Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΈΧΝΗ ΚΑΙ ΑΛΚΟΟΛ..3

 

 


ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΑΛΚΟΟΛ



Μύθος ή πραγματικότητα;


Ωμή αλήθεια: το αλκοόλ βλάφτει σοβαρά την υγεία.


Μια από τις μεγαλύτερες εξαρτήσεις του ανθρώπου. Χειρότερο από ναρκωτικά. Αργός αλλά σταθερός θάνατος.


Ένας από τους κυριότερους λόγους αποτυχίας στη ζωή.


Μύθος τα περί έμπνευσης στη ζωγραφική, στο γράψιμο. Εάν δεν είσαι νορμάλ, θα δημιουργήσεις

λάθη. Και ούτε τα μισά από όσα θα μπορούσες.

Το αλκοόλ φυραίνει το μυαλό.

Μπορώ να πω πως δεν έπινα από μικρός. Το κρασί η μπύρα, το
 ούζο μου προκαλούσαν αηδία μέχρι ακόμα και που πήγα φαντάρος.
 Όχι δεν έπινα. Το σιχαινόμουν το ποτό, έπινε ο πατέρας μου, γινόταν έρμαιο του ούζου, δεν ήταν αλκοολικός ήταν μέθυσος, μέχρι τα
 60 του. Ύστερα έκοψε ποτό και τσιγάρο κι έζησε ακόμα είκοσι 
χρόνια σαν "λογικός" άνθρωπος. Ντρεπόμουν για τα δυο μεγάλα μου αδέρφια που ήταν κι αυτοί μέθυσοι. Ο πρώτος κατάντησε αλκοολικός και πέθανε εξ αιτίας του πιοτού. Ντρέπομαι γιατί και οι περισσότεροι
 φίλοι μου είναι αλκοολικοί αλλά δεν το καταλαβαίνουν. Ε, τρία τέσσερα πέντε ουίσκι και μισό κιλό κρασί την ημέρα δεν πειράζουν, λένε αφελέστατα.
Μέχρι τα τριάντα μου κάπου εκεί, ζήτημα αν είχα πιει δέκα φορές και είχα μεθύσει δυο-τρεις. [ Αυτό με έχει σώσει, οι φίλοι μου που πίνανε από τα εφηβικά τους χρόνια έχουν πεθάνει. Κίρρωση του ήπατος. 
Το σύνηθες. Απαίσιος θάνατος] Από τα τριανταδυο, άρχισα να κουτσοπίνω. Δεν ξέρω πως, ε, αφού δε με πείραζε έλεγα, δε μεθούσα, δεν έκανα φασαρίες, δεν τσακωνόμουν, απλά με έπιανε σαν μια επιθυμία
 να ξεφεύγω λίγο με το ποτό και είναι αλήθεια πως αφού δεν έπινα 
κάθε μέρα ήταν κάπως υποφερτά τα πράγματα. Εργαζόμουν πάρα
 πολύ, δεκαπέντε ώρες την ημέρα, ήμουν νέος, δυνατός, αθλητικός. 
Τα χέρια μου, το μυαλό μου καθάριο αλλά σιγά σιγά γινόμουν κρυφοπότης. Έπαιρνα στο σπίτι διάφορα ποτά, έφτασα να πίνω ένα μπουκάλι κονιάκ μόνος μου. Κάπου εκεί άρχισα να καταλαβαίνω τον επηρεασμό του ποτού αλλά μια οι παρέες μια το ένα, μια το άλλο, 

έπινα κάθε μέρα. Τα βράδια κοιμόμουν μεθυσμένος κι όταν το πρωί πάθαινα κενά μνήμης τρόμαξα. Σταμάτησα να πίνω ένα χρόνο. 
Ύστερα πάλι τα ίδια, πίναμε το βράδυ με τους φίλους ότι βρίσκαμε μπροστά μας, βότκες, τεκίλες σφηνάκια, και σιγά-σιγά απ΄το πρωί
 πάλι τα ίδια. Δικαιολογία: για να ξεμεθύσεις από το βραδινό, το πρωί πρέπει να πιεις μια γουλιά από το ίδιο! Το κοβα μόνο όταν ήμουν άρρωστος και η πάλη με τι αλκοολικές ουσίες είχε αρχίσει να θεριεύει μέσα μου. Μην πίνεις Κώστα, έλεγα μην πίνεις. Όποιος πίνει 
καταστρέφει τη ζωή, θυμόμουν τα λόγια του Τ. Ουίλιαμς από τη Λυσσασμένη γάτα. Αλλά μετά από μια βδομάδα πάλι τα ίδια. Το ποτό δε με μεθούσε κι αυτό μπορεί να ήταν χειρότερο. Γιατί άμα μεθούσα ή γινόμουν όπως οι άλλοι θα το καταλάβαινα και δεν θα ανεχόμουν τον εαυτό μου. Ελα όμως που δε φαινόμουν ποτέ μεθυσμένος μέχρι τότε;
[ μεγαλώνοντας αλλάζουν τα πράγματα, λιγοστεύουν οι αντιστάσεις
 του εαυτού] όσο και να πινα, απλά μια ευθυμία, ένα κέφι που κι
 αυτό το κρυβα επιμελώς αλλά με έριχνε χαμηλά, μου διαστρέβλωνε
 την αισιοδοξία, τα βλεπα όλα μαύρα, ήμουν ντάουν και δεν 
μπορούσα να συνειδητοποιήσω πως έπρεπε να το κόψω. Έγραφα, ζωγράφιζα, έπινα, χώρισα πιωμένος μια υπέροχη κυρία, παντρεύτηκα μια άλλη που δεν έπρεπε, χώρισα και μ αυτήν όταν πια είχα καταστρέψει
 μια ντουζίνα λεφτά, μια καριέρα που διαφαινόταν περίλαμπρη, μια
 ζωή υπεύθυνη όπως μου άξιζε και αντ αυτού πήρα αγκαλιά τις 
μπουκάλες όλου του κόσμου. Έπινα-έπινα-έπινα, μέρα νύχτα μια εικοσαετία περίπου μέχρι τα πενήντα μου. Τις σπάνιες φορές που το
 κοβα καταλάβαινα πόσο κακό μου είχε κάνει. Έβλεπα άλλα πράγμα
τα, ένιωθα άλλα που δεν μπορούσα να τ αγγίξω πιωμένος. 
Ο αλκοολικός μόλις ξυπνήσει σκέφτεται που θα βρει να
 πιει, δεν έχει όρεξη για δουλειά, βιάζεται να πάει στον καφενέ, στο
 δρόμο, να βρει να πιει, γίνεται σαν τον ναρκομανή. Δεν μπορούσα
 πια να κοιμηθώ αν δεν είχα πιεί, το πρόσωπο μου είχε αρχίσει να κοκκινίζει, τα ωραία μου χαρακτηριστικά αλλοιώνονταν, 
τσακωνόμουν πιο εύκολα, εντάξει δεν ήμουν πολύ εριστικός αλλά πράγματα που θα μπορούσα να τ αποφεύγω εξ αιτίας του ποτού, 
δεν τα κατάφερνα. 
Έπειτα ένιωθα μια δυστυχία, μια ντροπή ας μην φαινόμουν 
μεθυσμένος-φτάνει που το ήξερα εγώ- πως δε θα μπορούσα ν αντιμετωπίσω τις καταστάσεις, ειδικά όταν είχα να κάνω με 
ξενέρωτους, όπως λέμε -κάκιστα- τους ανθρώπους που δεν αγγίζουν
 το αλκοόλ. ΄

Μεγάλη εντύπωση μου έκανε όταν διάβασα πως ο Ζαμπέτας δεν
 έβαζεσταγόνα αλκοόλ στο στόμα του όπως μεγάλη εντύπωση μου 
έκαναν οι πιωμένοι καλλιτέχνες και για όσους μάθαινα πως ήταν αλκοολικοί. Βαν Γκογκ,, Εντγκαρ Αλλαν Ποε, φρικτός θάνατος,
 Ρίτσαρντ Μπάρτον,
 Ερνεστ Χεμινγουέη, το αλκοόλ σε σπρώχνει στην αυτοκτονία κατα 
έναν περίεργο τρόπο. Μοντιλιάνι, Τζάκσον Πόλλοκ, Γουίτνευ 
Χιούστον και τόσοι άλλοι επώνυμοι και ανώνυμοι.

Ο αλκοολισμός είναι ένα μεγάλο πρόβλημα που παραμένει άγνωστο
 στον περισσότερο κόσμο.

Ο αλκοολισμός είναι η τρίτη αιτία θανάτων μετά τα τροχαία και τις ασθένειες.[ Κι εκτός αυτού πρέπει να είναι φοβερά επώδυνος θάνατος.]

Αν έχεις ανάγκη να πιεις ένα ποτό την ημέρα είσαι δυνητικός 
αλκοολικός

Όλα αυτά τα ήξερα, τα γνώριζα. Αλκοολικοί καλλιτέχνες 
προβάλλονται παντού και θεωρούνται ινδάλματα.[ Ε, δεν είναι παρά ψυχικά ράκη.] Οι φίλοι μου όλοι πίνουν. Γιατί να μην πίνω κι εγώ; Ο γνωστός δημοσιογράφος δεν γράφει αν δεν κατεβάσει μισό μπουκάλι ουίσκι, η διάσημη Χίλτον κυκλοφοράει με τα μπουκάλια στις μέσα
 τσέπες, όπου να πας τα βράδια γίνεται της τρελής από τις σαμπάνιες. Στα καφενεία, στα τσιπουράδικα, στις μπυραρίες το
  αλκοόλ τρέχει 
ποτάμι. Τα ξέρω όλα αυτά. Όπως γνωρίζω και τι γίνεται γύρω μου.
 Παντού αλκοόλ, η εύκολη λύση των νέων για να ξεφύγουν από τον
 εαυτό τους και τον κόσμο, για να μην ασχοληθούν με τα προβλήματα. Περνάνε στους δρόμους με ένα μπουκάλι μπύρα ή ρετσίνα, αγόρια, κορίτσια ανεξέλεγκτα [ δε θυμάμαι την παλιά εποχή γυναίκες να 
πίνουν στο δρόμο αλλά και οι μπεκρήδες ήταν λίγοι τους ξέραμε με 
το μικρό όνομα τους. Τώρα ξεχείλισε γο κακό.] πίνουν, γίνονται 
κυνικοί, δυστυχισμένοι, χαμένοι στη σύγχυση.

