Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

ΤΡΑΓΟΎΔΙΑ 2

 

 


Ένα τραγούδι θέλω να γράψω
Ν αλλάξω στο δάσος το πράσινο χρώμα
Χαμένο φιλί από κόκκινο στόμα
να ζητώ από χρόνια ποτέ δε θα πάψω.
Βάψτε το δάσος με άλλο χρώμα!
βαρέθηκα αιώνια να με καίει σαν φλόγα
αυτό το κορμί σα μια μαύρη πιρόγα
να σκίζει το φως, να φεύγει το γιόμα.
Βάψτε το δάσος με άλλο χρώμα!
Άσπρο λουλούδι ζητώ να μυρίσω
που το καψε ο ήλιος, το έκανε μαύρο
το κίτρινο πίσω δε θέλω, μα θα βρω
καιρό και συμπόνια να βρω, να γυρίσω!
Ένα τραγούδι θέλω να γράψω
Για κάτι που έφυγε, να μη με λυπήσει
το ήξερα, ωραία μ είχε αγαπήσει
όπως στο όνειρο όπου θα λάμψω.
Βάψτε το δάσος με άλικο χρώμα!
Κίτρινο κρίνο, λευκό επιμύθιο
Μη μείνει στο δάσος κανένα χρώμα
Εγώ που σ αγάπησα δεν ξέρω ακόμα
Στον ήλιο αν έφτασε, του κόσμου το λίθιο.

 

ΤΑ ΚΑΛΟΚΑΊΡΙΑ 2

 

 


Τα Καλοκαίρια είχαν πάντα μια άλλη γοητεία μέσα του,οπωσδήποτε ερωτική, οπωσδήποτε νεανική με τα μάτια, τη σάρκα, την ηδονή να κυριαρχούν στα σημεία έναντι όλων των άλλων διεργασιών.

Εκείνο το Καλοκαίρι ο Ίων ήταν μικρός. Μικρότατος, δεκαέξι ετών. Το μυαλό του φτερούγιζε, το σώμα του κεντούσε, το πρόσωπο του ροδοκοκκίνιζε, αραιά γένια φύτρωναν ακούρευτα σε ένα σπουδαίο πρόσωπο. Περπατούσε μέσα στη ζέστη του Αυγούστου, αρχές μάλιστα που ο ουρανός ήταν καταγάλανος κι ο ήλιος ο μεγαλύτερος βασιλιάς που υπήρξε ποτέ. Περπατούσε σε έναν κόσμο χαμηλό, γεμάτο βάτα, σκόνες, παχυλές γυναίκες, πρωτόγονους άντρες, ακαλλιέργητους. Έτρωγε ότι έβρισκε μπροστά του από βατόμουρα άγριόσυκα, γκόρτσα, άγρια απίδια δηλαδή, και τραγουδούσε από Ντύλαν μέχρι Μητροπάνο δυνατά στο καταμεσήμερο. Η Ντίνα ερχόταν από απέναντι. Κατάξανθη. Στις μεγάλες γάμπες της διαγράφονταν οι φωτεινές ξανθές τρίχες επειδή ο ήλιος είχε μαυρίσει πολύ ωραία το δέρμα της και ήταν πιο όμορφη ακόμα και από το Καλοκαίρι, ακόμα και από το πιο δροσερό νερό της όποιας πηγής. Συνομίληκοι ήταν σχεδόν ή λίγους μήνες μικρότερη του κι όταν συναντήθηκαν στην ανηφόρα του κάμπου, ο Ίων έκοψε το τραγούδι, του κόπηκε η ανάσα που την είδε τόσο κοντά του σαν θεά να τον κοιτάζει- ήταν πράγματι πολύ όμορφη. Βέβαια δεν είπαν τίποτε, εντάξει εκτός από τι κάνεις; Πόσα χρόνια έχω να σε δω; Λες και ήταν ή υπήρχαν πολλά χρόνια αλλά έτσι είναι οι άνθρωποι. Δίπλα στην πηγή, κοίταξαν τα φυλλώματα του πλατάνου, κοίταξαν που κα κρυφτούν, χώθηκαν μέσα στο δάσος. Ξάπλωσαν καταμεσήμερο, ο ιδρώτας κυλούσε ανάμεσα στα κορμιά τους αλλά ποιος ενδιαφερόταν τότε για ζέστη; Ποιον ένοιαζε αν είχε σαράντα ή πενήντα βαθμούς; Το αίμα έκαιγε, το μουνί και ο πούτσος αγκαλιάζονταν, όλα τα άλλα είχαν ελάχιστη σημασία. Η Ντίνα ήταν παρθένα, έβγαλε λίγο αίμα, ο Ίων τα ήξερε αυτά, την καθησύχασε, μη φοβάσαι, της είπε. Η Ντίνα δε φοβόταν. Ήταν γυναίκα από τις λίγες. Τραγούδησαν μαζί πολλές φορές, ήταν φοβερή η Ντίνα, ένα μουσούδι ανθρώπινης επικοινωνίας. Η θάλασσα, ο χρόνος, έπαιρναν και έδιναν, η Ντίνα συνέχιζε να είναι όμορφη, χυμώδεις. Χμ, χυμώδεις! Μια λέξη που της ταίριαζε και ο Ίων δεν τις φοβόταν τις λέξεις, η Ντίνα όμως είχε άλλο δρόμο. Μόλις κατάλαβε τι της έκανε ο Ίων, πήγε την άλλη μέρα και το έκανε με τον Νίκο, με τον Τάκη, με τον Βασίλη. Απλόχερη γυναίκα, ακάβλωτη παρά την ομορφιά της. Ο Ίων τη συνάντησε μια δυο φορές ακόμα, ποτέ δεν της είπε πως την αγαπούσε και τέτοιες τρίχες, ούτε εκείνη. Απλά την τελευταία φορά, πηδήχτηκαν στην αυλή του σπιτιού της παπαδιάς που ήταν κουφή, ξερή και σχεδόν άλαλη. Ο Ίων άγγιζε το μαύρο φόρεμα της παπαδιάς ενώ τον είχε μέσα στην αδιάφορη Ντίνα που ο κόσμος της ήταν άλλος από τον δικό του, το θέμα ήταν πως η Ντίνα, η όμορφη με τις γαλαζωτές τρίχες στη μασχάλη, εκείνο το Καλοκαίρι που οι σκόνες τύλιγαν τον κόσμο, που αν έριχνες μια μπουνιά στον ουρανό θα έλεγες πως θα τον νικήσεις, ήρθε ένα ανόητο τέλος που δε θα το άντεχε κανείς. Η Ντίνα πέθανε. Ο Ίων δεν ήξερε τι να κάνει. Καρδιακή ανεπάρκεια; Είπαν οι γιατροί. Ο Ίων δεν έμαθε ποτέ τίποτα παραπέρα, συνέχισε να ζει σε ένα Καλοκαίρι γεμάτο σκόνες, νεκρές πικροδάφνες και σχίνα να σέρνονται στους χωματόδρομους. Ο Ίων δεν ήξερε τότε ότι πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν νέοι, την ίδια στιγμή που οι άλλοι γεννιούνται, προσπαθούσε όμως να καταλάβει, να δει, γιατί άνθρωποι σαν την Ντίνα πεθαίνουν δεκαέξι χρονών. Δεν έχει σημασία τι πρόλαβαν να δουν;

