Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

ΠΟΊΗΣΗ ΚΑΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΉ.

 ΠΟΊΗΣΗ ΚΑΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΉ 

Κάθε ένας πίνακας και κάτι από έναν ποιητή. Δεν είναι προσωπογραφίες. 

Αλλά κάτι χαρακτηριστικό από αυτόν και ένας-δυο στίχοι του.

 Εδώ η... αφεντιά μου.


 

 


Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

ΜΑΡΙΛΈΝΑ.

 


 

Δύσκολο να πεις αυτό που σκέφτεσαι, είπε η Μαριλένα, καθώς ο Τζον την κοίταζε από το φεγγάρι, νέος ήταν μπορούσε να πηδήξει από κει πάνω αλλά ο κόσμος ήταν το σκοτάδι που έκρυβε μέσα της η Μαριλένα και η ανοησία του Ντικ, ή του Παναγιώτη και του Βασίλη, ίσως και η Αντωνία, καλοβαλμένη να πλησιάζει έναν-έναν τους εραστές του Τζον, δεν έχω έρεισμα, είπε και ο κρότος των λόγων έκανε στροφές για να περάσει από αυτό το ποτάμι, είναι αδύνατος ο μύθος, εγώ δεν είμαι για έτσι, στέγνωσε ένα πικρό ύφος, για να με κερδίσεις χρειάζεται να φας πολύ μέλι. Εγώ δεν είμαι για έτσι, υπονοούσε μια ιδιαιτερότηα ύπαρξης, πως δεν άξιζε να της συμπεριφέρονται ούτως οι άντρες ή και οι γυναίκες, αν την θεωρούσαν υποδεέστερη αλλά δεν μπορούσε ν αλλάξει την εικόνα, η εικόνα είναι αυτό που βλέπουμε, τίποτε άλλο και πάρα πέρα.
Ο Μπεν και ο Τζωρζ ήταν από το Μπέρμιγχαμ ο ένας χοντρός και ο άλλος υπόχοντρος, αδυσώπητοι χτυπούσαν ρυθμικά τα δάχτυλα τος στο ξύλο περιμένοντας με αδημονία το επόμενο. Το κεφάλι τους μετρούσε τον ρυθμό.
Βββ Κι αμέσως η Μαριλένα τους έδωσε ένα φιλικό χτύπημα στο στήθος που ο Τζον το κατάλαβε σαν ερωτικό αντίκρισμα και θα ήταν καλύτερα ν αποχωρήσει απ τη σκηνή, ενώ ο ουρανός σκοτείνιαζε. Σκοτείνιαζε οικειοθελώς. Πολλοί είμαστε μόνοι. Μόνοι, όταν χρειαζόμαστε άλλον έναν.
Τι κάνεις εκεί;
Ήταν μια δύσκολη ερώτηση, κοιτάω τον ουρανό που σκοτεινιάζει ή πλέκω με τον άνεμο λόγια που δεν έχουν ειπωθεί, αισθάνομαι μόνος σε έναν κόσμο που υπάρχουν πολλοί, είπε ο Ντικ και κανείς δεν του απάντησε και μόνο η Μαριλένα στεκόταν ακόμα γυμνή στο σκοτάδι που έπεφτε ραγδαία στους ώμους, στα χέρια και λίγο πιο κάτω από εκεί που ήθελε να μην υπάρχει η ντροπή, ίσως και η αγάπη, να είπες μια δύσκολη λέξη και είναι καλύτερα να μην πάει παρα πέρα ένας - ένας με μια ελεύθερη γυναίκα. Ενώ ο Μπεν και ο Τζωρτζ σταμάτησαν να χτυπούν τα δάχτυλα τους στο ξύλο και μουσικομανείς άνοιξαν τα αφτιά τους ν ακούσουν όσα ήθελαν να πουν, πάντα σε φόρμα. Ο Τζον και η Μαριλένα, άφησαν έναν πνιχτό ουρλιαχτό για την πεποίθηση τους πως ο κόσμος θα ήταν καλύτερος χωρίς αυτοί οι δυο να ενωθούν ποτέ, Γιάννη, είπε η Μαριλένα, καλύτερα να μείνουμε φίλοι, δεν πειράζει που με είδες γυμνή, εγώ δε σε είδα, αλλά μ αρέσεις, είσαι όμορφος, λάμπεις σ ένα σκοτάδι που υπάρχω εγώ, εγώ και οι άλλοι, που ορκίζονται στην τιμή τους, εγώ δεν έχω τιμή, αξίζω πολλά, δεν είμαι για έτσι.
Στο μισοσκόταδο, ο Γιάννης, ρουφούσε τις ρόγες ενός σταφυλιού, σάλπιζε την τρυφεράδα, πως κάποτε θα ήταν για πάντα δικιά του, όχι η τρυφεράδα, νέος ήταν εκ γενετής ηλίθιος, έπρεπε, οπωσδήποτε να ενηλικιωθεί, να γίνει πιότερο έξυπνος, φορώντας μια κουκούλα μέχρι επάνω, δεν έλεγε και τίποτε μια Μαριλένα στο σκοτάδι, α, μια πουτάνα του σοκακιού, ζζζ, άκουγε ακόμα τα τζιτζίκια σκαρφαλωμένα σε κορμούς πεύκων με γυαλιστερά μάτια, αλλά ένιωθε τόσο μόνος και θαρραλέοι άνθρωποι δεν υπάρχουν παρά μόνο όταν είναι νέοι, αψίκοροι και βγήκε απ το μικρό πορτάκι, το τόσο δα, αναψοκοκκινισμένος που παράβλεψε τους νόμους της οικειότητας, βλέποντας ολόγυμνη την Μαριλένα, που παρ όλα αυτά, είπε πως ποτέ δεν ήταν καλύτερα.
Γγγγ.
Τρία τσίπουρα! Παράγγειλε ο Τζον ή ο Γιάννης κι όλοι έμειναν κάγκελο κι άναψαν τσιγάρο με ευχαρίστηση, αγαλλιάζοντας σαν άγγελοι, ήσσονες με μικρά γόνατα, χαλύβδινοι, σιδερένιοι με μυώδεις γάμπες, ο μύθος συνεχίζει να μην υπάρχει, τι πιο πολύ αξίζει στη ζωή, εξόν από μια γυμνή γυναίκα που την είδες στο σκοτάδι ν ανεβάζει τα εσώρουχα της, ακόμα και ο θεός κολάζεται μ αυτό το άσπρο και το μαύρο των θηλυκών αισθημάτων, άρα πάμε καλά! Πάμε καλά!Για να πάρεις όμως πρέπει να ζητήσεις κι άμα ζητήσεις δεν ξέρεις αν θα σου το δώσουν, εκεί που το ποτό είναι φτηνό κι εκεί που η σάρκα είναι τρίφτηνη, έξω βρέχει και ποια είναι η γνώμη σου για τους εραστές είπε ο ένας από τους δυο χοντρούς, εμένα δε μου λένε τίποτε αυτοί που ερωτεύονται σφόδρα και ξεχνούν τα προβλήματα, ξεχνούν τα πάντα και νομίζουν πως ο κόσμος ανήκει μόνο σ αυτούς, έτσι είναι όσοι ερωτεύονται, έξω συνέχιζε να βρέχει, χωρίς λόγο, πάντα βρέχει χωρίς λόγο και οι άνθρωποι κρύβονται απ τη βροχή κι απ το χιόνι, έχοντας λίγη χαρά επειδή είναι μόνοι, έτσι ολοκλήρωσε μια άποψη για τη βροχή, τίποτε δε σκέφτομαι, απάντησε ο Ντικ που ήταν ξεχασμένος σε μια γωνιά περιπτέρου κι ανάλογου ύφους, αυτό ακριβώς ήταν το έναυσμα ν ανάψει μια φωτιά, χωρίς λόγο, έτσι επειδή μας άρεσε αυτό. Τίποτε άλλο. Αυτό. Η Μαριλένα και ο Τζον δεν έζησαν ποτέ μαζί, εκτός από αυτές τις πρόσκαιρες εικασίες του ενός για το σώμα του άλλου, για να μην ειπωθούν περισσότερα χυδαία για τα γόνατα μιας γυναίκας και τους ώμους ενός άντρα ή για τα μαλλιά της που έπεφταν σαν στάχυα στους λιγνούς και σαρκώδεις λόφους, ευρυμαθείς όπως τους αποκαλούσαν μερικοί, ένα γοητευτικό μέρος αυτών, ήταν, να φύγουν μακριά ο ένας από τον άλλον λες και δεν άντεξαν να ήταν μαζί, ευρυμαθείς και εγκρατείς, για να δεις πως αλλάζει η ιστορία, ένα βλέμμα αρκεί για ν αλλάξει το παν, αυτό ήταν εκείνο που επόθουν, τίποτε δε σκέφτομαι, είπε ο Τζον και η Μαριλένα έμεινε για πάντα γυμνή, μετέωρη σε έναν κόσμο όπως τον φανταζόμαστε όλοι.
ΤΕΛΟΣ

