Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

ΜΙΑ ΣΥΝΈΝΤΕΥΞΗ ΜΟΥ

 

 


Πήγαινα όπου με καλούσε η ζωή μου. Μιλούσα υπεροπτικά, κοίταζα τον κόσμο αφ υψηλού φορώντας πάντα μια γκρίζα καπαρντίνα. Γκρίζα καπαρντίνα, κόκκινη γραβάτα. Έτσι με είχε αποθανατίσει ο φακός στη φωτογραφία που μου τράβηξε ο φωτογράφος την ώρα που μου έπαιρνε συνέντευξη ο γνωστός δημοσιογράφος μεγάλης και έγκυρης εφημερίδας.
Και τι δεν είπα σε κείνη τη συνέντευξη. Κατ αρχήν έγινα επιθετικός κι αντί να ρωτάει εκείνος, ρωτούσα εγώ.
- Γιατί θέλεις να μου πάρεις συνέντευξη; Γιατί από μένα; Οι συνεντεύξεις είναι ηλίθια πράγματα, είναι σάπιες κουβέντες για το καταναλωτικό κοινό!
-Αυτό είναι αλήθεια, παραδέχτηκε. Αλλά δεν μπορούμε να κουβεντιάσουμε για την αλήθεια; Για την ελευθερία και την τέχνη;
-Για την ελευθερία; Γι αυτή ναι, μπορεί να ενδιαφέρει τους πιο πολλούς επειδή δεν την έχουν. Την αλήθεια δεν την ξέρουμε και ούτε θα τη μάθουμε ποτέ. Η τέχνη δεν ενδιαφέρει αυτούς που δεν έχουν να φάνε. Και τότε με ποια σοβαροφάνεια θα δείξουμε στους άλλους που μας κυβερνούν πως έχει κάποια αξία η τέχνη; Αυτούς τους ενδιαφέρει πως θα κλέψουν τον ψήφο του λαού, το αίμα του κόσμου. Κατάλαβες; Οι νεροκουβαλητές της εξουσίας.
-Νομίζεις πως η τέχνη είναι ακαταλαβίστικη γι αυτούς;
-Νομίζω πως τίποτε δεν είναι ακαταλαβίστικο. Εγώ φτιάχνω πίνακες, ζωγραφίζω έργα, μόνο για να βγάλω λεφτά, μόνο για το χρήμα. Γι αυτό και τους πουλάω πανάκριβα.
-Σοβαρά ε; άνοιξε τα μάτια του. Κι εγώ που είχα την εντύπωση πως ανήκετε στους ποιοτικούς ζωγράφους κι ο κόσμος νομίζω έτσι σας ξέρει όμως αυτό που λέτε είναι μια ωμή αλήθεια. Πόσο ακριβά είναι τα έργα σας;
-Ποιοτικός ζωγράφος! Σάρκασα. Παραμύθι για τους φτωχούς. Σήμερα η ζωγραφική είναι μία, δεν υπάρχουν ρεύματα, όλοι ζωγραφίζουμε τα πάντα. Εξπρεσιονισμούς, ρεαλισμούς, φοβισμούς, όλα τα -ισμους.
Σε λίγο όποια γραμμή να τραβάω θα μυρίζει χρυσάφι- ο Πικάσο πλήρωνε με σκίτσα σε χαρτοπετσέτες πανάκριβα γεύματα που πρόσφερε στους φίλους του. Αυτές τις γραμμές που θα σέρνω πάνω στα χαρτιά και θα μυρίζουν χρυσάφι, όλοι εσείς τα λυκόσκυλα θ ακολουθάτε την αφή τους.
-Σας παρακαλώ! Κύριε Αμβράζη θα τα γράψω όλα αυτά;
-Γι αυτό σου τα λέω για να τα γράψεις αν έχεις κώλο ....και επανέρχομαι σ αυτό που λέγαμε. Στις γραμμές της ζωγραφικής που θα με κάνουν διάσημο και πλούσιο. Ναι. Τότε λοιπόν, επειδή θα βαριέμαι να ζωγραφίζω πια, ότι θα φτιάχνω θα είναι για τα μπάζα. Αυτή είναι η φοβερή μοίρα του καλλιτέχνη σήμερα. Εμένα με λέτε καλλιτέχνη κι ανατριχιάζω. Μου φαίνεται σαν παρατσούκλι και πονάω!
-Γιατί μιλάτε τόσο δηκτικά; Οι άνθρωποι της τέχνης δεν πρέπει να είναι πιο απλοί;
-Όχι. Ποτέ δεν ήταν απλοί, όσο κι αν αυτό φαντάζει αληθινό-το να είναι δηλαδή απλοί. Είναι ξιπασμένοι. Γεννιούνται με το ταλέντο ...
-Αλήθεια κύριε Αμβράζη, τι είναι το ταλέντο;
-Τι είναι το ταλέντο, είπα αργά. Είναι το κουστούμι ενός αιχμαλώτου. Είναι μια πανοπλία ανώτερου ενστίκτου. Εγώ, όπως σου είπα, πονάω, ασφυκτιώ μέσα σ αυτήν πανοπλία. Μερικές φορές σφίγγω τα μάτια μου και ρίχνω μπουνιές στον τοίχο που με περικλείει. Προσπαθώ να ξεφύγω, μα γελιέμαι. Κανένας δεν ξεφεύγει. Ούτε θεός ούτε άνθρωπος.
-Πιστεύετε στο θεό;
-Όχι, δεν υπάρχει αυτό το πράγμα. Δεν είναι ώρα όμως να σου μιλήσω γι αυτές μου τις θεωρίες. Δε θα ενδιαφέρουν το κοινό σας.
-Ίσως. Ας αλλάξουμε θέμα. Μιλήστε μας λίγο για τα παιδικά σας χρόνια.
-Να, αυτό που είπες τώρα με εξοργίζει. Τι να σου πω για τα παιδικά μου χρόνια; Αν ήταν ευτυχισμένα και τέτοιες αηδίες; Όχι δεν ήταν. Καλύτερα να μονολογήσω αόριστα για όλα όσα με ενδιαφέρουν χωρίς να θέτεις ηλίθιες ερωτήσεις ...
-Μονολογήστε, χαμογέλασε.
-Θα μονολογήσω. Θα σου πω μερικά πράγματα.
