Σάββατο 23 Μαΐου 2026

ΙΟΥΛΊΑ 2

 


 

Βραδάκι ήταν, ο καιρός δεν έλεγε τίποτε. Πήρα το αυτοκίνητο μου να πάω στο πουθενά. Οδηγούσα το σαράβαλο μου σε δρόμους ξένους, δεν είχα τι να κάνω. Έβαλα μουσική, δε με ευχαρίστησε, άνοιξα στη διαπασών το Στέλλα μωρ Στέλλα, κακιά κοπέλα, θυμήθηκα κάποια πραγματική Στέλλα που είχα γνωρίσει πριν χρόνια. Χάιδεψα τα γένια μου που τη θυμήθηκα; καλή ήταν είχαμε περάσει μερικούς μήνες μαζί, ύστερα χάθηκε, παντρεύτηκε κάποιον Βαγγέλη. Εγώ παρέμενα ανύπαντρος, μεγάλωνα όμως κι αυτό μου κακοφαινόταν. Πλησίαζα τα σαράντα δύο, γυναίκες; πολλές είχα αλλά εκείνη τη μία, τη μοναδική δεν την είχα βρει ακόμα. Και που να την εύρισκα; όλο στα κακόφημα καταγώγια της πόλης σύχναζα με κάτι αργοπορημένους φίλους σαν τον Περικλή που τον είδα μόλις πάρκαρα να κάθεται στο ακριανό τραπέζι του λεριασμένου καφενείου στην πέρα γειτονιά. Τον καλησπέρισα, δε μου απάντησε, μιλούσε στο κινητό,...με κάποια κοπέλα, με τη Φλώρα μιλάω μου είπε, θες να της πεις καλησπέρα; εγώ; παραξενεύτηκα, που την ξέρω την κυρία; Μίλα της ! μου έγνεψε σαν να μου έλεγε, μην κάνεις το βλάκα..σαν να μην καταλάβαινα, σαν να ήμουν από χωριό και μου την έδωσε. Μίλησα με μια άγνωστη φωνή, είπε πως της άρεσε η δικιά μου, πήγαινε να την πάρεις έλεγε σιγανά ο Περικλής από δίπλα κι εγω ασυναίσθητα κανόνισα να πάω να την πάρω κάτω απ το λιμάνι που περίμενε. Έκλεισα το κινητό και γύρισα στο φίλο μου. Άσε με του είπα, εγώ ήρθα να πιω ένα ποτό, δεν πάω πουθενά! Ποια είναι αυτή; καμιά ξενέρωτη; και τι με νοιάζει εμένα που είναι μόνη της απόψε! να πάω; Πήγαινε! επέμενε ο Περικής, είναι καλή και κατεβάσαμε στα γρήγορα δυο τεκίλες. Ας πάω αν και βαριέμαι, αν και δεν έχω εμπιστοσύνη στην κρίση των άλλων για το ποια είναι καλή. Πήρα το σαράβαλο και κίνησα. Έφτασα στο λιμάνι, πήγα στο απέναντι περίπτςερο που είπε πως θα στεκόταν, μια ξανθιά είχε πει πως ήταν με μπλέ Καλοκαιρινά ρούχα. Η Φλώρα. Ναι, Φλώρα. Εγώ σταμάτησα λίγο παράμερα να τη δω, μήπως ήταν κανένα σούργελο και δεν είχα καμιά διάθεση για τέτοια. Από τη φωνή όμως δε φαινόταν για τέτοια και μόλις την είδα, έπαθα! Ένα θεοκόριτσο, μια όμορφη γυναίκα με περίμενε στο περίπτερο κι εγώ καθόμουν σαν χαζός να την κοιτάζω!
Μπήκε στο κάθισμα δίπλα μου, δε με κοίταζε συνέχεια. Εγώ την έβλεπα προφίλ. Με λένε Ίων, είπα. Χαχα, γέλασε, λουλούδι είσαι; εμένα ξέρεις το όνομα μου γέλασε πάλι κι έσφιξε τα γόνατα της με τις δεμένες παλάμες της. Είχε σκύψει και με κοίταζε αστραφτερή από χαμηλή λήψη. Τα μαλλιά της ακουμπούσαν στο δάπεδο του αυτοκινητου. Είσαι πολύ γλυκιά! της χαμογέλασα και ξεκίνησα σίγουρος για το που θα πήγαινα και τι θα έκανα μαζί της. Περάσαμε το λιμάνι, σε πανοραμικό πλάνο, άναψε τσιγάρο, ήταν πολύ ευχάριστη, όπως κι εγώ για κείνη. Φτ'ασαμε στο βρώμικο καφενέ, δε στραβομουτσούνιασε, κάθισε αφού χαιρετήθηκαν με τον Περικλή. Ως εδώ όλα καλά, σκεφτόμουν και λέγαμε διάφορα, πίνοντας ένα ποτό ακόμα. Εγώ, παρότι είχα διάθεση να πιω παραπάνω εκείνο το βράδυ, συγκρατήθηκα. Σε λίγο ο Περικλής αφού κατάλαβε πως περίσσευε, καμώθηκε πως είχε κάπου να πάει. Έφυγε, μας άφησε μόνους. Πάμε να φύγουμε από εδώ; μιλήσαμε ή σκεφτήκαμε κι οι δυο ταυτόχρονα, πλησιάζοντας τα πρόσωπα μας. Οι δυό ανάσες έσμιξαν, α, τι ωραία!είπα και είπε.
-Τι ωραία που είναι η ζωή! Ίων; δεν είναι ωραία η ζωή; αναφώνησε εντελώς ξεδιάντροπα στο σκοτάδι και σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της να με φιλήσει
-Ναι, είπα κι εγώ, ρουφώντας μια πικροδάφνη από τα ζεστά χείλη. Ναιααα! είναι πολύ ωραία η ρουφιάνα! Πάμε!
-Φύγαμεεεε και μστριφογύρισε στα πεδιλά της σαν κοπέλα του μπαλέτου
Μπήκαμε πάλι στο αυτοκίνητο, φτάσαμε στην παραλία της πόλης με τα πολλά μαγαζιά, τα φώτα, τις φωνές των ανθρώπων. Ήπιαμε κάπου ένα ακόμα ποτό και επειδή βιαβόμασταν για την ωραία ζωή, περπατήσαμε στην παραλία. Καθώς το κ΄ύμα βούρκωνε πίσω από τα βούρλα, της ανασήκωσα το λινό φουστάνι. Της κατέβασα το κυλοτάκι. Ενα από τα πιο ηδονικά μέρη όλης της διαδικασίας και κεί, όρθια. πισωκολλητά, σεβαστήκαμε το σπουδαίο του έρωτα. Ύστερα, φύγαμε κι απο εκεί, αναψοκοκκινισμένοι συνθέμελα. Φτάσαμε σε κάποιο κρεβάτι, σε κάποιο ξενοδοχείο, ούτε μας ένοιαζε που. Κι ώρα πέρασε γοργά. Είχε φτάσει τρεις, όταν σηκωθήκαμε, να πάμε κάπου, για ένα ποτό, να μη χωρίσουμε, να ήμασταν μαζί λίγο ακόμα.
-Ναι, ίων, πάμε εκεί που θέλεις εσύ.
Μπήκανε στο λιμάνι, ένα σκοτεινό μαγαζί, δε σκεφτόμουν τίποτα, γιατί να σκεφτώ; Καθίσαμε στα σκοτεινά να κοιταχτούμε. Στο ημίφως το γκαρσόνι μας σερβίρησε και μας κοίταξε μάλλον περίεργα. Περισσότερο τη Φλώρα. Ήπιαμε μια στάλα ποτό και σφίχτηκε πάνω μου.
-Πάμε να φύγουμε από δω Ίων! είπε παρακαλεστά.
-Γιατί; απόρεσα κι άνοιξα τα χέρια μου. Μη φοβάσαι..
-Πάμε Ίων..
Μα δεν προλάβαμε. Τα φώτα άναψαν όλα και γύρω μας όρθιοι καμιά δεκαριά άντρες μας κοιτούσαν. Τι τρέχει; σηκώθηκα προς το μέρος τους. Κανείς δε μίλησε. Γέλασαν όλοι μαζί απαίσια, περπατώντας κύκλο γύρω-γύρω μας. Το γέλιο βρόντησε απειλιτικό. ο πρώτος με χτύπησε άξαφνα από πίσω κι ύστερα, έκαναν πιο γρήγορες κινήσεις, δεν πρόλαβα ν αμυνθώ με χτύπησαν στο πρόσωπο, γέμισα αίματα, κύλισα χάμω, στο δάπεδο ενώ η Φλώρα ούλιαζε: Ίωωωων!
Άκουγα τη φωνή της, δεν έβλεπα, είχα τυφλωθεί από τα χτυπήματα, ένα ολόκληρο μαύρο πλάκωνε την ύπαρξή μου, ταξίδευα στο κενό, χανόμουν στο υπερπέραν κι όταν το μαχαίρι μπήχτηκε στην καρδιά μου, κατάλαβα το τελευταίο μου αίμα ν αναπηδά στο στήθος μου ενώ ακουγόταν στον αέρα η σπαραχτική φωνή της Φλώρας!
-Ίωωωωωωωωων!
 

