Αχ χελιδόνι μου μη φεύγεις μακριά...Άνοιξη....θυμάμαι.
Κάτι από λίγο ή πολύ είναι η Άνοιξη; όμορφη γυναίκα που διαβαίνει γρήγορα με λινό φόρεμα που σείεται στο απαλό αέρι.
Χωρίς
χελιδόνια δεν έρχεται η Άνοιξη και κατ εξοχήν μήνας του έαρος ο Μάιος
και ο ωραίος έρωτας σαν αγόρι κι αυτός διαβαίνει σγουρόξανθος. Αχ! αν
δεν είναι έρωτας η Άνοιξη τι είναι έρωτας; κορίτσια κι αγόρια ξεχυθείτε
ανάμεσα από στάχυα και ανθισμένες κουμαριές. [αλλά που να τις βρείτε!]
Ας παραδεχτούμε την δόξα της Άνοιξης!
Ο ήλιος δεν είχε πάντα το ίδιο χρώμα αλλά ποιο είναι το χρώμα του ήλιου;
-Είναι κίτρινο είπε με σαφήνεια ο Φάνης. Δεν το βλέπεις; να κοίτα εκεί στο κέντρο και γύρω - γύρω τις ακτίνες. Ο Άντον δεν έβλεπε.
Παρατηρούσε τον Φάνη που πήγαινε μια ευθεία και μια προσπαθούσε να ορίζει το πεζοδρόμιο.
Μια άγνωστη γυναίκα ερχόταν από απέναντι, ο Φάνης της πρότεινε το χέρι για χειραψία γελώντας.
-Γεια σου, της είπε, που πηγαίνεις από εδώ;
Η γυναίκα ξαφνιασμένη έκανε να τον προσπεράσει.
--Είσαι όμορφη! Στάσου! την κοίταζε ή προσπαθούσε να συναντήσει τα μάτια της.
-Ευχαριστώ, είπε αλλά δεν έχω χρόνο με περιμένει ο άντρας μου, είπε Φιλάρεσκα που ο Φάνης της είχε πιάσει το χέρι.
Ωστόσο ένας άλλος τύπος σαν τον Γολιάθ πλησίαζε. Δε του άρεσε να χρησιμοποιεί ήρωες από τους Εβραϊκούς μύθους αλλά τι να κανε; Ας πούμε πως ήταν ένας κύκλωπας, όχι ο Πολύφημος αλλά ο αδερφός του ο Αργίας. Όρμησε ανάμεσα τους και αφού αγριοκοιτάχτηκαν με τον Φάνη, έγιναν μαλλιά κουβάρια στη μέση του δρόμου, ενώ πλήθος κόσμου έκανε κύκλο γύρω τους, φωνάζοντας συνθήματα υπέρ του ενός ή του άλλου. Ο Φάνης πάντως κάποια στιγμή κατάφερε ένα άσχημο κτύπημα στο πρόσωπο του άλλου που γέμισε αίματα και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει το χρώμα του ήλιου. Ωστόσο.
Ο Άντον ήθελε να γκρεμίσει έναν ναό και δεν ήξερε πότε κι αν θα το έκανε ποτέ. Δεν πρόλαβε να κάνει κάτι για να σταματήσει το επεισόδιο, δεκάδες αστυνομικοί κατέφτασαν άμεσα, συνέλαβαν τους δυο διαπλεκόμενους και τους έχωσαν στην κλούβα. Καθώς αποχωρούσαν απ το πεδίο των ματιών του, πρόλαβε, αυτό το πρόλαβε να δει την απορημένη φάτσα του Φάνη να τον κοιτάζει παρακλητικά σα να του λεγε, μη μ αφήνεις μόνο μ αυτούς εδώ!
Σκέφτηκε τι μπορούσε να κάνει για να μη τον αφήσει να κατέβει στον Άδη, ούτε να συναντήσει τον Ορφέα και την Ευρυδίκη, άλλωστε αυτοί αν υπήρξαν ήταν νεκροί από αιώνες και ο Άντον δεν αγαπούσε τίποτε απ τους νεκρούς κι έλεγε συχνά πως οι πεθαμένοι έπρεπε να είναι με τους πεθαμένους και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, μια στέρεα φιλοσοφία αλλά δεν ήξερε αν ήθελε κι αν μπορούσε να κάνει κάτι για τον Φάνη. Δεν μπορούσε να ξεκαθαρίσει τα αισθήματα του απέναντι σ αυτόν, αν ήταν φίλος ή εχθρός με την άποψη για το δεύτερο, πως με την ανοησία του μπορούσε να τον βλάψει. Δευτερογνωμία του, ήταν πως ο Σωκράτης δεν συμπαθούσε τους ανόητους, περισσότερο δε ο Πλάτων και άρα αν ήθελε να γίνει σοφός έπρεπε ν ακολουθήσει τους μεγάλους μύστες και να μην έχει πολλά πάρε-δώσε μ αυτούς.