Τώρα δεν πίνω και δεν καπνίζω. Είναι κάμποσος καιρός που βλέπω 
τα πράγματα καθαρά. Αυτά που δεν έβλεπα τότε. Όχι, δεν πέταξα 
μπουκάλια και πακέτα. Ούτε χρησιμοποίησα κανένα φάρμακο για να
 τα κόψω. Χρησιμοποίησα μονάχα τη δύναμη του εγκεφάλου. Του
 μυαλού. Αυτού που έχει ο άνθρωπος και δεν το χρησιμοποιεί σωστά.












Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΉΓΕ ΝΑ ΒΡΈΞΕΙ ΑΛΛΆ ΦΕΥ

 


 

Λοιπόν... στα Εξάρχεια μας έχουν ρημάξει οι κώνωπες. Πήγε να βρέξει αλλά φευ! αλλού τα κακαρίσματα και τα λοιπά. Δε μας σώζουν ούτε τα φιδάκια. Υγρασία στο έπακρον. Κάτω στην πόλη -νταουν ταουν- είναι όλοι και όλες ντάουν. Οι καθηγητές, οι μαθητές, οι γυμνασιάρχες, οι γκόμενες. Τι θα γίνει τέλος πάντων με την περίπτωση μας δεν ξέρω. Το τέλος μας είναι φανερό: θα πεθάνουμε από μανιακή ανεπάρκεια στοιχειώδους εκπαίδευσης! 

 


Μαρκελα Χαραλαμπίδου

Όντως, είναι μια καταπληκτική μορφή και το πιο όμορφο είναι ότι εκτός από την εξωτερική, υπέροχη εμφάνιση της,έχει αποτυπωθεί και η γλυκύτητα της.Ο καλλιτέχνης με τα πινέλα και τα χρώματα του έδωσε μια άλλη διάσταση στο έργο αυτό. Συγχαρητήρια!!!!

 

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

ΘΥΜΌΜΟΥΝ 2

 

 


Τελευταία ξεχνώ να πάρω μαζί μου το κινητό
κι όταν βγαίνω έξω θυμόμουν πως υπήρχες εσύ για να μου τηλεφωνήσεις
-μύρο και θειάφι έξω απ την πόρτα μας.
το έβαζα μάλιστα στην τσέπη του πουκαμίσου μου
έτσι που να μου χτυπάει την καρδιά
το τρέμουλο των μήλων σου
Αργότερα από σήμερα, θυμόμουν
πως όλο και πιο συχνά ξεχνώ να το πάρω μαζί μου
δε βλέπω το λόγο
αλλά όταν το παίρνω, το βάζω πια στην κωλότσεπη έτσι
που να μπερδευτούν τα πλήκτρα και κάποιος να φαίνεται πως μου τηλεφωνεί
αφού πλέον δεν υπάρχεις εσύ
 

ΠΑΊΡΝΩ ΤΗΝ ΑΓΆΠΗ ΜΟΥ

 


 

Παίρνω το σκυλάκι μου
και πάω μια βολτούλα
τρέλα η βολτούλα

Παίρνω την αγάπη μου
και πάω Καμμένα Βούρλα
τρέλα η βολτούλα.

Μια πιατέλα με φρούτα, -στην άκρη, δεξιά στο παλιό, ξύλινο τραπέζι- μήλα πορτοκάλια, σταφύλια, δεξιά κι αριστερά από ένα λεμόνι. Ωραίο λεμόνι! Κίτρινο, αφράτο, ζωντανό. Μου αρέσουν τα λεμόνια, πάντα προσέχω να υπάρχουν εδώ κι εκει. Τα σταφύλια άσπρα, ασπροπράσινα, να κάνουν αντίθεση με το κόκκινο του μήλου και το κίτρινο των πορτοκαλιών. Ξανατοποθετώ τα φρούτα με περισσή φροντίδα, τα ραντίζω με λίγο νερό, να φαίνονται δροσερά, κατευθείαν κομμένα απ τα δέντρα του κήπου.
Στο κέντρο του τραπεζιού ένας μπρούτζινος μαστραπάς γεμάτος κόκκινο κρασί να ξεχειλίζει. Ξεχασμένος εδώ απ τον καιρό του παππού, από άλλη εποχή- ο χρόνος ζωγραφίζεται πάνω του. Μια μεγάλη κηλίδα απλώνεται, δίπλα στα δυο επίσης μπακιρένια ποτήρια, παλιού καιρού με χερούλι. Αριστερά το μεγάλο αφύσικα ανθοδοχείο, γεμάτο Χρυσάνθεμα. Τα μοβ λουλούδια ταιριάζουν πολύ όμορφα με το σκούρο πράσινο των φύλλων. Χαϊδεύω τα Χρυσάνθεμα, αυτά μόνο και νομίζω πως κάτι λείπει. Α, ναι, το πήλινο πιάτο με το ψωμί. Κόβω το μισό ψωμί φέτες, μαύρο ψωμί, πολυκαιρισμένο, σχεδόν έχει μουχλιάσει. Να φαίνεται σε μερικά σημεία το κυανούν υπόχρωμα της μούχλας και μ αυτά λέω να τελειώσω τη σύνθεση. Θα μου πεις ψωμί χωρίς φαί γίνεται; Γίνεται. Και το κρασί σκέτο; Αν δαγκώσω ένα μήλο και το αφήσω μισοδαγκωμένο στην πιατέλα θα δηλώσει παρουσία. Ποιος δάγκωσε το μήλο;. Το πιάνω στο χέρι μου και μετανιώνω. Το ξαναβάζω στη θέση του. Όχι δεν πρέπει να δηλώσω παρουσία ή τουλάχιστον μια τέτοια παρουσία. Αν έβαζα εκεί δίπλα στο ποτήρι το τσιμπούκι μου να καπνίζει; Θα φαίνεται ο καπνός ν ανεβαίνει και τότε τι σόι νεκρή φύση θα γίνει; Όχι. Κοιτάζω προς τη βιβλιοθήκη, ωραία ιδέα, λέω και πιάνω έναν χρυσόδετο τόμο. Στέκομαι και εξετάζω που μπορώ να τον τοποθετήσω. Σηκώνω το ένα ποτήρι και τον βάζω από κάτω του. Ωραία! Βιβλίο και κρασί, αυτό είναι, νομίζω πως είμαι έτοιμος. Χαμηλώνω το φωτισμό, να εξομοιωθούν οι αντιθέσεις στις σκιές, το χαμηλό φως κρύβει λίγο την ασχήμια των πραγμάτων. Έτσι είναι πιο ωραία. Μπορώ τώρα να φωνάξω τον ζωγράφο ν αρχίσει τη δουλειά του. Εγώ τέλειωσα τη δικιά μου.

 








Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΑ ΡΕΜΆΛΙΑ ΤΩΝ ΕΞ-ΑΧΡΕΊΩΝ 3

 


 

ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΧΟΡΔΆΚΗΣ.
 Μάλιστα. ο φίλος μου. Ίσως αυτός που κάναμε περισσότερη παρέα τα τελευταία δέκα χρόνια πριν φύγω απ τα Εξάρχεια. Ο Χορδάκης αποτελεί μια εξαίρεση μόνος του. Η ζωγραφική του τέχνη είναι δεινή. Μεταφυσική ταυτότητα των ακόυνητων ηρώων, σχεδόν, μια ακολουθία συνέχισης του Ντε Κίρικο που ως γνωστόν, [σύμπτωση;] έζησε στην πρωτεύουσα της Μαγνησίας. [ο Χορδάκης είναι Βολιώτης]. Βασικά είναι μεγάλος ήρωας της ζωής, γιατί στην έκτη δεκαετία του βίου του μεγαλώνει τα δίδυμα αγόρια του και την μικρότερη κόρη του! Μάλιστα. Έχετε δει ή γνωρίσει ζωγράφο να κατορθώνει τα τοιαύτα;

 




 

Με τον ζωγράφο Χορδάκη έχουμε πιει ουκ ολίγες φορές συνήθως στο εργαστήρι μου, τσίπουρα και μπίρες, ενίοτε κάποια κρασιά. Είναι συντηρητικός πότης, σπούδασε και έκανε μεγάλη καριέρα στη Ιταλία στην πρότερη ηλικία του με πολλές εκθέσεις και πωλήσεις των έργων του. Δεν έχει ανάπτυξη θεωρητικού λόγου περί των εικαστικών, δεν τον έχω παρακολουθήσει να ζωγραφίζει, ενώ εκείνος με έβλεπε πολλές φορές να ζωγραφίζω, επειδή ερχόταν συχνά στο εργαστήρι μου.
Τι σημασία έχουν όλα αυτά; αξίζει να γραφούν και να διαβαστούν και μάλιστα απ τα ρεμάλια των Εξαρχείων; Θα βάλω περισσότερες φωτογραφίες έργων του εδώ, για να δείτε και να κρίνετε αν ο Χορδάκης ανήκει στα ρεμάλια των Εξαρχείων, δίκαια ή άδικα.




 

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

ΝΑ ΜΗΝ ΠΙΚΡΑΊΝΟΥΝ Ο ΈΝΑΣ ΤΟΝ ΆΛΛΟΝ

 


 

Οι μέρες θα περνάνε έτσι άσκοπα
δίχως κύμα να ταράζει την ησυχία μας
εκτός απ τα κακώς κείμενα, σου τόπα
η αγάπη θέλει τρόπο και τα λόγια μας
 
να μη πικραίνουν ο ένας τον άλλον
 
Τα λόγια είναι σπαθιά που κόβουν
την ανάσα των ερωτευμένων δίχως άλλο
όμως, κάποιοι που μας μισούν, ράβουν
από πίσω μας, στο ύψος, στον καβάλο
 
ή ετοιμάζουν τον καινούριο νόμον
 
πως οι άνθρωποι πρέπει να μισούνται
όσο τρομερό κι αν φαίνεται κάποιοι
κοιτούν ακόμα πιο μακριά και σέβονται
όσους δε θέλουν να γίνουν πιο σάπιοι
 

ΤΑ ΡΕΜΆΛΙΑ ΤΩΝ ΕΞ-ΑΧΡΕΊΩΝ.

