ΜΙΑ ΜΕΡΑ
Φθινόπωρο
κι έβρεχε ασταμάτητα, το νερό έμπαινε
από παντού στο μυαλό, στις τρίχες της
μασχάλης, στις πατούσες, μέσα απ τις
σχισμένες κάλτσες και κάτι ζεστό ένα,
τεράστιο ένα, κυλούσε εκεί ανάμεσα στη
λευκότατη σάρκα της Πόπης που ήταν μόνο
εικοσιτριών χρονών και σκεφτόταν πως
αν δεν έχεις πάθη δεν είναι ανάγκη να
ζεις, κάποιος αλήτης της το είχε πει
αυτό, ενώ η ίδια είχε μια έκφραση παρθένας
που τραγουδούσε με το στομάχι, με την
κοιλιά, το της αγάπης αίματα, ωραίο
τραγούδι κι επαναστατικό κι αγαπησιάρικο,
καθώς αυτό ανάμεσα στη σάρκα της ήταν
μόνο από πίσω, κάτι μεταξύ εμβόλου
ένεσης, μπαινόβγαινε με συγκλονιστική
απόδοση κι αυτή ήταν σε μια κούνια
παιδική, τον Σεπτέμβρη του 1967, τα πόδια
της έφευγαν στον αέρα, τι ωραία να
κουνιέσαι στην κούνια πηγαίνοντας
μπροστά τεντώνεις τα πόδια ερχόμενη
πίσω τα μαζεύεις για να πάρεις φόρα, να
πάρει αέρα η σάρκα σου, χωρίς σλιπάκι.
Χωρίς κιλότα. Χωρίς βρακί.
Αυτό είναι
άκρως επικίνδυνο αν είσαι κορίτσι, γιατί
υποψιάζεσαι πως το τελευταίο που πρέπει
να χάσεις είναι η παρθενία, τι στο διάολο
χρειάζονται οι παρθένες, σε έναν τέτοιο
κόσμο που της άρεσε, α, ναι, της άρεσε
πολύ κι ας ήταν σκυμμένη με τα μούτρα
στο μωσαϊκό, εκεί που βλέπεις τα όνειρα
σου να πηγαίνουν χαμένα, και το τελευταίο
που σε νοιάζει είναι αν θα χάσεις την
παρθενιά σου και την άλλη μέρα ξυπνήσεις
μαϊμού, γιατί όχι, όλοι μαϊμούδες είμαστε
και τι ήθελε να πει ο ποιητής του έρωτα
Μιλτιάδης Μαλακάσης, σιγά μη την ένοιαζε
την Πόπη αυτή η παραξενιά μερικών ποιητών
κα κάνουν σεξ από πίσω, από πίσω εννοούν
την πίσω πόρτα του σώματος.
-Δε σου
αρέσει το οινόπνευμα; Ρώτησε ο Χένρι.
-Πίνω
μόνο σπέρμα, απάντησε η Πόπη.
Και τον
άφησε σύξυλο να μαζεύει Φθινοπωριάτικα
το νερό της βροχής που έπεφτε ασταμάτητα
στη Σκόπελο και αλλού αλλά τι νόημα θα
είχε αν αυτός την είχε αγαπήσει, όχι τη
βροχή αλλά την ευχαρίστηση να τη
χαστουκίσει εκείνο το απογευματινό που
η παιδική του φίλη έκανε κούνια κι αυτός
έβλεπε τα πόδια της να σηκώνονται στον
αέρα και κάτι άλλο σηκωνόταν μέσα του,
γι αυτό και τη χαστούκισε επειδή την
αγαπούσε αλλά εκείνη ήθελε μόνο σεξ,
τίποτε άλλο, σεξ, σεξ, σεξ. Σεξ απ ιλ ή
κάτι τέτοιο, υπέθεσε ο Χένρι και
συμμαζεύτηκε σαν τον σαλίγκαρο στο
καβούκι του θυμούμενος το γέρο πατέρα
του που ογδόντα χρονών κωλόγερος, αυτό
δεν μπορούσε να του το πει επειδή υπάρχει
σέβαση για τους γονείς στη Δυτική όχθη
του Ιορδάνη, υπενθυμίζοντας μια από τις
εντολές του Μωυσή πως πρέπει να τιμούμε
τους γονείς αλλιώς θα πάμε στην κόλαση,
ογδόντα λοιπόν χρονών αυτός που είχε
εκσπερματώσει για να γεννηθεί ο Χένρι,
είχε πει πως ο κόσμος μας είναι μια
τρύπα.