Να, συχνά-πυκνά επιστρέφω στην καταθλιπτική μου πολιτεία-θέση: τίποτε δεν ορίζει το άπειρο. Όλα είναι ένα μηδέν και το αντίστροφο, όλα είναι τα πάντα.
Κάνει πολύ ζέστη και κάποιοι άνθρωποι πεθαίνουν απ αυτό. Ούτε κι αυτό με λυπεί ιδιαίτερα είναι γνωστό πως πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν από τη ζέστη
Η μονοτονία διαδέχεται τις μικρές μου κρίσεις. Ήμουν πάντα ένας αμφιλεγόμενος εραστής της τέχνης και της ζωής. Ποθούσα κι έφευγα. Δε γυρνούσα ποτέ πίσω, φοβούμενος τη γυναίκα του Λωτ.
Έλεγα πάντα είναι αργά, δεν προλαβαίνεις και οριστικά δε μαθαίνω τίποτε πια.
Σκέφτομαι να ορίσω τη ζωή μου κάπως έτσι: σε πηχτά-ανύπαρκτα και σε στιγμιαίες λύσεις καφέ-μπύρας. Ο τρόμος ουρλιάζει μέσα μου, τι είναι αυτό; Τι είναι το άλλο; Τι απ όλα είναι το τίποτα; Ποια απ όλα χρειάζομαι; Όλα γίνονται θύμησες, πιθανότητες, απολογισμοί.
Συνέρχομαι για λίγο κι ακούω τους άλλους να συναρμολογούν τις μηχανές τους. Τι ωραίοι που είναι οι άνθρωποι! Λέω Τι ηλίθιοι που είναι καθώς τρέχουν να ξεφύγουν απ το κουρνιαχτό του πόνου!
Ορίζω την αρχική μου αίσθηση, μεγαλώνω την άποψη των επιστημόνων για την απόλυτη μοναξιά της ελευθερίας που ζητάς να εξηγήσουμε τώρα εδώ, εσύ κι εγώ. Ορίζω την αρχέγονη αίσθηση, δεν έχω το θάρρος να πολεμήσω στα ίσια το θάνατο γιατί δεν είμαι γενναίος. Έτσι γνωρίζω τη δολοφονία του εαυτού μου. [Κυρίαρχο στοιχείο, το ανίδεο τέλος.]
Εγώ, λοιπόν, ο ένας, ο αρτιμελής άγριος των συνόρων, ήρθα εδώ. Έγινα κάτι μεταξύ τέλειου και αορίστου ζώου. Εν όψει δε κρισίμων διαπραγματεύσεων, πενθώ ξαπλωμένος στο αναπαυτικό ου κρεβάτι για όλα αυτά. Για τον άδικο θάνατο των άλλων Ο θάνατος όμως έχει ηθικές αρχές; Και τι είναι η ηθική του σύγχρονου και του παντοτινού ανθρώπου;
Δεν πιστεύω πως υπάρχει χρόνος. Δεν πιστεύω πως υπάρχει θεός στον αιώνα τον άπαντα. Γι αυτό αρέσκομαι στο δικό μου μόχθο και πενθώ για τις χαμένες ώρες των μαλακιζομένων έως εμού. Κρύβομαι παντελώς κι άλλοτε φωνάζω, φωνή μεγάλη. Φοβάμαι τον μικρό μου εαυτό αναγνωρίζω το μεγάλο δέοςκαι θλίβομαι για την οριστική πραγματικότητα. Απώλεσα την διάνοια μου μέχρι εσχάτων μοιρολογώντας την αιώνια λύση. Και όλα αυτά, τα οποία εγώ έχω πράξει κατά κάποιον τρόπο, ως άνθρωπος με λογικό, μου αφαιρούν τη δυνατότητα του ευ ζειν. Διότι δεν είναι σοφόν το πράττειν αντίθετα τοις νόμοις
Κι εγώ πράττω πάντα το αντίθετο.
Προσπαθώ πάλι να ορίσω τον αόριστο του ορίζω. Αν οι όντες δέχτηκαν την πράξη σαν λύση στο πρόβλημα μεταξύ καλού και κακού, συμβατικού και ωραίου, γιατί κάποιος θα ήθελε να εμπλακεί σε μια τέτοια περιπέτεια του νου; Και αφού καλώς έχουσι τα πράγματα εις τας αποικίας γιατί να ξανανομοθετήσουμε εκεί; Εγώ, σαν ύφος και χαρακτήρας εναντιώνομαι σε όλα αυτά. Εναντιώνομαι σε μια τέτοια συνέχεια, σωστά ή όχι. Πιο νέος ακόμη θα μπορούσα ν αλλάξω τη ροή της ζωής μου, ν αρνηθώ αυτό που έγινα-πράγμα που σε πολλούς θα άρεσε- αλλά επειδή είναι αβάσταχτη η οριοθέτηση του είναι, εξακολουθώ αυτόν τον δρόμο της αντίστασης. Δεν αρκεί η πιθανότητα του ενός. Δεν αρκεί πάλι τίποτε. Αυτό είναι το μηδέν του όλου.
Έχω γνωρίσει την πραγματικότητα. Αυτή τη στιφή, ανθρώπινη πραγματικότητα. Δε νομίζω πως εσείς δεν την ξέρετε. Άρα δεν έκανα κάτι ξεχωριστό για να μου επιρρίπτετε ευθύνες. Όλοι εμείς τα ξέρουμε αυτά. Άρα, είμαστε ίσοι.
Εκεί, κάπου σταμάτησε το παραμιλητό μου κι ο δημοσιογράφος, μάλλον αλλόφρων, μου είπε πως θα μου έκανε την τελευταία ερώτηση, για το τι χαρακτηρίζει τελικά, έναν άνθρωπο σαν εμένα. Κι εγώ, αλαζών, σαρδόνιος, του είπα πως το γλυκύτερο απ όλα είναι το λάθος. Το σεβαστότερο είναι αυτό που γίνεται. Κι ακόμα πιο σεβαστό, αυτό που δεν καταλαβαίνουμε. Εγώ, λοιπόν είμαι ένας ακαταλαβίστικος.
Πάντα.
 