 

 


 Πραγματικά ανήθικοι άνθρωποι υπάρχουν; και σε τι διαφέρουν από εμάς τους ηθικούς; άρα θα ισχυρισθείς πως γεννιόμαστε καλοί ή κακοί!
Αίφνης, ο Γιάννης Στεφανάκης, τι μέρος του λόγου υπάρχει στην ανθρώπινη διαβίωση μας; Πόσοι από σας γνωρίζετε τον Γιάννη;
Εγώ τον γνώρισα πολύ παλιά, την δεκαετία του 80 και, λογικά δεν προβλεπόταν τίποτα ιδιαίτερο-ότι θα γινόταν ο Γιάννης. Πλάκα είχε που μια φορά γινόταν εγκαίνια στην Εθνική πινακοθήκη κι εμείς στημένοι περιμέναμε την κουστωδία που θα έκοβε την κορδέλα, Μελίνα, Παπανδρέου, Τσαρούχης, οπότε ο Στεφανάκης άρχισε να με πιπιλίζει να του γνωρίσω τον Τσαρούχη. Εγώ του απάντησα πως δεν τον ήξερα τον άνθρωπο, ενώ αυτός επέμενε πως τον κορόιδευα αφου ήξερε πως έκανα παρέα με τον Τσαρούχη. Εγώ δεν μπορώ να γίνομαι μεσάζων σε καμιά γνωριμία εκτός από μια τυπική σύσταση, οπότε έμενα ενεός για την επιμονή του ενός Γιάννη να γνωρίσει τον άλλον. Απλά επέμενα πως δεν τον ήξερα τον Τσαρούχη όπως και ήταν το σωστό. Έλα όμως που ο Τσαρούχης ξέφυγε από την κουστωδία ήρθε σε μένα, μ αγκάλιασε και με ρώτησε: τι κάνεις Κώστα μου; κι επέστρεψε στην κουστωδία; Ο Στεφανάκης με κοίταζε με παράπονο και έκπληξη πως τον κορόιδευα. Αλλά μόνο κάτι τέτοιο δε συνέβαινε.. Όμως τα χρόνια πέρασαν, ο Στεφανάκης έγινε διάσημος, σύγχρονος ζωγράφος, συχνάζει στη Μουργιά, είναι χαμηλών τόνων που λένε, εμένα μου αρέσει η εξέλιξη του, φαίνεται τίμιος. Για το μέσα του ακριβώς δεν ξέρω τι κρύβει και ποιος είναι ο Στεφανάκης πίσω από την τέχνη του και την προβολή του στο κοινωνικό γίγνεσθαι. [νομίζω πως ο Στεφανάκης δεν πίνει, οπότε αποτελεί αίρεση για τον κόσμο των Εξαρχείων.]

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΑ ΡΕΜΆΛΙΑ ΤΩΝ ΕΞ-ΑΧΡΕΊΩΝ

 

 


Σκέφτηκα να γράψω ή καλύτερα ν αποθανατίσω μερικές στιγμές από η γνωριμία μου με κάποια από τα ρεμάλια των Εξαρχείων. Ενδιαφέρον; θα δούμε.
Λέω να ξεκινήσω με το μεγαλύτερο: Τον Λεωνίδα Χρηστάκη. Αναρχικός, ποιητής ζωγράφος! εκδότης, περιοδικών, Κούρος, Ιδεοδρόμιο κ.α - και όχι μόνο αλλά και πολλών βιβλίων δικά του και άλλων από όλες τις κοινωνικές τάξεις. Ο αναρχικός Λεωνίδας, μου έκανε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση, μέσω του τύπου! [ένα μήνα φυλακή ερήμην με αναστολή κλπ] Λίγο προτού πεθάνει μου ζήτησε συγνώμη στο καφενείο της πλατείας Εξαρχείων όπου έπινε κάθε απόγευμα έναν πικρό καφέ. Απ ότι κατάλαβα ζούσε μια ζωή με κάποιες λαμογιές και μικρο- ευεργεσίες. Άφησε μεγάλο βιογραφικό. Εμένα δεν μπορώ να πω πως με ενθουσίασε, ούτε ποτέ με έπεισε πως έκανε κάτι ηρωικό ή ανθρώπινο μέσω της υποστηριζόμενης αναρχικότητας του.

 

[Εδώ δε θέλω ν αναφερθώ στην καλότητα του χαραχτήρα τους ή την προσφορά τους στη ζωή και στην τέχνη -αυτά τα καταγράφουν με όσες υπερβολές χρειάζονται στα βιογραφικά τους - αλλά κατά μείζονα λόγο στην προσωπική μου επαφή μαζί τους και όσα εγώ αποκόμισα από τη συναναστροφή μας.]

 



Ένας τύπος αλλοπρόσαλλος, μέγας πότης, σφοδρά αμετροεπής. Ο Δημήτρης Παπαχρήστος η φωνή του Πολυτεχνείου. Λογοτέχνης; ποιητής; υπάλληλος στην Εθνική; εκδότης περιοδικών, Πολίτης κλπ. Μόνιμος κάτοικος του καφενείου Μουργιά καταναλώνει ασύλληπτες ποσότητες τσίπουρου αερολογώντας και προσπαθώντας να επιβάλλει την ιστορική του φυσιογνωμία, παρέα πάντα με τον άλλο φίλο μου τον δημοσιογράφο Γιώργο Σταματόπουλο,- γι αυτόν θα αναφερθώ σε ειδικό κεφάλαιο- παρουσίαζαν χιλιάδες βιβλία σε φτηνές συγκεντρώσεις και ανάλογες καταστάσεις.
Ο Δημήτρης Παπαχρήστος του οποίου έφτιαξα το πορτρέτο συνεχίζει να υπάρχει στη Μουργιά και αλλού. Σε ράδιο φονικές ομιλίες αμειβόμενος υψηλά. Καλά κάνει. Ο Ππαχρήστος είναι ένας τύπος που δεν καταλαβαίνεις ποτέ αν σε συμπαθεί ή σε αντιπαθεί. Δημιουργήθηκε ακριβώς έτσι, πάνω στην φυσική επιλογή του Ντάρβιν, προσπαθώντας να εκμεταλλευθεί την όποια ικανότητα του για να επιβιώσει σ αυτό το άγριο μέρος που λέγεται Εξάρχεια.

συνεχίζεται 

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

ΝΑ ΒΛΈΠΟΥΜΕ ΤΗ ΣΚΙΆ ΜΑΣ

 


 

Ήθελα να ξερα τι θα κάνετε τώρα χωρίς Μίκη= χωρίς χριστός ανέστη, χωρίς Σαββατόβραδα του Καζαντζίδη. Περνάει το τριήμερο της θλίψης σας κι αλίμονο μας πρέπει να βρούμε κάτι άλλο για να ξεφορτώσουμε τις ανατριχίλες. [θα ξαναγυρίσουμε αλάθευτα στη μονοτονία της γρίπης και πόσοι πέθαναν σήμερα] Φαντάσου να ξαναθάψουμε τον Καζαντζίδη κάποιος φώναξε πως η νεολαία δεν ξέρει ποιος είναι ο Μίκης, τόσο πρόωρα χάθηκε το δικό μας ίνδαλμα; το απορημένο βλέμμα της νεαρής στο άκουσμα του ονόματος Μίκης, μαρτυράει το χάσμα των γενεών και το χάσμα το δικό μου απέναντι στην αιωνιότητα του υπάρχω, οι σημερινοί πιτσιρικάδες ούτε τον Μπετόβεν ξέρουν, άρα δεν έχει νόημα αυτή η αντιπαράθεση με το τίποτα αλλά θα μου πεις πως και από τη δική μας σειρά πόσοι τον άκουσαν ή επειδή λένε Πικάσο ξέρουν και από ζωγραφική, ωραίο αυτό που άκουσα πως η ζωγραφική κάνει το ασήμαντο ξεχωριστό, απομονώνει το κάτι που στην πραγματικότητα μας δεν του δίνουμε καμιά σημασία, όπως και η μουσική, όπως η παρέα μας, όπως οι φίλοι που μας κακοκαρδίζουν ξεφωνίζοντας ύβρεις και αναθέματα, όταν δε μας καταλαβαίνουν ή εμείς αυτούς επειδή αυτοί αγάπησαν περισσότερο τον Θεοδωράκη ή και πέρασαν δίπλα του και άρα έχουν να περηφανεύονται σαν τους ανόητους της Ιερουσαλήμ με το ατέλειωτο τίμιο ξύλο! φαντάζεσαι τους παλιούς ανθρώπους να μαζεύουν τίμιο ξύλο; και πόσο ξύλο από αυτό μπορεί να υπάρχει στον κόσμο βρε αδερφέ; γι αυτό σου λέω μην το παρακάνεις με τους θρήνους και τους οδυρμούς, δε λέω, να τιμούμε τους νεκρούς μας αλλά μέχρι εκεί! κι έπειτα να σου πω ρε φίλε, χάρηκες ποτέ με τη μουσική τέχνη του Θεοδωράκη; γλέντησες πραγματικά με το μπουζούκι του; ποια είναι η απολαβή σου; τι πήρε το μέσα σου από αυτή την μάλλον τραγικότητα της παρουσίασης των γεγονότων της ζωής και της ταύτισης με τη φτώχεια και τον αγώνα του λαουτζίκου που δεν συνέρχεται ποτέ και θα ζει στη χλέμπα και στη Δραπετσώνα; κράτησα τη ζωή μου, λέει ο Σεφέρης και το μετέφερε στο κλαρί ο Μίκης, αυτή είναι πράγματι η προσφορά του, η προσφορά ενός, μάλλον ασύμφορου ανθρώπου που έζησε παραπέρα απ όσο η σκιά του.