Μια τρύπα. Μια τρύπα.
Μια
τρύπα που δεν χρειαζόταν την επιβεβαίωση
του για να το αντιληφτεί αλλά και που
δεν του έφτανε σαν φιλοσοφία, τι σόι
άντρας είσαι εσύ που δε γαμάς τη γυναίκα
σου, του είπε με ευγενικό τρόπο η μητέρα
του, όσο μπορεί να είναι ευγενικό αυτό
αλλά υποθέτοντας πως το ανθρώπινο κρέας
μπορεί να είναι και νόστιμο μπορεί στο
μέλλον αν πεινούσε πολύ να έτρωγε τη
σάρκα της Πόπης, έτσι δε λένε; Πως
οι εραστές τρώνε τις σάρκες τους; Αλλά,
σίγουρα, φτάνεις κάποτε να μην σου αρέσει
πια η γυναίκα σου όσο κι αν αυτό μοιάζει
υπερβολικό για τους μονογαμικούς,
πενήντα χρόνια με την ίδια γυναίκα, με
το ίδιο κορίτσι που έκανε τραμπάλα στις
παιδικές χαρές των Ιονίων νήσων ή στην
καλύτερη περίπτωση που υιοθετούσε η
Πόπη πως το σπέρμα είναι πιο νόστιμο,
φτιάχνει επιδερμίδα κι αν ακούγεται
αισχρό παίρνω όλη την ευθύνη,
ρισπονσιμπίλιτυ, αφού όλοι αναλαμβάνουν
την ευθύνη, όπως όταν εκσπερματώνεις
νιώθεις να χάνεσαι, να πεθαίνεις μαζί
με τη δακτυλογράφο, μαζί με τη διαφημίστρια,
η τη διευθύντρια του πορνείου που σαν
γριά κότα έχει το ζουμί, στον καθρέφτη,
στο γυάλινο πάτωμα, στον εξώστη ή στις
βρώμικες δημοτικές τουαλέτες που έκανε
συνήθως έρωτα η Πόπη, διαλέγοντας ακόμα
και εραστές παντός καιρού αν αυτό ήταν
το πρόβλημα της επειδή είχε απορρίψει
το αλκοόλ και προτιμούσε το σπέρμα
αφήνοντας το πρώτο να το πίνει ο εκάστοτε
άνομος εραστής της καθώς ο Χένρι της
έλεγε για πολλοστή φορά πως την αγαπούσε
και τα μάτια του είχαν γίνει κόκκινα,
κατακόκκινα, όπως είναι τα μάτια των
ερωτευμένων.
-Και θα ζήσουμε για πάντα
μαζί; τον ειρωνεύτηκε η πουτάνα Πόπη.
-Ναι,
την επιβεβαίωσε φτύνοντας μια ροχάλα
φτηνό αίμα και ρίχνοντας της μια στριφνή
σφαλιάρα στο δρόμο προς την ισότητα των
δυο φύλων.
-Φύγε ρε καριόλη! του σφύριξε
αυτή από κατάχαμα.
Τα ανθρώπινα
συναισθήματα είναι από πανάρχαια
εχθρικά, στιγμιαία, πολλοί θα με
κατηγορήσουν για όλα αυτά τα ρήματα,
είναι εύκολο να σου ρίξουν στάχτη στα
μάτια, είπε ο Χένρι, μπορούν να σε πουν
ξεδιάντροπο μη γνωρίζοντας πόσην
ξετσιποσύνη κουβαλούν οι ίδιοι μέσα
στην άχαρη ζωή τους όπως ισχυρίζεται ο
άλλος των ποιητών Κώστας Καρυωτάκης,
αν και οι άνθρωποι μισούνται ή σκοτώνονται,
αυτή είναι η μοίρα των ανόητων που κάποτε
σαν θεατές κοιτούν κατάματα στον καθρέπτη
την αλήθεια που δεν μπορούν να παραδεχτούν
και για αυτό ο Χένρι προσπάθησε να δεχτεί
την πραγματικότητα όπως είναι, δηλαδή
ότι είναι Φθινόπωρο και βρέχει και πως
το σπέρμα μπορεί να είναι χρήσιμο στα
μούτρα μιας γυναίκας, αφού έτσι τα
έφτιαξε ένας θεός που δεν ήξερε ή δε
χρειαζόταν να λέει τη λέξη θεός αλλά
αφού την χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι,
μπορούσε κι αυτός να κάνει το ίδιο για
να μην ξεχωρίζει από τον όχλο.