 

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

ΠΟΙΑ ΕΊΣΑΙ ΕΣΎ ΠΟΥ ΦΕΎΓΕΙΣ;

 

 


ΧΑΙΔΕΜΒΕΡΓΗ
25 Μαρτίου 1988 Γλυφάδα. Αθήνα
Όταν έρχονταν εκείνες οι μέρες
Οι μέρες της βροχής που φεύγεις
για την Χαιδεμβέργη
Ποια είσαι εσύ που φεύγεις;
Μου λεγες πως δεν φοβάσαι τη βροχή
πως δε φοβάσαι μη δεν γυρίσεις
Μη και δεν ήξερες πως δεν υπάρχει
κανένας γυρισμός
Γιατί η Χαιδεμβέργη δεν είναι μακριά
μια πιθαμή στον χάρτη
[αν και οι περισσότεροι δεν ξέρουν ούτε
κατά που πέφτει]
Έρχεται λοιπόν στο μυαλό μου το πριν
χωρίς μεγάλη χαρά
«Ξέρεις, θα σου πω μια μέρα, «ότι έκανα
ήταν για να μην λυγίζω»
Έμενα όμως εδώ
να σκαλίζω ένα πράσινο φως
Την ηρεμία ενός πρωινού
με ήχους άσκεφτους στο νερό
[είναι κι λόγος ασήμαντος κάποτε
δεν ξέρεις τι ακριβώς ζητάει.]
Τότε ήταν που έρχονταν
οι αγωνιστικές χρονιές
οι λύπες της μεσολαβής
Με την μια ηρεμία να διαδέχεται την άλλη
-αν ο εργάτης δεν πάει αύριο στη δουλειά
τι πόθος κάποτε σημαντικός!
Γι’ αυτό υπήρχαν τα μεγάλα κάστρα
οι μεγάλες γέφυρες
Έχει πολλές γέφυρες η Χαιδεμβέργη;
Κι εκείνες οι ωραίες θλίψες της ομίχλης που χάθηκαν;
Πριν απ’ το όνειρο ήπιαμε κρασί
μελετώντας πάντα το αίμα, το βιβλίο
Μπορείς να χαράξεις τους δρόμους
της Χαιδεμβέργης σε μια πέτρα;
Σε μια πέτρα κοφτερή στον άνεμο;
Ποιοι ήταν εκεί πέρα;
Και τι ήθελαν να ρωτήσουν;
Στη ζέστη του μεσημεριού
κόλλαγε η φωνή σου
Αργεί ως τον θάνατο ο πόθος
-δεν έρχονται έτσι τα σημάδια
δεν αφήνουν εύκολα χνάρια οι λύκοι
Καλύτερα θα ήταν να γύριζες
να ήσουν εδώ
Μια και το ξέρουν όσοι ποτέ δεν έφυγαν
όσοι δεν πήγαν πουθενά
κοντοστέκονται μόνο όπως το φτερούγισμα
των πουλιών στον άνεμο
όπως τα όπλα πριν την μεγάλη ομοβροντία
Έτσι είναι το όνειρο
Έχει θάλασσα η Χαιδεμβέργη;
Μια πιθαμή στον χάρτη
Έμενα όμως εδώ
να σκαλίζω ένα πράσινο φως
Μέσα στις νύχτες δε λυτρώνονται τα αύριο
είναι καθημερινά τα αύριο
Εκεί αντέχουν όσοι πενθούν
Και η ποίηση είναι το τραγούδι της νύχτας
Το όνειρο που δεν γίνεται αλήθεια
[αυτός που χτύπησε την πόρτα μας
φορώντας την τραγιάσκα του λοξά, ήταν ψηλός
τριάντα εφτά χρονών]*
Γιατί σημαδεύουν πάντα τα πουλιά;
Χρειάζομαι καινούρια σεντόνια του βραδιού
-το βράδυ δεν κλίνεται
το σκοτάδι γεμίζει
με τις στάλες του πράσινου που έφυγε
Τι έγιναν εκείνες οι δεντροστοιχίες της Χαιδεμβέργης;
Και οι γραμμές του χαλασμένου τρένου;
*Αναφορά στον Μαγιακόφσκι