Τα Καλοκαίρια ήταν η ανίδεη αλλά και η όμορφη πλευρά των ανθρώπων που η ευτυχία τους ήταν κρεμασμένη σε ένα αν, σε ένα γιατί, σε ένα ότι όλα κάποτε θα είναι ωραία, σε ένα πως διάβασα και Καζαντζάκη και Νίτσε, έλεγε μερικές φορές και η Ντίνα των δεκαέξι ετών που πρόλαβε να πηδηχτεί με το Ίων και μερικούς άλλους προτού παραδώσει το εφηβαίο της στον Βούδα, ή στον θεό της, που δεν πίστευε. Εύκολο δεν ήταν τίποτε.

Από 56painter στις Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013 @ Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013 11:57 πμ

2 ΣΧΌΛΙΑ freskoulis Είπα να σε σκαλίσω λίγο ... μου άρεσε τούτο πολύ Smile Από Μάνια Σ | Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013 3:14 πμ


Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Ο ΑΘΛΙΌΤΕΡΟΣ

 

 


ο ΑΘΛΙΟΤΕΡΟΣ
 

-Δε μου λες ρε;
-Ρε, είπες εμένα;
-Γιατί βλέπεις κανέναν άλλον εδώ; Ξέρεις ποια είναι η διαφορά μεταξύ τέχνης και αντιτέχνης;
-Δηλαδή αν ο Θεόφιλος έκανε τέχνη και ο Μαξ Έρνστ αντιτέχνη; με ξαφνιάζει ο άλητήριος.
-Ο Θεόφιλος δεν ήξερε να ζωγραφίζει! τον αντικρούω. Ο Μαξ ήταν ένας σκύλος του Νταντά.
-Λέγοντας τέχνη μιλάς μόνο για τη ζωγραφική;
-Όχι ρε, αλλά εδώ λέω να μιλήσουμε μόνο γι αυτή. Έχεις πιάσει ποτέ πινέλο στα χέρια σου; Ξέρεις τι είναι το κάρβουνο; το παστέλ, η σπάτουλα;
-Σπάτουλα έχει και ο ελαιοχρωματιστής, όχι δεν έχω πιάσει πινέλο αλλά αυτό δε σημαίνει πως δε βλέπω. Κάτι ξέρω κι εγώ και συμφωνώ ο Θεόφιλος δεν ήξερε τη θεωρία του χρώματος και αυτός ο Γουστάβ Κλιφτ ζωγράζφιζε μόνο γυναίκες κι αυτός που δεν ξέρω τ όνομα του ...αυτόν που παραδίδει μαθήματα στην ΕΡΤ 3..Ξέρεις ποιον λέω ...
-Ναι, ρε δεν το ξέρω τ όνομα του ...σιγά που διδάσκει ζωγραφική αυτός! μια τεχνική φυσιογραφίας κάνει. Η φίλη μου η Μάριαν Νάκου ζωγραφίζει καλύτερα απ αυτόν.
-Ποια είναι αυτή ρε νούμερο;
-Νούμερο λες εμένα; και δεν ξέρεις τη Μάριαν; και του σκάω ένα σκαμπίλι. [ Αυτός κατρακυλάει στην άβυσσο. Στην άβυσσο του Δάντη.] Κλαίει και οδύρεται.
-Έλα ρε, μην κάνεις έτσι, προσπαθώ να τον παρηγορήσω.
-Τι μην κάνω έτσι; επειδή δεν παραδέχομαι τον Φασιανό ή τον Τσόκλη για μεγάλους ζωγράφους με στέλνεις στο πυρ το εξώτερον; Ένα δέντρο ο Τσόκλης το πούλησε χίλιες φορές το ξέρεις αυτό;
- Το ξέρω μωρέ αλλά ας βγάλουν λεφτά και κάποιοι ζωγράφοι, τι λες εσύ γι αυτό;
-Σύμφωνοι, να φάνε και οι πεινασμένοι.
-Πεινασμένη είναι η τέχνη ρε νούμερο;
-Δεν πρόκειται να συνέλθεις ποτέ! μου λέει και εξαφανίζεται στο υπερπέραν. Τέτοιος ήταν, τέτοιος παρέμεινε ο άθλιος. Ο τρισάθλιος. Ο αθλιότερος των αθλίων του Βίκτωρος Ουγκό. Με ωμέγα είναι καλύτερο αλλά δεν πειράζει, ο Βίκτωρος έγραψε και για το θεό.

 

 


 

Από 56painter @ Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013 12:01 πμ Permalink | Σχόλια (1) | Επεξεργασία Το θέμα είναι να μπορεί ο άνθρωπος να ζει αισιόδοξος. Ο άνθρωπος δηλαδή που ελπίζει πάντα στο καλύτερο. Πόσο όμως είναι εφικτό αυτό; Για ποιους λόγους ο διαχρονικός άνθρωπος θα μπορεί να βλέπει την καλή πλευρά των πραγμάτων όταν γύρω του συμβαίνουν τα τραγικότερα; Είναι από τη φύση του αισιόδοξο ον ο άνθρωπος; Μάλλον όχι. Η ερώτηση είναι σοβαρή. Έχω σκεφτεί πολλές φορές πως μας ταιριάζει το δράμα, η απαισιοδοξία κι αυτό με κάνει δύσπιστο στην πολλή χαρά, στη μεγάλη αισιοδοξία αν και ποτέ δε θέλω να τα βλέπω μαύρα. Λέω χωρίς να το πιστεύω πως όλα θα πάνε καλά.