Η Πόπη
σηκώθηκε απ το κατάχαμα, απ το κάτω του
πεζοδρομίου, άναψε ένα τσιγάρο, ο Χένρι
συνέχιζε να φτύνει την υπόληψή του, ο
όχλος τους κοίταζε με συμπόνια, άλλο κι
αυτό! Να σε κοιτάζει ο όχλος με λύπηση
και παρ όλα αυτά ο Χένρι, μαζεύω τις
λέξεις όπως μου γουστάρει, όχι όπως
θέλετε εσείς, παρ όλα αυτά ο Χένρι ήταν
συμπαθής, το ίδιο και η Πόπη, που σε λίγο
τον αγκάλιασε και προχώρησαν κοιτάζοντας
τον όχλο απορημένοι επειδή δεν καταλάβαιναν
ότι έπρεπε να πάρουν δρόμο και να μην
ασχολούνται για το τι θα γίνει η αγάπη
τους κι αν θα ζούσαν μαζί τα επόμενα
χρόνια τους.
ΤΕΛΟΣ
Όπως και να το δεις πάντα η ζωή ήταν δύσκολη για τους φτωχούς αλλά παλαιότερα είχαν τουλάχιστον το όραμα μιας επανάστασης. Τώρα κι αυτό το λαμπάκι έσβησε: δε θα γίνει ποτέ η επανάσταση των φτωχών. Λόγω ασυμφωνίας στο τι είναι φτώχεια αλλά κι επειδή δεν φαίνεται στον ορίζοντα κανένας Σπάρτακος.
Σαν
το μικρό τριαντάφυλλο
σαν
άσπρο χελιδόνι
αχ,
της ασχήμιας πήρα τον καιρό
η
ταρακουνημένη.
Συνεκδοχικά, ένα έργο τέχνης πρέπει να είναι "ωραίο" έχοντας κατά νου τη στενότερη ή ευρύτερη σημασία, ετυμολογικά. Ένα έργο τέχνης πρέπει να φτιάχνει τη διάθεση του θεατή, να προβληματίζει. Όμως, ένα "άσχημο" έργο τέχνης που κατακερματίζει το ανθρώπινο σώμα, ταυτόχρονα και πνεύμα, δε βλέπεται, δε φτιάχνει την ευχαρίστηση και κατά συνέπεια δεν πωλείται. Ένα έργο τέχνης, συνεκδοχικά πρέπει να είναι "άνθος".
Ένα από τα μεγαλύτερα κακά στην Ιστορία των ανθρωπίδων υπήρξε η θρησκεία. Σε όλους τους πρωτόγονους και μεθεπόμενους πολιτισμούς επικρατούσε η άποψη πως κάποιος ή κάποιοι θεοί έφτιαξαν τον κόσμο. Οι σημερινοί άνθρωποι δεν έχουν ανάγκη από θεούς. Κανένας δεν έφτιαξε τον κόσμο. Υπάρχει από μόνος του.
Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, πριν από πολλά χρόνια. Έμενα τότε σε μια τρώγλη, στην Κυψέλη. Ένα χαμόσπιτο ήταν από εκείνα τα παλιά που υπάρχουν μερικά τέτοια ακόμα και σήμερα. Το διατηρούσα όμως περιποιημένο, εργένης πολλά χρόνια, δεν ήμουν βέβαια και μεγάλος, καμιά τριανταριά χρονών και δούλευα μέχρι πρότινος σ΄ ένα σιδηρουργείο. Και λέω μέχρι πρότινος, γιατί με είχε απολύσει, τ΄ αφεντικό, μέρες Χριστουγέννων. Δεν έχει δουλειές Νίκο, δε βλέπεις τι γίνεται; Τα βλέπεις κι από μόνος σου, άμα συνεχίσει έτσι θα το κλείσω, με καταλαβαίνεις; μου είπε το αφεντικό, ένας κωλοπετσωμένος Πελοποννήσιος. Ανθρωπάκι ήταν, όλη μέρα στη μουντζούρα, στις λαμαρίνες και τα αμόνια. Κι εγώ τα ίδια, έκανα, έσφιγγα-ξέσφιγγα τη μέγγενη αλλά τώρα μου σφιγγε και μένα τη ζωή μια τέτοια. Αποζημίωση δε μου έδωσε, ασφαλισμένος δεν ήμουν, ξέμεινα χωρίς δεκάρα