 

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

ΕΛΕΥΘΕΡΊΑ ΚΑΙ ΨΩΜΊ 2

 

 


ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΨΩΜΙ [ΔΥΤΙΚΟς ΑΝΕΜΟς;]

Όταν μπορούσα έπρεπε να σε σκοτώσω
τι να κάνεις την ελευθερία
φωνάζεις δεν έχω λύση
φωνάζεις δεν αγαπώ
η ελευθερία θέλει ψωμί
τίποτα δεν αξίζει περισσότερο από ένα φιλί
Έλα μαζί μου σου λέω,
μη φωνάζεις τίποτα δεν έχεις λύσει
την αλήθεια δεν πρέπει να την γνωρίζουν όλοι!
όταν μπορούσα έπρεπε να σε σκοτώσω
τίποτα δεν αξίζει περισσότερο από ένα δικό σου ψέμα

Φωνάζεις δεν αξίζει να ζεις στο ψέμα
το αίμα, το αίμα, το αίμα
μα την αλήθεια δεν την ξέρεις
το αίμα, το αίμα
Κανείς δε θα μάθει την αλήθεια
το αίμα.
Αν πρέπει να γελάς απ τη χαρά σου
αν πρέπει να τρως απ τη λύπη σου
αν πρέπει να τρως το παραμύθι του λαού
το ψέμα, το ψέμα
πως η εξουσία είναι δικιά μας
επειδή κι εμείς είμαστε λαός
το ψέμα.

Κι επειδή αιώνες κύλισαν κάτω από τον ήλιο κι επειδή οι άνθρωποι συνεχίζουν να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον
και ακόμα οι άνθρωποι δεν αναγνώρισαν το δίκιο των φτωχών
κι επειδή ο φονιάς κρύβεται πάντα πίσω απ τα φυλλώματα, θέλω τώρα να σου πω να μην κάνεις πάλι αυτά που έκανες.
Δεν ωφελεί να φυλάγεις Θερμοπύλες γιατί έτσι που τη ζωή σου την κατάντησες σ αυτήν εδώ την πλάση, δεν αξίζει
να μεταναστεύεις απ το ένα μέρος στο άλλο, τρώγοντας την άσπρη σάρκα, αρπάζοντας.

Φωνάζεις δεν αξίζει να ζεις έτσι!
όταν μπορούσα θα σε σκότωνα
κρύβοντας ακόμα και τον σαδισμό που τρέφω για σένα
γιατί είσαι ένα γουρούνι, ένα γουρούνι, ένα γουρούνι
ένα σάπιο καράβι που ταξιδεύει.
Ιωλκός και παράξενο δράμα
τίποτα δεν αξίζει περισσότερο από ένα δράμα
γιατί είσαι ένα γουρούνι, ένα γουρούνι
είσαι ένα γλυκό γουρούνι.

[Το λευκό πιο λευκότερο δε γίνεται
κι εσύ θέλεις το λευκό
φωνάζεις άμα δεν έχεις λύση
-όλα τα προβλήματα σου τα λύνω
εκτός απ το οικονομικό
το μαύρο δεν έχει πάτο, το χρώμα της ήττας είναι κόκκινο
έχασες ένα λιβάδι και δε θες να το καταλάβεις
οι Ρώσοι δεν ξεπέρασαν ποτέ τον εαυτό τους
οι Ιντιανς θα παρέμειναν Ιντιανς, το λευκό πιο λευκότερο δε γίνεται.]

Τι να την κάνεις την ελευθερία και τον ύμνο της;
να ξερες μονάχα πως πενθούν οι γύφτοι
πως γαμούν οι γύφτοι στο μαύρο σκοτάδι
στο σκοτάδι, στο σκοτάδι, στο σκοτάδι
επειδή το πρόσωπο της γυναίκας δε φαίνεται
το ασπράδι του ματιού έχει γυρίσει
-κανείς δεν ξέρει να πεθαίνει
κανείς δεν ξέρει το σκοτάδι, το σκοτάδι.