-Άντον θέλεις να γίνεις σοφός; ρώτησε αργότερα στο καφέ, η Μπέρμον.
-Και ποιος δε θα το ήθελε; απάντησε μελαγχολικά.
-Εγώ δε θέλω να γίνω σοφή, γουστάρω μια απλή ζωή. Έναν άντρα, δυο παιδάκια, ένα σπίτι.
Ο Άντον σκεφτόταν τι έπρεπε να κάνει με τον Φάνη.
-Φεύγω, είπε, πάω σε μια φυλακή κι οι άλλοι τον κοίταζαν περίεργα. Δεν ήξεραν τα γεγονότα.
Έφτασε στο αστυνομικό τμήμα που κρατούσαν αυτόφωρο τον Φάνη. Είχε πάρει μαζί του τον δικηγόρο Παπαμαλή, μεγαλοδικηγόρο των Αθηνών. Οι μεγαλοδικηγόροι ήταν κάτι σαν τους σοφιστές στην ΑΡΧΑΊΑ Αθήνα, με κεφαλαία το ΑΡΧΑΊΑ για να δείχνει ή να δεικνύει τη διαφορά μεγέθους. Ο Πρόδικος, ο Γοργίας, ο Τισίας, ακόμη και ο Λυσίας τέτοιοι ήταν αλλά μέγιστοι επειδή προήγαγαν την ρητορική σε ύψιστο σημείο και, φυσικά ο Άντον πίστευε ακράδαντα στην εκμάθηση του λόγου, της Γραμματικής, των λέξεων που όλα μαζί συμπύκνωναν την γνώση.
Δυό σελίδες από το καινούριο μου μυθιστόρημα Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΌΣ ΚΌΣΜΟΣ
Πραξιτέλης Τζανουλίνος, δεν τον ήξερα, τον έμαθα από τον Καβάφη του. Δεν έχω δει το άγαλμα από κοντά, θα πάω μια μέρα, ένα βραδάκι μάλλον, το ημίφως άρεσε στον ποιητή, δεν αγαπούσε το πολύ φως, φοβόταν την καταρρέουσα νεότητα και το νεανικό σφρίγος που χανόταν με το πέρασμα του χρόνου.
Το διαδίκτυο είναι μια πραγματική Βαβυλωνία. Ειδικότερα τώρα με την πανδημία της Τεχνητής Νοημοσύνης, συναντάς εκεί τους πάντες και τα πάντα.Αυτό που κάνει πραγματικά μεγάλη εντύπωση, είναι πως ανθρώπους που δεν τους ήξερε κανείς, χιλιάδες, εκατομμύρια τύποι, βγαίνουν στο γυαλί και διατυμπανίζουν τη θεωρία τους, περί τους παντός, με ύφος και χάρη, χιλίων καρδιναλίων. Για την θρησκεία, τους πολέμους, τους ήρωες, τις μεγάλες μάχες, τους φιλόσοφους, μιλούν με έναν τρόπο που θέλει να σε πείσει πως αυτοί είναι οι μοναδικοί γνώστες, κάτι σαν σωτήρες, σαν μεσίες, σαν προφήτες, που θέλουν να προστατέψουν το ανθρώπινο γένος! Κάθισα περίπου τρεις-τέσσερις ώρες συνεχόμενες στο τικ-τοκ και έπαθα σοκ! Οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί η πιο νοσηρή φαντασία, ο πιο νοσηρός νους αλλά και ο πιο ευφυής, υπάρχει εκεί μέσα. Κοντοί, χοντροί, άσχημες, και ωραίοι, αμαθείς, γιατροφιλόσοφοι, άθεοι και ένθεοι, παπάδες, απατεώνες, γυναίκες που συμβουλεύουν για πίπες, για παγκόσμιες κριτικές. Όλοι αυτοί παρουσιάζονται σαν δάσκαλοι, κουνάνε τον δείχτη, υποδεικνύουν το καλό, αναλύουν με σοφία όλα τα Ιστορικά γεγονότα, μιλάνε με τσιτάτα, συμβουλεύουν και βρίζουν.