γιορτινές μέρες. Τι θα έκανα; Σκέφτηκα να πήγαινα στη Μαιρούλα, μια φιλενάδα που είχα, το κανα αλλά με διωξε. Άμα είσαι μπατίρης κανένας δε σε θέλει. Έτσι με είχε πιάσει απελπισία, η κρίση ήταν πολύ μεγάλη, όπου κι αν ζήτησα δανεικά, πήρα αρνητικές απαντήσεις. Όλοι έτρεχαν δεξιά κι αριστερά, έκαναν τα ψώνια τους ετοιμάζονταν για τις γιορτές. Κάτι είχαν αυτοί, εγώ είχα ξεμείνει με το τελευταίο πενηντάρικο σε δραχμές, τι να το κανα; Πήγα στο φούρνο, πήρα μια φραντζόλα και την έτρωγα όλη μέρα. Η πείνα είναι δύσκολο πράγμα κι άμα δεν έχεις λεφτά, πεινάς ακόμα περισσότερο. Στην απελπισία μου σκέφτηκα να κλέψω, αλλά τι; ποιόν; Δεν το είχα κάνει ποτέ αυτό το πράγμα, ήμουν φτωχός μα τίμιος. Κι έπειτα πίστευα και στο θεό που μας είχε αφήσει την εντολή, ου κλέψεις. Το βράδυ, βγήκα στο καφενείο, πάνω απ την πλατεία Κυψέλης. Πήγαινα συχνά εκεί, μπορεί να εύρισκα κανέναν γνωστό και κάθισα σε μια γωνιά. Ήρθε ο καφετζής, στάθηκε από πάνω μου και με κοίταζε, όχι τώρα, του είπα κι έφυγε μουτρωμένος. Σε λίγο, ήρθε κοντά μου ο Τάκης, ένας φίλος που κάναμε κάμποση παρέα. Τι θα πιούμε; μου είπε και κάθισε στο τραπέζι μου. Κερνάω, λέγε! Φέρε κανένα ούζο, είπα και έφερε ο μουτρωμένος καφετζής που χαμογελούσε ηλίθια τώρα. Ο Τάκης έβγαλε ένα μάτσο χιλιάρικα και προπλήρωσε. Πληρώνω πάντα ότι έρχεται στο τραπέζι, γιατί οι κουφάλες οι καφετζήδες μετά μας ρίχνουν στο μέτρημα, μου είπε και γελούσε. Καλός ήταν, τον είχα βοηθήσει μερικές φορές, όταν είχε έρθει σε δυσκολίες, γι αυτό, σκέφτηκα πως θα με δάνειζε κανένα ψιλό, να περάσουν οι γιορτές και μετά θα έβλεπα. Ήρθαν τα δεύτερα ούζα, ξαναπλήρωσε, έφτιαξε λίγο το κέφι μας, ο Τάκης ήταν λίγο αμπλαούμπλας, έλεγε διάφορες κουβέντες για γκόμενες. Ώστε δεν έχεις δουλειά, ε; και τι θα κάνεις τώρα; Έχω κάτι υποσχέσεις για μετά τις γιορτές του είπα ψέματα. Θα με δανείσεις κάνα δυο χιλιάρικα; τόλμησα. Α, δανεικά φίλε δε δίνω. Ορκίστηκα στη μάνα μου, δεν μπορώ να πατήσω τον όρκο μου, ότι άλλο θέλεις. Να πιούμε να σε κεράσω όσο θέλεις.. Τι άλλο να ήθελα; Καλά, του είπα, εγώ σε έχω δανείσει κάμποσες φορές. Ε, εσύ δεν έχεις πάρει όρκο, επέμενε. Και τότε μου ήρθε η ιδέα να τον κλέψω. Θα πήγαινα στο σπίτι του κι αυτός μόνος του έμενε, σε μια άλλη τρώγλη λίγο παραπάνω και αν ήμουν τυχερός, συνήθως άφηνε ανοιχτή την πόρτα του, είχα πάει πολλές φορές στο σπίτι του, θα έμπαινα μέσα και θα του έπαιρνα τα λεφτά. Έτσι, γιατί μου την έσπασε με τους όρκους του. Τον ήξερα, άμα έπινε γινόταν στουπί και δεν καταλάβαινε τίποτε. Κι έστρωσα το σχέδιο μου. Φέρε να πιούμε, έλεγα στον καφετζή, εγώ είμαι γερό ποτήρι, δε