 

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΕΡΊ ΓΡΑΦΉς...2

 


❝Ένα από τα πιο ιδιαίτερα ως προς το νόημα και τη γραφή του βιβλίο, που διάβασα από την αρχή της φετινής χρονιάς έως και σήμερα, είναι το νέο μυθιστόρημα του συγγραφέα Κώστα Πλιάτσικα, με τίτλο ''Η παράμετρος του Αϊνστάιν'', το οποίο δεν έχει πολύ καιρό που κυκλοφόρησε από την Άνεμος εκδοτική. Κι όχι! Μη σας παραπλανά ο τίτλος του. Δεν πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που σχετίζεται με την επιστήμη της φυσικής και των όποιων θεωριών του Αϊνστάιν, αλλά για ένα βαθιά κοινωνικό και πολυδιάστατο μυθιστόρημα, όπου μέσα στις σελίδες του ο συγγραφέας χάρη σε έξυπνους παραλληλισμούς, προβληματισμούς, υποθέσεις κι αντιθέσεις, καθώς και μία γενικότερη αίσθηση αμφισβήτησης (εντός κι εκτός εισαγωγικών) κι αποδοχής των πάντων φέρνει στην επιφάνεια συζητήσεις γύρω από ποικίλα κοινωνικά ζητήματα που μας απασχολούν τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο... Ένα βιβλίο, που δεν σας το κρύβω, με έβαλε σε σκέψεις και την ίδια στιγμή με έκανε να σταθώ ενεή απέναντί του... Και ποια το λέει αυτό; Εγώ που η γλώσσα μου πάει ροδάνι, που λένε, αλλά αυτήν τη φορά ένιωσα καλύπτομαι και να εκφράζομαι, πλήρως, από τα λεγόμενα του συγγραφέα, που δεν έχω κάτι άλλο να προσθέσω...
Με μία γραφή που συγκλονίζει μέσα από την απλότητά της, που αποδεικνύει ότι οι μεγαλύτερες αλήθειες, από εκείνες που απελευθερώνουν, πληγώνουν, στοιχειώνουν, ταρακουνούν, όπως και λυτρώνουν, ειπώνονται με λόγια λιτά και καθάρια. Δε χρειάζονται περιττές φιοριτούρες, ή, άλλα συγγραφικά τεχνάσματα. Η ''ευγλωττία'' του κειμένου προκύπτει από την ίδια του την ουσία.
[...]
Ένα βιβλίο που με έκανε να δω το ''είναι'' πίσω από το ''φαίνεσθαι''... Ένα βιβλίο καλογραμμένο κι ευνόητο που διαβάζεται με μία ανάσα και άκρως ''αποκαλυπτικό''...❞
Γράφει η Κυριακή Γανίτη και μας χαρίζει απεριόριστη δύναμη κι αυτή με τη σειρά της για τις επιλογές των βιβλίων που προτείνουμε στον Άνεμο. Η κριτική της για το νέο μυθιστόρημα του Κώστα Πλιάτσικα στο Dominika Amat & Vivliamon
 

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

ΤΟ ΧΈΡΙ 3

 

 


 

Το χέρι του ζωγράφου...μια μέρα μου είπαν απ το μυαλό στο χέρι, κατευθείαν...κι άλλη μια πως έχεις θεϊκά χέρια. Υπερβολές; Πάντως, τα χέρια των ζωγράφων είναι διαφορετικά απ των άλλων ανθρώπων. Αλήθεια ποια χέρια σας αρέσουν; ένεκα επαγγέλματος; φαντάσου τώρα χέρια μπάτσου, χέρια οικοδόμου, χέρια δικηγόρου...έχουμε πολλά χέρια! 

ΤΟ ΤΈΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΎ.3

 


Καλοκαίρι ήταν τότε. Αυτή η γυναίκα έμενε στο διπλανό δωμάτιο, μας χώριζε δηλαδή μια μεσοτοιχία από χάρμποτ κι έτσι έπρεπε να προσέχουμε τι λέμε και τι κάνουμε, μόνο που στην αρχή δεν του δώσαμε και πολύ σημασία. Τι μας νοιάζει; σκεφτήκαμε, εμείς δεν κάναμε κάτι απαγορευμένο, έρωτα κάναμε και μπορεί να φωνάζαμε, να μουγκρίζαμε, να γκρινιάζουμε μερικές φορές. Μετά από αρκετό καιρό, αρκετές μέρες και νύχτες που συνεχιζόταν αυτή η κατάσταση, συναντήθηκα με τον άνθρωπο που μας χώριζε η μεσοτοιχία. Σταθήκαμε στο σκοτάδι του διαδρόμου προσπαθώντας να δει ο ένας τον άλλον, σχεδόν δίπλα-δίπλα αφού οι πόρτες μας δεν απείχαν ούτε μισό μέτρο. Δεν ανάψαμε το φως, τα μάτια μας συναντήθηκαν κι αυτά στο σκοτάδι, ποια είναι αυτή αναρωτιόμουν κι όταν συνήθισα στο μαύρο, προσπάθησα να ξεδιακρίνω τη σιλουέτα της. Ήταν μια κομψή κυρία. Έκανε αβέβαιες κινήσεις να φύγει ή να μείνει, να πει κάτι, μια καλησπέρα, δεν είπε. Ούτε κι εγώ είπα, τι να έλεγα, αισθάνθηκα αμέσως μια ενοχή πως μας είχε κρυφακούσει και ένιωσα μια ντροπή γιατί δεν ήθελα κανείς να ξέρει τι κάνω στο κρεβάτι μου και γενικότερα στο σπίτι μου. Στα δευτερόλεπτα που κύλισαν, πόση είναι η ζωή μιας στιγμής; Σκέφτηκα-δεν ξέρω γιατί- πως αυτή η γυναίκα ήταν μόνη, πόσοι άνθρωποι δεν είναι μόνοι, και πως ζήλευε τη δικιά μας ευτυχία, που δεν ήταν τόσο μεγάλη αφού κι εμείς μέρα-νύχτα καυγαδίζαμε με τη Σοφία, σκοτωνόμασταν στην κυριολεξία, άσχετο αν μετά κάναμε κι ότι κάναμε. Όμως, φαίνεται πως η μοναξιά είναι χειρότερη από το να έχεις έναν άνθρωπο που έστω τσακώνεσαι τις περισσότερες φορές.
Αυτές οι συναντήσεις μας συνεχίστηκαν κάμποσο καιρό και ήταν πάντα ίδιες. Δίπλα-δίπλα, στο σκοτάδι, ακουμπούσαμε τις πλάτες στους τοίχους, δε μιλούσαμε-ποτέ δε μιλήσαμε- κοιταζόμαστε στα μάτια, μερικές φορές αγγίξαμε ο ένας τα χέρια του άλλου κι άλλες δυο-τρεις, κλάψαμε, πιο πολύ εκείνη, εμένα έτρεξαν δυο δάκρυα χωρίς να ξέρω αν ήθελα να την συμπονέσω. Η κομψή γυναίκα έκλαιγε με αναφιλητά, εγώ δεν ήξερα τι κάνω, γιατί έκλαιγε και τι της συνέβαινε. Μια όμως από αυτές τις φορές, καθώς έκλαιγε τη φίλησα στα χείλη. Χείλη βρεγμένα από δάκρυα, σκέψεις μισοσφιγμένες, δυο άγνωστοι στο σκοτάδι και η κομψή κυρία χάθηκε στο μαύρο. Από κείνη τη βραδιά δεν την ξαναείδα. Την φέρνω αρκετές φορές στο μυαλό μου, εν ευθέτω χρόνο ανοίγει ένα παράθυρο μνήμης και συλλογιέμαι πολύ γι αυτές τις μικρές μου πράξεις που δεν έγιναν όνειρο, γι αυτές τις πελώριες στιγμές που δεν ξανάρχονται ποτέ και μυστήριο πράγμα τις αγάπησα πολύ περισσότερο από άλλες.
[Από τα μικρά διηγήματα μου]

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

ΤΑ ΆΧΕΡΑ 3

 

 


ΤΑ ΑΧΕΡΑ

΄Ότι και να πεις για τις ωραίες μέρες του Ιουλίου, μην ξεχάσεις τα όνειρα στις μεγάλες κοιλάδες.
Το παιχνίδι ήταν μέσα στα όνειρα του.

Ο Νίκος Δελατόρας που είχε μεγαλώσει αντίθετα από την φωνή του φίλου του, στις μικρές κοιλάδες, θυμόταν εκείνα τα καλντερίμια των έρημων παιδικών χρόνων στην επαρχία, καθώς η χειμωνιάτικη ορμή του νερού, κουβαλούσε τις πέτρες στον κατήφορο. Αλήθεια, που είχαν βρεθεί τόσες πέτρες;
Ήταν τόσες πολλές, μαύρες και άσπρες, στρογγυλεμένες από το κατρακύλισμα, που ο ίδιος, ποτέ δεν είχε καταλάβει πως τώρα είχαν λιγοστέψει. Ίσως να είχαν βάλει το χέρι τους οι άνθρωποι.

Την αρχή, είχαν κάνει με τις κοινοτικές εργασίες. Έσκαβαν οι άνθρωποι-ένας από κάθε οικογένεια-προσωπική εργασία την έλεγαν-να φτιάξουν δρόμους, μια φορά την εβδομάδα.
Ο Νίκος είχε σκάψει πολλές φορές, παρ' ότι ήταν δωδεκάχρονος τότε, σαν αρχηγός της οικογένειας αφού ο πατέρας του είχε πεθάνει, και η μητέρα του ήταν ανήμπορη.
Ύστερα ήρθαν κάτι μπολντοζιέρηδες με πρώτον εκείνο τον μαυριδερό Γιαννιώτη, με τα κοντόχοντρα χέρια και τα παχιά μουστάκια. Μετατόπισαν όλα τα χώματα, άνοιξαν τους δρόμους, έριξαν χαλίκι να σταματήσουν τις λάσπες, πέταξαν τις πέτρες αλλού κι έτσι ο Νίκος δεν τις έβλεπε πια.
Τα σπίτια χτίζονταν το ένα κατόπιν του άλλου με τσιμέντο και τα κοντόχοντρα χέρια του Γιαννιώτη μάστορα-μπολντοζιέρη, γέμιζαν τσιμέντινα λεφτά. Έχτισε κι αυτός το δικό του σπίτι, έγινε «χωριανός». Έτσι τον θυμόταν τα παιδιά.