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

ΟΎΤΕ ΈΝΑΣ ΚΑΛΌΣ ΛΌΓΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΠΙΤΕΎΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΊΑΣ;

 


Έτσι πως έγιναν και γίνονται τα πράγματα είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχτούμε πως οι δυσμενείς υποθέσεις των προηγούμενων γενεών για την κατάσταση που θα ζητηθεί να βιώσουμε εμείς, και οι αμέσως επόμενοι με πρώτους τα παιδιά μας, είναι αναντίρρητα ζοφερή. Το μεγαλύτερο πρόβλημα φαίνεται να άρχισε όταν γιγαντώθηκαν οι τεχνολογικές εταιρείες, facebook, Google, twiter, κλπ και είναι η πρώτη φορά με βάση παγκόσμιες εκτιμήσεις που επηρεάζουν από το καλύτερο στο χειρότερο τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Δυόμισι δισεκατομμύρια το facebook, για να πάρουμε ένα παράδειγμα που σύμφωνα, πάλι με διεθνείς μετρήσεις μας έκανε όλους-μα όλους! αλγοριθμικές μαριονέτες. Μας έκανε να νιώθουμε πιο μόνοι, αντί να μας φέρει πιο κοντά, αντίθετα μας απομονώνει, μας απομακρύνει και μεγαλώνει τη μοναξιά μας.
Όλα αυτά που νιώθω είναι φανερά η αβεβαιότητα μετά από δεκαπέντε χρόνια και πλέον χρήστης αυτών των συστημάτων, διαβάζοντας και μελετώντας, άρθρα, συζητήσεις, κείμενα, σοβαρών, σπουδαίων επιστημόνων, υπευθύνων, συγγραφέων, αλλά και του απλού κόσμου που η γνώμη του βαραίνει ουσιαστικά αλλά που δεν είχε τη δύναμη να αντισταθεί, μόλις τώρα μου καρφώθηκε η ιδέα, πως από εδώ και πέρα θα είναι ανέφικτη οποιαδήποτε συλλογική αντιμετώπιση του προβλήματος. Ακόμα πως φαίνεται για πρώτη φορά στο παγκόσμιο στερέωμα μια τεράστια απειλή για τη δημοκρατία κι αυτή εκφράζεται -η απειλή- από ανθρώπους που ελέγχουν αυτούς τους γίγαντες, όπως ο Ζακενμπεργκ, ο Τζεφ Μπέζος που μερικοί θέλουν να τον κάνουν Έλληνα, λες και έχει καμιά σημασία πια αυτό, ανέκαθεν το χρήμα δεν έχει πατρίδα,- η Μακέντζι Σκοτ η συγγραφέας και φιλάνθρωπος και τέλος πάντων οι περίπου πεντακόσιοι πιο πλούσιοι άνθρωποι αυτού του καιρού έγιναν πιο πλούσιοι, δηλαδή αύξησαν την περιουσία τους εν μέσω πανδημίας, πάνω από ένα τρισεκατομμύριο. Και φυσικά όλοι αυτοί έγιναν μέσω του χρήματος και του τέρατος της τεχνολογίας, φασίστες παντός είδους και είναι όλοι πανομοιότυποι, λες και βγήκαν από κάποιο μαγικό καλούπι. Τα δε ΜΜΕ τους ανεβοκατεβάζουν συνέχεια, τους διαφημίζουν, γράφουν με στομφώδη λόγια την βιογραφία τους και πως απέκτησαν τα πλούτη με έναν θαυμασμό που προκαλεί και προσκαλεί τον κάθε επίδοξο ηλίθιο να προσπαθήσει ν ακολουθήσει αυτό το πρότυπο. Όλα τα μέσα τους λιβανίζουν. Λιβανίζουν με στόχο να εκμαιεύσουν και να καρπωθούν υλικά.
Μας δίνουν δε, τόσο πολλή πληροφόρηση και μας οδηγούν στην παθητικότητα και τον εγωισμό, αυτά είναι δυο οικτρά συμπεράσματα που αποκαλύπτονται με βάση τα πεπραγμένα όλων των μεγάλων πλατφορμών, από το εντελώς φασιστικό facebook που ξεκίνησε από μια παρέα φίλων για να καταλήξει σ αυτό το έκτρωμα αγκίστρωσης και εθισμού δισεκατομμυρίων ανθρώπων, επειδή τους κολάκεψε, τους άνοιξε μια οθόνη, τους παραχώρησε έναν θώκο αποβλάκωσης, μέχρι το τελευταίο ιστολόγιο που προσπαθεί να τους μοιάσει. Υπάρχουν οι περισσότεροι απ τους ακολουθητές του fecebook που δεν μπορούν να ζήσουν δίχως like, η χαζογκόμενα και ο πανύβλακας που ανεβάζοντας κάθε μέρα φωτογραφίες και κάποιες εξυπνάδες νομίζει πως έγινε κάποιος και περηφανεύεται για τα τόσα like τους χιλιάδες φολόουερς, ενώ είναι σίγουρο πως έχει χάσει κάθε επαφή, κάθε πραγματική επικοινωνία με τη χαρά της ζωής, την ανταπόδοση, τη φιλία, την αγκαλιά.
Φυσικά μέσα σ αυτό το τεράστιο πλήθος, ανήκω κι εγώ που παραμένω αμέτοχος χρήστης. Παραμένω αδρανής ανάμεσα σας, ανάμεσα στους αδύναμους και εδώ είναι ο βασικός στόχος όλων αυτών των silikon Balei, όλων αυτών των τεχνολογικών εξελίξεων που θέλουν ν αποκρύψουν την αλήθεια κι ακόμα να σταματήσουν κάθε αντίδραση, κάθε ίχνος που θέλει να έχει διαφορετική γνώμη. Θυμάμαι πως παλιά, κατέβαιναν πεντακόσιες χιλιάδες οικοδόμοι στο κέντρο της Αθήνας και έτρεμαν οι κυβερνήσεις-θα μου πεις τι κατάφερναν κι αυτοί- αλλά σήμερα αν βγεις στο δρόμο μόνος και να φωνάξεις εναντίον του facebook να είσαι σίγουρος πως θα σε σκοτώσουν! θα σε σκοτώσει ο μεγάλος αδερφός, ο σιδερένιος υπολογιστής, το ανώνυμο πλήθος που δεν μπορεί πια να ζήσει δίχως Amazon, δίχως το χυδαίο, χωρίς το πορνό που επιτρέπεται αλλά δεν επιτρέπεται, με την Κατίνα που δημοσιεύει κάθε μέρα τι φαγητό μαγείρεψε, με τα άψυχα χρόνια πολλά.
Αυτοί, λοιπόν οι αποκαλούμενοι επενδυτές υψηλού ρίσκου αμβλύνουν όλα τα ανθρώπινα προβλήματα, μολύνουν το τοπίο της πληροφορίας και κάνουν δυσκολότερη τη συνάντηση με διαφορετικούς ανθρώπους! Αυτό, νομίζω είναι και ο κύριος στόχος τους: η συνάντηση των διαφορετικών ανθρώπων, επειδή αυτοί είναι ανέκαθεν ιστορικά το μεγάλο πρόβλημα της εξουσίας.
Θα μου πεις, καλά ρε δεν υπάρχει ούτε ένας καλός λόγος για τα επιτεύγματα της τεχνολογίας; για την τεράστια εξέλιξη της ιατρικής, της κάθε επιστήμης γενικότερα; και θα απαντήσω όχι επειδή τα μειονεκτήματα υπερτερούν κατά κράτος ή πως υπάρχει καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος από το να προάγουμε τον κάθε Ζάκενμπεργκ σε σατραπίσκο, και από το να αποτελούμε μια φυλακισμένη κοινωνία, μια αποβλακωμένη απόλαυση.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

ΈΛΛΗΝΕΕΕΕΣ!!!

 


-Τσακώνονται,μου λέει η γειτόνισσα.
-Ποιοι? την ρωτάω
-Όλοι, μου απαντάει.Κάθε μέρα τσακώνονται για το πάρκινγκ. Βρίζονται χυδαία και λέει
ο ένας τον άλλον κωλόγερο,ενώ είναι όλοι πάνω από 65-70!
ΕΛΛΗΝΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΣ.[Φωνάζει ακόμα ο Κολοκοτρώνης]
 

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΈΦΕΡΕ ΕΔΏ ΠΈΡΑ

 

 