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

ΕΞΑΙΡΈΣΕΙΣ

 


 

Η παραγωγή έργου θεωρείται απαραίτητη για την επιτυχία. [Εκτός εξαιρέσεων, Καβάφης, Τζέιμς Τζόις..] Δηλαδή, αν γράψεις χίλια ποιήματα, αδερφέ, δεν μπορεί, κάποιο λόγο θα είχες για να κουραστείς τόσο...Επίσης, αν μπορείς να ζωγραφίσεις χίλιους δεκατρείς πίνακες! Τι διάολο, όλο μαλακίες θα κάνεις!
Και κάτι απλό: Το θέμα είναι να μη παραγνωριζόμαστε. Ούτε εδώ, ούτε αλλού.Από μακριά!
Κάποιος στο δρόμο κυνηγούσε το καπέλο του. Μόλις το πλησίαζε σαν ένα μαγικό αόρατο σχοινί το τραβούσε μακριά του. Ή μακριά μου, γιατί μπορεί να ήμουν εγώ. Ναι, εγώ ήμουν που κυνηγούσα το καπέλο μου και τώρα κρύωνε η κεφαλή μου. Μυστήριο πράγμα, δεν το έφτανα ποτέ κι κόσμος γύρω μου γελούσε- οι γυναίκες φέρνοντας την παλάμη κοντά στα χείλη να κρύψουν το μισοχαμόγελο τους. Κάτι Μογγολικές φάτσες με κοντά πόδια, λοξά, σχισμένα μάτια που είχαν επιζήσει από τον όλεθρο των παγετώνων πριν από εκατό χιλιάδες χρόνια, -γιατί άραγε επέζησαν;- και είχαν έρθει τώρα στην πατρίδα μου, στη γη δηλαδή που γεννήθηκε ο πατήρ μου. Κι αυτοί γελούσαν πιο πολύ. Χι, χι, χι, χι. Τέσσερα γέλια.
 

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

ΑΛΚΟΟΛΕς

 

 
 