Αργότερα έφερε και το γιο του. Την κόρη του Κρήνη, την άφησε στα Γιάννενα να σπουδάσει. Γι αυτήν, όσοι την γνώριζαν, είχαν να λένε για την ομορφιά της. Ο Νίκος πολύ θα ήθελε κάποτε να τη γνωρίσει. Τον γιο του Ζένα-έτσι έλεγαν τον Γιαννιώτη μάστορα- που ήταν καλομαθημένος και δεν έμενε πολύ στο χωριό, πηγαινοερχόταν στα Γιάννενα για δουλειές, δεν τον είχε χωνέψει ποτέ, άγνωστο γιατί.
Αντίθετα, τον ξάδερφο του τον Τσίρο, τον συμπάθησε από την αρχή. Αντώνη τον έλεγαν αλλά κανείς δεν τον φώναζε έτσι, επειδή ήταν λεπτός κι αδύνατος, του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι Τσίρος και του έμεινε.Τσίρο τον φώναζαν όλοι. Ο Νίκος έκανε παρέα μαζί του και είχαν γίνει κολλητοί επειδή κάπου έμοιαζαν. Μεγαλώνοντας, δούλευαν στις μπουλντόζες και τα φορτηγά του Ζένα. Πιο μικροί, στο σχολείο, έχεζαν παρέα πάνω στις μεγάλες πέτρες, φώναζαν τραγούδια που μάθαιναν από το ράδιο. Φώναζαν, γιατί οι φωνές τους ήταν αλύγιστες και δεν μπορούσαν να πάρουν στροφή στο τραγούδι. Λίγο αργότερα, εύρισκαν κανένα σχισμένο φύλλο περιοδικού, που είχε απομείνει πάνω του, κάποιο γυναικείο μεδούλι και τότε μαλακίζονταν, κοιτάζοντας το άψυχο χαρτί με ανυπομονησία. Γυναίκα δεν είχαν γνωρίσει, παρά τις μανάδες τους και τις αδερφάδες κι απ αυτές η μία του Νίκου, είχε παντρευτεί στα ξένα και του Τσίρου ήταν μικρές ακόμα. Μόνο κάποια Καλοκαιριάτικη μέρα, είχε δει ο Τσίρος κάτι στα καφεπράσινα μάτια της μικρότερης αδερφής του Νίκου, της Ρίμας. Κάτι που έμοιασε για έρωτας η κάτι τέτοιο.
Ο Τσίρος αν και είχε διαβάσει μερικά πράγματα για την αγάπη και τον έρωτα, δεν τα καταλάβαινε. Ήταν του Δημοτικού, μπολντοζιέρης της κακιάς ώρας.
-Σα στραβοβελονιά σε μαύρο σεγκούνι, γριάς που έχει πεθάνει μοιάζεις, του έλεγε ο Νίκος που είχε πάει δυο-τρεις τάξεις στο γυμνάσιο.
-Γιατί εσύ είσαι καλύτερος; τι σε νοιάζει; του απαντούσε.
-Σε βλέπω που κοιτάζεσαι με την Ρίμα ...
Ο Τσίρος μπερδευόταν όταν του μιλούσε για την Ρίμα. Την όμορφη αδερφή του, που όλο και μεγάλωνε και τον κοίταζε τώρα περισσότερο με εκείνα τα μεγάλα μάτια της τα ερωτικά άχερα. Φοβόταν τότε ο Τσίρος και χαμήλωνε τα δικά του. Μπερδεύτηκαν όμως κάποτε και στα παιχνίδια τους-έτυχε να είναι μόνοι στον κάμπο-κι ένιωσαν καλύτερα οι δυο τους. Η Ρίμα τον φίλησε πρώτη κι ύστερα πάλεψαν λίγο καταγής. Ψάχτηκαν στη γλύκα του ζεστού απογευματινού, αναμαλλιάστηκαν στην ορμή των νεανικών κορμιών αλλά πάλι ο Τσίρος φοβήθηκε κι έφυγε αφήνοντας την εκεί, ξαπλωμένη ανάσκελα, με το γυμνό της σώμα στον αέρα.

Οι δυο φίλοι έτυχε μια μέρα, που είχαν ρεπό στις μπουλντόζες, να κατέβουν στην πόλη, στην Ηγουμενίτσα. Περπάτησαν στους δρόμους, ήπιαν καφέ και ήταν φανερό πως ήταν αλλιώτικοι. Διαφορετικοί από τους άλλους νεαρούς που κυκλοφορούσαν εκεί, καλοντυμένοι με παντελόνια καμπάνες, με εφαρμοστά πουκάμισα, πολύχρωμα.
Αργότερα, μπήκαν σε ένα μπιλιαρδάδικο. Οι άλλοι, σταμάτησαν το παιχνίδι κι ένας, ο πιο ψηλός, ο πιο μάγκας της παρέας, είπε μια λέξη που δεν την έπιασαν οι δυο τους.
-Χοίβλα! Είπε ο ψηλός και τραντάχτηκαν όλοι στα γέλια.
Ο Τσίρος έκανε να φύγει αλλά ένας άλλος τον σταμάτησε με την στέκα. Ο Τσίρος είχε ένα βλέμμα αμήχανο κι ο άλλος κοροϊδευτικό. Μάζευε την μύτη του κι έβαζε το χέρι του εκεί, σαν να μύριζε κάτι σαν τυρί που βρωμούσε. Ο Νίκος πήγε κατά εκεί μα ο ψηλός μάγκας, τον άρπαξε από τα μαλλιά, τον γύρισε και του έριξε μερικές γρήγορες. Έπεσε κάτω γεμάτος αίματα και είδε τον Τσίρο να μαζεύει άλλες τόσες από το τσούρμο. Έπεσε κάτω κι αυτός, ενώ οι άλλοι με τα εφαρμοστά πουκάμισα, το βαλαν στα πόδια γελώντας, προτού να φτάσει ο λεσχειάρχης, ο οποίος, αφού κοίταξε με άγριο βλέμμα τους πεσμένους, τους είπε , ένα επίσης άγριο «αι στο διάολο κωλόπαιδα!» και γύρισε στο ποτό του.
Ο Νίκος με τον Τσίρο, σηκώθηκαν βιαστικά και πήραν δρόμο. Έφτασαν στην άκρη της πόλης. Φτιάχτηκαν λίγο, σκουπίστηκαν, σταμάτησαν το φόβο κι ύστερα ήρθαν αντιμέτωποι. Κοιτάχτηκαν με νεύρα.
-Εσύ φταις! είπε άγρια ο Τσίρος.
-Παράτα με! φώναξε ο Νίκος.
-Θα σε σκοτώσω! ούρλιαξε ο Τσίρος και πήρε μια πέτρα.
-Είσαι δειλός για να το κάνεις, του γύρισε την πλάτη και προχώρησε με τα χέρια στις τσέπες.
Σα να μετάνιωσε, γύρισε ξανά, να συμφιλιωθούνε αλλά η πέτρα είχε φύγει από το χέρι του άλλου και τον βρήκε στο μέτωπο. Έβγαλε λίγο αίμα, κύλησε χάμω, ενώ ο Τσίρος το έβαζε στα πόδια αλαφιασμένος. Το χτύπημα δεν ήταν γερό. Έτσι, ο Νίκος σηκώθηκε κι έφυγε κι αυτός τρίβοντας το πονεμένο μέτωπο.

Πέρασε κάμποσος καιρός από τότε. Μεγάλωσαν κι όπου να είναι θα πήγαιναν φαντάροι. Μάλιστα, έφυγαν χωρίς να ξανανταμώσουν. Μόνο μια φορά μέσα στο πλήθος, κοίταζαν ο ένας τον άλλον, όταν ο ένας δεν έβλεπε.
Τις μέρες που επέστρεψε ο Τσίρος, ίδιος σχεδόν και απαράλλαχτος όπως είχε φύγει, με τον φόβο καρφωμένο στο μικρό του μέτωπο, με τα ακανόνιστα κοντά μαλλιά και τα αδύνατα παιδικά χέρια, η Ρίμα έπαιζε με τα άχερα του έρωτα στις κοιλάδες, πότε με τον έναν και πότε με τον άλλον. Είχε αγαπήσει έναν Τάκη τριαντάρη αλλά είχε ξεπεταχτεί και με τον Γιάννη. Κι ο Σταύρος όμως κάτι είχε να πει για πολλές βραδιές που τα πόδια της Ρίμας σηκώνονταν ψηλά στις ερημιές.
Ο Νίκος Δελατόρας άργησε να το μάθει. Πως λέμε ο νοικοκύρης το μαθαίνει τελευταίος; έτσι και ο Νίκος. Εξ άλλου, έλλειπε δυο χρόνια φαντάρος κι όταν γύρισε δεν άργησε να καταλάβει τι έκανε η αδερφή του με τους ατέλειωτους έρωτες της. Ο ίδιος δεν τολμούσε να πει λέξη αλλά οι άλλοι, μικροί και μεγάλοι, καύλωναν μονάχα και να μιλάνε γι' αυτήν. Αυτός ήθελε να πιστεύει πως δεν ήταν παρά μονάχα νοσηρές φαντασίες τους αλλά δεν μπορούσε.
Τον Τσίρο τον ξαναβρήκε στις μπουλντόζες κι όλα είχαν ξαναγίνει σαν από την αρχή. Ξέχασαν την μικρή τους έχθρα και έβγαιναν στις γειτονιές τα βράδια, αφού πρώτα λούζονταν και χτενίζονταν για να είναι όμορφοι. Πήγαιναν στο γωνιακό ουζάδικο, έπιναν, γινόντουσαν στουπί, κάπνιζαν πολλά τσιγάρα. Μιλούσαν για τα καινούρια μηχανήματα, για την ακρίβεια και για τις γυναίκες που είχαν γνωρίσει.