Από 56painter στις Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013 @ Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013 10:02 πμ

4 ΣΧΌΛΙΑ marelene Όμορφη εγγραφή Φιλάκια ...Από Μαρία Έλενα | Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013 3:04 μμ

56painter Γεια σου Μαρία. Ωραία η σκέψη σου σαν το μωρό παιδί που μεγαλώνει. Από ΚΩΣΤΑΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ | Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013 4:23 μμ

spiritmaster Θα το λες δέκα φορές τη μέρα για να το πιστέψεις. χα χα χα. Γεια χαρά Κώστα Smile Από Nτίνα Χαϊδεμένου | Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013 10:24 μμ

 

 

ΤΟΥΑΛΕΤΑ ΣΚΥΛΩΝ

Τέτοιες διαπιστώσεις είναι πραγματικά λυπηρές. Τα Εξάρχεια μια από τις ωραιότερες συνοικίες του Αττικού άστεως βρίσκονται στο έλεος της εγκατάλειψης. Πεζοδρόμια γεμάτα λακούβες, δέντρα που οι ρίζες τους έχουν διαβρώσει τις πλάκες τους-κίνδυνος, θάνατος ειδικά για τους ηλικιωμένους- κτίρια ετοιμόρροπα, μικρά παρκάκια ακλάδευτα, χορταριασμένα, όπου μόνο σκύλοι, γάτες και ενίοτε άνθρωποι αφοδεύουν και ουρούν δημιουργώντας έτσι εστίες μόλυνσης. Ασυνείδητοι νεαροί με ένα σπρέι στο χέρι μουντζουρώνουν αδιάκριτα και αδιάκοπα, τοίχους, τζαμαρίες, βιτρίνες καταστημάτων και καμιά πολιτεία δεν ενδιαφέρεται για τη φθορά της περιουσίας των πολιτών της, για τον κίνδυνο της δημόσιας υγείας. [Γιατί δεν γίνονται αυτά και στο Κολωνάκι; στην όμορη συνοικία; φαίνεται εκεί ζουν άλλα ζώα!]

Κάτι πρέπει να γίνει. Εκτός κι αν υπάρχει σχέδιο οργανωμένο για τον μαρασμό και την εξαθλίωση των Εξαρχείων.

Από 56painter στις Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013 @ Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013 10:28 πμ

4 ΣΧΌΛΙΑ

marelene Μακάρι να γίνει κάτι καλό Φιλάκια ...Από Μαρία Έλενα | Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013 3:36 μμ

56painter Γεια σου Μαρία. Με τους μακαρισμούς δεν κάνουμε τίποτε να είσαι σίγουρη. Κατά τ άλλα όλα καλά, επίσης φιλάκια.

Από ΚΩΣΤΑΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ | Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013 6:22 μμ

spiritmast Eμαθε κανείς σ αυτούς τους νεαρούς να σέβονται τη δημόσια περιουσία, το χώρο που και οι ίδιοι ζουν ; Υπάρχει πολιτεία να ενδιαφερθεί για την καταστροφή ; Κάθε μέρα νιώθω ντροπή και αγανάκτηση φίλε Κώστα γι αυτή την κατάσταση Smile


 

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

ΚΡΊΣΕΙΣ

 


Περπατώ στην παραλία των Εξαρχείων και νομίζω πως δεν έχουμε πάθει κρίση αλλά παράκρουση. Είμαστε όλοι ένοχοι, λέει ένας μεσήλικας, ενώ οι γκόμενες λιάζουν τους αφαλούς σφαδάζοντας από την ανυπαρξία του πούτσου. Δίπλα ο μαυράκος κουβαλάει σίδερα, σίδερα, σίδερα.
Στη Μαυρομιχάλη κατάχαμα ένας μηχανόβιος τρώει την άσφαλτο. Μαύρο κατράμι, πετρέλαιο και αίμα. Κανείς δεν τον σηκώνει. Η γριά ρίχνοντας ένα απρόσμενο βλέμμα, με την ξεβαμμένη ανηψιά δίπλα της, μιλάει για την εκατοντάχρονη μάνα της που πέθανε χτες το βράδυ. Εικόνα δηλαδή ενός ξεχαρβαλωμένου τοπίου. Οι Αλβανοί ασυνάρτητοι παίζουν ντόμινο-πέρα βρέχει και ποιος νιάζεται; Στον κόσμο τους.
Και στην Μεθώνης τον πεζόδρομο, χέζουν και κατουράνε όλα τα σκυλιά. Σε πειράζει, μου λέει η άλλη, να μπω στο εργαστήρι σου με τον σκύλο μου; Δεν πειράζει, της απαντάω. Αφήστε τον εδώ γύρω να γαβγίζει, να μου δείχνει τα δόντια του, να χέζει-έτσι κι αλλοιώς μας έχουν χεσμένους όλοι. Για ένα σκύλο θα κάνουμε έτσι.
Στο περίπτερο όλοι οι σκεφτικοί διαβάζουν με προσήλωση τον τύπο. Το πρες. Το πιεστήριο. Εγώ δε λέω τίποτα. Τι να πω; Ο χοντρός αποφασίζει ν αγοράσει την Συντακτών, ο Αιγύπτιος επιμένει πως πρέπει να κάνουμε κάτι για το βασίλειο της Κλεοπάτρας. Ωστόσο, μπαίνει ένας άλλος στον κύκλο των χαμένων ποιητών, στο εργαστήρι της τέχνης σέρνοντας ένα ντόπερμαν έτοιμο να μου φάει τα σωθικά, το μυαλό. Πειράζει που έχω τον Μπούμπι μαζί; Μου λέει. Να δούμε τους πίνακες;
Με τον Μπούμπι; Αμηχανεύομαι.
Βγάλτον έξω, στην παραλία.
Μα, επιμένει, δεν είσαι φιλόζωος;
Άμα είναι να μας χέσει ο Μπούμπις, όχι δεν είμαι φιλόζωος.
Αναγκαστικά φτιάξαμε έναν κόσμο παράλογο. Παλιά δεν ήμασταν έτσι, υπήρχε μεγαλύτερος σεβασμός στην ύπαρξη, στο θαυμασμό, στην αξία. Ενώ τώρα υπάρχουμε σε έναν κόσμο γερασμένο, αξιολύπητο, παραδομένο στην ανεπάρκεια.
Ας πούμε πως φταίω εγώ που τα βλέπω έτσι. Οι νέοι παραπονιούνται για τις γκόμενες που είναι ανοργασμικές. Οι γκόμενες λένε πως δεν υπάρχουν πια άντρες αλλά, δε θέλω να το ρίξω εκεί- ωραίο το ρίχνω-να χύσω στο ωραίο πρόσωπο των άλλων ήθελα.
Μάλλιασε η γλώσσα μου στην κυριολεξία, όχι από καθέδρας. Επί της ουσίας.
Πολλές φορές φαίνονται απλά, μα δεν είναι.
 