 
Μύθος ή πραγματικότητα;
Ωμή αλήθεια: το αλκοόλ βλάφτει σοβαρά την υγεία.
Μια από τις μεγαλύτερες εξαρτήσεις του ανθρώπου. Χειρότερο από ναρκωτικά. Αργός αλλά σταθερός θάνατος.
Ενας από τους κυριότερους λόγους αποτυχίας στη ζωή.
Μύθος τα περι έμπνευσης στη ζωγραφική, στο γράψιμο. Εαν δεν είσαι νορμάλ, θα δημιουργήσεις
λάθη. Και ούτε τα μισά από όσα θα μπορούσες.
Το αλκοόλ φυραίνει το μυαλό.
Μπορώ να πω πως δεν έπινα από μικρός. Το κρασί η μπύρα, το ούζο μου προκαλούσαν αηδία μέχρι ακόμα και που πήγα φαντάρος. Όχι δεν έπινα. Το σιχαινόμουν το ποτό, έπινε ο πατέρας μου, γινόταν έρμαιο του ούζου, δεν ήταν αλκοολικός ήταν μέθυσος, μέχρι τα 60 του. Ύστερα έκοψε ποτό και τσιγάρο κι έζησε ακόμα είκοσι χρόνια σαν "λογικός" άνθρωπος. Ντρεπόμουν για τα δυο μεγάλα μου αδέρφια που ήταν κι αυτοί μέθυσοι. Ο πρώτος κατάντησε αλκοολικός και πέθανε εξ αιτίας του πιοτού. Ντρέπομαι γιατί και οι περισσότεροι φίλοι μου είναι αλκοολικοί αλλά δεν το καταλαβαίνουν. Ε, τρία τέσσερα πέντε ουίσκυ και μισό κιλό κρασί την ημέρα δεν πειράζουν, λένε αφελέστατα.
Μέχρι τα τριάντα μου κάπου εκεί, ζήτημα αν είχα πιει δέκα φορές και είχα μεθύσει δυο-τρεις. [ Αυτό με έχει σώσει, οι φίλοι μου που πίναν από τα εφηβικά τους χρόνια έχουν πεθάνει. Κίρρωση του ήπατος. Το σύνηθες. Απαίσσιος θάνατος] Από τα τριανταδυο, άρχισα να κουτσοπίνω. Δεν ξέρω πως, ε, αφού δε με πείραζε έλεγα, δε μεθούσα, δεν έκανα φασαρίες, δεν τσακωνόμουν, απλά με έπιανε σαν μια επιθυμία να ξεφεύγω λίγο με το ποτό και είναι αλήθεια πως αφού δεν έπινα κάθε μέρα ήταν κάπως υποφερτά τα πράγματα. Εργαζόμουν πάρα πολύ, δεκαπέντε ώρες την ημέρα, ήμουν νέος, δυνατός, αθλητικός. Τα χέρια μου, το μυαλό μου καθάριο αλλά σιγά σιγα γινόμουν κρυφοπότης. Έπαιρνα στο σπίτι διάφορα ποτά, έφτασα να πίνω ένα μπουκάλι κονιάκ μόνος μου. Κάπου εκεί άρχισα να καταλαβαίνω τον επηρεασμό του ποτού αλλά μια οι παρέες μια το ένα, μια το άλλο, έπινα κάθε μέρα. Τα βράδια κοιμόμουν μεθυσμένος κι όταν το πρωί πάθαινα κενά μνήμης τρόμαξα. Σταμάτησα να πίνω ένα χρόνο. Ύστερα πάλι τα ίδια, πίναμε το βράδυ με τους φίλους ότι βρίσκαμε μπροστά μας, βότκες, τεκίλες σφηνάκια, και σιγά-σιγά απ΄το πρωί πάλι τα ίδια. Δικαιολογία: για να ξεμεθύσεις από το βραδυνό, το πρωί πρέπει να πιεις μια γουλιά από το ίδιο! Το κοβα μόνο όταν ήμουν άρρωστος και η πάλη με τι αλκοολικές ουσίες είχε αρχίσει να θεριεύει μέσα μου. Μην πίνεις Κώστα, έλεγα μην πίνεις. Όποιος πίνει καταστρέφει τη ζωή, θυμόμουν τα λόγια του Τ. Ουίλιαμς από τη Λυσσασμένη γάτα. Αλλά μετά πο μια βδομάδα πάλι τα ίδια. Το ποτό δε με μεθούσε κι αυτό μπορεί να ηταν χειρότερο. Γιατί άμα μεθούσα ή γινόμουν όπως οι άλλοι θα το καταλάβαινα και δεν θα ανεχόμουν τον εαυτό μου. Ελα όμως που δε φαινόμουν ποτέ μεθυσμένος μέχρι τότε;[ μεγαλώνοντας αλλάζουν τα πράγματα, λιγοστεύουν οι αντιστάσεις του εαυτού] όσο και να πινα, απλά μια ευθυμία, ένα κέφι που κι αυτό το κρυβα επιμελώς αλλά με έριχνε χαμηλά, μου διαστρέυλωνε την αισιοδοξία, τα βλεπα όλα μαύρα, ήμουν ντάουν και δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω πως έπρεπε να το κόψω. Έγραφα, ζωγράφιζα, έπινα, χώρισα πιωμένος μια υπέροχη κυρία, παντρεύτηκα μια άλλη που δεν έπρεπε, χώρισα και μ αυτήν όταν πια είχα καταστρέψει μια ντουζίνα λεφτά, μια καριέρα που διαφαινόταν περίλαμπρη, μια ζωή υπεύθυνη όπως μου άξιζε και αντ αυτού πήρα αγκαλιά τις μπουκάλες όλου του κόσμου. Έπινα-έπινα-έπινα, μέρα νύχτα μια εικοσαετία περίπου μέχρι τα πενήντα μου. Τις σπάνιες φορές που το κοβα καταλάβαινα πόσο κακό μου είχε κάνει. Έβλεπα άλλα πράγματα, ένιωθα άλλα που δεν μπορούσα να τ αγγίξω πιωμένος. Ο αλοολικός μόλις ξυπνήσει σκέφτεται που θα βρει να πιεί, δεν έχει όρεξη για δουλειά, βιάζεται να πάει στον καφενέ, στο δρόμο, να βρει να πιεί, γίνεται σαν τον ναρκωμανή. Δεν μπορούσα πια να κοιμηθώ αν δεν είχα πιεί, το πρόσωπο μου είχε αρχίσει να κοκκινίζει, τα ωραία μου χαρακτηριστικά αλλοιώνονταν, τσακονώμουν πιο εύκολα, εντάξει δεν ήμουν πολύ εριστικός αλλά πράγματα που θα μπορούσα να τ αποφεύγω εξ αιτίας του ποτού, δεν τα κατάφερνα. Έπειτα ένιωθα μια δυστυχία, μια ντροπή ας μην φαινόμουν μεθυσμένος-φτάνει που το ήξερα εγώ- πως δε θα μπορούσα ν αντιμετωπίσω τις καταστάσεις, ειδικά όταν είχα να κάνω με ξενέρωτους, όπως λέμε -κάκιστα- τους ανθρώπους που δεν αγγίζουν το αλκοόλ. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε όταν διάβασα πως ο Ζαμπέτας δεν έβαζε σταγόνα αλκοόλ στο στόμα του όπως μεγάλη εντύπωση μου έκαναν οι πιωμένοι καλλιτέχνες και για όσους μάθαινα πως ήταν αλκοολικοί. Βαν Γκογκ,, Εντγκαρ Αλλαν Ποε, φρικτός θάνατος, Ρίτσαρντ Μπάρτον, Ερνεστ Χεμινγουέη, το αλκοόλ σε σπρώχνει στην αυτοκτονία κατα έναν περίεργο τρόπο. Μοντιλιάνι, Τζάκσον Πόλλοκ, Γουίτνευ Χιούστον και τόσοι άλλοι επώνυμοι και ανώνυμοι.
Ο αλκοολισμός είναι ένα μεγάλο πρόβλημα που παραμένει άγνωστο στον περισσότερο κόσμο.
Ο αλκοολισμός είναι η τρίτη αιτία θανάτων μετά τα τροχαία και τις ασθένειες.[ Κι εκτός αυτου πρέπει να είναι φοβερά επώδυνος θάνατος.]
Αν έχεις ανάγκη να πιεις ένα ποτό την ημέρα είσαι δυνητικός αλκοολικός
Όλα αυτά τα ήξερα, τα γνώριζα. Αλκοολικοί καλλιτέχνες προβάλλονται παντού και θεωρούνται ινδάλματα.[ Ε, δεν είναι παρά ψυχικά ράκη.] Οι φίλοι μου όλοι πίνουν. Γιατί να μην πίνω κι εγώ; Ο γνωστός δημοσιογράφος δεν γράφει αν δεν κατεβάσει μισό μπουκάλι ουίσκυ, η διάσημη Χίλτον κυκλοφοράει με τα μπουκάλια στις μέσα τσέπες, όπου να πας τα βράδυα γίνεται της τρελής από τις σαμπάνιες. Στα καφενεία, στα τσιπουράδικα, στις μπυραρίες το αλκοόλ τρέχει ποτάμι. Τα ξέρω όλα αυτά. Όπως γνωρίζω και τι γίνεται γύρω μου. Παντού αλκοόλ, η εύκολη λύση των νέων για να ξεφύγουν από τον εαυτό τους και τον κόσμο, για να μην ασχοληθούν με τα προβλήματα. Περνάνε στους δρόμους με ένα μπουκάλι μπύρα ή ρετσίνα, αγόρια, κορίτσια ανεξέλεγκτα [ δε θυμάμαι την παλιά εποχή γυναίκες να πίνουν στο δρόμο αλλά και οι μπεκρήδες ήταν λίγοι τους ξέραμε με το μικρό όνομα τους. Τώρα ξεχύλησε γο κακό.] πίνουν, γίνονται κυνικοί, δυστυχισμένοι, χαμένοι στη σύγχιση.
Τώρα δεν πίνω και δεν καπνίζω. Είναι κάμποσος καιρός που βλέπω τα πράγματα καθαρά. Αυτά που δεν έβλεπα τότε. Οχι, δεν πέταξα μπουκάλια και πακέτα. Ούτε χρησιμοποίησα κανένα φάρμακο για να τα κόψω. Χρησιμοποίησα μονάχα τη δύναμη του εγκεφάλου. Του μυαλού. Αυτού που έχει ο άνθρωπος και δεν το χρησιμοποιεί σωστά.