Ένα τέτοιο βράδυ, είχαν ξεπέσει εκεί, δυο Αμερικάνες τουρίστριες. Τις πήραν από τον κεντρικό δρόμο με όλα τους τα μπαγκάζια, στο τρακτέρ που οδηγούσε ο Τσίρος.
Μόλις τις είδε, σταμάτησε.
-Να τις πάρουμε; έγνεψε στο Νίκο.
-Και δεν τις παίρνουμε..του απάντησε μισοαδιάφορα.
Ανέβηκαν εκείνες και με τα λίγα Αγγλικά που ήξερε ο Νίκος, με τα λίγα «Ελλήνικος» που έμαθαν εκείνες, τα βόλεψαν. Βέβαια, πιο πολύ γελούσαν παρά μιλούσαν αλλά ο Τσίρος όλο και ψαχούλευε τη μια.
Σταμάτησαν σε κάποιο ουζερί στην παραλία που δεν είχαν ξαναπάει. Παράγγειλαν ούζα, ήπιαν, μέθυσαν και ο Νίκος κάποια στιγμή, πήρε την «δικιά του» στην τουαλέτα. Μπήκαν στις γυναικείες και εκεί, στα όρθια και γρήγορα, λαχάνιασαν σ' ένα μεγάλο αγκάλιασμα των κορμιών.
Ύστερα, την άφησε να βγει πρώτη ακολουθώντας κι αυτός, με το ευχαριστημένο γέλιο του έρωτα χαραγμένο στο πρόσωπο. Μάζευε ακόμα τα παντελόνια του καθώς προχωρούσε στην έξοδο, όταν βγαίνοντας πήρε το μάτι του την αδερφή του την Ρίμα, στο μισοσκόταδο ακουμπισμένη με την πλάτη στον τοίχο κι ένα αντρικό σώμα κολλημένο πάνω της. Έμεινε μετέωρος μη ξέροντας τι να κάνει. Άκουγε τα βογκητά τους και σκοτωμένος σύρθηκε σιγά-σιγά προς την αίθουσα όπου τον περίμεναν οι άλλοι.
Ο Τσίρος μυρίστηκε ότι κάτι συνέβαινε και γι αυτό δεν έφερε αντίρρηση μόλις του είπε ένα βλοσυρό «πάμε να φύγουμε».
Παράτησαν εκεί τις δυο ξένες που τους κοίταξαν απορημένες. Μάλιστα ο Νίκος πέταξε μακριά το χέρι της «δικιάς» του, που πήγε να τον συγκρατήσει.
Έφυγαν αμίλητοι. Ο Τσίρος οδηγούσε το τρακτέρ κι Νίκος βρισκόταν στον δικό του κόσμο. Προχώρησαν κάμποσο και κάποτε σταμάτησαν σε μια ερημιά.
-Γιατί σταμάτησες; ρώτησε ο Νίκος.
-Να κάνουμε ένα τσιγάρο, του απάντησε με κάποια σκέψη.
Είχαν σταματήσει στην μέση του δρόμου. Κατέβηκαν, άναψαν τσιγάρο, περπάτησαν στην ξερή άσφαλτο.
-Θέλω να σου μιλήσω, είπε ο Τσίρος.
-Τι θέλεις; απόρεσε. Πού είναι το τόσο δύσκολο;
-Δεν ξέρω αν είναι δύσκολο. Πρόκειται για την Ρίμα ...
-Ε! συνοφρυώθηκε.Τι τρέχει με την αδερφή μου;
-Μην ανησυχείς αλλά επειδή ξέρω πως δεν έχετε πατέρα και αυτό που πρέπει να πω, πρέπει να το πω σε σένα. Ζητάω λοιπόν, το χέρι της αδερφής σου.
-Εκείνη σε θέλει; έκανε έκπληκτος.
-Νομίζω ναι, είπε με κάποια σιγουριά.
-Τι να σου πω ρε φίλε, είπε συγκινημένος ο Νίκος Δελατόρας. Από μένα να την πάρεις και τον αγκάλιασε.
Κι έφυγαν έτσι αγκαλιασμένοι μέσα στην νύχτα, μέσα στην σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης πραγματικότητας.

ΤΕΛΟΣ

6 σχόλια

Καλησπέρα σου Κώστα. Αν αυτό φίλε ήταν εφηβικό μονάχα διήγημα τι να πω ; Σε αυτό το διήγημα κυριαρχεί μια ωριμότητα που κάθε άλλο παρά εφηβική είναι. Μου άρεσε πάρα πολύ. Όλη η ιστορική του πορεία. Και πάνω απ όλα η τελική κίνηση του Τσίρου. Το δέσιμο των δύο παιδιών, δια πυρός και σιδήρου, το δίνεις πολύ ωραία. Το απόλαυσα. Καλό βράδυ φίλε.

Από ΓΙΑΝΝΗΣ JOHNPIT | Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016 6:05 μμ

Τζον έτσι έγραφα τότε. Αντικειμενικά δεν μπορώ να το δω, ίσως, επειδή ήταν μια από τις πρώτες μου απόπειρες στο χώρο του διηγήματος. Λογικά μου φαίνεται πρωτόλειο μποστά σ αυτά που έχουν επακολουθήσει και έχεις μια κάποια γνώση επειδή τα έχεις διαβάσει. Αυτό πάντως δε θα μπορούσα να το γράψω σήμερα. Από ΚΩΣΤΑΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ | Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016 10:02 μμ

Πόσο είπαμε; 15 ήσουν; Τι να σου πω! Το διάβασα με μια ανάσα που λένε. Κυλάει όμορφα, είναι ρεαλιστικό, αναδεικνύει μια ζωή όπως είναι για πολλά παιδιά στην επαρχία, έχει πληθώρα συναισθημάτων και πολύ καλή γραφή! Μπράβο 15αχρονε Κώστα Καλό σου μήνα

Από ANNA Flo... | Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016 11:56 μμ

ΑΝΝΑ, τόσο ήμουν αλλά και μάλλον τόσος έμεινα! Χαίρομαι αν σου έδωσα κάτι. Καλό σου βράδυ. Από ΚΩΣΤΑΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ | Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016 1:08 πμ

μμμ ωραίο που είναι ... και μετά και μετά? ωωω τέλος λέει Sad Να γράψεις και μετά την έγινε ουφ... αμαν πια ... όλα ο αναγνώστης θα πρέπει να τα φαντάζεται? Ολα τα δύσκολα μας βάζετε να κάνουμε εμείς αι αναγνώσται άμα δεν βάζετε την κάθαρση στο τέλος άντε να την φτιάξουμε εμείς πιφ... Αχερα λοιπόν στάχυα γεμάτα σπόρους και καρπούς για αλεύρι και για σπορά... και μετά και μετά ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα Smile πόσο χαίρομαι που μάλλον είσαι ακόμη 15 Smile Από Μάνια Σ | Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016 2:52 πμ

Τι θα γίνει με Σένα ; Θα κρέμομαι απ΄ την πέννα σου ολόκληρη γυναίκα να με παραμυθιάζεις κι ας με περιμένουν ένα κάρο δουλειές ;;; ; Το μόνο μου άλλοθι είναι ότι είσαι πολύ πειστικός και φυσικά δεξιοτέχνης, που να πάρει ο

 

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

ΈΛΛΗΝΕΣ 2

 


 

ΚΥΛΛΗΝΗ
Πως κάποτε θα έφταναν οι άγγελοι στην Κυλλήνη
από τον Ώτο ήταν σίγουρο
αρχηγός των Επειών ήταν τι διάολο
Δεν μπορούσε να το πάρει απόφαση πως οι Έλληνες
θα κέρδιζαν για μια ακόμα φορά τον πόλεμο;
Αργότερα στη Γλαρέτζα είχε ζωγραφισθεί ο Φαλλός
στο βάραθρο των θεών
καθώς το βαπόρο μας άγγιζε μια ακόμα φορά το πριγκιπάτο της Αχαΐας
και η άμμος κίτρινη προς το ηλιακό φως
έπαιζε με τα μικρά ψάρια του αφρού
οι ναύτες με τις ωραίες γυναίκες της Κυλλήνης
περπατούσαν δίπλα από το μπλε της θάλασσας
και οι άγγελοι ως κήρυκες του καλού
μιλούσαν για την νίκη των Ελλήνων
[Ενώ η μοναχική ωραία, ντυμένη στα λευκά
σήκωνε το πέπλο
εκεί που δεν μπορούσε να φτάσει το μήνυμα!
Ενώ ήταν σίγουρο πως οι Βυζαντινοί είχαν χάσει τον πόλεμο
ο φόβος κυριαρχούσε στα πληρώματα, το νερό είχε γίνει μαύρο,
ο Βολανάκης πωλούσε πιο ακριβά τη ζωή του από την ώχρα
πεθαίνοντας για μια Ελλάδα.]
Στην άκρη αυτού του κόσμου, Κυλλήνην τε
τα νέα σήμερα εν έτη δυο χιλιάδες δεκαπέντε
καθώς το βαπόρο πλησιάζει την ακτή
να μας πάρει και να μας πάει
χρειάζονταν οι Έλληνες θάρρος- που δεν μπορείς να τους αρνηθείς
Πως το είχαν.
Σ αυτή τη γη οι Έλληνες δε θα πεθάνουν.

 

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Ι-ΔΑΝΕΙΚΉ ΖΩΉ 2

 


 

Ι-δανεική ζωή.
 
Χωρίς γυναίκας παρέα
μόνος δίχως χρήμα, το χάδι μιας χαριτωμένης εταίρας
στην ιστορία έγραφε σημάδι
πως αλίμονο δεν μπορούσα να τα πω όλα
αλλά τίποτε δεν είναι καλύτερο
Θα έλεγε κάποιος πως δεν ήξερε τίποτε
ούτε έμαθε ποτέ
να αρνηθεί ή να μην αρνηθεί;
Την ιδανική ζωή που του χάρισαν
-εύκολο είναι να πεις πως τίποτε δε χαρίζεται
και δύσκολο να πάρεις πίσω το λόγο σου.
Το χέρι μιας χαριτωμένης εταίρας
το σφυρί και το καλέμι
με νόημα εξηγούσε το αλάνθαστο αίμα
απλούστερα γιατί δεν είναι για χόρταση η ζωή
και η άρνηση
δε θέλω να κατηφορίζω άλλο έτσι
μα πως να το κάνεις;
 

Ο ΜΠΑΤΣΟΣ ΤΗΣ ΚΟΖΆΝΗΣ

 

 


Φτάνοντας κατέβηκε να αποχαιρετιστούν και την ώρα που φιλιόντουσαν κατέφτασε η Αντριάνα με το σκουπόξυλο και τον Πάρε-φύγε, τον αδέσποτο σκύλο της που κι αυτός με τη σειρά του δε χώνευε τον Σενσιβέιλ. Όλο του γαύγιζε, του ορμούσε πάνω, παρ όλα όσα κόκαλα κι αν του είχε προσφέρει ο δυστυχισμένος μπάτσος. Έτσι και τώρα, έγινε το μάλε-βράσε, τον έφεραν πέντε στροφές γύρω από το Σμάρτ, μέχρι να προλάβει ν ανοίξει την πόρτα, να χωθεί μέσα ιδρωμένος και να πάρει το δρόμο της μοναξιάς, γυρίζοντας μόνο μια φορά το κεφάλι του να κοιτάξει την Μάριον που μαλλιοτραβιόταν με τη μάνα της και τον αβάσταχτο σκύλο που τον έλεγαν Πάρε-φύγε.