με πιάνει εύκολα. Και κάποια στιγμή, θα είχε πάει δώδεκα-μία, σηκωθήκαμε να φύγουμε. Άιντε καληνύχτα, μου τσέβδισε παραπατώντας. Καληνύχτα, του είπα κι έστριψα στην πλατεία. Κάθισα στο παγκάκι να περάσει κάμποση ώρα, κοίταξα το ρολόι, πέρασε μια ώρα, τώρα θα έχει κοιμηθεί, σκέφτηκα κι ανέβηκα στο στενό δρομάκι που ήταν το σπίτι του. Νυχτοπατώντας, γύρισα το πόμολο με λίγη ταραχή αλλά δε μ ένοιαζε. Πράγματι ήταν ανοιχτή η πόρτα. Όσο πιο ήσυχα γινόταν, αφού συνήθισα στο σκοτάδι, τον είδα που κοιμόταν του καλού θεού. Ροχάλιζε σαν γίδι. Έψαξα γύρω, βρήκα το πανταλόνι του σε μια κρεμάστρα. Έπιασα το μάτσο με τα λεφτά, ξεχώρισα τα μισά, δεν ήθελα να τον αφήσω χωρίς μία, αν και του άξιζε και βγήκα αθόρυβα σαν γάτα στο δρόμο. Κατηφόρισα στην πλατεία με κάποια αγωνία και φόβο γι αυτό που είχα διαπράξει. Σταμάτησα στην πλατεία, το περίπτερο ήταν ανοιχτό. Πήρα τσιγάρα, άναψα ένα και το κάπνισα στο παγκάκι. Τον Τάκη, από τότε δεν τον ξαναείδα. Μυστήριο πράγμα, λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε.
Ω! Να περάσουμε μια ζωή χρυσή!
Η κοκκινοσκουφίτσα φίλησε τον λύκο στο δάσος!
κι έτσι η χαρά είναι και δική μας.
Θα είναι μισή δική μας.
Αν και τα πλοία έφευγον
Η Ελλάδα είναι η ποιητικότερη πατρίδα του κόσμου
Όποτε απουσιάζουν τα ξύλινα τείχη ο τόπος μου κινδυνεύει
και πάντα ένας Κόκκινος κίνδυνος, Ρούσικης υπόσχεσης
από τους Ορλόφ μέχρι σήμερα υποστηρίζει σάπια σανίδια.
Τα πλοία έφευγον
Η Ελλάδα μένει, δεν πεθαίνει
πως να πεθάνει κάποιος που είναι αθάνατος;
κι οι Έλληνες συνεχίζουν να μοιάζουν με Κολοκοτρώνικους σουγιάδες.
Για όσους δεν κατάλαβαν τι είναι ασυλία: Ασυλία είναι όταν έχεις πονόδοντο και σου βγάζουν αμέσως το δόντι.Εσένα. Το δόντι. Να μην πονάς.Όσοι δεν έχουν ασυλία δεν έχουν ..δόντι. Άστους να πονούν.
Χαρίσματα ενίοτε, ζωγραφίζω από πέντε αιώνες, άλλοτε γράφω, σπουδάζω τέχνες και ζωή, κουράστηκα τις συμβουλές, αρνήθηκα όλες τις ενοχές, σεβάστηκα την ανθρώπινη αδυναμία, κόλλησα σε έναν κορμό δέντρου την υποψία να γίνω καλύτερος, φοβάμαι το πρόστυχο, χτυπώ μια μπουνιά στον τοίχο και το χέρι μου δε ματώνει, είναι σπουδαίοι κάτι άνθρωποι λέω, εκείνοι που δεν παίρνουν τη μπουκιά από το στήθος του τριαντάφυλλου, αυτοί που αρνούνται να δεχτούν εύκολα την τρύπια εικόνα ενός χαλασμένου κόσμου, βολεμένου στη θέα του χαρτονομίσματος, που λυπάμαι γιατί έγινε έτσι, επειδή το βλέμμα κοιτάζει το άπειρο, πέρα από τα σύννεφα, προσπαθώντας να ξακρίσω το καλό σιτάρι που όμως κι αυτό δε φτάνει να σταματήσει την ανθρώπινη δυστυχία και, ίσως τα καλύτερα όπλα που αγάπησα να είναι τα πινέλα και η γραφίδα.