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

ΟΙΔΊΠΟΥς ΕΠΊ- ΤΈΛΟΥΣ! ΑΝΈΒΑΣΕ ΤΗΝ ΠΈΤΡΑ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ

 


 
Το μέλλον στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Αν σκεφτούμε καλά είναι παράξενο που πιστεύουμε πως το μέλλον είναι κάτι που μπορεί να χαθεί. Πως μπορεί να χάσουμε κάτι που δεν υπάρχει. Προσπαθώ να συνδιάσω τη ματαιότητα της πράξης του Σίσυφου, δηλαδή το κουβάλημα της πέτρας και το ξανακύλισμα της. Δηλαδή, τι θα γινόταν αν ο Σίσυφος κατάφερνε τελικά να σταθεροποιήσει την πέτρα πάνω στην κορυφή του βουνού! Αυτός είναι ο στόχος του. Το θέμα είναι αν ο Σισυφος το ξέρει ή έστω το καταλαβαίνει πως ο στόχος του είναι ένα συνεχές ανύπαρκτο μέλλον, όπως ένας σύγχρονος άνθρωπος κάνει καθημερινά τα ίδια πράγματα: πηγαίνει στο γραφείο του, εργάζεται, προσπαθεί ν ανεβάσει τις μετοχές της επιχείρησης του, την οποία θα μεταβιβάσει στο μέλλον στα παιδιά του για να κάνουν και εκείνα την ίδια προσπάθεια. Είναι δηλαδή μια διαρκής επανάληψη με απειρους στόχους που δεν μπορούν να δώσουν νόημα στη ζωή του ανθρώπου. Του ανθρώπου που βάζει στόχο το ακατόρθωτο, αυτό αποδεικνύει ο μύθος του Σίσυφου.
Υποθέτουμε πως το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι να έχουμε κάτι.Σε ορισμένες περιπτώσεις, στην Αμερικάνικη Δύση του δέκατου ένατου αιώνα, υπόσχονταν στους έποικους ότι θα είχαν τόση έκταση γης όση μπορούσαν να καλύψουν με το άλογο σε μια ημέρα! Αυτή η διαδικασία λεγόταν "αρπαγή γης", μας πληροφορεί ο Mark Rowlands.
Φαντάζεσθε ήδη και γνωρίζετε τι επακολούθησε. Μπορούμε ν αρπάξουμε ό,τι είναι πιο σημαντικό στη ζωή-το νόημα της ζωής. Ολή μας η ζωή είναι η αρπαγή γης που μοιάζει με το κουβάλημα της πέτρας του Σίσυφου.
Απο τη σειρά ΔΟΚΙΜΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ του Κώστα Πλιάτσικα

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

 

 


ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΕΥΜΈΝΩΝ
 
 
Νόμιζα πως ήταν πρωί
αλλά ήτανε βράδυ
έπειτα όμως, ήρθες εσύ
και γίναμε ένα με το σκοτάδι
Σου είπα σ αγαπάω πολύ
αλλά εσύ είπες, πάθος!
κι έφευγες σαν πουλί
με τρένο που το λεγαν λάθος
Νόμιζα πως ήταν πρωί
αλλά ήτανε βράδυ
[από τα μικρά ποιήματα μου]
 

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

ΜΕΓΑΛΟΘΥΜΊΑ

 


 