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

ΟΔΥΣΣΈΑΣ ΠΟΥ ΔΕ ΓΎΡΙΣΕ ΠΟΤΈ.

 

 


Όμορφα είναι τα ταξίδια σου Οδυσσέα
στους ύμνους
Τόσους ύμνους φτιάξαμε γι’ αυτόν
Κάποιου ΌΜΗΡΟΥ, όμηροι κι εμείς
Μα και της Πηνελόπης
Που ποτέ δεν είδαμε
Την λυγερή κορμοστασιά
Πολλά καλά της τραγουδάει ο αοιδός
Γιος θεού και μια θνητή
Τι ταιριαστό ζευγάρι!
Της Πηνελόπης να δειχνες κι εσύ την προσμονή
Κι εγώ Οδυσσέας που δεν γύρισε ποτέ
 

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

δημοκρατία

 

 


ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΑΝΉΚΟΥΝ Τ ΑΡΧΑΊΑ ΜΝΗΜΕΊΑ; Εφ όσον κανείς δεν μπορεί να ελέγχει μια κυβέρνηση, ούτως ώστε ν αλλάξει μια απόφαση, τότε αυτό το σύστημα διακυβέρνησης ενός κράτους, δε λέγεται Δημοκρατία. Η απόφαση της κυβέρνησης Μητσοτάκη να προσφέρει σε ιδιώτες τα Αρχαιολογικά μνημεία της χώρας, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με κλαυθμούς και οδυρμούς της Έλενας Ακρίτα, με κάποιες στερεότυπες κι ανούσιες επερωτήσεις του ΚΚΕ, του Κουτσούμπα, του Ανδρουλάκη, του Τσίπρα. Στα πλαίσια όμως του ορυμαγδού ιδιωτικοποιήσεων, ΟΠΑΠ, ΕΥΔΑΠ, ΔΕΗ, κλπ και πολλών άλλων γενικά, βγαίνει ακράδαντα το συμπέρασμα, πως το κράτος είναι ανίκανο να διαχειριστεί τους θεσμούς. Αυτός ο τρόπος φυσικά ισχύει παντού όπου υπάρχει η σύγχρονη κοινοβουλευτική Δημοκρατία.
Κανονικά, έπρεπε ήδη όλοι οι Έλληνες να είμαστε στους δρόμους αλλά ποιος νοιάζεται και ποιος γαμεί και σιγά μη νοιάζει τον Νεοέλληνα αν θα πάει το παιδί του στην Ακρόπολη, -ειδικά τους πλούσιους σιγά μη τους νοιάζει αν πληρώσουν εισιτήριο , όταν μάλιστα αρκετοί απ αυτούς θα έχουν μετοχές στον νέο φορέα ελέγχου των Αρχαιοτήτων.
Απ την άλλη, το μεγαλύτερο μέγεθος του Ελληνικού λαού καρφάκι δεν του καίγεται και οι περισσότεροι δεν έχουν πάει στην Ακρόπολη εκτός απ αυτούς που κάνουν καμάκι στις τουρίστριες κι ένα ελάχιστο ποσοστό κουλτουριάριδων. Τι να κάνω στην Ακρόπολη μίστερ; λέει ο ταρίφας, ο καφετζής πουλάει εκτός από καφέδες και λαϊκίστικη σοφία, ο κρεοπώλης κόβει με τον μπαλτά τ αγάλματα, οι δικηγόροι και οι γιατροί έχουν πάει στα παιδικά τους χρόνια, οι δημοσιογράφοι με τους ξεναγούς έχουν οικονομικά συμφέροντα, οι μικροπωλητές δεν ξέρουν τι είναι ο Παρθενώνας και , γενικά ένα κακό συναπάντημα διαμορφώνει την εικόνα γύρω και μέσα από τα Αρχαιολογικά μας μνημεία.
Συμπέρασμα: τα Αρχαιολογικά μνημεία δεν ανήκουν στον Ελληνικό λαό, αλλά σε μια μειονότητα που διασπαθίζει τον πλούτο αυτής της δύστυχης χώρας που λέγεται Ελλάδα
 

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

ΜΕΓΆΛΕΣ ΑΓΆΠΕΣ 3

 

 


ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΓΑΠΕΣ
 
Το βράδυ κρύο, το χάδι, έφεγγε στο σκοτάδι.
Λυπόσουν ή δεν ήξερες, τι να περιμένεις,
ένας ο κόσμος ο μικρός, μέσα σε μεγάλα μάτια.
Μου θυμίζουν τη λίγη μας ευτυχία.
Ο ύπνος δύσκολος μετά τα φιλιά
οι άνθρωποι, ένας άντρας και μια γυναίκα μπορούν ν αγαπηθούν.
Ένα βράδυ είναι η ζωή μας;
Κάπνιζες συνέχεια με κάποια χαρά κυλούσε ο καπνός ανάμεσα μας
Ανάμεσα σε παλάμες σφιχτά δεμένες, έτρεχε το κρασί μιας αγάπης που
την είχαμε ορίσει από πριν.
Είπες έπρεπε να γνωριστούμε πριν
δέκα, είκοσι χρόνια, γιατί τότε θα μας περίσσευε η όψη του φεγγαριού
οι μέρες και οι νύχτες των φιλιών, η προσμονή να φτιάξουμε μαζί καλύτερο το σπίτι μας.
Η δύναμη πως θα τα κάναμε όλα μαζί, η δυστυχία να παραδεχτούμε πως υπάρχουν κι αυτά.
Η αρχή ορίζει το τέλος σου είπα, δεν ήθελα να σε λιγοστέψω.
Και μπορεί να έκλαιγα στο σταθμό του τρένου, ανήξερος επειδή δεν θέλω να παραδεχτώ τέτοιες ήττες.
Σκόρπια λεπτή άμμος, ο πόνος σίγουρος, λίγος πράσινος χρυσός
φαντάζει αόριστο τι θα γίνουμε.
Οι μεγάλες αγάπες τελειώνουν γρήγορα
ηχούν σαν τα βήματα κάποιου που μας ακολουθεί.
Ο ύπνος δύσκολος μετά από τα φιλιά
ένα βράδυ ήταν η ζωή μας;
Τα χέρια, τα χέρια, η αγωνία
πως μπορεί να μην ξαναβρεθούμε, εμείς που ξέραμε από αγάπη.
 