Να φωνάζεις δεν είναι άδικο κρυμμένος πίσω απ τις πέτρες, ταμπουρωμένος τη σιωπή των αμνών, επειδή τα πρόβατα δε μιλούν ποτέ ή βελάζουν, μα αυτή η α-κακία τους μοιάζει με τον ηλίθιο τρόπο που σκέπτεσαι ότι κατάκτησες τον πλανήτη γη σε λίγα δευτερόλεπτα υποκειμένου και κανείς απ αυτούς που έκαναν τα μεγαλύτερα λάθη δεν υπέκυψαν, ούτε ο Καίσαρ
-να φωνάζεις επειδή αυτός ο κόσμος είναι φτιαγμένος από γύψο και κρασί
Κρασίν θεών τε και ανθρώποις μοίραν χειρότερη των βροτών είναι.

[Ταξιδεύοντας ένα μεσημέρι
εκεί που οι θεοί δεν ακούουν
όπου υπάρχει μόνο η σκιά του δέντρου, το κελάρυσμα του νερού
στο κορμί μιας εξαίσιας γυναίκας- αυτός ο κόσμος χωρίς το σεξ θα ήτο ανούσιος
ταξιδεύοντας, λοιπόν, με τον αέρα
σχίζοντας όπως τα πουλιά τον αέρα
πουλώντας πάντα στους ανθρώπους αέρα
που αναπνέει ο Χο Τσι Μινγχ
βουλιάζοντας στην υπαίθρια θέληση του αέρα
ταξιδεύοντας ένα απόγευμα
έπρεπε να πούμε τη σκάφη-σκάφη και τα σύκα- σύκα.]

Αλλά ποτέ δε βρήκαμε το θάρρος να ομολογήσουμε πως
οι άνθρωποι του Μεσολογγίου ήταν γενναιότεροι των ανθρώπων.

Θα πρέπει να σου ομολογήσω πως αυτός ο τρόπος που σκέφτεσαι
δεν είναι και ο καλύτερος
να πεθαίνεις γιατί δε σε ενδιαφέρει είναι αδύνατον
βάζω εδώ το θάρρος ανώτερο του παιδιού
ανώτερο της γλώσσας, ηθικότερο του γίγνεσθαι
ο τρόπος που σκέφτονται οι άνθρωποι είναι άγνωστος!
απίστευτη λέξη!
Άγνωστος!
Είναι ένα πουλί τεθωρακισμένο
που πετά στη θάλασσα, σκοτώνει τα πουλιά
σκοτώνει την άμμο, τη γυναίκα που κοιτάζει το πέλαγος
τον άντρα
τον άντρα, τον άντρα, τον άντρα.
Θα πρέπει να ομολογήσω πως ο τρόπος που σκέφτεσαι
δεν είναι ο καλύτερος
μισείς τον άντρα και θα πρεπε μόνο γι αυτό να σκοτωθείς
ο ανήρ είναι το υπέρτατο ον αυτού του κόσμου
που τον ενδιαφέρει πάντα γιατί πεθαίνει.

Όταν μπορούσα έπρεπε να σε σκοτώσω
Γιατί θα το έκανε εσύ
Είναι τόσο απλό μα δεν το ξέρεις! σε νοιάζει μονάχα το γάλα των παιδιών σου
όχι των άλλων Βισιγότθων! ααααα!
είσαι το βούρλο των βόρειων λιμνών, είσαι ο μοναχικός Ιουδαίος, ο τάρανδος του Νότου
γιατί σου τα λέω όλα αυτά;
Είναι για τι είμαι καλύτερος από σένα

Έχω τιμή, έχω δάκρυ.

Ανάμεσα από το πράσινο αυτό που στη γη θεωρούμε όταν θα έρθουν οι εξωγήινοι, λευκό,
όταν κάποτε θα έρθουν, γιατί θα έρθουν
το καλύτερο δείγμα ζωής
το σεξ είναι ίσως το αντίδοτο του!
Χωρίς έρωτα πάνω σ αυτή τη γη δε ζεις, χωρίς μαλακίαν φτωχός τω πνεύματι
άραγε ουτιδενός, μάταιος των γήινων κατέστης.

Έχω τιμή, έχω δάκρυ
Τιμιώτερος των ανθρώπων ο ανεξίθρησκος















 

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

ΝΑ ΦΕΎΓΕΙΣ Ή ΝΑ ΜΈΝΕΙΣ;

 

 


Ο καθένας έχει Ιστορία, όμως τα νερά της γης δεν ανανεώνονται. εξατμίζονται και ξαναπέφτουν στη γη, φαίνεται απλό αλλά δεν είναι. κι εγώ έχω τη δική μου ιστορία μ αυτόν τον πίνακα που προσπαθώ κάτι να πω, ν ανέβω σε μια σκάλα και να δω αυτό που λένε αφ υψηλού τον κόσμο. όμως κι ένα δέντρο προσπαθεί να κάνει το ίδιο ενώ ο δρόμος είναι άδειος από οτιδήποτε άλλο όταν, σκέφτηκα να λύσω τα κορδόνια της γυναίκας, έτσι που να μη μπορεί να κινηθεί εύκολα, να φύγει. Ένας ωραίος τρόπος είναι να φεύγεις κι ένας άλλος να μένεις κι έπειτα πως θέλω να μην είμαι δέσμιος της δυστυχίας ότι ο κόσμος μας είναι μόνο κακός, όπως θέλουν να μας τον καταδείξουν, ωμά, τώρα τελευταία, αφού και η βάση του ανθρώπινου είδους είναι συνυφασμένη με τις καταστροφές, με τις βαρβαρότητες κι αν θυμηθώ τους πίνακες του Καραβάτζιο, τον Ολοφέρνη σφαγμένον από τη Ρουθ, τον φρικαλέο κόσμο του Ιερώνυμου Μπος και γενικότερα τους απόψυχους πίνακες του χριστιανισμού, τι διάολο! πως ζωγράφιζαν μόνο θρησκευτικά έργα; δεν είχαν τίποτε άλλο στο μυαλό τους αυτοί οι άνθρωποι; και μας το άφησαν κληρονομιά μια φοβική αντίληψη για ότι υπάρχει κάτω από τη φοβέρα ενός θεού; α, ναι, δε θέλω να μπλέξω τους θεούς σ αυτή την εικόνα, στο βάθος του δρόμου που χάνεται στη στροφή δεν ξέρεις τι υπάρχει κι αυτό είναι σπουδαίο γιατί οι άνθρωποι δεν πρέπει να προσπαθούν να δουν το μέλλον αλλά να ζήσουν το παρόν 