ΠΡΟΣΌΝΤΑ ΕΝΟς ΔΊΚΑΙΟΥ ΆΝΤΡΑ.
Ελεύθερος, απολιτικοποιημένος, ανήσυχο πνεύμα, χωρίς παράλογες συμπεριφορές.
Δύσκολες ιδιότητες, σπάνια προτερήματα: γενναίος, δίκαιος στην όψη και την τομή του λόγου. Μεγάλα ψυχικά χαρίσματα, ανιδιοτέλεια. Εκτίμηση της φιλίας, τιμή και σεβασμός στη γυναίκα.
Αλτρουιστική συμπεριφορά, μεγαλοθυμία, σκληρότητα αποφάσεων, ενίοτε διπλωμάτης, πράγμα δύσκολο για τον χαρακτήρα του. Υποστηρικτής των αδυνάτων, όχι φιλάνθρωπος με την ψεύτικη ετικέτα του καπιταλισμού.
Ηδονισμός, χαμόγελο νεότητος, ακραιφνής, ρηξικέλευθος, ειρωνικός με τους απέναντι ευρισκόμενους που χλευάζουν. Η επανάσταση του είναι διαρκής και η γεναιοδωρία μαζί με την απλοχεριά, σπάνια προτερήματα. Συνεπής, άρχοντας.
Ευελιξία, αθλητισμός με προσοχή στο σώμα και στο πνεύμα.
Υπάρχει κανείς;
Θα εκμηδενίσω τη φιλοσοφία, να σκεφτόμαστε όπως χτες.
Ε, τώρα! μου επιτρέπεις να πω πως λες βλακείες! ποιον απλό κόσμο βρε; σου είπε κανείς ότι εγώ είμαι ο απλός κόσμος; ίσα-ίσα το αντίθετο. Μιλάνε μια ξένη γλώσσα προς εσένα και είναι φυσικό. Θα γελάσουν με τις θέσεις σου και θα πουν άσε το παιδί έχει δίκιο. Μην τρομάζεις, απλά δεν τα διδάχτηκες. Δεν ξέρεις τι είναι ο Μπέρκλει, δεν μελέτησες τις βασικές αρχές της φιλοσοφίας του Πούλιτζερ, δεν στάθηκες στον Έκο,δεν διάβασες και προσπαθείς μόνος σου επειδή άκουσες πέντε αρχαιοελληνικά ονόματα να βγάλεις συμπεράσματα. Όταν δεν έχουμε μελετήσει νομίζουμε πως ο κόσμος είναι αυτός που λέμε εμείς. Δυστυχώς ο κόσμος της επιστήμης και της φιλοσοφίας, η μελέτη, όλων όσων είπαν αυτοί, είναι απαραίτητη για να μπορέσεις να εξάγεις καινούργια συμπεράσματα.
Με τους νικητές ή με τους ηττημένους;
Το ερώτημα είναι τι πρέπει να κάνεις ή τι θέλεις. Κάνεις ότι θέλεις ή ότι πρέπει;
Καμιά φορά, δε θέλω τίποτα. Και τότε είμαι ελεύθερος.
Τα δέντρα μεγαλώνουν μόνα τους. Τα παιδιά μας όχι.
Να μια αδικία απαρχής.
Ακούστε μάγκες, σ αυτή τη ζωή όση ποίηση και να γράφεις, άμα δεν έχεις τύχη θα τρως κάθε μέρα μακαρόνια αστέγνωτα.
Ε, ναι, είναι αδιαμφισβήτητο, μετά την πτώση της αρχαίας Ελλάδας στους Ρωμαίους ουδένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος υπήρξε. Πάντα υπό τις επιρροές των μεγάλων δυνάμεων. Δυστυχώς. [Εν τέλει, κάποιες μικρές εκλάμψεις, βεβαίως υπήρξαν.]
Αν καμιά φορά φοβάσαι τον θάνατο, ή τους ανθρώπους, μάθε πως οι δεύτεροι είναι χειρότεροι.
Ας σκεφτούμε καλύτερα. [Δε θα μιλήσω γι αυτούς που δεν ξεπέρασαν ποτέ τον εαυτό τους.] Είμαι ακαταλαβίστικος, είπαν οι πολλοί. Και κερδίζει πάντα η πλειοψηφία.Σε έναν κόσμο τρελό, καλά είναι και ένας μόνος του.
Έχω μια απορία, από τις πολλές: αυτοί που κάνουν τατουάζ σ όλο τους το κορμί πως νιώθουν; Εμένα μου φαίνεται αρρωστημένο, δεν μπορώ να τους καταλάβω, διάσημους και μη. Δηλαδή με την πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου ή και αντίθετα άντρα, που έχει στιγματίσει έτσι το κορμί του, την ύπαρξη του, πως να κάνεις σεξ;
Είναι ομοφυλόφιλος ο Ροζ Πάνθηρας;
 

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

ΆΝΟΙΞΗ

 Αχ χελιδόνι μου μη φεύγεις μακριά...Άνοιξη....θυμάμαι.


Κάτι από λίγο ή πολύ είναι η Άνοιξη; όμορφη γυναίκα που διαβαίνει γρήγορα με λινό φόρεμα που σείεται στο απαλό αέρι.
Χωρίς χελιδόνια δεν έρχεται η Άνοιξη και κατ εξοχήν μήνας του έαρος ο Μάιος  και ο ωραίος έρωτας σαν αγόρι κι αυτός διαβαίνει σγουρόξανθος. Αχ! αν δεν είναι έρωτας η Άνοιξη τι είναι έρωτας; κορίτσια κι αγόρια ξεχυθείτε ανάμεσα από στάχυα και ανθισμένες κουμαριές. [αλλά που να τις βρείτε!]
Ας παραδεχτούμε την δόξα της Άνοιξης!
 

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Η ΤΈΧΝΗ

 


 

ΣΚΟΤΕΙΝΌ ΦΙΛΊ
Ζωή δίχως κίνητρο πως να τη ζήσεις;
μαρτυρώντας ψεύτικα λόγια;
η τέχνη δε με σώζει, η γνώση,
οι λέξεις έχουν κάποια εύνοια
πηγαίνω προς μια ολοσχερή καταδίκη
αλλά για να μη φοβίζεις τους γύρω σου
λες πως είσαι αισιόδοξος
[για να μη γίνεσαι γελοιοδέστατος
των καταστάσεων]
Ζωή χωρίς αξίες πως να τη ζήσεις;
Δίχως ντροπή έχτισαν γύρω μου τείχη
κάτι μου θυμίζει αυτό ποιητή
το σκοτεινό φιλί μιας μάταιας Αλεξάνδρειας
πρέπει να πω τα πράγματα με τ όνομα τους;
Τα όρια της τέχνης
Κάποιοι πλούσιοι βάζουνε σύνορα
-μπορεί να έχουν δίκιο, δικό τους το χωράφι γη
-δε λες τίποτε σπουδαίο τα είπαν άλλοι
και τους έκαψαν στην πυρά
φοβάσαι όμως να κλάψεις μη σε πουν δειλό οι αφέντες
το σκοτεινό φιλί μιας ανόητης παράστασης
είναι η ζωή σου ποιητή
κότινος που δεν σου αξίζει γι αυτό
βγες έξω! να μην υπάρχεις στη συνωμοσία τους
Αυτός ο κόσμος είναι δικός τους
μαχαίρι και φωτιά σε μια λέξη: ελευθερία!
Κανένας φτωχός δε θα επιβιώσει
τα μέτρα ενός κόσμου μεθυσμένου
Αυτός είναι ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας
Κι αυτό κάτι μου θυμίζει ποιητή του Νόμπελ
πικρά κλαίει ο Ρωμιός την βλάσφημη ιστορία του
Σκαρίμπα το θείο τραγί
πως να μην κλάψεις για έναν λαό τόσο χαμένο;
Λαός είναι όλοι οι άνθρωποι της γης
μαύροι, άσπροι, κίτρινοι, ιντιανς
μα δεν αρκεί γιατί αφέντες είναι οι λευκοί
ζωή χωρίς ιδανικά πως να τη ζήσεις;
σκοτεινό φιλί.

