίτρινο, αφράτο, ζωντανό. Μου αρέσουν τα λεμόνια, πάντα προσέχω να υπάρχουν εδώ κι εκει. Τα σταφύλια άσπρα, ασπροπράσινα, να κάνουν αντίθεση με το κόκκινο του μήλου και το κίτρινο των πορτοκαλιών. Ξανατοποθετώ τα φρούτα με περισσή φροντίδα, τα ραντίζω με λίγο νερό, να φαίνονται δροσερά, κατευθείαν κομμένα απ τα δέντρα του κήπου.
Στο κέντρο του τραπεζιού ένας μπρούτζινος μαστραπάς γεμάτος κόκκινο κρασί να ξεχειλίζει. Ξεχασμένος εδώ απ τον καιρό του παππού, από άλλη εποχή- ο χρόνος ζωγραφίζεται πάνω του. Μια μεγάλη κηλίδα απλώνεται, δίπλα στα δυο επίσης μπακιρένια ποτήρια, παλιού καιρού με χερούλι. Αριστερά το μεγάλο αφύσικα ανθοδοχείο, γεμάτο Χρυσάνθεμα. Τα μοβ λουλούδια ταιριάζουν πολύ όμορφα με το σκούρο πράσινο των φύλλων. Χαϊδεύω τα Χρυσάνθεμα, αυτά μόνο και νομίζω πως κάτι λείπει. Α, ναι, το πήλινο πιάτο με το ψωμί. Κόβω το μισό ψωμί φέτες, μαύρο ψωμί, πολυκαιρισμένο, σχεδόν έχει μουχλιάσει. Να φαίνεται σε μερικά σημεία το κυανούν υπόχρωμα της μούχλας και μ αυτά λέω να τελειώσω τη σύνθεση. Θα μου πεις ψωμί χωρίς φαί γίνεται; Γίνεται. Και το κρασί σκέτο; Αν δαγκώσω ένα μήλο και το αφήσω μισοδαγκωμένο στην πιατέλα θα δηλώσει παρουσία. Ποιος δάγκωσε το μήλο;. Το πιάνω στο χέρι μου και μετανιώνω. Το ξαναβάζω στη θέση του. Όχι δεν πρέπει να δηλώσω παρουσία ή τουλάχιστον μια τέτοια παρουσία. Αν έβαζα εκεί δίπλα στο ποτήρι το τσιμπούκι μου να καπνίζει; Θα φαίνεται ο καπνός ν ανεβαίνει και τότε τι σόι νεκρή φύση θα γίνει; Όχι. Κοιτάζω προς τη βιβλιοθήκη, ωραία ιδέα, λέω και πιάνω έναν χρυσόδετο τόμο. Στέκομαι και εξετάζω που μπορώ να τον τοποθετήσω. Σηκώνω το ένα ποτήρι και τον βάζω από κάτω του. Ωραία! Βιβλίο και κρασί, αυτό είναι, νομίζω πως είμαι έτοιμος. Χαμηλώνω το φωτισμό, να εξομοιωθούν οι αντιθέσεις στις σκιές, το χαμηλό φως κρύβει λίγο την ασχήμια των πραγμάτων. Έτσι είναι πιο ωραία. Μπορώ τώρα να φωνάξω τον ζωγράφο ν αρχίσει τη δουλειά του. Εγώ τέλειωσα τη δικιά μου.

 








Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΑ ΡΕΜΆΛΙΑ ΤΩΝ ΕΞ-ΑΧΡΕΊΩΝ 3

 


 

ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΧΟΡΔΆΚΗΣ.
 Μάλιστα. ο φίλος μου. Ίσως αυτός που κάναμε περισσότερη παρέα τα τελευταία δέκα χρόνια πριν φύγω απ τα Εξάρχεια. Ο Χορδάκης αποτελεί μια εξαίρεση μόνος του. Η ζωγραφική του τέχνη είναι δεινή. Μεταφυσική ταυτότητα των ακόυνητων ηρώων, σχεδόν, μια ακολουθία συνέχισης του Ντε Κίρικο που ως γνωστόν, [σύμπτωση;] έζησε στην πρωτεύουσα της Μαγνησίας. [ο Χορδάκης είναι Βολιώτης]. Βασικά είναι μεγάλος ήρωας της ζωής, γιατί στην έκτη δεκαετία του βίου του μεγαλώνει τα δίδυμα αγόρια του και την μικρότερη κόρη του! Μάλιστα. Έχετε δει ή γνωρίσει ζωγράφο να κατορθώνει τα τοιαύτα;

 




 

Με τον ζωγράφο Χορδάκη έχουμε πιει ουκ ολίγες φορές συνήθως στο εργαστήρι μου, τσίπουρα και μπίρες, ενίοτε κάποια κρασιά. Είναι συντηρητικός πότης, σπούδασε και έκανε μεγάλη καριέρα στη Ιταλία στην πρότερη ηλικία του με πολλές εκθέσεις και πωλήσεις των έργων του. Δεν έχει ανάπτυξη θεωρητικού λόγου περί των εικαστικών, δεν τον έχω παρακολουθήσει να ζωγραφίζει, ενώ εκείνος με έβλεπε πολλές φορές να ζωγραφίζω, επειδή ερχόταν συχνά στο εργαστήρι μου.
Τι σημασία έχουν όλα αυτά; αξίζει να γραφούν και να διαβαστούν και μάλιστα απ τα ρεμάλια των Εξαρχείων; Θα βάλω περισσότερες φωτογραφίες έργων του εδώ, για να δείτε και να κρίνετε αν ο Χορδάκης ανήκει στα ρεμάλια των Εξαρχείων, δίκαια ή άδικα.




 

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

ΝΑ ΜΗΝ ΠΙΚΡΑΊΝΟΥΝ Ο ΈΝΑΣ ΤΟΝ ΆΛΛΟΝ

 


 

Οι μέρες θα περνάνε έτσι άσκοπα
δίχως κύμα να ταράζει την ησυχία μας
εκτός απ τα κακώς κείμενα, σου τόπα
η αγάπη θέλει τρόπο και τα λόγια μας
 
να μη πικραίνουν ο ένας τον άλλον
 
Τα λόγια είναι σπαθιά που κόβουν
την ανάσα των ερωτευμένων δίχως άλλο
όμως, κάποιοι που μας μισούν, ράβουν
από πίσω μας, στο ύψος, στον καβάλο
 
ή ετοιμάζουν τον καινούριο νόμον
 
πως οι άνθρωποι πρέπει να μισούνται
όσο τρομερό κι αν φαίνεται κάποιοι
κοιτούν ακόμα πιο μακριά και σέβονται
όσους δε θέλουν να γίνουν πιο σάπιοι
 

ΟΎΤΕ ΈΝΑΣ ΚΑΛΌΣ ΛΌΓΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΠΙΤΕΎΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΊΑΣ;

  Έτσι πως έγιναν και γίνονται τα πράγματα είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχτούμε πως οι δυσμενείς υποθέσεις των προηγούμενων γενεών για την κ...