Ποιος διάολος μας έφερε εδώ πέρα; να ζήσουμε αυτή την τρισάθλια πραγματικότητα! τα λόγια του ήταν τραχιά, δεν άντεχες ούτε να τον βλέπεις μηδέ να τον ακούς. Χαρίλαος Πλιάτσικας. Ο μεγαλύτερος αδερφός μου. Το δραματικό μέρος ανθρώπων που γνωρίσαμε κι έφυγαν από κοντά μας με έναν τρόπο που δε θέλαμε αλλά έτσι ήταν. Μισούσε κάθε τι ανθρώπινο, γυναίκες, άντρες, παιδιά, μισούσε τον εαυτό του, του άρεσε η γνώση, είχε μάθει πολλά, δυνατό μυαλό, ευφυής, πολλά βράδια είχαμε γίνει κομμάτια, τον χτύπησα και στο σώμα και στο μυαλό, με αγαπούσε πολύ, η τελευταία φορά που τον είδα, χωρίς συμπόνια για τον αδίσταχτο σαρκασμό προς κάθε τι ανθρώπινο, δε ήθελε τίποτε, έπινε πολύ, γινόταν χώμα, τον έσωσα ένα βράδυ που όπως πάντα ήθελε να φύγει απ τη ζωή, μέσα από ένα τσούρμο που δεν τον καταλάβαιναν, εκεί που σε ανέβασε στον ουρανό σε κατέβασε στη λάσπη, δεν είσαι τίποτα Κώστα Πλιάτσικα, ένα αρχίδι, ένα απόβρασμα της κοινωνίας, που παριστάνεις τον συγγραφέα και τον ζωγράφο αλλά δεν είσαι τίποτα! ένα σκουπίδι παραπάνω, ναι είσαι καλύτερος απ τον Καζαντζάκη, η πένα σου σκοτώνει τους ανθρώπους, τέτοιος είσαι ένα ρεμάλι και τον άκουγα να μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι. Χαρίλαος Πλιάτσικας, έχω να πω πολλά για δαύτον, έλα όμως που όταν ζούσε μου σπαγε τα το στομάχι. Έξυπνος, διορατικός, αλλά πάντα έδινε μια κλωτσιά, μια απέχθεια για τη ζωή, δεν ήταν δυνατός στο σώμα, μάλλον ηττοπαθής κατ αυτόν τον τρόπο και πέθανε όπως πέθανε, σκοτωμένος ή από δολοφονία, ή έστω σαν αυτοκτονία, ένας άνθρωπος που ήθελε να ζήσει, αδύναμος, εγκεφαλικός. Το μέρος αυτό των ανθρώπων, τότε που έβλεπα τη ζωή επίπεδη, ενώ αυτός ήξερε πάντα πως ήταν στρογγυλή, αλλά ο νόμος του άντρα περνούσε σαν σίφουνας απ το μυαλό μου, ήμασταν μόνο οι δυο μας και γνωρίζαμε τα πράγματα, όμως η ίδια η ζωή έδειχνε άλλα. Μια γυναίκα άσχημη, χωρισμένη με την ψεύτικη πραγματικότητα του, δυο παιδιά που δεν πήγαν ούτε στην κηδεία του, τι άσχημος τρόπος για έναν τέτοιον φίλο κι έτσι ο Χαρίλαος Πλιάτσικας ζούσε μια δραματική ζωή, σου απαντούσε αναπάντεχα! σαν να ήταν πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί, ήξερε και Σέκπηρ και Βολτέρο, μια ανοησία η ύπαρξη μου τόνιζε συνέχεια κι έβριζε θεούς και δαιμόνους, άθρησκος κατά βάση όπως οι περισσότεροι έξυπνοι άνθρωποι, δεν τον ένοιαζε αν κοιμόταν στο σκοτάδι ή αν ήταν πρωί και οι άλλοι νόμιζαν πως ήταν νύχτα, αυτός το βιολί του, δεν ξέρω αν τον αδίκησα ενόσω ζούσε, πιθανώς, ναι, αλλά τι λόγο έχει τώρα πια;
Πέρα μακριά ζούσε ένας μυστηριώδης παππούς.
[Από τη ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΌΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΉΣ...ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΌ-ΔΟΚΙΜΙΑΚΌ ΑΝΈΚΔΟΤΟ ΜΥΘΙΣΤΌΡΗΜΑ ΜΟΥ..]

 

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΤΟ ΚΕΛΊ 14.500. 001

 

 


Στο κελί πέρασα δυο βράδια και μια μέρα, πίσω από τα σίδερα, παρέα με τον Ιρανό, δε μου αφαίρεσαν τις χειροπέδες, αυτός δεν είχε και φώναζε πως ήταν άδικο που εγώ είχα μα ποιος τον άκουγε, ποιος ακούει, η βία απαγορεύεται, η χειροδικία τιμωρείται, εγώ ήμουν υπότροπος να σκέφτομαι πως δεν έπρεπε να τον χτυπήσω τόσο δυνατά.
Ο Ιρανός κάποιες στιγμές που μιλούσαμε μου μοιασε επικίνδυνος, τα μάτια του κοκκίνιζαν, το μελαμψό μούτρο του σκοτείνιαζε, μιλούσαμε μισά Ελληνικά, μισά Εγγλέζικα, καταλάβαινε. Τον ρώτησα γιατί τον είχαν συλλάβει, γέλασε.
- Όλοι είμαστες συλλαβιστές! Είπε.
-Συλλαμβανόμενοι; Τον διόρθωσα αλλά επέμενε.
-Κανένα άνθρωπο δεν είναι ελεύθερο! κανένα! Σκλάβες Αμερικάνων και Έλληνοι και Πέρσοι. Κατάλαβε; Όλη κόσμος σκλάβοι, ξέρει αυτό λέξη; Σλέιβ…
-Κατάλαβα, είπα. Δούλοι, είλωτες, δεν απορούσα, βέβαια, γνώριζα πως ήμουν δούλος, όσο και αν δε μου άρεσε.
-Φτωχό άνθρωπο δε βρίσκεις δίκιο, μαυ φρέντ, αφεντικά σκοτώσει όλους αλλά εγκώ δεν αντέχει αυτούς, ούτε συ, σε βλέπω, βλέπω τα μάτια σου.
-Τι έχουν τα μάτια μου, απόρεσα.
-Είναι όμορφα, σκο..σκο…πως λέτε..
-Σκοτεινά;
-Αυτό! Εσύ καλός άνθρωπο, φαίνεται, αυτό δεν είναι;
-Μπορεί, συνοφρυώθηκα. Μπορεί και όχι. Η δικαιοσύνη είναι με το μέρος τους. Με το μέρος των δυνατών.

Τον επισκέφτηκα στις φυλακές Κορυδαλλού μετά από τέσσερα χρόνια, όταν έγραφα το βιβλίο Νέον έργον, η ιστορία ενός τρομοκράτη. Είχε σκεβρώσει, έκλαιγε πίσω από τα κάγκελα.


Η δίκη μου θα γινόταν μετά από έξι χρόνια, περίπου, ύστερα από κάμποσες αναβολές. Θα με τιμωρούσαν με ένα χρόνο φυλακή αλλά αυτό είναι μεταγενέστερο.



 

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΑΚΡΙΝΉ ΠΑΡΈΑ

 


 