 

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΌΣ ΚΌΣΜΟΣ

 

 


Ο ήλιος δεν είχε πάντα το ίδιο χρώμα αλλά ποιο είναι το χρώμα του ήλιου;
-Είναι κίτρινο είπε με σαφήνεια ο Φάνης. Δεν το βλέπεις; να κοίτα εκεί στο κέντρο και γύρω - γύρω τις ακτίνες. Ο Άντον δεν έβλεπε.
Παρατηρούσε τον Φάνη που πήγαινε μια ευθεία και μια προσπαθούσε να ορίζει το πεζοδρόμιο.
Μια άγνωστη γυναίκα ερχόταν από απέναντι, ο Φάνης της πρότεινε το χέρι για χειραψία γελώντας.
-Γεια σου, της είπε, που πηγαίνεις από εδώ;
Η γυναίκα ξαφνιασμένη έκανε να τον προσπεράσει.
--Είσαι όμορφη! Στάσου! την κοίταζε ή προσπαθούσε να συναντήσει τα μάτια της.
-Ευχαριστώ, είπε αλλά δεν έχω χρόνο με περιμένει ο άντρας μου, είπε Φιλάρεσκα που ο Φάνης της είχε πιάσει το χέρι.
Ωστόσο ένας άλλος τύπος σαν τον Γολιάθ πλησίαζε. Δε του άρεσε να χρησιμοποιεί ήρωες από τους Εβραϊκούς μύθους αλλά τι να κανε; Ας πούμε πως ήταν ένας κύκλωπας, όχι ο Πολύφημος αλλά ο αδερφός του ο Αργίας. Όρμησε ανάμεσα τους και αφού αγριοκοιτάχτηκαν με τον Φάνη, έγιναν μαλλιά κουβάρια στη μέση του δρόμου, ενώ πλήθος κόσμου έκανε κύκλο γύρω τους, φωνάζοντας συνθήματα υπέρ του ενός ή του άλλου. Ο Φάνης πάντως κάποια στιγμή κατάφερε ένα άσχημο κτύπημα στο πρόσωπο του άλλου που γέμισε αίματα και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει το χρώμα του ήλιου. Ωστόσο.
Ο Άντον ήθελε να γκρεμίσει έναν ναό και δεν ήξερε πότε κι αν θα το έκανε ποτέ. Δεν πρόλαβε να κάνει κάτι για να σταματήσει το επεισόδιο, δεκάδες αστυνομικοί κατέφτασαν άμεσα, συνέλαβαν τους δυο διαπλεκόμενους και τους έχωσαν στην κλούβα. Καθώς αποχωρούσαν απ το πεδίο των ματιών του, πρόλαβε, αυτό το πρόλαβε να δει την απορημένη φάτσα του Φάνη να τον κοιτάζει παρακλητικά σα να του λεγε, μη μ αφήνεις μόνο μ αυτούς εδώ!
Σκέφτηκε τι μπορούσε να κάνει για να μη τον αφήσει να κατέβει στον Άδη, ούτε να συναντήσει τον Ορφέα και την Ευρυδίκη, άλλωστε αυτοί αν υπήρξαν ήταν νεκροί από αιώνες και ο Άντον δεν αγαπούσε τίποτε απ τους νεκρούς κι έλεγε συχνά πως οι πεθαμένοι έπρεπε να είναι με τους πεθαμένους και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, μια στέρεα φιλοσοφία αλλά δεν ήξερε αν ήθελε κι αν μπορούσε να κάνει κάτι για τον Φάνη. Δεν μπορούσε να ξεκαθαρίσει τα αισθήματα του απέναντι σ αυτόν, αν ήταν φίλος ή εχθρός με την άποψη για το δεύτερο, πως με την ανοησία του μπορούσε να τον βλάψει. Δευτερογνωμία του, ήταν πως ο Σωκράτης δεν συμπαθούσε τους ανόητους, περισσότερο δε ο Πλάτων και άρα αν ήθελε να γίνει σοφός έπρεπε ν ακολουθήσει τους μεγάλους μύστες και να μην έχει πολλά πάρε-δώσε μ αυτούς.
-Άντον θέλεις να γίνεις σοφός; ρώτησε αργότερα στο καφέ, η Μπέρμον.
-Και ποιος δε θα το ήθελε; απάντησε μελαγχολικά.
-Εγώ δε θέλω να γίνω σοφή, γουστάρω μια απλή ζωή. Έναν άντρα, δυο παιδάκια, ένα σπίτι.
Ο Άντον σκεφτόταν τι έπρεπε να κάνει με τον Φάνη.
-Φεύγω, είπε, πάω σε μια φυλακή κι οι άλλοι τον κοίταζαν περίεργα. Δεν ήξεραν τα γεγονότα.
Έφτασε στο αστυνομικό τμήμα που κρατούσαν αυτόφωρο τον Φάνη. Είχε πάρει μαζί του τον δικηγόρο Παπαμαλή, μεγαλοδικηγόρο των Αθηνών. Οι μεγαλοδικηγόροι ήταν κάτι σαν τους σοφιστές στην ΑΡΧΑΊΑ Αθήνα, με κεφαλαία το ΑΡΧΑΊΑ για να δείχνει ή να δεικνύει τη διαφορά μεγέθους. Ο Πρόδικος, ο Γοργίας, ο Τισίας, ακόμη και ο Λυσίας τέτοιοι ήταν αλλά μέγιστοι επειδή προήγαγαν την ρητορική σε ύψιστο σημείο και, φυσικά ο Άντον πίστευε ακράδαντα στην εκμάθηση του λόγου, της Γραμματικής, των λέξεων που όλα μαζί συμπύκνωναν την γνώση.

Δυό σελίδες από το καινούριο μου μυθιστόρημα Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΌΣ ΚΌΣΜΟΣ 

ΚΌΣΜΟς ΗΛΙΘΊΩΝ 2

 

 

Ακόμα και στην αναρχία υπάρχει ένα σχέδιο.
Ε

γώ δεν έχω σχέδιο απόδρασης από έναν κόσμο ηλιθίων.
 

 

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

ΥΠΌ - ΈΡΠΟΥΣΑ. [ ο Καβάφης, οι άλλοι και το άγαλμα]

 

Πραξιτέλης Τζανουλίνος, δεν τον ήξερα, τον έμαθα από τον Καβάφη του. Δεν έχω δει το άγαλμα από κοντά, θα πάω μια μέρα, ένα βραδάκι μάλλον, το ημίφως άρεσε στον ποιητή, δεν αγαπούσε το πολύ φως, φοβόταν την καταρρέουσα νεότητα και το νεανικό σφρίγος που χανόταν με το πέρασμα του χρόνου.
Ο Καβάφης δεν ήταν λαϊκός ποιητής ούτε λαϊκός τύπος. Του άρεσε η φρικτή πολυτέλεια. Δεν ξέρω, βέβαια πόση "κολακεία" χρειάζεται να προσθέσουμε για το έργο του αλλά το ίδρυμα Ωνάση που χρηματοδότησε την αγαλματοποίηση και την παγκόσμια προβολή του, μέσω της αναγνωρισιμότητας της μορφής του ποιητή, σαφώς υποβόσκει μια περιρρέουσα εκμετάλλευση. Μαζί με τον βασιλικό, ποτίζεται κι η γλάστρα. Δεν έχω τίποτε εναντίον αυτών των ιδρυμάτων, αλλά έχω! Πίσω και μέσα από κάθε ίδρυμα υφέρπει λίγδα, εκλεκτισμός, κερδοφορία, φυσικά για τους ανθρώπους που κρύβονται πίσω από κάθε ίδρυμα.
Ο Τζανουλίνος είπε πως ποτέ δεν περίμενε τέτοια υποδοχή για το έργο του αυτό, στα 70 του χρόνια και συμπλήρωσε πως "μας πήρε ο Καβάφης στην πλάτη του". 
Συμπεριέλαβα τον Καβάφη στη σειρά ΠΟΊΗΣΗ ΚΑΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΉ δείτε την ανάλογη φωτογραφία ουσιαστικά επειδή μ αρέσει παιδιόθεν η ποίηση του απλά διαφωνώ με την πολτοποίηση του.  



Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

ΔΕ ΧΡΩΣΤΏ ΣΕ ΚΑΝΈΝΑΝ

 

 


Εκτιμώ τους ανθρώπους που έχουν έξυπνο χιούμορ, που γελάνε. Μ αρέσουν γιατί κι εγώ γελάω- δεν μπορώ τα κατεβασμένα μούτρα, τη σοβαροφάνεια, ψεύτικη ή όχι. Να, αυτός ο φίλος μου ο Τάκης είναι απίστευτος. Το απόγευμα σε μικρή κουβέντα που κάναμε για τις γυναίκες, λέει στον μπατίρη κι ανέραστο της παρέας: Άιντε ρε που έχεις να δεις μπούτι από τότε που έφαγες κοτόπουλο!
Έχετε πετάξει ποτέ κάτι στα σκουπίδια και μετά να το ψάχνετε; εγώ είχα πετάξει το μυαλό μου
Μέχρι χτες νόμιζα πως χρωστώ κάτι στην τέχνη και το ζην. Σήμερα αποφάσισα πως δε χρωστάω σε κανέναν.
Ένας σκύλος τραγανούσε μια βόμπα έξω απ το σπίτι μου.
Μια γυναίκα τον κοίταζε.
Εγώ κοίταζα τη γυναίκα. Ήταν κι αυτή μια βόμπα.
Τι είναι η πυγή; δε βαριέσαι γιατί να μη σκοτώσουμε κι εμείς. Κι έπειτα το ύδωρ ήταν ελεύθερο. Δεν ξέρω τι κατασκεύασαν οι άνθρωποι με την ελεύθερη ερμηνεία. Τι ακριβώς επιζητούσαν, πηγαίνοντας στο φεγγάρι.
Το ζήσε και μη ερεύνα που κολλάει εδώ; Θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τη ζωή, αλλιώς θα πάμε να ξαπλώσουμε πάνω από έναν φρεσκοφτιαγμένο, μαρμάρινο τάφο περιμένοντας πως κάποτε σίγουρα θα πεθάνουμε.
Εμένα αυτά τα ο κορυφαίος έλληνας, σκηνοθέτης, ποιητής, ζωγράφος, χορεύτρια, συγγραφέας πολύ με συγκινούν. Δεν ξέρω τι να κάνω μόλις μου λένε πως ο Ταχτσής ήταν κορυφαίος συγγραφεύς επειδή έγραψε αυτή τη μπούρδα το Τρίτο στεφάν, ή αυτή την Ιορδανίδου με τη Λωξάντρα που θέλουν να τη συγκρίνουν με τον Καζαντζάκη. Για σήμερα κορυφαίος είναι κάποιος Λεφτέρης.
Τα πραγματικά μας κίνητρα είναι άσχημα. Τα κρύβουμε πίσω από πολλές μάσκες. Και αν κριθούμε εκ του αποτελέσματος μάλλον είμαστε ωραιοφανείς.
Μερικοί δε γελάνε ποτέ και μερικές είναι πολύ σοβαρές. [Εμένα μου αρέσουν οι ασόβαρες.]
 

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

ΠΑΝΔΗΜΊΑ ΤΕΧΝΗΤΉΣ ΝΟΗΜΟΣΎΝΗΣ

  

 




 

Το διαδίκτυο είναι μια πραγματική Βαβυλωνία. Ειδικότερα τώρα με την πανδημία της Τεχνητής Νοημοσύνης, συναντάς εκεί τους πάντες και τα πάντα.Αυτό που κάνει πραγματικά μεγάλη εντύπωση, είναι πως ανθρώπους που δεν τους ήξερε κανείς, χιλιάδες, εκατομμύρια τύποι, βγαίνουν στο γυαλί και διατυμπανίζουν τη θεωρία τους, περί τους παντός, με ύφος και χάρη, χιλίων καρδιναλίων. Για την θρησκεία, τους πολέμους, τους ήρωες, τις μεγάλες μάχες, τους φιλόσοφους, μιλούν με έναν τρόπο που θέλει να σε πείσει πως αυτοί είναι οι μοναδικοί γνώστες, κάτι σαν σωτήρες, σαν μεσίες, σαν προφήτες, που θέλουν να προστατέψουν το ανθρώπινο γένος! Κάθισα περίπου τρεις-τέσσερις ώρες συνεχόμενες στο τικ-τοκ και έπαθα σοκ! Οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί η πιο νοσηρή φαντασία, ο πιο νοσηρός νους αλλά και ο πιο ευφυής, υπάρχει εκεί μέσα. Κοντοί, χοντροί, άσχημες, και ωραίοι, αμαθείς, γιατροφιλόσοφοι, άθεοι και ένθεοι, παπάδες, απατεώνες, γυναίκες που συμβουλεύουν για πίπες, για παγκόσμιες κριτικές. Όλοι αυτοί παρουσιάζονται σαν δάσκαλοι, κουνάνε τον δείχτη, υποδεικνύουν το καλό, αναλύουν με σοφία όλα τα Ιστορικά γεγονότα, μιλάνε με τσιτάτα, συμβουλεύουν και βρίζουν.
Πριν απ αυτή την σύγχρονη Βαβυλωνία, δεν ήξερα πως υπάρχουν τόσοι σοφοί άνθρωποι, νέοι, γέροντες, μικρά παιδιά, ιέρειες. Τρομερό! παθαίνεις την πλάκα σου και λες που υπήρχαν κρυμμένοι  όλοι αυτοί; πως αποκτήσανε ξαφνικά τόση γνώση; εγώ ήθελα να τα έλεγαν αυτά πριν την εμφάνιση της ΑΙ, θα εμφανιζόταν κανείς να παπαγαλίζει αυτά που αντιγράφουν τώρα μέσω της τεχνητής νοημοσύνης; για να κάνεις κτήμα σου τη γνώση, χρειάζεται μελέτη ζωής. Έτσι, λοιπόν αυτοί που εμφανίζονται αντιγράφοντας την τεχνητή νοημοσύνη, απλά είναι ανόητοι συμβουλάτορες, κάθε καρυδιάς καρύδι που σε συμβουλεύει τι θα φας, αν πρέπει να πιεις, πως θα γαμήσεις. 