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

ΤΑ ΔΈΝΤΡΑ ΜΑΣ ΜΙΣΟΎΝ

 


Κάποιος είπε πως τα δέντρα μας μισούν  

ένας άνεμος που τον εφώναζαν σιμούν 

Όλο το Φθινόπωρο, είπα θα σ αγαπώ 

δε φυτρώνουν όνειρα χωρίς νερό.




Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

πικρα 2

 


Πίκρα

Και το λιμάνι ήταν ρηχό

εσύ ήσουν πάντα όμορφη

κορμί που δεν περίμενες

άξια του κόσμου τύχη

 

Έφυγες με τη λησμονιά

μιλούσες των κυμάτων

και των ματιών σου η σχισμή

έσπαγε των χρωμάτων

 

Εν άσπρο νυχτολούλουδο

νυχτοσυρμού Σαββάτου.

 

Κι η άμμο κύλησε μ οργή

εσύ ήσουν πάντα μόνη

φωνές πια δεν περίμενες

δεν έσπαζαν οι τοίχοι

 

Χάθηκες μες τη μοναξιά

άγγιξες των πραγμάτων

και του προσώπου η θαμπή

εικόνα, αγέρας των βημάτων.

 

Έν άσπρο νυχτολούλουδο

όμορφο, του θανάτου

ποίηση Κ. ΠΛΙΑΤΣΙΚΑ [Για ΜΙΑ Έλι.]


Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

ΚΑΤΆΣΤΑΣΗ

 

 


Τα συμπεράσματα σου γι αυτή τη ζωή
όσο εξαίσια κι αν σου φαινόταν, δεν ήταν.
Μια απρόοπτη κατάσταση είναι το πέρασμα
απ τη μια στιγμή στην άλλη-που είσαι νέος και ξαφνικά
οι μεγάλες αποφάσεις, πως τάχα όλα ήταν ωραία
γίνονται καπνός
τίποτε δεν ορίζεις, σου λεγα, μα δεν άκουγες
άλλωστε γιατί; τώρα φαίνεται πως
δεν αρκούν όλες οι αναθεωρήσεις
μπορείς να μιλάς όσο πιο αινιγματικά γίνεται
αλλά, τίποτε δεν ορίζεις
ακόμα κι αυτό το εξαίσιο συμπέρασμα
πέστο με όσο πιο σπουδαίες λέξεις μπορείς
σε βρήκε εξ απήνης
εσύ ο πιο έξυπνος, ο πιο δυνατός και ο πιο καλός.
Ίσως αυτό το πιο καλός να ήταν πιο επώδυνο
επειδή σε ευαρεστούσε αλλά δεν ήξερες
πόσο καργιολίστικο, πόσο φαιδρή ήταν η ιδιότητα που σου πρόσδιδε
κι ακόμα απλά κανένα συμπέρασμα δεν είναι καλύτερο
απ τα άλλα
σ αυτή την θεσπέσια ατμόσφαιρα που πήρες μυρωδιά
πως δεν είναι κάτι που περίμενες
γιατί ήσουν ανόητος και μικρός για όσα συμπέρανες.

 

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

Η ΔΟΛΟΦΟΝΊΑ ΤΟΥ ΛΌΡΚΑ ...2

 