Ντύθηκα τα καλά μου. Απόψε με περιμένουν και πρέπει να πάω. Παλιά μου άρεσε αυτό πιο πολύ. Έβαλα τη ραφ καπαρντίνα μου, γραβάτα Μπορντώ, μαύρο σακάκι, όχι ακριβώς, λίγο προς το γκρι με ελάχιστο κόκκινο μέσα, αδιόρατο, ίδιο και το πανταλόνι, φυσικά. Το πουκάμισο σκούρο μπλε, ίδιο με το σλιπάκι και το φανελάκι. Α, δεν ξέρετε πόσο μου αρέσουν τα σκούρα ες; ρούχα! Κι έπειτα όλοι βλέπουν χωρίς να ξέρουν τι εσώρουχα φοράς. Άρα, όλα έχουν σημασία για μια καλή διάθεση. Πριν απ όλα αυτά έκαμα μπάνιο. Λευκό. Ο ατμός μαλάκωσε το άθλιο κορμί μου, το σαπούνι ημέρεψε τη σάρκα μου. Η χτένα πέρασε μέσα από τα κατσαρά, μακριά μαλλιά, περιποιήθηκα και τα νύχια μου ποδιών τε και χεριών. Χώρεσα όλος μέσα στη σκέψη μου πως σήμερα ήταν μια καλή μέρα. Που ξέρεις; μπορεί να συναντούσα το άλλο μου μισό στο δρόμο. Μπορεί να το εύρισκα εκεί που θα πήγαινα. Πριν απ όλα αυτά, ξεκλείδωσα την πόρτα του διαμερίσματος μου, την άφησα μισάνοιχτη προς τα μέσα- προς τα μέσα ανοίγουν οι πόρτες;- άφησα τα κλειδιά στην κλειδαριά, γύρισα μέσα πήρα την πιο ακριβή μου ομπρέλα, βυσσινί, να ταιριάζει με την καπαρντίνα, όλα έχουν σημασία την σήμερον ημέρα κι επειδή έβρεχε ή θα έβρεχε προέβλεψα αν και δεν μου άρεσε να πάρω κι ένα κασκόλ να το τυλίξω στο λαιμό μου για καλό και για κακό, επειδή μαζί με τη βροχή θα έκανε ένα ψοφόκρυο, κι αναγκαστικά έπρεπε να τα κάνω όλα αυτά αφού ήθελα μια ωραία έξοδο σήμερα που γιορτάζουν όλοι να γιόρταζα κι εγώ. Έσβησα όλα τα φώτα μα μετάνιωσα, άφησα αυτό στο σαλόνι ανοιχτό, όχι ότι φοβόμουν τους κλέφτες αλλά να έτσι να φαίνεται κάτι να μη λεν αυτό το σπίτι είναι άδειο. Ξανακοιτάχτηκα στον καθρέφτη και είδα πως ήμουν πολύ καλός. Όποιοι και να με έβλεπαν, αυτοί που με περίμεναν, θα ήταν ενθουσιασμένοι με την εικόνα μου. Όλοι οι φίλοι θα ζήλευαν πιο πολύ την καπαρντίνα μου και με τις σκέψεις αυτές άναψα το φως του διαδρόμου, κάλεσα το ασανσέρ, α, πως αργεί μερικές φορές το ασανσέρ, και κάποτε γλούπ! σταματάει και κανένας άλλος ήχος δεν ακούγεται στην πολυκατοικία μας. Μόνο εγώ κατεβαίνω για να πάω στους φίλους μου που με περιμένουν να γιορτάσουμε γιατί απόψε είναι μια ξεχωριστή μέρα. Η μέρα που γιορτάζουν όλοι οι άνθρωποι και μαζί τους κι εγώ. Σταμάτησα στο ισόγειο. Βγήκα στο δρόμο. Άνοιξα τη βυσσινί ομπρέλα. Περπατώντας έφτασα σε ένα μακρινό μπαρ. Μπήκα μέσα. Σκοτάδι. Κανείς δεν ήταν εκεί. Καλύτερα σκέφτηκα. Άφησα την ομπρέλα μου στην άκρη, πήγα στο μπαρ που αχνόφεγγε. Έβαλα ένα κατακόκκινο κρασί σε ημίψηλο ποτήρι. Κάθισα στο σκαπό. Μόνος μου. 

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΑΥΡΟΜΆΤΑ 3

 

 


Πίνω κόκα-κόλα και σε σκέφτομαι
να βγάζεις το βρακάκι σου στη θάλασσα
την έρημη- και για μια άλλη νοιάζομαι
κόκα-κόλα που τέλειωσε και χάλασα
 
όλη την ομορφιά σου μαυρομάτα
τόσον καιρό που εσύ με αγάπησες
αν και είχα και μια γαλανομάτα
μα εγώ εσένα και συ εμένα, λάτρεψες
 
Πίνω ουίσκι Σιβας και σε σκέφτομαι
άκαρδη, μου έμεινε το βρακάκι σου
και κλαίω που ακόμα και χάνομαι
όταν θυμάμαι το λευκό κορμάκι σου
 
που κάποιος άλλος τώρα γεύεται
άπονη που τόσα χρόνια σ αγαπούσα
και με παράτησες γι αυτόν που ρεύεται
με αγένεια μπροστά σου ω μούσα
πίνω κόκα - κόλα και σε σκέφτομαι!!
 
σατιρική ποίηση. Κ. ΠΛΙΆΤΣΙΚΑ
 

ΤΑ ΡΕΜΆΛΙΑ ΤΩΝ ΕΞ-ΑΧΡΕΊΩΝ ΆΓΓΕΛΟΣ ΣΠΆΡΤΑΛΗΣ 4

 ΆΓΓΕΛΟΣ ΣΠΆΡΤΑΛΗς

 


 Ο Σπάρταλης είναι γάτα.
Ευφυής.
Δεν έχει ελαττώματα. Υπάρχει τέτοιος άνθρωπος;
Στη Μουργιά, μεγαλοποεί. Στον Άγιο Νικόλαο φοράει ποδιά όταν ζωγραφίζει. Μπροστέλα. Οι άντρες που φορούν μπροστέλα είναι τίμιοι. 

 Υπήρξαμε φίλοι  ένα διάστημα, απ την Καλλιδρομίου μέχρι την Μαυρομιχάλη, ήταν φαν του τρόπου μου, όπως υποστήριζε φανερά ο ίδιος. Έχουμε πιει άπειρες τσικουδιές, τραγουδώντας και εμπαίζοντας την πραγματικότητα. Σε επίπεδο συνεργασίας είναι άψογος. Συνεργαστήκαμε στην τηλεταινία-κομικ, Ναυσικά. Ωραία δουλιά.
 Εσύ κι εγώ είμαστε οι καλύτεροι στα πορτρέτα στα Εξάρχεια, μου είπε, εν ευθέτω χρόνο, τοποθετώντας εμένα μπροστά, προφανώς λόγω διαφοράς ηλικίας. Ύστερα διάβασε την ΔΈΚΑΤΗ ΤΡΊΤΗ ΏΡΑ το μυθιστόρημα μου και δεν μου είχε πει τίποτε. Ώσπου μια μέρα ξαφνικά μου λέει: Διαβάζω για δεύτερη φορά το βιβλίο σου, ίσως μπορέσω να το προτείνω στην ΕΡΤ. Αυτή η κουβέντα μας έμεινε εκεί αφού μου εξήγησε πως δεν υπήρχαν τα μέσα για να προχωρήσει η δουλιά.
Καλός ζωγράφος. Καλύτερος σκηνοθέτης;
Ο Άγγελος είναι Κρητικός από πάνω μέχρι τα νύχια, ανιψιός του Νίκου Κούνδουρου, για τον οποίο κάναμε μια συνέντευξη στο ΔΙΑΣΧΊΖΩ, όταν κυκλοφόρησε το βιογραφικό του βιβλίο, ΜΈΡΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΝΊΚΟ.