Πριν απ αυτή την σύγχρονη Βαβυλωνία, δεν ήξερα πως υπάρχουν τόσοι σοφοί άνθρωποι, νέοι, γέροντες, μικρά παιδιά, ιέρειες. Τρομερό! παθαίνεις την πλάκα σου και λες που υπήρχαν κρυμμένοι όλοι αυτοί; πως αποκτήσανε ξαφνικά τόση γνώση; εγώ ήθελα να τα έλεγαν αυτά πριν την εμφάνιση της ΑΙ, θα εμφανιζόταν κανείς να παπαγαλίζει αυτά που αντιγράφουν τώρα μέσω της τεχνητής νοημοσύνης; για να κάνεις κτήμα σου τη γνώση, χρειάζεται μελέτη ζωής. Έτσι, λοιπόν αυτοί που εμφανίζονται αντιγράφοντας την τεχνητή νοημοσύνη, απλά είναι ανόητοι συμβουλάτορες, κάθε καρυδιάς καρύδι που σε συμβουλεύει τι θα φας, αν πρέπει να πιεις, πως θα γαμήσεις.
Κατέβηκα μια βόλτα στην πλατεία. Πλατεία Εξαρχείων. Ερημία. Τα μαγαζιά όλα κλειστά, μόνο ο Κάβουρας και ο Τούρκος ανοιχτά και στη Θεμιστοκλέους μια γκόμενα με το σκύλο αγκαλιά αργουλιάζουν. Δίπλα κάποιος Εβραίος; φωνάζει χίλιες φορές κύριε ελέησον καπνίζοντας μπάφο. Σκέφτομαι τι θα απογίνουν οι γνήσιοι Αθηναίοι όταν φύγουν μονομιάς από την πόλη όλοι οι βλάχοι.
Χωρίς μιζέρια, δίχως γκρίνια- ο κόσμος μας δεν είναι, σίγουρα, ο καλύτερος. Ο πλανήτης γη ίσως απ τα χειρότερα μέρη για να κατοικήσεις. Οι άνθρωποι ζώα που πιστεύουν σε διάφορους θεούς, κάτι ανόητοι χριστιανοί, μερικοί ακατανόητοι μουσλίμ, αρκετοί ινδουιστές. Οι κινέζοι μάλλον δεν ξέρω γιατί θεωρούνται έξυπνος λαός;;; Οι έλληνες και οι ρωμαίοι, βλέπετε επίτηδες αποφεύγω τα αρχικά κεφαλαία, και ουσιαστικά αυτοί οι κωλογερμανοί, γότθοι και σάξονες οι λεγόμενοι εγγλέζοι που μετεκόμισαν στην αμέρικα και που τελικά αντιπροσωπεύουν τον πλανήτη γη στο σύμπαν, αυτά τα ρεμάλια που σκοτώνονται αιώνια μεταξύ τους, αποτελούν τον φοβερό γήινο πολιτισμό. Και υπερηφανεύονται γι αυτό το δράμα. Οι δε πλούσιοι αυτά τα καθάρματα μιας ευνουχισμένης πολιτείας του Πλάτωνα, του Σωκράτη, του Τζον Λοκ, του ηλίθιου Νίτσε και του αντιερωτικού και θρήσκου Καζαντζάκη-συμπληρώστε όσους ακόμα διάσημους πιστεύετε πως έσωσαν τον κόσμο, από αινστάιν, γκετε,, τον δκό μας τον ρίτσο, δηλαδή αυτός ο ανθρώπινος πολιτισμός περίμενε δέκα χιλιάδες χρόνια προ και μετά χριστόν για να δώσει ελευθερία στους μαύρους σκλάβους, κάποιος αξιοθρήνητος λίνκολν. Κι έτσι για ποιο λόγο να ζει κανείς σ αυτόν τον αξιοθαύμαστον κατά τ άλλα πλανήτη; ξέρω πως θ απαντήσετε με πολλές αηδίες σ αυτά που υποστηρίζω αλλά δε με νοιάζει, δε με ενδιαφέρουν οι απόψεις σας, ένθεν και ένθεν, κακείθεν και τα λοιπά. Είμαι απλά εξοργισμένος μαζί σας, λυπημένος που παρ όλα όσα τραβήξατε ιστορικά, δεν βάλατε μυαλό: ο κόσμος της ζούγκλας κυβερνάει μέσα σας και έξω σας.