Ο Λόρκα δεν ήταν ένα μικρό παιδί, ήταν ολόκληρος άντρας δεκαοχτώ χρονών. Η Έλντα Φέργκιουσον είχε έρθει από τη Νότια Καλιφόρνια του 1964. Ο Λόρκα υπολόγισε τα χρόνια που πέρασαν μέχρι το 2015 και τα βρήκε λειψά. Πάντα του έλλειπε ο χρόνος, ποτέ δεν τα προλάβαινε όλα. Ωστόσο το γράμμα το έλεγε ρητά: I living Sunday morning and I don t go buck.
Το βράδυ ήταν δυσκίνητο καθώς αργοπήγαινε το μαύρο γύρω από το πρόσωπο της. Ένα πρόσωπο λείο με φακίδες στα Αμερικάνικα μάγουλα της. Το λινό φόρεμα κάλυπτε ελάχιστα τα λιγνά πόδια της που έδειχναν την καταγωγή της. Το χρώμα με τα πουά αχνοπράσινα στο λευκό, οι υπερβολικά ψιλοτάκουνες μπότες, τίποτε δεν ήταν άσχετο πάνω σ αυτό το αρχέτυπο μοντέλο. Το γέλιο της ίδιο με την απέραντη έρημο της Καλιφόρνια όπου είχε γεννηθεί πριν από δεκαοχτώ χρόνια. Τόσο ήταν τώρα η Έλντα Φέργκιουσον απόγονος της βαθύπλουτης οικογένειας από τους περασμένους αιώνες, από τρίτες γενεές που λέμε όταν θέλουμε να δείξουμε πως κάποιος δεν είναι νεόπλουτος, άρα βλάχος. Άρα αμόρφωτος, χωριάτης.
Η βραδιά κυλούσε ανόητα κι αν δεν ήταν ο Λόρκα που όλο την κοίταζε σχεδόν αποσβολωμένος πίνοντας μια μαύρη βότκα του προπερασμένου αιώνα, θα είχε φύγει. Βέβαια κάτι της έλεγε αυτό το χαμόγελο αλλά δεν ήξερε ούτε τα όνομα του. Ποιος να ήταν αυτός; είχε σημασία τα όνομα του; είχε σημασία αν περνούσε ένα από τα τελευταία βράδια της στην Ελλάδα με έναν ακόμα εραστή; Η Έλντα δεν ήταν αγνή ούτε είχε φορέσει ποτέ ζώνη αγνότητας-αλήθεια φορούσαν κάποτε οι γυναίκες τέτοιο πράγμα;
Γέλασε που το σκέφτηκε αν και θα προτιμούσε κάποια φορά να το δοκιμάσει! Έριξε ένα ακόμα περίτεχνο χαμόγελο στον Λόρκα που έλιωνε στον ιδρώτα. Φαινόταν και ήταν άμαθος, αμούστακος γαρ ακόμα στο παιχνίδι αυτό και πόσο μάλλον της ακολασίας που λαμπύριζε στα γαλάζια μάτια της.
Ύστερα όμως το πρόσωπο της γινόταν άδειο, δεν μπορούσες να γράψεις κάτι πάνω της. Άφηνε την ελεύθερη έκφραση παρθένας να κυλιέται στο πάτωμα, άφηνε τα χείλη να σαλεύουν σε ρυθμούς αλλά και στο πρόσωπο του άλλου το θράσος σαν δώρο της φύσης έμοιαζε να κυριαρχεί πάνω στη ζωώδη φύση του μεγαλύτερου ελιξίριου πάνω στην ανθρώπινη μοίρα που ήταν το ερωτικό συνένωμα.
Βρωμοιστορία. Όμως έπρεπε. Έπρεπε ή να φύγει τώρα γιατί και των άλλων τα μάτια, γύρω του λαμπύριζαν ίδια κι ακόμα χειρότερα από τα δικά του. Αντί αυτού πήγε κοντά της και την ακούμπησε ελαφρά στο αφράτο χέρι της. Η Έλντα ανατρίχιασε όπως συμβαίνει αυτές τις ώρες και τις στιγμές. Γύρισε χώνοντας τα μάτια της στα δικά του, είδε την επανάσταση γεμάτη οίκτο, αν και δεν την ενοχλούσε καθόλου αυτό. Εκείνο το αγόρι όφειλε να είναι επαναστάτης, αυτή όχι. Απόγονος των Φέργκιουσον έπρεπε να βλέπει τον κόσμο από υψηλά με κάποια υπεροψία που την είχε.
Την είχε; Αναρωτήθηκε και ο Λόρκα προσπαθώντας να δει τον βολβό του ματιού της, πίσω από τον φράχτη των τσίνορων, ανάμεσα από ένα υγρό μήτρας που κύλισε σαν ποταμός κι αργά ανέβαινε από τα πόδια στο στήθος της που φούσκωνε όπως της Μέριλιν Μονρόε στους καταρράκτες του Νιαγάρα.
Δε μίλησαν στην αρχή, ούτε κι αργότερα μιλούσαν πολύ. Απλά γλιστρούσαν ο ένας μέσα στον άλλον γεμάτοι οίκτο για όσα συνέβαιναν. Γιατί οίκτο; Αναρωτήθηκε ο Λόρκα. Γιατί ο οίκτος είναι συναίσθημα ανωτέρων όντων επιβεβαίωσε η Έλντα κάνοντας τη νεανική κόμη της να τρέμει.
-Πάμε στο σκοτάδι; Της ψιθύρισε όταν τα πράγματα φαίνονταν πως δυσκόλευαν.
-Πάμε! φώναξε δυνατά αυτή και οι άλλοι απόρεσαν.
Βγήκαν σαν σκιές και χάθηκαν στο σκοτάδι. Κανείς δεν τους ακολούθησε κι όμως όλοι ήξεραν τι έκαναν όλη τη νύχτα. Δεν είναι παράξενο που μας αρέσουν οι ακολασίες και των άλλων; Αγόρι μου καλά έκανες και με πήρες μαζί σου. Καλά έκανες και ήρθες απόψε μαζί μου. Έχεις ακόμα μια ώρα ζωής, μπορεί να ναι η τελευταία σου.
Ο Λόρκα δεν πίστευε σε τόση ευτυχία. Ή δεν πίστευε ποτέ σε τέτοιες ευτυχίες και δεν του άρεσαν οι μαντεύοντες τα μέλλοντα. Ήταν πιο πραγματιστής αλλά γιατί του είπε πως είχε ακόμα μια ώρα ζωής; Αυτός ήταν μόνο δεκαοχτώ χρονών ...
Η Έλντα Φέργκιουσον προσευχήθηκε γυμνή πλάι στο χαϊδευτικό χέρι του Λόρκα. Ύστερα σηκώθηκε και χόρεψε στο σκοτάδι αν και αυτός ήθελε το φως εκείνη το αρνήθηκε, δεν έχω ωραίο σώμα, του δικαιολογήθηκε κι αυτός απόρεσε με την υποχόνδρια σκέψη της. Αυτή δεν είχε ωραίο σώμα; Τότε ποιος είχε; Στο μυαλό του όμως κυριάρχησαν και οι φιγούρες των άλλων. Ήταν απειλητικές μάσκες αλλά ο Λόρκα δε φοβόταν όσοι κι αν έρχονταν αρκεί να υπερασπιζόταν την ΄Ελντα κι αυτή εκείνον.
-Μπορώ να πεθάνω για σένα, της είπε.
-Δε χρειάζεται να πεθάνεις! Να ζήσεις πρέπει! φώναξε αυτή.
Το τελευταίο βράδυ του Καλοκαιριού περνούσε ανάμεσα από την παλάμη της σαν ένα φύλλο. Πράσινο φύλλο γεμάτο ζωή και φόρεσε το μεσοφόρι της. Τα μαλλιά ριγμένα στην πλάτη και σηκώθηκε κι αυτός ολόγυμνος. Η Έλντα τον θαύμασε. Που ήταν γυμνός και δε ντρεπόταν. Ούτε αυτός ούτε εκείνη που τον έβλεπε.
Ύστερα αφού ντύθηκαν πιασμένοι χέρι-χέρι βρέθηκαν στο υπόγειο. Μακριοί διάδρομοι, άσπροι σοβάδες, χάμω το μωσαϊκό, ατέλειωτοι δρόμοι. Στο βάθος εκείνοι οι άνθρωποι με τις απειλητικές μάσκες για πρόσωπα, ένας-δυο, τρεις εμφανίστηκαν από το πουθενά. Κανείς δεν εμφανίζεται από το πουθενά. Κάπου πρέπει να υπάρχεις για εμφανιστείς μετά από τον οίκτο. Μην κοιμάστε! Καμιά πόρτα δεν άνοιξε αν και υπήρχαν πολλές όπου έμεναν διάφοροι άνθρωποι, να κοιτάξουν να δουν αν υπάρχει ένα ακόμα δράμα έξω από την πόρτα τους. Ο καθένας έχει ένα διαφορετικό τρόπο ν αντιμετωπίζει τη ζωή. Τη ζωή και τον θάνατο. Μπορεί όμως να ήταν μόνο η ζωή, γιατί δεν υποψιάζεσαι στα δεκαοχτώ σου να πεθάνεις.
Μια συγχορδία ύποπτης μουσικής που ξετίναξε ο χορδιστής, μερικές λέξεις που ξέφυγαν του ομιλητή, ένα όνειρο και οι πιο χαμηλές νότες, ακούστηκαν θλιβερές. Από κάπου έσταζε νερό στην πλάτη της Έλντας που γύρισε να τον κοιτάξει δίχως απορία. Δίχως έλεος. Το νερό κύλισε και στων άλλων τα πρόσωπα. Νερό μαύρο, κατάμαυρο λες και δεν ήταν νερό. Ο πρώτος από τους άλλους έφτασε κοντά στο πρόσωπο του Λόρκα. Δε φαινόταν να κρατάει τίποτε ή το είχε κρυμμένο. Οι άλλοι πίσω φώναξαν κάτι σαν ένοχος, αυτός ούτε που συλλογίστηκε πως το είπαν γι αυτόν. Εξ άλλου ούτε η Έλντα ούρλιαξε. Θα έπρεπε να υπάρχει μια υπαιτιότητα για να συμβούν αυτά και να δικαιολογήσουν την πράξη έλα όμως που οι πράξεις των ανθρώπων δεν αιτιολογούνται πάντα.! Ανάμεσα από εκτυφλωτικό φως και σκοτάδι, πηχτό αίμα και ανοησία έχασε το δικό του φως.
Έφερε στα δάχτυλα του το κιτρινισμένο απ τον καιρό χαρτί. Ψαχούλεψε το μέσα του κι άκουσε την Έλντα να διαβάζει τα γραφόμενα της: IlivingSundaymorningandI'ldontgobuck. HowCanyou lovemi. Ο Λόρκα υπολόγισε μετά από πενήντα ένα χρόνια τον οίκτο. Τον οίκτο και μια απορία γιατί τον ρωτούσε πως μπόρεσε και την αγάπησε αφού εκείνη θα έφευγε.Τον οίκτο και το σκοτάδι που τον έπνιξε από εκείνο το βράδυ που για χάρη της Έλντα Φέργκιουσον έχασε τα μάτια του. Διάβαζε και ξαναδιάβαζε τον οίκτο κουκουλωμένος μέχρι πάνω τον χαλκό, γνωρίζοντας ότι ποτέ δεν την ξαναείδε, φάτσα με τον παράξενο θαυματοποιό, συντροφιά με το αιώνιο σκοτάδι, συντροφιά με τις απαίσιες μάσκες των προσώπων στον μακρινό διάδρομο της λήθης.
ΤΕΛΟς