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

ΧΩΡΊΣ ΠΑΤΡΊΔΑ

 

 


ΑΠΑΤΡΙΔΕΣ
 
Μας το έκαναν αυτό το καψόνι οι παλιοί φαντάροι
άγρια μεσάνυχτα, σπρώχναμε τοίχους να πάνε παραπέρα
Ιδρωμένοι σε ένα εξ αναβολής παιχνίδι
Ν αγαπάμε την πατρίδα μας, έλεγαν. Τον Άρη
 
Μα εμείς απάτριδες μέναμε πάντα στο ίδιο σπίτι.
Άγρια μεσάνυχτα σπρώχναμε ντουβάρια παραπέρα
μούσκεμα για την πατρίδα ρε μαλάκα
Τι νομίζεις πως κάναμε τόσα χρόνια
-μην τάχα κλέβαμε του άλλου την ατάκα;
 
Ιδρωμένοι σ εξ αναβολής παιχνίδι
τραβώντας ο ένας από δω κι ο άλλος από εκεί
Ψάχνοντας εναγώνια μια πατρίδα, ένα στέκι
να βγάλουμε από την τρύπα το μεγάλο φίδι.
 
Μα εμείς απάτριδες παραμέναμε πάντα
 

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

ΜΙΑ ΤΣΈΠΗ

 

 

 


 

Η ΤΣΕΠΗ

Είχα σχισμένη την αριστερή μου τσέπη. Το παντελόνι που φορούσα ήταν καινούργιο, το αγόρασα πριν χρόνια στις εκπτώσεις κι επειδή η μνήμη μου με μπερδεύει
 συνέχεια, ρίχνω συχνά τα ψιλά σ αυτή την αριστερή τσέπη. Μόλις νιώθω το κρύο
 νόμισμα να τσουλάει στο μπούτι μου, στον αστράγαλο και τελικά στην άσφαλτο, βλαστημάω που πάλι την έπαθα. Πιάνω τα κέρματα, όσα βρίσκω και προσπαθώ 
με το αριστερό χέρι να τα βάλω στη δεξιά τσέπη που όλως περιέργως παραμένει
 άσχιστη. Δύσκολο αλλά τα καταφέρνω. Ο κόσμος που διαβαίνει, με κοιτάζει
 περίεργα έτσι που μοιάζω με πίθηκα σ αυτή την ανάποδη κίνηση. Γιατί δεν τα 
βάζει με το δεξί που είναι το κανονικό; Σκέφτεται. Και να πεις ότι δεν έχω δεξί χέρι…
Όμως εγώ συνεχίζω χρόνια αυτή την αναποδιά. Αλλά προχτές που πήρα το 
επίδομα ανεργίας-θα το λαβαίνουν όλοι οι άνεργοι από δω και πέρα, -μη φοβάστε,
 αν μείνετε άνεργοι- αποφάσισα να ράψω αυτή την τσέπη. Έψαξα στα συρτάρια
 να βρω κλωστή και βελόνι, θυμήθηκα τη μάνα μου, μια ζωή να ράβει, να ξηλώνει. Νευρίασα που δεν εύρισκα τίποτε. Αυτά τα αντικείμενα έχουν εξαφανιστεί από 
τα σύγχρονα σπίτια. Πήγα σε πέντε-έξι ψιλικατζίδικα, το πέτυχα. Κάθισα να 
βελονιάσω, γάμησε τα! Άιντε να βρεις την τρύπα με τόση στραβομάρα. Τέλος 
πάντων τη βρήκα. Την τρύπα. Θαύμασα τον εαυτό μου κι άρχισα να ράβω την
 αριστερή, σχισμένη τσέπη μου. Βέβαια, μη νομίσετε πως την έβγαλα έξω όπως 
έπρεπε, όχι. Την έραψα απ έξω, έτσι δηλαδή που να μην έχω αριστερή τσέπη και
 μετά γελώντας έραψα και την δεξιά! Έτσι που αυτό το παντελόνι να μην έχει
 τσέπες, ούτε κωλότσεπη. Και μ αρέσει, γιατί, όταν περπατάω στο δρόμο δε μου 
πέφτουν τα ψιλά, δε νιώθω την κρύα επαφή του μετάλλου στο μπούτι μου, στον 
αστράγαλο και γελάω ευτυχισμένος, ακόμα πιο πολύ, επειδή δεν έχω τι να κάνω 
τα χέρια μου. Που να τα βάλω. ..

 

 




 

Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

ΟΙ ΦΊΛΟΙ 2

 


 

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΦΙΛΟΣ

  