Η Κοζάνη είναι μια όμορφη πόλη, αραγμένη στους πρόποδες του Βέρμιου και της οροσειράς των Πιερίων, όπου το χειμώνα ρίχνει πολύ χιόνι, το κρύο είναι αβάσταχτο και οι άνθρωποι δύσκολα ξεμυτίζουν από τα σπίτια τους τέτοιες μέρες. Είναι μια παλιά πόλη με ιστορία- υπάρχει και η νεκρόπολη από την εποχή του σιδήρου- αυτήν θα την επισκεπτόταν ο Σενσιβέιλ άμα τελείωνε την αποστολή του, οπωσδήποτε, επειδή του άρεσε η Ιστορία. Το πρώτο της όνομα ήταν Κόσδιανη, μετά έγινε Κόζιανη, μέχρι να πάρει τη σημερινή της ονομασία. Είχε χτιστεί από Ηπειρώτες άποικους και σύμφωνα με ένα σουλτανικό φιρμάνι το 1528 αριθμούσε 91 σπίτια 23 εργένηδες, 15 χήρες! Κοίτα τι μετρούσαν οι Αχμέτηδες, σκέφτηκε πίνοντας το αγαπημένο του αναψυκτικό,- δεν έπινε ποτέ αλκοόλ κι αυτός ήταν ένας ακόμα λόγος που δεν τον χώνευε η Αντριάνα αφού αυτή κατέβαζε το καταπέτασμα. Μετρούσαν τους εργένηδες και τις χήρες! Για τα ορφανά ούτε κουβέντα.
Διαβάζοντας κάποια ενημερωτικά φυλλάδια στην αρχή, έμαθε αρκετά αλλά δεν του αρκούσαν. Ύστερα, αργά το απόγευμα αφού έφαγε και ξεκουράστηκε, επισκέφτηκε τη βιβλιοθήκη. Ήταν μια τεράστια βιβλιοθήκη, η δεύτερη μεγαλύτερη μετά από αυτή της Αθήνας. Εκεί γνώρισε τον ευγενέστατο ευπατρίδη, γόνο παλιάς αρχοντικής οικογένειας με το όνομα Τράντας.
-Ο μεγαλύτερος ήρωας της Κοζάνης είναι ο Χαρίσιος Τράντας, μην ακούτε τι θα σας πούνε αγαπητέ Σενσιβέιλ. Εγώ θα σας ενημερώσω για την ιστορία της πόλης, όλοι οι άλλοι θα θελήσουν να σας εξαπατήσουν
«Γιατί θα το κάνουν αυτό;» πήγε να ρωτήσει αλλά ο Αλκιβιάδης Τράντας ήταν χείμαρρος. Δεν τον άφησε να πει λέξη. Του μίλησε για τις επιφανείς οικογένειες Λασσάνη και Βούρκα, για τις πλατείες που ήταν αφιερωμένες στο όνομα τους, ώσπου έφτασε και στην Κοβεντάρειο βιβλιοθήκη, αυτή που βρισκόταν τώρα οι δυο τους και κουβέντιαζαν.
-Υπάρχουν εδώ 38
χειρόγραφα και 315 κώδικες! Τον πληροφόρησε. Άπειροι τόμοι βιβλίων που όρεξη να έχει κάποιος να διαβάζει. Υπάρχουν ακόμα και 17 σωζόμενα πρωτότυπα της χάρτας του Ρήγα Φεραίου..
-17;..τον έκοψε κοιτάζοντας τον με υποψία ο μπάτσος Σένσιβέιλ.
-Ε, ναι, χμ… το ξέρεις ε; έσκυψε συνωμοτικά προς το μέρος του. Δεν είναι πια 17, κάποιος αχρείος έκλεψε το πιο αξιόλογο από αυτά. Αλλά για συγνώμη, εσείς που το ξέρετε; Έκανε σαστισμένος ο απόγονος των Τρανταίων.
Ο Σένσιβέιλ χωρίς χρονοτριβή του έδειξε το δοξασμένο σήμα των ομοσπονδιακών. Ύστερα έκλεισε το δεξί μάτι κι άρχισε να σκέφτεται τον κλέφτη της χάρτας του Ρήγα Φεραίου.

7

Ξέχασε τελείως τον απόγονο των Τρανταίων, στο νου του ήρθε η σκοτεινή φιγούρα του αρχηγού όταν του παρέδινε το φάκελο της υπόθεσης. Ο Αρχηγός ήταν ή κόντευε περίπου στα εξήντα, «ο μεγάλος ύπνος» που τον έλεγε η Μάριον και είχε δίκιο αφού τα βλέφαρα του κάλυπταν σχεδόν τα μισά μάτια και έπρεπε να σηκώνει το κεφάλι για να σε βλέπει. Βλογιοκομμένος, ανοικονόμητος, με φαλάκρα και κεφάλι κομμένο σχεδόν κάθετα στο πίσω μέρος, μια ζωή χασμουριόταν. Μιλούσε τσεβδά κι αυτό οφειλόταν περισσότερο σε μια ουλή από μια σφαίρα στο πάνω χείλος. «Θα πας στην Κοζάνη, πρόσεξε, τα πράγματα είναι επικίνδυνα, αυτός ο άνθρωπος-δεν ξέρουμε ποιος είναι- μπορεί να θελήσει να σε σκοτώσει αν μάθει ποιος είσαι! Προσπάθησε ν ανακαλύψεις τι κρύβεται πίσω από την κλοπή ενός πρωτότυπου χειρόγραφου του Ρήγα Φεραίου. Σου παραδίδω το κλειδί της πόλης, προσπάθησε να δράσεις, στα κρυφά, μη κάνεις φανερή την ταυτότητα σου!»
Αντ αυτού ο Σενσιβέιλ είχε κάνει άμεσα γνωστή την ταυτότητα του και μάλιστα στον άνθρωπο εφημερίδα. Στον Αλκιβιάδη Τράντα! Έτσι, σε ελάχιστα δευτερόλεπτα από τότε, η πόλη γνώριζε πως είχε καταφτάσει ο ατρόμητος μπάτσος και όλοι συνοφρυώθηκαν. Τι ήθελε εκεί; Γιατί να έρθει στην πόλη τους ένας τόσο γνωστός διώκτης του εγκλήματος; Α, έπρεπε να φυλαχτούν, να προσέξουν όσοι ήταν περιπλεγμένοι σε δολοπλοκίες κι ακόμα όλες οι γυναίκες κοιτάχτηκαν στους καθρέφτες τους, πήραν το πιο φιλάρεσκο ύφος για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του διάσημου επισκέπτη.
«Ο κλέφτης πρέπει να είναι από το σόι των Τρανταίων ή του Βούρκα, έχε τα μάτια σου τετρακόσια!» είχε τελειώσει την ενημέρωση ο αρχηγός. Ο Σενσιβέιλ πάντα είχε τα μάτια του ανοιχτά. Έτσι και τώρα που καθόταν στο γραφειάκι στο βάθος της βιβλιοθήκης, που του παραχώρησε η λιγδωμένη βιβλιοθηκονόμος. Μελετούσε τον Ρήγα Φεραίο αλλά ταυτόχρονα πίσω από τα μαύρα γυαλιά του ερευνούσε το χώρο. Κάποιος τον παρακολουθούσε σίγουρα, το νιωθε, γιατί τον έτρωγε ο σβέρκος του πάντα πριν από τέτοιες καταστάσεις, καθώς και το αίμα κυλούσε πιο γρήγορα στο δεξί του μπράτσο. Χωρίς να δείξει το παραμικρό συνέχισε να μελετάει για τον Ρήγα, που θυμήθηκε ότι από παιδί του είχαν μείνει πολλές απορίες για τη δράση αυτού του ήρωα που θεωρούσε πως δεν ήταν προβεβλημένος όσο έπρεπε από την Ιστορία που διδασκόταν ακόμα και σήμερα στα σχολεία. Δεν είχε την ανάλογη προβολή σε σχέση με τον Κολοκοτρώνη, τον Ανδρούτσο, τον Καραϊσκάκη κι αυτό ήταν αδικία κατά τον μπάτσο Σενσιβέιλ.

Οι λόγοι αυτής της λιγότερης προβολής του Ρήγα που το πραγματικό του όνομα ήταν Αντώνιος Κυριαζής- όλοι οι επαναστάτες έχουν ψευδώνυμο, σκέφτηκε καθώς ξανακοίταζε τις εικόνες αυτού του ανθρώπου που είχε σκοτωθεί για κάποια ιδανικά που σήμερα μάλλον ξεπερασμένα θα θεωρούνται. Οι Έλληνες τον έκαναν εθνομάρτυρα για