Κάτω από
το τασάκι υπήρχε μια λέξη ή μια φράση
σαν μια χαρτοπετσέτα που τη χρησιμοποιούμε
για να σφουγγίσουμε μια ιστορία σαν
αυτή με την γυναίκα των τριάντα χρονών,
όμορφη, κρυστάλλινη κι αν ο έρωτας χτίζει
παλάτια, η αγάπη τα γκρεμίζει, έχοντας
τη διάθεση ν αλλάξει τον κόσμο, αυτό
σκεφτόταν αναποφάσιστος αν θα έπρεπε
να σηκώσει το τασάκι για να δει τη φράση
ο Οδυσσέας, δεν είχες πιο πρόσκαιρο άλλο
όνομα για αυτόν τον μαρτυρικό επιστροφέα
που ούτως ή άλλως σκάλιζε τη νύχτα σε
κάποιο καταγώγιο της πλατείας Ομονοίας
ενώ όλος ο κόσμος μύριζε την υπέροχη
βρωμιά του γυνακείου, όταν εμφανίστηκε
η αδιόρατη μεμβράνη.
-Καλησπέρα, είπε
δειλά και κάθισε δίπλα του.
Την κοίταξε
που χαμήλωνε το βλέμμα, που έπαιζε τις
βλεφαρίδες σα μια πεταλούδα που αύριο
θα πέθαινε, αυτός ο κόσμος δεν είναι για
όλους, αναλογίστηκε καταχρηστικά, ποτέ
δεν είχε καταλάβει τι χρειάζονταν οι
καταχρηστικές προθέσεις, αλλά η Χρύσα
ξαναφορώντας όλα τα ωραία κοσμήματα
της, δέκα βραχιόλια, πέντε υποψίες
ανθρώπινης εικασίας στο λαιμό, ήταν
όμορφη και το γνώριζε.
-Θα πάμε κάπου
αλλού; ρώτησε λες και βρίσκονταν για
πρώτη φορά στο φεγγάρι.
Ο Οδυσσέας
όταν την είχε γνωρίσει, είχε σκεφτεί
απερίφραστα πως ήταν μια ανόητη γυναίκα
που δεν είχε που ν ακουμπήσει την πλάτη
της, αυτός ήταν ήδη πενήντα χρονών και
νόμιζε πως οι άνθρωποι των πενήντα δεν
κάνουν ανόητες πράξεις, όταν πρότεινε
να φύγουν παρέα με το γιατρό που φευγαλέα
σκέφτηκε πάλι ο Οδυσσέας πως θα είχε
ξαπλώσει κάποτε μαζί του κι εκείνη το
αρνήθηκε αργότερα με πείσμα μιας αθώας
πόρνης.
Το βράδυ ήταν υπέροχο. Κάθισαν
σε ένα τραπέζι για πλούσιους, η Χρύσα
άστραφτε μόνο γι αυτόν, έφαγαν ήπιαν, ο
γιατρός πήρε την καινούργια, καμιά σκέψη
για ιδιαίτερη τέχνη του γράφειν, πρόκειται
για μια σκληρή ιστορία περιστάσεων,
πήγαν στο σπίτι του, το δικό του, η Χρύσα
τον πήρε κάτω απ το σεντόνι, τύλιξε τα
όνειρα του σε μια μαρμαρόσκονη, τι
θέλουμε να πούμε τώρα εδώ, αν όχι την
ομοιοκαταληξία του δέρματος;
-Έχεις
το πιο ωραίο δέρμα! αναφώνησε η Χρύσα.
Γιατί θα
έκρυβε κάτι αυτή αθώα ιστορία αν δεν
υπήρχε εκείνο το βράδυ μετά από δυο
χρόνια που έκαναν έρωτα ασυλλόγιστα
στο δάπεδο του μωσαϊκού; Πολλές φορές
είχε σκεφτεί αυτό το δάπεδο με καρφωμένη
την πλάτη της Χρύσας από κάτω αλλά εκείνο
το βράδυ είχε πιει πολύ και βαριόταν
τις ιστορίες όλου του κόσμου κι έτσι
την πήρε τηλέφωνο, λέγοντας ένα, έλα, σε
περιμένω στο δάπεδο κι εκείνη αρνήθηκε
με πείσμα, όχι δεν έρχομαι, έλα εσύ εδώ
στο δικό μου δάπεδο.