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

ΤΈΛΟΣ ΠΆΝΤΩΝ

 


 

Υπάρχουν μερικά πράγματα που μου αρέσουν αλλά δεν μπορώ να είμαι πάντα συνεπής – αν και αυτό έρχεται αντίθετο προς τις πεποιθήσεις μου. Ένα από αυτά είναι η καθαριότητα. Ααα, δε μου αρέσει ο βρώμικος κόσμος-για τις βρώμικες γυναίκες με την άλλη άποψη δεν θα έλεγα όχι-αλλά η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά όπως και να το κάνουμε.
Τέλος πάντων, είχα μια φίλη εκείνο τον καιρό που δε στεκόταν σε χλωρό κλαρί. Μόλις έμπαινε στο σπίτι μας, μέναμε τότε κάπου στις παρυφές του Λυκαβηττού, άρχιζε να συγυρίζει. Τίναζε τα μαξιλάρια από τον καναπέ του σαλονιού, άδειαζε συνέχεια τα τασάκια, πήγαινε στην κουζίνα έπλενε ότι έβρισκε μπροστά της, επέστρεφε στο σαλόνι ήρεμη λες και δε συνέβαινε τίποτε. Εμείς την παρατηρούσαμε σιωπηλοί, η γυναίκα μου την παρότρυνε συχνά να συνεχίζει το έργο της, μια και είχε μπουχτίσει μέρα- νύχτα με τη φασίνα και το σφουγγαρόπανο στο χέρι. Αχ, μου έλεγε, κάνε και συ κάτι όλα εγώ τα κάνω εδώ μέσα. Να σφουγγαρίζω, να πλένω, να μαγειρεύω, να στρώνω να ξεστρώνω κρεββάτια, τι είμαι εγώ; Δούλα σας είμαι; Και κοίταζε εμένα και τα παιδιά μας.
Εγώ έξυνα τα αφτί μου αμήχανος αλλά μια και δεν ήθελα να δίνω συνέχεια σε τέτοιες κουβέντες που δε με συνέφερναν, προσπαθούσα ν αλλάζω κουβέντα ή την αγκάλιαζα και της έλεγα πόσο σπουδαία νοικοκυρά ήταν. Βέβαια, εμένα η δουλειά μου είναι στρατιωτικός. Μια ζωή εκεί μέσα μόνο διέταζα. Έτσι και στο σπίτι μου; Όλοι ήταν υποχρεωμένοι ν υπακούουν και περισσότερο η γυναίκα μου που την είχα παντρευτεί για να κάνουμε παιδιά και να κοικοκυρεύει. Τώρα, αν τη βόλευε που η Αθηνά έτυχε να έχει αυτό το κουσούρι με την καθαριότητα, εμένα ποσώς με ενδιέφερε. Εκείνο που με ενδιέφερε ήταν να είναι το σπίτι μας καθαρό. Ποιος θα έκανε τη δουλειά, καρφάκι δε μου καιγόταν.
Η Αθηνά ερχόταν συχνά-πυκνά και άρχιζε όσες ώρες και να έμενε στο σπίτι μας να μην αφήνει τζάμι για τζάμι ακαθάριστο. Άχνιζε μάλιστα με το στόμα της κι ύστερα σφούγγιε με το χαρτί. Χου! Χου! Έκανε κι έσκυβε κάτω από τις καρέκλες μήπως ανακαλύψει κανένα σκουπιδάκι, καμιά σκονούλα. Σχεδόν έγλειφε το μωσαικό, τα πλακάκια, ξεσκόνιζε τα κομό, ανέβαινε πάνω στην καρέκλα να δει μήπως πάνω από τις πόρτες υπήρχε σκόνη, έψαχνε στα πιο περίεργα μέρη κι όταν ανακάλυπτε μια βρωμιά, κοίταζε επιτιμητικά τη φίλη της κι εμένα. Μμμ..ού! έκανε και στρωνόταν στη δουλειά.
Εγώ την παρατηρούσα, δεν ήταν άσχημη, ίσα-ίσα, ψηλή, ωραίο σώμα, νέα γυναίκα, σφριγηλή. Δεν έλεγε πολλά πράγματα, θέλω να πω κουβέντες αλλά απ ότι είχα καταλάβει μόνο με τη γυναίκα μου συζητούσε πολύ όταν εγώ έλειπα.
Μια μέρα που γύρισα ξαφνικά από την υπηρεσία μου, κουρασμένος καθώς ήμουν από μια ολονύχτια άσκηση, σκεφτόμουν πότε να φτάσω στο σπίτι και να ξαπλώσω στον καναπέ, άνοιξα την πόρτα και την είδα γυμνή στο μισάνοιχτο παράθυρο. Δεν με πήρε είδηση που είχα μπει και συνέχιζε να κοιτάζει έξω καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Ρουφούσε ηδονικά τον καπνό και τον φυσούσε έξω. Το γαλάζιο, θολό του καπνού, τύλιγε το κατάλευκο κορμί της. Πιο λευκό γυναικείο κορμί δεν είχα ξαναδεί! Κατάλευκο σαν αρχαίας ιέρειας που δεν την είχε δει ποτέ ο ήλιος.
Δεν έκαμα καμιά κίνηση, έμεινα εκεί να την κοιτάζω.
-Η γυναίκα σου πήγε για ψώνια, μίλησε χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει.
Ώστε έτσι! Με είχε αντιληφτεί κι εγώ νόμιζα αλλιώτικα.
Έκλεισα την πόρτα πίσω μου μη ξέροντας τι να πω και τι να κάμω. Ωστόσο, η Αθηνά γύρισε προς το μέρος μου αποκαλύπτοντας το φουσκωτό εφηβαίο της. Σα να το πρότεινε, με τις κατσαρές, κατακάθαρες τρίχες να τρέχουν μέχρι την κοιλιά της. Ύστερα, φόρεσε την κυλότα της, αργά-αργά. Τύλιξε το σουτιέν, έκρυψε τα στήθη, φόρεσε τα υπόλοιτα και το τζιν παντελόνι της.
Ακόμα θυμάμαι το θόρυβο που έκανε το κλείσιμο του φερμουάρ που έκρυβε πίσω του το άσπρο της κυλότας της
 

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΆ ΤΟΥ ΜΆΗ.

 



 


ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ ΓΙΑ ΕΥΠΛΑΣΤΟΥΣ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΥΣ
 
Τα σου΄πα μου΄πες μη μου λες
Εμεις τελειώσαμε εχτές
Μη μου τ΄αρνιέσαι
Σε άλλους φίλους που θα πας
Πάψε να πίνεις και να κλαις
Μη μου τ άρνιέσαι
Του Μάη ήταν μια βραδυά
έκλαιγαν όλα τα πουλιά
που έφυγες για πάντα.
Εγώ θα μείνω στη βροχή
μια ώρα δρόμο μακρινή
που να σ βρω απάντα
 

ΔΙΑΒΑ'ΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΈΝΑΝΤΙ

    Η ΤΥΧΕΡΗ ΜΟΥ ΜΕΡΑ. Κατέβαινα την Ιπποκράτους χτες το πρωί και κάτι, όταν στη διασταύρωση με την Σόλωνος, διαβαίνοντας απέναντι, πήρε τον...