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

ΝΑ Μ ΑΦΉΣΕΙΣ

 


ΕΙΧΕς ΣΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΝΑ Μ΄ΑΦΗΣΕΙς
Την Κυριακή μες την Αθήνα
θέριζε ένας θεός την πείνα
Κι έρχονταν ο Λυκαβηττός
όρθιο, παλιό βουνό, όμοια ωραίο
Της μοίρας μας να πλάσει τον καιρό.
Την Κυριακή στο μεσοχώρι
πλανιόταν η χαρά μας όλη
Ήλιος πικρός στου Φιλοπάππου
απ΄τη ματιά του ουρανού
Της νιότης μας μας να κάψει τον καιρό.
Είχες στο νου σου να μ άφήσεις
μια τέτοια μέρα πουθενά
Ούτε μια λέξη δεν ταιριάζει
Χωρίς εμένα που θα πας.
Η αγάπη όλα τα σκορπίζει
σ΄αυτά τα κρύα δειλινά
Χωρίς εμένα που θα γέρνεις
μονάχη σου στο πουθενά.
Της Κυριακής τα μεσημέρια
στα Εξάρχεια ανάβουνε φωτιές
της φλούδας μας τα μανταρίνια
τσούζει στα μάτια ο καπνός
Ξυνό κρασί, που καίει, μεγάλο βλέμμα.
Την Κυριακή η μελαγχολία
η στεναχώρια, αύριο, θαμπή
Περνάει στο δρόμο το κορίτσι
τσούζει στο μάτι ο χωρισμός.
Θολό νερό κυλάει, καμμένο γράμμα.
Εγράφη κάτω απο μυστηριώδης συνθήκες. Πως νιώθουμε μερικές φορές το λευκό της ατμόσφαιρας που θυμόμαστε και δε θυμόμαστε τίποτε;

 

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025

ΟΙΚΟΝΟΜΟΚΡΆΤΟΡΕΣ

 


 

Η κατάσταση μας είναι δραματική αλλά εμείς αλλού κοάζουμε. Η Ελλάδα βρίσκεται στην πέμπτη χειρότερη θέση των μισθωτών εργαζομένων πλήρους απασχόλησης. Ξεπερνάμε μόνο τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία, και είμαστε τσίμα-τσίμα με την Πολωνία. Καά τ άλλα είμαστε περήφανοι που είμαστε Έλληνες! που μας κυβερνούν απατεώνες, οικονομοκράτορες, φρικτών σχεδίων, φατρίες που έχουν ακόμα τα μούτρα να εμφανίζονται και να διεκδικούν την ψήφο του αποβλακωμένου Έλληνα.
 