 

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΤΗ ΣΚΙΆ ΤΩΝ ΒΡΆΧΩΝ..2

 

 
 

 
 
Καθόμουν εκεί στη σκιά των βράχων, μέρα, μεσημέρι ήταν που δεν είχα τι να κάνω, δεκαέξι- δεκαεφτά χρονών παλικάρι. Ο ήλιος χτύπαγε πάνω από σαράντα βαθμούς Κελσίου, ο ιδρώς έσταζε από μόνος του στο στέρνο μου. Από τότε την κουβαλούσα την απελπισία των πραγμάτων κι ένα ποτάμι που έτρεχε τα γαλάζια του νερά- το φοβόμουν το νερό- ποτέ δεν ήθελα να πνιγώ, κάπως αλλιώς ήθελα να πέθαινα, σε αντίθεση με τον αδερφό μου μου έκοβε στην μέση το ποτάμι, διάβαινε, πήγαινε πέρα, αντίπερα. Έλα και εσύ, μου φώναζε αλλά εγώ καθόμουν στα αβγά μου. Θυμάμαι όλα αυτά που έκανα τότε κι ανατριχιάζω, λες και τα έκανε κάποιος άλλος! Το χωριό ήταν μικρό, οι γυναίκες λίγες κι εγώ είχα επιθυμήσει σφόδρα μια θειά μου, όμορφη σαν τα κρύα τα νερά. Ερχόταν πολλές φορές στο σπίτι μας να κουβεντιάσει με τη μάνα και τότε με φιλούσε, τάχα συγγενικά αλλά εγώ καταλάβαινα αλλιώς τα χείλη της στα μάγουλά μου. Η Αντιγόνη, ήταν ολόασπρη σαν το κρίνο κι εγώ την σκεφτόμουν γυμνή στο κρεββάτι. Σα να ντρεπόμουν λίγο, τότε που έκανα τέτοιε σκέψεις, ένιωθα όμως μια κάψα γι αυτή τη γυναίκα, την είχα ποθήσει από πιο μικρός μα δεν ήξερα αν έπρεπε να της φανερώσω τον έρωτα μου. Φοβόμουν πως θα με απόπαιρνε και τότε θα ρεζιλευόμουν στα μάτια της. Όποτε έκανα αυτές τις σκέψεις, λιποψυχούσα. Φανταζόμουν τον εαυτό μου σαν αποτυχημένο εραστή και μου κόβονταν τα γόνατα.
Εκείνο το μεσημέρι όμως που καθόμουν στη σκιά των βράχων, το είχα πάρει απόφαση: Θα της το λεγα. Και δε με ένοιαζε πως θα το έπαιρνε αφού είχα καταλάβει πως κι εκείνη με ήθελε. Τι θεία και ξεθεία, σκέφτηκα, μια γυναίκα ήταν που την είχε παντρευτεί ένας πρώτος ξάδερφος του πατέρα και που τώρα ήταν μετανάστης στην Αμερική και η Αντιγόνη έλειωνε, περνούσε τα καλύτερα της χρόνια αγάμητη, κρίμα δεν ήταν; Αλλά πάλι…αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα και το έλεγε στη μάνα μου; Δε θα ρεζιλευόμουν σ όλο το χωριό; Σε όλη την κοινωνία. Κι έπειτα τι γύρευα εγώ με μια γυναίκα σαράντα χρονών; Πω, πω! κρύος ιδρώτας με έλουσε, μετάνιωσα παρευθύς, κώλωσα. Έλα όμως που η Αντιγόνη φάνηκε κείνη τη στιγμή στη βρύση στα Τσερίτσανα τη βαρέλα να γεμίσει; Και όλες οι αντιρρήσεις μου πήγανε περίπατο. Με αγκάλιασε αυτή την αγκάλιασα κι εγώ κι έγινε ότι έγινε. Εκεί, ανάμεσα από κάτι πουρνάρια και σκίνα κάψαμε πολλές φορές τον έρωτα μας. Έναν έρωτα κρυφό. Σαν κάτι που δεν έπρεπε να γίνει. Και το κρατούσα μυστικό ως τα τώρα που η θεία Αντιγόνη δεν υπάρχει πια.

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

ΈΓΡΑΨΑ ΜΌΝΟ ΤΡΕΙς ΣΕΛΊΔΕς

 

 


Έχασα μια σελίδα. Και νευρίασα. Τι να πεις; σήμερα έγραψα μόνο τρεις, μείον τη χαμένη, ίσον πενήντα δύο. Για να τελειώσει το βιβλίο πρέπει να γράψω άλλες τριακόσιες περίπου, τόσες υπολογίζω πως χρειάζομαι, τι νομίζετε; είναι εύκολο να γράψει κανείς τριακόσιες πενήντα σελίδες; απλώς να γράφει χωρίς να σκέφτεται, τι λέτε; και για ποιο λόγο; έχει σημασία ένα ακόμα μυθιστόρημα; εύκολα μπορώ ν απαντήσω όχι, δεν έχει. Γράφονται πλέον τόσα πολλά κι εγώ αν δεν έχω να προσθέσω κάτι καινούργιο, αρνούμαι να κουραστώ, αρνούμαι να προσθέσω μια ακόμα απομίμηση σπουδαίων συγγραφέων, αν και σήμερα έχουμε χάσει πια τον όρο μεγάλος συγγραφέας είτε γιατί δεν υπάρχει αυτό το είδος είτε γιατί δε χρειάζεται. Τι λέτε; να γράψω ακόμα μερικές σελίδες και να το σκεφτώ καλύτερα; 

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΈΧΝΗ ΚΑΙ ΑΛΚΟΟΛ..3

 

 


ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΑΛΚΟΟΛ



Μύθος ή πραγματικότητα;


Ωμή αλήθεια: το αλκοόλ βλάφτει σοβαρά την υγεία.


Μια από τις μεγαλύτερες εξαρτήσεις του ανθρώπου. Χειρότερο από ναρκωτικά. Αργός αλλά σταθερός θάνατος.


Ένας από τους κυριότερους λόγους αποτυχίας στη ζωή.


Μύθος τα περί έμπνευσης στη ζωγραφική, στο γράψιμο. Εάν δεν είσαι νορμάλ, θα δημιουργήσεις

λάθη. Και ούτε τα μισά από όσα θα μπορούσες.

Το αλκοόλ φυραίνει το μυαλό.

Μπορώ να πω πως δεν έπινα από μικρός. Το κρασί η μπύρα, το
 ούζο μου προκαλούσαν αηδία μέχρι ακόμα και που πήγα φαντάρος.
 Όχι δεν έπινα. Το σιχαινόμουν το ποτό, έπινε ο πατέρας μου, γινόταν έρμαιο του ούζου, δεν ήταν αλκοολικός ήταν μέθυσος, μέχρι τα
 60 του. Ύστερα έκοψε ποτό και τσιγάρο κι έζησε ακόμα είκοσι 
χρόνια σαν "λογικός" άνθρωπος. Ντρεπόμουν για τα δυο μεγάλα μου αδέρφια που ήταν κι αυτοί μέθυσοι. Ο πρώτος κατάντησε αλκοολικός και πέθανε εξ αιτίας του πιοτού. Ντρέπομαι γιατί και οι περισσότεροι
 φίλοι μου είναι αλκοολικοί αλλά δεν το καταλαβαίνουν. Ε, τρία τέσσερα πέντε ουίσκι και μισό κιλό κρασί την ημέρα δεν πειράζουν, λένε αφελέστατα.
Μέχρι τα τριάντα μου κάπου εκεί, ζήτημα αν είχα πιει δέκα φορές και είχα μεθύσει δυο-τρεις. [ Αυτό με έχει σώσει, οι φίλοι μου που πίνανε από τα εφηβικά τους χρόνια έχουν πεθάνει. Κίρρωση του ήπατος. 
Το σύνηθες. Απαίσιος θάνατος] Από τα τριανταδυο, άρχισα να κουτσοπίνω. Δεν ξέρω πως, ε, αφού δε με πείραζε έλεγα, δε μεθούσα, δεν έκανα φασαρίες, δεν τσακωνόμουν, απλά με έπιανε σαν μια επιθυμία
 να ξεφεύγω λίγο με το ποτό και είναι αλήθεια πως αφού δεν έπινα 
κάθε μέρα ήταν κάπως υποφερτά τα πράγματα. Εργαζόμουν πάρα
 πολύ, δεκαπέντε ώρες την ημέρα, ήμουν νέος, δυνατός, αθλητικός. 
Τα χέρια μου, το μυαλό μου καθάριο αλλά σιγά σιγά γινόμουν κρυφοπότης. Έπαιρνα στο σπίτι διάφορα ποτά, έφτασα να πίνω ένα μπουκάλι κονιάκ μόνος μου. Κάπου εκεί άρχισα να καταλαβαίνω τον επηρεασμό του ποτού αλλά μια οι παρέες μια το ένα, μια το άλλο, 