Πήγε περνώντας
από συμπληγάδες, τώρα λέξη είναι αυτή;
Και αναλογιζόμενος τις ευθύνες ενός
σύγχρονου ανθρώπου, φοβήθηκε τα αλκοτέστ
και όλες τις πρόχειρες βαναυσότητες
αλλά έλα που υπήρχε πάντα η μυρουδιά
του δέρματος;
Φτάνοντας σε ένα σπίτι
που κατοικούσαν οι θεοί δεν μπορούσε
να μη σκεφτεί ποιος ήταν δίπλα, ποιος
άλλος κατοικούσε στο σπίτι της ερωμένης
του; Μη σε νοιάζει, είναι ο πατέρας μου,
ενενήντα χρονώ, δε βλέπει, δεν ακούει,
μη σε νοιάζει και ο Οδυσσέας είδε ή
πρόλαβε να δει, μια σκιά χωμάτινη να
διαβαίνει από τη μια πόρτα στην άλλη,
ενώ αυτός έξυνε το δέρμα της Χρύσας που
ήξερε ή έσφυζε από μια ζωή κυλισμένη
στο χρώμα του οπίου αλλά που τώρα είχε
ξεφύγει κι αναζητούσε στο πρόσωπο του
Οδυσσέα την ελευθερία των ίσων.
-Τώρα,
ανατρίχιασε, πάμε έξω! Πάμε να δούμε τον
κόσμο μέρα!
Κάτω απ το
τασάκι υπήρχε μια λέξη, βέβαια, όταν
έφτασαν ήταν πέντε το πρωί λίγο πριν
χαράξει ο σκληρός διαβήτης το καινούργιο
πλάνο, γύρω από την Ομόνοια, γύρω από
τον κόσμο της βρώμικης νύχτας που τα
καταγώγια κοιμούνται και ξυπνούν τα
ολέθρια όνειρα πως η ζωή δεν είναι
τίποτα, ένα μηδέν, ποιος σέβεται τον
Έντγαρ Άλαν Πόε και τι νόημα έχει ένα
πρόχειρο ή ψεύτικο καπό ενός παλιακού
αυτοκίνητου πέντε ή ώρα το πρωί κάποιου
Σαββάτου, όταν την αγκάλιασε, λες και
ήταν άσφαλτος, λες και μύριζε αυτό το
μαύρο με τα λίγα άσπρα χαλίκια, θες να
με πάρεις εδώ; ρώτησε σιγανά η Χρύσα κι
αυτός κατέβασε μέσα σ αυτόν τον κόσμο,
την κυλόττα της, έβγαλε όλα τα δικά του
ρούχα, γυμνός πέντε η ώρα το πρωί κάποιου
Σαββάτου στην Ομόνοια, η Χρύσα πέταξε
και την τελευταία ικμάδα της στα μάτια
των μπαλκονιών που άνοιγαν οι γειτόνισσες,
ο Οδυσσέας κόλλησε πάνω της, πρέπει να
δώσουμε την εικόνα, τα μάτια από τις
πολυκατοικίες, τις γλάστρες που ξυπνούσαν,
τον ανέραστο εραστή, τη φαλακρή
τραγουδίστρια, τον Σαββόπουλο που
περνούσε απέναντι με την Δημοσθένους
λέξη, κι αν βγω απ αυτή τη φυλακή, τι
ανοησία τέτοια ώρα που αυτοί γαμιόνταν,
οι άλλοι να σκέφτονται τη δικιά τους
ευτυχία αλλά κανένας δεν ήταν έτοιμος
να δεχτεί αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα
που έβλεπαν μπροστά τους.
-Νομίζεις
πως είσαι αθάνατος; ρώτησε η Χρύσα γυμνή
στην παραλία της Ομονοίας.
Ο Οδυσσέας
σκάλιζε ή σκεφτόταν τι να ήταν κάτω από
το τασάκι, γυμνός κι αυτός, περήφανος
δίπλα της, ξέρεις αυτό το καινούργιο
ύφος της λογοτεχνίας γεννάει καινούργιους
Ομήρους, δεν υπάρχουν άλλες λέξεις για
να φτιάξουμε ή να σκαρφιστούμε,
περιγράφοντας το δράμα ή την ευτυχία
και αν όλοι αυτοί μαζί μπορούσαν να
χαρούν επειδή όντως, της είπε πως θα
παντρευτούν, άρα τότε άλλαζαν οι
διαδικασίες, οπότε τα μπαλκόνια
χαμογέλασαν, έκλεισαν όλα τα παντζούρια,
σκέφτηκαν οι άνθρωποι πως αυτοί οι δυο
γυμνοί της πλατείας Ομονοίας είχαν
δίκιο, οπότε γιατί να μιλάμε περί
λογοτεχνίας, κάνοντας περικοπές ή
αφαιρέσεις.