 

Κατά τ άλλα ο Μπομπ Ντίλαν και οι Αμερικανότροποι, μας ζωγραφίζουν. Αυτός ο διάσημος Εβραίος που έγινε χριστιανός και από τροβαδούρος έγινε ποιητής του Νόμπελ και τόσα άλλα, μεταξύ αυτών, στα 82 του χρόνια γίνεται και ζωγράφος! μάλιστα. Ένας αυθεντικός του πίνακας, ο πιο μικρός ξεκινάει από 200.000 ευρω! [μια μεταξοτυπία, ένα σκίτσο με μολύβι μπορεί να φτάσει 60.000 ευρώ] Τι να πει κανείς; είμαι μόνος μου και σεις όλοι οι άλλοι μαζί.
Καλημέρα σας.

 

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

ΕΚΚΙΝΗΣΗ.

 


Ξεχάσαμε από πότε ήμασταν ελεύθεροι. Μας μπέρδεψαν τα ψέματα και οι αλήθειες τους
φυλάκισαν με μάσκες τα ωραία πρόσωπα μας, -ίσως το πιο ύπουλο ψυχολογικό όπλο που χρησιμοποιήθηκε ποτέ
Ζωγραφίζω γιατί δεν μπορώ να επαναστατήσω
Αυτό το έργο το ονόμασα ΤΟ ΠΙΟ ΘΛΙΒΕΡΌ ΑΝΘΡΏΠΙΝΟ ΕΊΔΟΣ κι αυτοί ονομάζουν αυτή την κατάσταση, μεγάλη επανεκκίνηση.
Χρυσοπέταλα κι αν σου φορέσουν, πέταλα θα είναι με καρφιά
Ξέχασα κι εγώ πότε ήμουν ελεύθερος, ίσως μόνο όταν ήμουν παιδί- γράφω και όχι δεν ξεσπώ στο χαρτί. Μοιράζομαι κάτι μαζί σας που χρόνια κουβεντιάζουμε και πιστεύω πως με τους πολλούς συμφωνήσαμε να έχουμε μια κοινή λογική προτού μας φορέσουν άλλα προσωπεία από αυτά που ξεκινήσαμε εδώ μέσα και λυπάμαι που δεν μπορούμε να επαναστατήσουμε επειδή ο εχθρός είναι αμείλικτος, αδυσώπητος, κακός. Ίσως ο χειρότερος που θα αντιμετωπίσουμε ποτέ: Ο ΦΌΒΟΣ
Στο πρώτο μου βιβλίο τους ΙΚΈΤΕΣ ΤΗΣ ΑΛΉΘΕΙΑΣ που το γραψα σχεδόν είκοσι χρονών, υπάρχει αυτή η φράση: ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου είναι ο φόβος!
Η αμηχανία μου γέννησε αυτόν τον πίνακα, σα να μην ήθελα να φτιάξω κάτι, σα να μη θέλω πια να ζωγραφίζω, αφού δεν έχω να πω τίποτε στους συνανθρώπους και περισσότερο ανίκανος να πολεμήσω αυτούς που μας έφεραν στην ολέθρια κατάσταση.

 

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

ΑΠΌΨΕ

 


 

Ας γράψουμε ένα ποίημα:

Πάνω στο κύμα στάθηκε
μα στη φωτιά εκάηκε.
Άειντε να βρεις άκρη
εδώ στη Νέα Μάκρη.

Έφαγε ένα μαύρο σύκο
κι ήπιε νερό απ τον Βίκο
την αγάπη του τη λέγανε Λενιώ
ένα κοπέλι απ το χωριό

Πίσω απ το κύμα κρύφτηκε
σαν το πουλί τυλίχτηκε
άσπρο, μικρό τρελό φιλί
στο στήθος της θε να μιλεί

Και στη φωτιά δεν κάηκε
γλίτωσε κι απ τη Νάικε
παπούτσια της π αγόρασε
και τον θεό του κέρασε

ποτάμι από θολό κρασί
πέρα στο ανέραστο νησί
κάποτε που μεθούσε
και τη Λενιώ ξεχνούσε

ΑΠΌΨΕ

 

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025

 

 


ΕΝΑ ΨΑΡΙ
 
 
Ταξιδεύω ακόμα μέσα στη θάλασσα
παρέα με ένα ψάρι
Πάντα μου άρεσε το όνομα Ίων
αυτό θα έπαιρνα αν αρνιόμουν να συνεχίσω το ταξίδι.
Είναι πικρό το νερό της ουτοπίας
χαλασμένο από το νέο ύφος των ποιητών
που υπολόγιζαν με τον Ίωνα να πάνε καλύτερα αυτή την άνοιξη.
Μπορεί ν αποφασίσω να μείνω για πάντα στο βυθό.

 

ΑΙ ΒΙΟΗΘΙΚΗ

    Πρέπει να είμαστε αλληλέγγυοι , συμπεραίνει η τεχνική νοημοσύνη αλλά και το σύνολο των επιστημόνων, των πολιτικών, των καλλιτεχνών και γ...