να τον πλαισιώσουν με τον Χριστιανισμό αλλά μάλλον αυτός ο επαναστάτης προς το άθρησκος έμοιαζε στον Σενσιβέιλ. Αυτό το συμπέρανε διαβάζοντας τις διάφορες μαρτυρίες και βιογραφίες του. Ο Ρήγας καταγόταν από εύπορη οικογένεια, άλλο ένα σημαντικό στοιχείο για να γίνεις επαναστάτης, πράγμα που υπερτόνιζε σε όσους φτωχομπατίρηδες ήθελαν να κάνουν την επανάσταση τους σήμερα, ο διάσημος ήρωας μας. Οι φτωχοί δεν μπορούν να κάνουν επανάσταση αλλά όταν την κάνουν θα είναι η πιο επιτυχημένη απ όλες τις επαναστάσεις που έγιναν μέχρι σήμερα, ήταν η θεμελιώδης αρχή του, παρ ότι άνθρωπος του κατεστημένου. Την προετοιμασία για την επανάσταση την είχε κάνει ο Ρήγας Φεραίος, αυτός ο οραματιστής, που είχε αναγκαστεί σε ηλικία είκοσι χρονών να σκοτώσει κάποιον Τούρκο και εξ αιτίας αυτού του γεγονότος να βγει στα βουνά. Έγινε δάσκαλος, επηρεάστηκε από τον Ευρωπαϊκό διαφωτισμό, έβγαλε χιλιάδες προκηρύξεις για την απελευθέρωση και ενοποίηση όλων των Βαλκανικών λαών, τύπωσε την Χάρτα της Ελλάδας και εν τέλει βρήκε απαίσιο θάνατο προδομένος όπως όλοι οι ήρωες, στραγγαλισμένος μετά των ομοϊδεατών του.
Εκείνο που ξαναέκανε μεγάλη εντύπωση στον Σενσιβέιλ για μια ακόμα φορά από τον Ρήγα ήταν ο θούριος. Έψαξε και βρήκε εκείνο το κομμάτι που τον έκανε ν ανατριχιάζει: »Καλλιώναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή/ παρά σαράντα χρόνους σκλαβιά και φυλακή». Δεν υπήρχαν σήμερα ανάλογοι άνθρωποι, ξανασυλλογίστηκε κοιτάζοντας πίσω από την πόρτα στο βάθος όπου η φιγούρα ενός μουλωχτού ανθρώπου τον παρατηρούσε. Αυτός έκανε πως δεν ενοχλήθηκε, πως δε συνέβαινε τίποτε και συνέχισε να πληροφορείται για τον Φεραίο. Έφτασε στο επίμαχο σημείο της Χάρτας. Τι ήταν αυτή η Χάρτα του Ρήγα; Κατ αρχάς ένα μεγάλο εκδοτικό κατόρθωμα της εποχής εκείνης. Το μέγεθος της ήταν 2,07 χ 2,07! Αποτελείτο δε, από δώδεκα φύλλα 50 χ 70 το ένα. Ένα από αυτά τα πρωτότυπα φύλλα είχε κλαπεί από την Κοβεντάρειο βιβλιοθήκη της Κοζάνης. Γι αυτό το λόγο βρισκόταν τώρα εκεί και κινδύνευε τη ζωή του ο Σενσιβέιλ.
Αφού τέλειωσε με τη μελέτη του Ρήγα, σηκώθηκε αποφασιστικά. Τα μάτια του πήραν το σκληρό ύφος, οι αισθήσεις του ήταν όλες σε επιφυλακή. Κινήθηκε στην αρχή ήρεμος προς το βάθος, έφτασε στην εσωτερική πόρτα και ξαφνικά την έσπρωξε δυνατά περνώντας και ο ίδιος στο σκοτάδι πίσω και μέσα της. Μια υπόκωφη κραυγή κι ένα πέσιμο κορμιού στο δάπεδο τον διαβεβαίωσε πως αυτός που τον παρακολουθούσε βρισκόταν πεσμένος χάμω. Έκλεισε για δευτερόλεπτα τα μάτια του να συνηθίσει στο σκοτάδι κι έβγαλε ταυτόχρονα το τριανταοχτάρι από τη θήκη. Ο τύπος στο βάθος είχε γλιστρήσει- πάντα οι κακοί γλιστράνε στο τέλος του έργου για να τους συλλάβει ο άνθρωπος του νόμου.
Με δυο πηδήματα αίλουρου ο Σενσιβέιλ έφτασε πάνω του και του κάρφωσε το πιστόλι στον κρόταφο.
-Λέγε ποιος είσαι, τι θέλεις εδώ και γιατί με παρακολουθείς! Του σφύριξε.
Ο άλλος έσφιξε τα μάτια, Φοβήθηκε.
-Όχι, μη! Μη με σκοτώσεις! Θα στα πω όλα!
Πιο εύκολη παραδοχή δε θυμόταν στην καριέρα του. Τράβηξε τον τύπο παράμερα.
-Λέγε! Του είπε σκληρά.
-Τη χάρτα την έκλεψε ο Τράντας, ο Αλκιβιάδης για να εκβιάσει το Δήμαρχο, επειδή δεν τον χωνεύει από μικρό παιδί. Έχουν προσωπικά από τότε.
-Αυτός σε έβαλε να με παρακολουθείς;;
-Ναι, κλαψούρισε ο άλλος.
-Το ξέρεις πως η παρακολούθηση αστυνομικού επισύρει ποινή φυλάκισης πέντε ετών;
-Πέντε χρόνια; Άνοιξε τα μάτια του πελώρια.. Μη σε παρακαλώ, εγώ δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, εγώ είμαι φιλήσυχος πολίτης, ο Τράντας με έμπλεξε…
-Να μάθεις να μη μπερδεύεσαι εκεί που δε σε σπέρνουν, του είπε ο Σενσιβέιλ περνώντας του χειροπέδες. Πάμε τώρα να συλλάβουμε και τον Τράντα.
Προχώρησαν προς το αρχοντικό των Τρανταίων, μπήκαν στην είσοδο. Κατέβηκε μια υπηρέτρια.
-Φώναξε μου τον Αλκιβιάδη! Πρόσταξε ο Σενσιβέιλ.
-Δε χρειάζεται μπάτσε! Εδώ είμαι, ακούστηκε από το πατάρι η φωνή του Αλκιβιάδη. Σε περίμενα. Πέταξε το όπλο και γύρνα με τα χέρια ψηλά! Μην κάμεις την παραμικρή κίνηση, σε σημαδεύω με την καραμπίνα και σε πληροφορώ πως στο στρατό πήρα άριστα στη σκοποβολή. Δ θα λυπηθώ πολύ να σου καρφώσω μια σφαίρα στην άμυαλη καρδιά σου.
Ο μπάτσος Σενσιβέιλ, μούδιασε. Πέταξε το όπλο και γύρισε αργά. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, έπρεπε να περιμένει να βρει την κατάλληλη ευκαιρία για να δράσει. Ήξερε καλά πως αυτού του τύπου οι παράνομοι είναι πολύ εύκολο να πατήσουν τη σκανδάλη κι αυτός δεν είχε καμιά διάθεση να συναντήσει τον άγιο Πέτρο.
-Τι το θέλεις το απόκομμα από τη χάρτα; Τι θα σε ωφελήσει; Ρώτησε για να κερδίσει καιρό.[ πάντα οι μπάτσοι σε τέτοιες περιπτώσεις ψάχνουν δευτερόλεπτα]
- Χαχα! Έκανε σαρδόνια, ο Τράντας. Θα τον πουλήσω στους Σκοπιανούς. Έπρεπε να ξέρεις πως από καιρό αυτοί προσπαθούν να κλέψουν τον ήρωα Ρήγα Φεραίο και να τον κάνουν δικό τους, συνέχισε και πλησίασε κοντά του στα τρία μέτρα
-Ξέρεις πως αυτό είναι Εθνική προδοσία;
-Τι μας λες! ποιος θα το αποδείξει; Εσύ δεν πρόκειται να ζήσεις, όπως και ο βλάκας που έβαλα να σε παρακολουθεί και σε ευχαριστώ που τον συνέλαβες. Η χάρτα σε λίγα λεπτά θα ταξιδεύει για τα Σκόπια, όταν εσείς οι δυο δε θα ζείτε. Λυπάμαι Σενσιβέιλ φέρθηκες πολύ ανόητα.
Το μυαλό του Σενσιβέιλ δούλευε πυρετωδώς, έπρεπε να δράσει. Είδε πως πάνω από το πατάρι ένας λύκος στεκόταν και τους έβλεπε.
-Δικός είναι ο λύκος; τον ρώτησε
Και καθώς εκείνος γύρισε για να δει ο ατρόμητος μπάτσος με ένα πήδημα όρμησε πάνω του. Του έπιασε το χέρι από τον καρπό, το σφιξε, έτσι που να παραλύσει. Η καραμπίνα ξέφυγε από τα χέρια του παράνομου. Ύστερα του χωσε δυο μπουνιές μια στα μούτρα και μια στο στομάχι. Τα υπόλοιπα έγιναν με διαδικαστικές κινήσεις. Ο μπάτσος Σενσιβέιλ είχε φέρει μια ακόμα δύσκολη αποστολή εις πέρας, παίζοντας τη ζωή του κορώνα γράμματα για να υπερασπίζεται την πατρίδα.



Ένα χάρτινο αεροπλάνο φτιαγμένο με τέχνη πετάει πάνω από μια γαλάζια λίμνη. Τα χρώματα γαλάζια, πράσινα και άσπρα. Μια χαρούμενη πραγματικότητα ήταν απλωμένη στο πρόσωπο του. Και γιατί να μην ήταν; Όλα του πήγαιναν καλά. Η υπόθεση Κοζάνη είχε λήξει, είχε γλιτώσει από το θάνατο παρά τρίχα κι έπρεπε ν ανταμειφθεί. Και η ανταμοιβή του ήταν που περίμενε τη Μάριον να χαρούν τον έρωτα τους.
Στην άκρη της λίμνης πάνω στο μοναδικό γκρίζο βράχο, καθόταν με ακουμπισμένο τον αγκώνα του δεξιού χεριού σε ένα υποθετικό τραπέζι και την παλάμη να αγκαλιάζει το απίστευτα λεπτό του πρόσωπο, ο μπάτσος του Σενσιβέιλ. Έχει μια ωραιότητα χυμένη στο πρόσωπο, ατενίζει το χάρτινο αεροπλάνο να συνεχίζει να πετάει πάνω και γύρω από τη λίμνη, έχει μια γλυκύτητα που σπάνια μπορείς να τη συναντήσεις σε άλλο πρόσωπο και μάλιστα άνθρωπο του νόμου. Γιατί τέτοιος είναι ο ήρωας μας. Ένας δαιμόνιος υποστηρικτής του δίκαιου, με μάτια πάντα ανοιχτά, έτοιμος να επιβάλλει παντού το νόμο.
Η αποστολή στην Κοζάνη είχε λήξει αισίως κι αυτός είχε εισπράξει όλους τους επαίνους από τον γκρίζο αρχηγό του όπως και από τη Μάριον που την περίμενε τώρα στην άκρη της λιμνούλας και έπρεπε να ξεχάσει τις ονειροπολήσεις αν ήθελε κάποτε να την κάνει γυναίκα του.
Η όμορφη Μάριον, που αργούσε να έρθει εξ αιτίας της δύστροπης μητέρας της που δε συμπαθούσε με τίποτα το μπάτσο Σενσιβέιλ.
Κι όπως πάντα, όταν δε θέλουμε να γίνουν έτσι τα πράγματα, αυτά ακολουθούν έναν άλλον δικό τους νόμο. Έτσι και τώρα. Πίσω από τη Μάριον που έφτασε για να τον αγκαλιάσει κατέφτασε και η άγρια Αντριάνα, παρέα με τον σκύλο Πάρε-Φύγε. Τους έστρωσαν στο κυνήγι κι ο καημένος ο Σενσιβέιλ προσπαθώντας να προφυλάξει τη Μάριον έφαγε τρεις σκουπιές από την Αντριάνα στο λεπτό του κεφάλι. Είδε τον ουρανό με τα άστρα αλλά δεν τον ένοιαζε. Αρκεί που ήταν κοντά του η Μάριον να τον κοιτάζει με τα υπέροχα μάτια της.

ΤΕΛΟΣ







 

ΤΈΧΝΗ ΚΑΙ ΑΛΚΟΟΛ..3

    ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΑΛΚΟΟΛ Μύθος ή πραγματικότητα; Ωμή αλήθεια: το αλκοόλ βλάφτει σοβαρά την υγεία. Μια από τις μεγαλύτερες εξαρτή...