Το είχα πάρει απόφαση πως η ζωή μου πολύ δύσκολα θα μπορούσε ν αλλάξει. Και πως να γινόταν αυτό, δηλαδή, αφού  τόσα χρόνια τώρα έκανα μόνο δουλειές του ποδαριού. Τον περισσότερο καιρό, δούλευα γκαρσόνι, όπου εύρισκα. Στην αρχή πήγαινα σε ρέστωραντ πολυτελείας.  Να σερβίρω τους λεφτάδες, που με θεωρούσαν υπηρέτη τους  και τέτοιος ήμουν, αυτό δεν είναι ψέμματα. Όσοι έχουν δουλέψει γκαρσόνια και δεν νιώθουν απελπισία που είναι αναγκασμένοι να κουβαλάνε πιάτα, σερβίτσια, μακαρονάδες, πετσέτες στους πελάτες, το αικιού τους θα πρέπει να είναι πολύ χαμηλό. Το μυαλό τους δεν κόβει. Εμενα όμως το μυαλό  μου έκοβε. Δεν ήμουν βλάκας. Τριάντα πέντε χρόνια στο πεζοδρόμιο. Το μεγάλο σχολείο. Τα είχα σπουδάσει,  αυτά, όλοι με έλεγαν τσακάλι κκαι το νιωθα, δεν ήμουν βλάκας.  Άτυχος ήμουν και γι΄αυτό σκεφτόμουν τελευταία,  να βρω κάποιο κόλπο, κάτι να κάνω για να μην ξαναδουλέψω γκαρσόνι. Να μην είμαι υπηρέτης του κάθε χαζοχαρούμενου νεόπλουτου. Ενας τρόπος ήταν να κερδίσω κάποτε στο λότο. Κι έπαιζα μετα μανίας μέχρι την τελευταία μου δεκάρα. Πήγαινα στα μεγαλύτερα προποτζίδικα, διάβαζα συστήματα, μιλούσα με άλλους που είχαν κερδίσει, παρακολουθούσα στατιστικές  αλλά τίποτα.. Βέβαια, έξυπνος ήμουν, καταλάβαινα πως ονειροβατούσα, ζεις όμως και με τα όνειρα. Όλα τα βράδια που δεν μπορούσα να κοιμηθώ, σκεφτόμουν για να ξεχνιέμαι και να περνάει η ώρα, τι θα έκανα τα λεφτά που θα κέρδιζα. Μελετούσα και την παραμικρή λεπτομέρεια,  έλεγα σ΄αυτούς που με είχαν αδικήσει πως δεν θα έδινα τίποτε, θα ξεχρέωνα κάτι λίγα χρέη, θα πήγαινα και στην  Ελένη κορδωμένος να της δείξω τα λεφτα μου- η Ελένη είναι η μοναδική γυναίκα που με ανέχεται, με τόση φτώχεια ποια γυναίκα σε θέλει; θα υπερεφανευόμουν πως παρ ότι είχα τελειώσει μόνο το Λύκειο, ήμουν πιο έξυπνος από τόσα κορόιδα που περίμεναν με το μεροκάματο να γίνουν πλούσιοι. Αυτή ήταν η μια μανία μου. Η άλλη ήταν το ινερνετ. Είχε ο κύριος Νίκος πολλούς υπολογιστές και μου είχε χαρίσει έναν πριν χρόνια.Έναν υπολογιστή που δεν τον ήθελε και μου τον χάρισε. Έτσι κάνουν αυτοί οι πλούσιοι, χαρίζουν ότι δεν χρειάζονται και σε υποχρεώνουν. Έτσι κι εγω όλο τον ελεύθερο χρόνο μου εκει μέσα τον περνούσα. Γράφτηκα στο φεις μπουκ κι έκανα επιλεκτικά μόνο εκατον πενήντα φίλους. Ούτε έναν παραπάνω. Δεν ήθελα άλλους. Κι αυτούς είναι σαν να μην τους έχεις! Σούφρωνε τα χείλια της, η Ελένη. Φίλοι είναι αυτοί που δεν συναντιόσαστε ποτέ; Εγώ ξέρω οι φίλοι βγαίνουν παρέα, συναντιούνται, μιλάνε, βοηθάνε ο ενας τον άλλον στα προβλήματα, εσένα τι φίλοι είναι αυτοί;  ξέρει κανένας απο δαύτους πως δεν έχεις να φας; Αυτά μου τα λεγε συνέχεια, εμένα όμως ήταν πεποίθηση πως αυτοί οι φίλοι κάποια μέρα θα με έσωζαν. Δεν ξέρω πως μου έβγαινε αυτό αλλά  ήμουν εκατό τοις εκατό σίγουρος πως θα με βοηθούσαν.. . Μιλούσα μαζί τους πολλές ώρες,  τους έκανα λαικ,  μου έκαναν. Πειράζουμε ο ένας τον άλλον, οι περισσότερες γυναίκες με γουστάρουν γιατι είχα  βάλει μια πολύ ωραία φωτογραφία στο προφίλ μου και όχι μόνο. Αυτά δεν τα έβλεπε η Ελένη που περιττό να πω ότι δεν είχε ιδέα απο υπολογιστη. Τι υπολογιστή να ήξερε αφου μια ζωή δούλευε σκουπίστρια στην εταιρία του κυρίου Νίκου. Α, ναι, παντού αυτός ο κύριος Νίκος, μας βοηθούσε, καλός άνθρωπος αλλα πλούσιος.Τώρα όμως τα πράγματα είχαν σκουρήνει περισσότερο. Ήμουν ανεργος πάνω απο τρεις μήνες. Με συντηρούσε η Ελένη  αλλιώς θα είχα πεθάνει της πείνας. Τι θα κάνεις; τι θα έκανες αν δεν είχες εμένα; μου φώναζε κάθε μέρα. Κοίτα να βρεις καμια δουλειά Βαγγέλη, το φειςμπουκ και τα καφενεία δεν δίνουν λεφτά. Καταλαβες Βαγγέλη; Το ονομά μου είναι Βαγγέλης. Αλλά τι το θέλεις το όνομα; οι φτωχοί δεν χτειάζεται να έχουν όνομα. Μένω τελευταία σε ένα ημιυπόγειο που μου έκανε χάρη να μου παραχωρήσει ο κυριος Νίκος. Πήγαινε εκεί,  μου είπε, δεν έχω τίποτα  καλύτερο. Δεν πειράζει, του απάντησα, έχω συνηθίσει εγώ. Έχω κοιμηθεί και στις πέτρες, στα παγκάκια. Στα παγκάκια ε; Στις πέτρες; Άνοιγε τα μάτια του. Έφαγες σήμερα; Ναι, δυο βερίκοκα. Να πάρε μισό ευρω  να  πάρεις νερό. Τι να το κάνω το νερό; απορούσα. Ε, πως, άνθρωπος είσαι θα διψάσεις. Κι έφευγε με τα σιγανά του βήματα σαν πλούσια γάτα που ήταν. Η κατάντια μου είχε φτάσει στην απελπισία. Κάτι έπρεπε να κάνω. Να βρω μια δουλειά. Να γίνω άνθρωπος. Η Ελένη μου το ξεκαθάρισε. Αιντε αγόρι μου, εσύ δε βάζεις μυαλό, άιντε στο καλό, αφησέ με μήπως βρω κι εγω κανέναν άντρα της προκοπής, να παντρευτώ. Εσύ δεν κάνεις προκοπή.
Αλλά την παρακάλεσα.
  Έπεσα στα πόδια της, καταξευτιλιστηκα και της υποσχέθηκα πως να, όπου να είναι θα πήγαινα να πιάσω δουλειά στο καφενείο του Νικήτα. Αυτό το ακούω χρόνια τώρα, καλά, εντάξει αλλά είναι η τελευταία σου ευκαιρία, εντάξει!
Με το κεφάλι σκυφτο, αυτή η κατάσταση κράτησε κάμποσο καιρό ακόμα ίσως έξι μήνες