έπινα κάθε μέρα. Τα βράδια κοιμόμουν μεθυσμένος κι όταν το πρωί πάθαινα κενά μνήμης τρόμαξα. Σταμάτησα να πίνω ένα χρόνο. 
Ύστερα πάλι τα ίδια, πίναμε το βράδυ με τους φίλους ότι βρίσκαμε μπροστά μας, βότκες, τεκίλες σφηνάκια, και σιγά-σιγά απ΄το πρωί
 πάλι τα ίδια. Δικαιολογία: για να ξεμεθύσεις από το βραδινό, το πρωί πρέπει να πιεις μια γουλιά από το ίδιο! Το κοβα μόνο όταν ήμουν άρρωστος και η πάλη με τι αλκοολικές ουσίες είχε αρχίσει να θεριεύει μέσα μου. Μην πίνεις Κώστα, έλεγα μην πίνεις. Όποιος πίνει 
καταστρέφει τη ζωή, θυμόμουν τα λόγια του Τ. Ουίλιαμς από τη Λυσσασμένη γάτα. Αλλά μετά από μια βδομάδα πάλι τα ίδια. Το ποτό δε με μεθούσε κι αυτό μπορεί να ήταν χειρότερο. Γιατί άμα μεθούσα ή γινόμουν όπως οι άλλοι θα το καταλάβαινα και δεν θα ανεχόμουν τον εαυτό μου. Ελα όμως που δε φαινόμουν ποτέ μεθυσμένος μέχρι τότε;
[ μεγαλώνοντας αλλάζουν τα πράγματα, λιγοστεύουν οι αντιστάσεις
 του εαυτού] όσο και να πινα, απλά μια ευθυμία, ένα κέφι που κι
 αυτό το κρυβα επιμελώς αλλά με έριχνε χαμηλά, μου διαστρέβλωνε
 την αισιοδοξία, τα βλεπα όλα μαύρα, ήμουν ντάουν και δεν 
μπορούσα να συνειδητοποιήσω πως έπρεπε να το κόψω. Έγραφα, ζωγράφιζα, έπινα, χώρισα πιωμένος μια υπέροχη κυρία, παντρεύτηκα μια άλλη που δεν έπρεπε, χώρισα και μ αυτήν όταν πια είχα καταστρέψει
 μια ντουζίνα λεφτά, μια καριέρα που διαφαινόταν περίλαμπρη, μια
 ζωή υπεύθυνη όπως μου άξιζε και αντ αυτού πήρα αγκαλιά τις 
μπουκάλες όλου του κόσμου. Έπινα-έπινα-έπινα, μέρα νύχτα μια εικοσαετία περίπου μέχρι τα πενήντα μου. Τις σπάνιες φορές που το
 κοβα καταλάβαινα πόσο κακό μου είχε κάνει. Έβλεπα άλλα πράγμα
τα, ένιωθα άλλα που δεν μπορούσα να τ αγγίξω πιωμένος. 
Ο αλκοολικός μόλις ξυπνήσει σκέφτεται που θα βρει να
 πιει, δεν έχει όρεξη για δουλειά, βιάζεται να πάει στον καφενέ, στο
 δρόμο, να βρει να πιει, γίνεται σαν τον ναρκομανή. Δεν μπορούσα
 πια να κοιμηθώ αν δεν είχα πιεί, το πρόσωπο μου είχε αρχίσει να κοκκινίζει, τα ωραία μου χαρακτηριστικά αλλοιώνονταν, 
τσακωνόμουν πιο εύκολα, εντάξει δεν ήμουν πολύ εριστικός αλλά πράγματα που θα μπορούσα να τ αποφεύγω εξ αιτίας του ποτού, 
δεν τα κατάφερνα. 
Έπειτα ένιωθα μια δυστυχία, μια ντροπή ας μην φαινόμουν 
μεθυσμένος-φτάνει που το ήξερα εγώ- πως δε θα μπορούσα ν αντιμετωπίσω τις καταστάσεις, ειδικά όταν είχα να κάνω με 
ξενέρωτους, όπως λέμε -κάκιστα- τους ανθρώπους που δεν αγγίζουν
 το αλκοόλ. ΄

Μεγάλη εντύπωση μου έκανε όταν διάβασα πως ο Ζαμπέτας δεν
 έβαζεσταγόνα αλκοόλ στο στόμα του όπως μεγάλη εντύπωση μου 
έκαναν οι πιωμένοι καλλιτέχνες και για όσους μάθαινα πως ήταν αλκοολικοί. Βαν Γκογκ,, Εντγκαρ Αλλαν Ποε, φρικτός θάνατος,
 Ρίτσαρντ Μπάρτον,
 Ερνεστ Χεμινγουέη, το αλκοόλ σε σπρώχνει στην αυτοκτονία κατα 
έναν περίεργο τρόπο. Μοντιλιάνι, Τζάκσον Πόλλοκ, Γουίτνευ 
Χιούστον και τόσοι άλλοι επώνυμοι και ανώνυμοι.

Ο αλκοολισμός είναι ένα μεγάλο πρόβλημα που παραμένει άγνωστο
 στον περισσότερο κόσμο.

Ο αλκοολισμός είναι η τρίτη αιτία θανάτων μετά τα τροχαία και τις ασθένειες.[ Κι εκτός αυτού πρέπει να είναι φοβερά επώδυνος θάνατος.]

Αν έχεις ανάγκη να πιεις ένα ποτό την ημέρα είσαι δυνητικός 
αλκοολικός

Όλα αυτά τα ήξερα, τα γνώριζα. Αλκοολικοί καλλιτέχνες 
προβάλλονται παντού και θεωρούνται ινδάλματα.[ Ε, δεν είναι παρά ψυχικά ράκη.] Οι φίλοι μου όλοι πίνουν. Γιατί να μην πίνω κι εγώ; Ο γνωστός δημοσιογράφος δεν γράφει αν δεν κατεβάσει μισό μπουκάλι ουίσκι, η διάσημη Χίλτον κυκλοφοράει με τα μπουκάλια στις μέσα
 τσέπες, όπου να πας τα βράδια γίνεται της τρελής από τις σαμπάνιες. Στα καφενεία, στα τσιπουράδικα, στις μπυραρίες το
  αλκοόλ τρέχει 
ποτάμι. Τα ξέρω όλα αυτά. Όπως γνωρίζω και τι γίνεται γύρω μου.
 Παντού αλκοόλ, η εύκολη λύση των νέων για να ξεφύγουν από τον
 εαυτό τους και τον κόσμο, για να μην ασχοληθούν με τα προβλήματα. Περνάνε στους δρόμους με ένα μπουκάλι μπύρα ή ρετσίνα, αγόρια, κορίτσια ανεξέλεγκτα [ δε θυμάμαι την παλιά εποχή γυναίκες να 
πίνουν στο δρόμο αλλά και οι μπεκρήδες ήταν λίγοι τους ξέραμε με 
το μικρό όνομα τους. Τώρα ξεχείλισε γο κακό.] πίνουν, γίνονται 
κυνικοί, δυστυχισμένοι, χαμένοι στη σύγχυση.