ΠΟΙΟΥΣ ΕΝΔΙΑΦΈΡΕΙ Η ΤΈΧΝΗ; Στην πραγματικότητα μόνο τους δημιουργούς κι αυτούς που ασχολούνται γύρω απ αυτήν για να οικονομήσουν. Από τους άλλους, τον πολύ κόσμο, ουσιαστικά ελάχιστους, μετρημένους στα δάχτυλα. Και η ζωγραφική ιδιαίτερα αυτή και η λογοτεχνία βρίσκονται σε τρομακτικά χαμηλό επίπεδο όσον αφορά τη στατιστική κι ας μιλήσω για τα Εξάρχεια όπου ζω τα τελευταία είκοσι χρόνια. Διατηρώ το εργαστήρι ανοιχτό, ο κόσμος που περνά έχει άμεση αντίληψη τι γίνεται, βλέπει τα έργα και τον ζωγράφο να εργάζεται ζωντανά, για να μην πω live και χάσω τον ειρμό της σκέψης μου, κι έτσι η επαφή μπορεί να είναι απόλυτα άμεση. Απ ότι έχω υπολογίσει περίπου 2% δείχνουν ενδιαφέρον! κι αυτοί ποικίλλουν όσον αφορά την κοινωνική τους τάξη. Και τα επαγγέλματα τους. Για ποια τέχνη να ενδιαφέρεται ο Μπάμπης ο ταξιτζής; ο Μανώλης ο χασάπης, ο ψιλικατζής, ο δικηγόρος, αυτοί οι δικηγόροι και οι γιατροί είναι οι πιο α-κουλτουρωτοι άνθρωποι! ο Γιάννης ο σεκιουριτάς, και η μανικιουρίστα, ο καφετζής που μου είπε πως έχει ν ανοίξει βιβλίο πενήντα! χρόνια, οπότε καταλαβαίνετε για ποιο ανώτερο βιοτικό μιλάμε, για ποιο μορφωτικό επίπεδο των Ελλήνων σε μια, υποτίθεται από τις πιο κουλτουριάρικες συνοικίες της Αθήνας. Οι άνθρωποι, βέβαια, δεν ξέρουν, δεν γνωρίζουν, και πως να τους ενδιαφέρει κάτι για το οποίο έχουν πλήρη άγνοια; στις λογοτεχνικές βραδιές, συνήθως παρίστανται κάποιοι φίλοι του παρουσιαζόμενου και στις εκθέσεις ζωγραφικές το ίδιο και το ίδιο κοινό, που χρόνια τώρα συναντάς σ αυτούς τους χώρους και ιδιαίτερα στις ομαδικές όπου οι παρουσιαζόμενοι ζωγράφοι και ζωγράφες, αλληλολιβανίζονται μεταξύ τους! μιλάω τώρα για το πλήθος των εκδηλώσεων και όχι για κάποιες λίγες που έχουν την τύχη και το χρήμα να διαφημίζονται μέσω του τύπου, της τηλεόρασης και του διαδικτύου κι ακόμα ένα ατού το όνομα του γκλαμουρίστα καλλιτέχνη, του ευνοούμενου από το κοινό. Χειρότεροι ακόμη είναι οι πολιτικοί που έχω συναντήσει εδώ γύρω. Αμόρφωτοι, ακαλλιέργητοι, άμουσοι, υπερφίαλοι, ξερόλες. Έτσι, λοιπόν, απομένουν μόνο οι φοιτητές, η νεολαία γενικότερα, που όμως και αυτοί μη νομίζετε πως έχουν καλύτερα αποτελέσματα. Στα ίδια επίπεδα κινούνται άιντε ν ανέβουν δυο-τρεις ποσοστιαίες μονάδες, τα δε νεότερα παιδιά του Γυμνασίου-Λυκείου, άστα να πάνε! δε γνωρίζουν τίποτε για τις τέχνες και μιλάω για τις κάπως πιο προβεβλημένες, ζωγραφική και Λογοτεχνία και ίσως, μόνο η μουσική έχεις ένα μεγάλο κοινό-μιλώντας βέβαια για την λαϊκή μουσική. Με αυτούς τους ανθρώπους δεν μπορείς να συζητήσεις τίποτε περί τέχνης, περί ιδιαίτερης ιστορίας και πολιτικής, όχι πολιτικολογίας σ αυτή ο Έλληνας είναι εξπέρ, όπως και για τον σινεμά, καθόλου το θέατρο και αν τους πεις κάτι για Λυρική σκηνή μόνο έμετο δεν κάνουν!
Από το Σύνταγμα πολύχρωμοι μαν δρόμοι που αγαπήσαμε με οργή στα σκαλιά καθόταν μια νέγρα κοπέλα έκλαιγε χιπ-χοπ ο νεαρός στο μάρμαρο μπρ...