 και το περίεργο είναι πως εγώ γινόμουν όλο και πιο αδιάφορος. Κορόιδευα τον εαυτό μου και την Ελένη. Εκεί που την εύρισκα πραγματικά, ήταν ο υπολογιστής μου και οι φίλοι μου.Κλικ απο δω, λάικ απο κει, σχολίαζα αλλλα δεν έβγαινε τίποτε.  Το πράγμα άρχισε να δυσκολεύει όταν με διέγραψε πρώτα η Νίκη. Απόρεσα  πραγματικά, της έστειλα μήνυμα μα ήταν αμετάπιστη. Σε έκανα ντιλιτ, μου είπε. Πέρασα το χέρι μου ανάμεσα στα μαλλιά μου, έτσι κάνω όταν δυσκολεύομαι κι άρχισε να με πιάνει τρόμος στην ιδέα πως θα μπορούσαν να με διαγράψουν όλοι. Μούσκεψα το βράδυ στον ιδρώτα, πετάχτηκα επάνω άνοιξα τον υπολογιστή. Ναι, οι σκέψεις επαληθεύονταν. Και άλλοι δυο φίλοι με διέγραψαν. Το πρωί πήγα στο καφενείο σκοτωμένος, δεν ήθελα να μιλήσω σε κανέναν. Τι να τους έλεγα άλλωστε. Δεν είχα κανέναν φίλο εκεί, εμένα οι φίλοι μου ήταν στις οθόνες κι μου ράγιζε η καρδιά που τους έβλεπα μετα από τόσα χρόνια να αποχωρούν. Να με  διαγράφουν ένας-ένας. Γύρισα το μεσημέρι είδα πως είχαν αποχωρήσει άλλοι δέκα. Δεν προσπάθησα να μεταπείσω κανέναν και τα κουβέντιασα με τον Τζονυ. Ο Τζόνυ είναι ο καλύτερος μου φίλος. Μη φοβάσαι μου είπε στο τσατ, δεν μπορει να σε διαγράψουν όλοι, κάποιο λάθος θα έκανες. Εσυ, του λέω για ένα μικρό λάθος θα με διαγράψεις. Εγω Βαγγέλη δε θα σε διαγράψω ποτέ. Λοιπόν πάρε μια μέρα το λεωφορείο κι έλα να τα πούμε απο κοντά. Να έρθεις στο σπίτι μου να φάμε και να πιούμε. Θα έρθω του είπα, στο υπόσχομαι. Όπως περνούσαν οι μέρες, σιγά-σιγά, ίσως μέσα σε ένα μήνα μου είχαν απομείνει μόνο δώδεκα φίλοι. Είχα συνηθίσει πια και δεν μου έκανε καμιά εντύπωση. Τελείωσε αυτή η δουλειά έλεγα στον εαυτό μου κι έψαχνα να βρω δουλειά αλλά που..
Πήγα απο δω, ρώτησα απο εκει, τίποτα. Η Ελένη δεν μου μιλούσε άλλο. Πάψαμε να κάνουμε και έρωτα, το πράγμα χειροτέρευε άγρια. Εκείνο το Σαββατοκύριακο είχα αποφασίσει πως χρειαζόταν να πάω
  να βρω τον  Τζόνυ. Περιττό να σας πω, πως ήταν ο τελευταίος, ο μοναδικός φίλος που μου είχε απομείνει. Αλλα ήταν πραγματικός, μη σε νοιάζει με παρηγορούσε και τα κουβεντιάζαμε συνέχεια. Εσυ πόσους φίλους έχεις; τον ρωτούσα αν και έβλεπα στο προφιλ του πως είχε πάνω απο τρεις χιλιάδες. Χαχαχα! γελούσε μη το σκέφτεσαι καλέ μου, θα έρθεις τη Δευτέρα που μου υποσχέθηκες; Θα έρθω του είπα και το φιξάραμε. Μου έδωσε οδηγίες πως θα πάω γιατι το σπίτι του ήταν έξω απο την πόλη. Με το κεφάλι σκυφτό, το μυαλό μου καρφωμένο στους δρόμους, γύριζα σαν αδέσποτος σκύλος. Όλη εκείνη την Κυριακή δεν πήγα καθόλου στην Ελένη. Σκεφτόμουν μόνο πως θα έφτανα στον Τζόνυ. Μόνο ο Τζόνυ θα με έζωζε, αυτός, ο τελευταίος οθονικός μου φίλος. Βέβαια το είχα παρακάνει με την Ελένη,  καλά μου είπε, έπρεπε να την αφήσω ήσυχη. Όπως μου ρχόταν στο νου η σκέψη πως θα ζούσα χωρίς αυτήν κάθισα σε ένα παγκάκι κι έκλαψα.
Κάποια στιγμή σηκώθηκα. Πέρασα πάλι το χέρι, τα δάχτυλα ανάμεσα στα μαλιά μου. Έκανε κρύο. Ένας ψιλός αέρας σφύριζε πάνω απ τις κορφές των κτιρίων. Προχώρησα προς την υπόγα, μόνος,
  πεινασμένος,  κι άυπνος δυο, τρεις μέρες, δεν ξέρω πόσο. Είχα μια ξεχασμένη τσίχλα  στην τσέπη του πουκαμισου, την ξεκόλλησα, είχε μείνει λίγο χαρτί γύρω της. Την έβγαλα προσεκτικά και την ξαναμάσησα. Αλλά χορταίνεις με την τσίχλα; Γιατί να πεινάνε οι άνθρωποι; τι χρειαζόταν το φαί; μήπως έπρεπε η φύση να φρόντιζε διαφορετικά για τους ανθρώπους; Δηλαδή να μην έχουν ανάγκη να τρώνε; Έκανα τέτοιες ερωτήσεις στον εαυτό μου ακόμα κι όταν είχα μπει στην υπόγα. Κάθισα στο λειψό τραπέζι, άναψα το κερί. Το φως ήταν κομμένο καιρό. Έψαξα να βρώ κάτι να τσιμπήσω, καμμιά φορά έκρυβα κανένα κομμάτι ψωμί σε  σακούλες νάυλον αλλά αυτή τη φορά δεν είχα κρύψει ούτε τρίμα. Μόνο ένα σαπισμένο ροδάκινο, που ήταν στην βρώμικη κουζίνα  βρήκα. Το πλυνα, το καθάρισα όπως μπορούσα και το έφαγα. Έφαγα και το κουκούτσι. Η ψίχα του ροδάκινου δεν τρώγεται, είναι πικρή. Θεόπικρη και πιάνει μούχλα. Όμως αυτή η ψίχα με  κράτησε. Έριξα ένα παλιό πέτσινο μπουφάν στους ώμους και βγήκα στο δρόμο. Νύχτα ήτανε, το ξεροβόρι θέριζε τον κόσμο μου. Ξεκίνησα να περπατώ. Περπατούσα, περπατούσα, δεν ξέρω πόσες ώρες, και το χάραμα  είχα βγει απο την πόλη όπως μου είχε πει ο Τζόνυ. Ναι, εκεί πήγαινα, που αλλού, δεν είχα που αλλού να πάω. Να ερθεις οπωσδήποτε, θα σε φιλοξενήσω, να μείνεις όσο θέλεις μου είχε πει και με είχε κατασυγκινήσει.Και να τώρα που έφτανα σε κείνη την ερημιά που με είχαν φέρει οι οδηγίες του. Πήρα το μονοπάτι που έβγαζε πίσω απο τον λόφο. Έστριψα μια μεγάλη στροφή. Είδα το σπίτι του Τζόνυ. Μικρό μου φάνηκε. Μικρούλι.  Θα μας χωρούσε άραγε και τους δυο; Προχώρησα κατα εκεί. Ο ήλιος είχε φέξει για τα καλά. Οι πόρτες είναι ανοιχτές, μου είχε πει ο Τζόνυ. Δεν κλειδώνω ποτέ. Πράγματι, ήταν ανοιχτές. Μπήκα απο την μία  με σιγανά βήματα. Η ανάσα μου σχεδόν σταματημένη. Προχώρησα στο μικρό διάδρομο. Μπήκα στη σάλα. Κοίταξα πάνω στο γραφείο. Ένας γάτος καθόταν πάνω στα πλήκτρα του υπολογιστή και μου χαμογελούσε.