Τώρα δεν πίνω και δεν καπνίζω. Είναι κάμποσος καιρός που βλέπω 
τα πράγματα καθαρά. Αυτά που δεν έβλεπα τότε. Όχι, δεν πέταξα 
μπουκάλια και πακέτα. Ούτε χρησιμοποίησα κανένα φάρμακο για να
 τα κόψω. Χρησιμοποίησα μονάχα τη δύναμη του εγκεφάλου. Του
 μυαλού. Αυτού που έχει ο άνθρωπος και δεν το χρησιμοποιεί σωστά.












Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΉΓΕ ΝΑ ΒΡΈΞΕΙ ΑΛΛΆ ΦΕΥ

 


 

Λοιπόν... στα Εξάρχεια μας έχουν ρημάξει οι κώνωπες. Πήγε να βρέξει αλλά φευ! αλλού τα κακαρίσματα και τα λοιπά. Δε μας σώζουν ούτε τα φιδάκια. Υγρασία στο έπακρον. Κάτω στην πόλη -νταουν ταουν- είναι όλοι και όλες ντάουν. Οι καθηγητές, οι μαθητές, οι γυμνασιάρχες, οι γκόμενες. Τι θα γίνει τέλος πάντων με την περίπτωση μας δεν ξέρω. Το τέλος μας είναι φανερό: θα πεθάνουμε από μανιακή ανεπάρκεια στοιχειώδους εκπαίδευσης! 

 


Μαρκελα Χαραλαμπίδου

Όντως, είναι μια καταπληκτική μορφή και το πιο όμορφο είναι ότι εκτός από την εξωτερική, υπέροχη εμφάνιση της,έχει αποτυπωθεί και η γλυκύτητα της.Ο καλλιτέχνης με τα πινέλα και τα χρώματα του έδωσε μια άλλη διάσταση στο έργο αυτό. Συγχαρητήρια!!!!

 

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

ΘΥΜΌΜΟΥΝ 2

 

 


Τελευταία ξεχνώ να πάρω μαζί μου το κινητό
κι όταν βγαίνω έξω θυμόμουν πως υπήρχες εσύ για να μου τηλεφωνήσεις
-μύρο και θειάφι έξω απ την πόρτα μας.
το έβαζα μάλιστα στην τσέπη του πουκαμίσου μου
έτσι που να μου χτυπάει την καρδιά
το τρέμουλο των μήλων σου
Αργότερα από σήμερα, θυμόμουν
πως όλο και πιο συχνά ξεχνώ να το πάρω μαζί μου
δε βλέπω το λόγο
αλλά όταν το παίρνω, το βάζω πια στην κωλότσεπη έτσι
που να μπερδευτούν τα πλήκτρα και κάποιος να φαίνεται πως μου τηλεφωνεί
αφού πλέον δεν υπάρχεις εσύ
 

ΠΑΊΡΝΩ ΤΗΝ ΑΓΆΠΗ ΜΟΥ

 


 

Παίρνω το σκυλάκι μου
και πάω μια βολτούλα
τρέλα η βολτούλα

Παίρνω την αγάπη μου
και πάω Καμμένα Βούρλα
τρέλα η βολτούλα.

Μια πιατέλα με φρούτα, -στην άκρη, δεξιά στο παλιό, ξύλινο τραπέζι- μήλα πορτοκάλια, σταφύλια, δεξιά κι αριστερά από ένα λεμόνι. Ωραίο λεμόνι! Κίτρινο, αφράτο, ζωντανό. Μου αρέσουν τα λεμόνια, πάντα προσέχω να υπάρχουν εδώ κι εκει. Τα σταφύλια άσπρα, ασπροπράσινα, να κάνουν αντίθεση με το κόκκινο του μήλου και το κίτρινο των πορτοκαλιών. Ξανατοποθετώ τα φρούτα με περισσή φροντίδα, τα ραντίζω με λίγο νερό, να φαίνονται δροσερά, κατευθείαν κομμένα απ τα δέντρα του κήπου.
Στο κέντρο του τραπεζιού ένας μπρούτζινος μαστραπάς γεμάτος κόκκινο κρασί να ξεχειλίζει. Ξεχασμένος εδώ απ τον καιρό του παππού, από άλλη εποχή- ο χρόνος ζωγραφίζεται πάνω του. Μια μεγάλη κηλίδα απλώνεται, δίπλα στα δυο επίσης μπακιρένια ποτήρια, παλιού καιρού με χερούλι. Αριστερά το μεγάλο αφύσικα ανθοδοχείο, γεμάτο Χρυσάνθεμα. Τα μοβ λουλούδια ταιριάζουν πολύ όμορφα με το σκούρο πράσινο των φύλλων. Χαϊδεύω τα Χρυσάνθεμα, αυτά μόνο και νομίζω πως κάτι λείπει. Α, ναι, το πήλινο πιάτο με το ψωμί. Κόβω το μισό ψωμί φέτες, μαύρο ψωμί, πολυκαιρισμένο, σχεδόν έχει μουχλιάσει. Να φαίνεται σε μερικά σημεία το κυανούν υπόχρωμα της μούχλας και μ αυτά λέω να τελειώσω τη σύνθεση. Θα μου πεις ψωμί χωρίς φαί γίνεται; Γίνεται. Και το κρασί σκέτο; Αν δαγκώσω ένα μήλο και το αφήσω μισοδαγκωμένο στην πιατέλα θα δηλώσει παρουσία. Ποιος δάγκωσε το μήλο;. Το πιάνω στο χέρι μου και μετανιώνω. Το ξαναβάζω στη θέση του. Όχι δεν πρέπει να δηλώσω παρουσία ή τουλάχιστον μια τέτοια παρουσία. Αν έβαζα εκεί δίπλα στο ποτήρι το τσιμπούκι μου να καπνίζει; Θα φαίνεται ο καπνός ν ανεβαίνει και τότε τι σόι νεκρή φύση θα γίνει; Όχι. Κοιτάζω προς τη βιβλιοθήκη, ωραία ιδέα, λέω και πιάνω έναν χρυσόδετο τόμο. Στέκομαι και εξετάζω που μπορώ να τον τοποθετήσω. Σηκώνω το ένα ποτήρι και τον βάζω από κάτω του. Ωραία! Βιβλίο και κρασί, αυτό είναι, νομίζω πως είμαι έτοιμος. Χαμηλώνω το φωτισμό, να εξομοιωθούν οι αντιθέσεις στις σκιές, το χαμηλό φως κρύβει λίγο την ασχήμια των πραγμάτων. Έτσι είναι πιο ωραία. Μπορώ τώρα να φωνάξω τον ζωγράφο ν αρχίσει τη δουλειά του. Εγώ τέλειωσα τη δικιά μου.

 








ΠΡΙΟΝΟΚΌΦΤΗΣ...18

 για ψαγμένους  Ότι ο Αλέξανδρος σκότωσε τον Κλείτο κανείς δεν το αμφισβητεί. -Να ο Κλείτος Αλέξανδρε κι αυτός σκοτώνοντας τον, γύρισε σε δυ...