Κάτω απ το τασάκι
υπήρχε η λέξη σ αγαπώ.
Είναι
ορισμένα πράγματα που μεγαλοποιούν τις
πράξεις των ανθρώπων, σαν αυτή τώρα του
Ντάφλου. Εγώ τότε διάβαζα μετά μανίας
όλα τα κλασσικά βιβλία. Ότι εύρισκα
μπροστά μου. «Θα κουτοβαρεθείς καημένε!»
μου λεγε ο Ντάφλος. Άσε εκείνος ο Σταυρέας.
«Δε βγάζουν ψωμί αυτά που κάνεις,» μου
είπε μια μέρα που με βρήκε κατάχαμα να
ζωγραφίζω και να διαβάζω. «Τι είναι
αυτά;» λες και έβλεπε σίχαμα. Το είπε
στον πατέρα μου. «Μην τον αφήνεις να
ζωγραφίζει και να διαβάζει, θα πάθει το
μυαλό του»
Τέτοιος ήταν ο Σταυρέας,
χουντικός, γουρούνι του κερατά. Έτσι
τον μελετούσα και το είπα στο Ντάφλο
αλλά εκείνος δεν έμοιαζε να νοιάζεται
για τέτοια πράγματα και τα πολιτικά,
τουλάχιστον τότε.
Εν πάση περιπτώσει
που κοπανάει συνέχεια και ο πατέρας
μου, έλεγα για τις πράξεις που μεγαλοποιούν
την εικόνα ενός ανθρώπου. Αρνητικά ή
θετικά. Σκηνή σαν αυτή που ξετυλίχτηκε
εκείνο το απόγευμα στην αυλή-τι απόγευμα,
είχε βραδιάσει για τα καλά- μου θύμισε
εικόνες από άλλες εποχές, άλλα βιβλία,
ξένους, μυστηριακούς τόπους και ήρωες.
Ο Ντάφλος είπαμε, είχε γίνει δαυλί. Η Μαγδαληνή στεκόταν ανήμπορη κι απορημένη στην πόρτα κι ο πατέρας μου άκουγε το παραμιλητό του Ντάφλου. Τι του έλεγε; Πως καλά έκανε που παντρευόταν και θα νοικοκυρευτεί, πως έπαιρνε την καλύτερη γυναίκα και πως τώρα θα δεις μπάρμπα-Φώτη, θ αλλάξουν όλα. Κι ύστερα πάλι το γυρνούσε. Τι τα θέλεις μπάρμπα-Φώτη, να σου πω κάτι; Πες έγνεφε ο πατέρας μου. Να σου πω κάτι; Τι τα θέλεις; Ο γάμος είναι σκλαβιά και οι γυναίκες για σκότωμα. Όλες, να! έτσι τσίτωμα με το πιρούνι θέλουν! Και το κάρφωνε στο τραπέζι.
Ώσπου
δεν άντεξε άλλο η Μαγδαληνή. Σηκώθηκε
πάνω μπαρουτιασμένη, του πέταξε πέρα
το χέρι κι έκανε να φύγει. Αλλά αυτός
την πρόλαβε. Σηκώθηκε τρεκλίζοντας και
τη σβούρισε. Την έφερε απέναντι του και
της έσκασε ένα τρανταχτό σκαμπίλι.
Ύστερα δεύτερο και τρίτο. Εκείνη ούρλιαζε
με το πρόσωπο στα γόνατα κουκουβισμένη.
Σηκώθηκε
η γειτονιά στο πόδι. Άντρες, γέροι,
γυναίκες, παιδιά, κρεμάστηκαν σα
μελισσολόι στα κάγκελα της αυλής να
κοιτάζουν απορημένοι κι ο Ντάφλος να
φωνάζει
-Σήκω πάνω μωρή! Σήκω πάνω μη
σου γαμήσω τον κερατά που σε πέταγε.
Σήκω πάνω μωρή! Κι εκείνη να κλαίει.
Κάποια
στιγμή σηκώθηκε. Ο Ντάφλος κοίταζε όλους
τους άλλους αγριεμένος. Ύστερα την πήρε
αγκαλιά, της σκούπισε τα μάτια και φύγανε
τρεκλίζοντας.
Έτσι, χωρίς μια καληνύχτα.
Να προλάβεις ν απολαύσεις την υστεροφημία σου! Απλά είναι τα πράγματα: ας πούμε ο Μίκις απόλαυσε ένα μέρος της υστεροφημίας του...ο Κα...