ΤΕΛΟΣ



















































 

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Η ΖΩΉ ΕΊΝΑΙ ΒΑΡΕΤΉ

 

 


ΤΟ ΑΙΜΑ κυλάει ΣΤΑ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΑ....
Η ζωή μερικές φορές είναι βαρετή για ανθρώπους ειδικά σαν εμένα. Και το λέω αυτό επειδή από μικρό παιδί τα είχα όλα. Γεννημένος στην Γλυφάδα, πριν από σαράντα ακριβώς χρόνια, από γένος αριστοκρατικό, πλούσιο, Τσιλιμηταίοι έλεγαν όλοι κι έτρεμε το σαγόνι τους από φθόνο. Ο πατέρας μου, γνωστός αρχιτέκτονας, είχε σχεδιάσει τα μισά από τα πιο ωραία κτίρια των Αθηνών και όχι μόνο: Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Πεκίνο, ήταν διάσημος. Η μητέρα μου ήταν κτηματίας. Η μισή γλυφάδα δικιά της από κληρονομιά. Λεφτά να φάνε κι οι κότες.
Έτσι, εμένα που με είχανε μοναχοπαίδι και άρα ήμουν μοναδικός κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας, με προόριζαν για πολιτικό. Σπούδασα στα καλύτερα κολέγια των Αθηνών κι ύστερα μεταπτυχιακά, ντοκτορά και τέτοιες αηδίες στη Ζυρίχη, όπου τελευταία, γύρω στα τριάντα μου, τελείωσα πολιτικές επιστήμες.. Εγκαταστάθηκα σε ένα πολυτελές, ιδιόκτητο γραφείο, τοποθέτησα μια σπουδαία επιγραφή στην πόρτα: Τσιλιμηταίος Εμμανουήλ. Πολιτικός επιστήμων.
Η εξωτερική μου εμφάνιση σπουδαία. Γύρω στο ένα ογδόντα ύψος, βάρος εβδομήντα πέντε κιλά. Σταθερά. Πρόσωπο γωνιώδες, από αυτά που λένε πως έχουν φωτογένεια. Μάτια γκριζοπράσινα, λαμπερά. Πηγούνι θεληματικό, όχι ακριβώς τετράγωνο. Γενικά είμαι ένα καλοβαλμένο, ωραίο πρόσωπο. Πρόσωπο και μυαλό. Φυσικά δεν δούλεψα ποτέ μου. Η δουλειά είναι για τα κατώτερα όντα, τους πληβείους. Κι όσο κι αν φαίνεται ρατσιστικό, αυτή είναι η αλήθεια. Ούτε με την πολιτική που σπούδασα, ασχολήθηκα. Τι ανάγκη είχα εγώ για όπλα αυτά; είμαι ένας βολεμένος άνθρωπος που του άρεσαν δυο πράγματα: οι γυναίκες και οι άντρες.
Εκείνο το απόγευμα του Σεπτέμβρη, έπινα τον μελαγχολικό εσπρέσο μου στο καφέ του Αστέρα Βουλιαγμένης, αυτό το γκέτο των πλουσίων. Δεν είχα καμιά διάθεση για τίποτα, καμιά αφορμή δεν μου δινόταν. Έτσι, κάπνιζα το ένα τσιγάρο κατόπιν του άλλου-είμαι μανιώδης καπνιστής όπως οι περισσότεροι ηλίθιοι άνθρωποι. Ποτά δεν πίνω, τα θεωρώ επικίνδυνα για όλους τους ανθρώπους. Όπως και για τα ζώα. Θα είχε περάσει ώρα πολλή-ίσως κανένας αιώνας- κι ενώ συνέχιζα να πίνω τον εσπρέσο μου, δίπλα μου ξεφύτρωσε σαν από πουθενά, ένας φτωχός, πούστης κι άσχημος. Πως διάολο είχε εισχωρήσει στο γκέτο; Πως ξέφυγε από τους φύλακες; Αλλά προσπάθησα να μην δώσω σημασία, αυτοί οι άνθρωποι μου προξενούν αηδία. Σιχαμάρα.
-Νομίζεις πως είσαι κάτι σπουδαίο, μου είπε απερίφραστα με φωνή αντρική, τραχιά.
-Σε μένα μιλάς; απόρεσα.
-Βλέπεις κανέναν άλλον εδώ; έσμιξε τα φιδίσια μάτια του.
Σκέφτηκα να φύγω αλλά γιατί;
-Πάρε δρόμο! του απάντησα εξ ίσου σκληρά.
Γέλασε σαρδόνια.
-Και να φύγω, εσύ δεν γλιτώνεις, είπε χαλαρά λες και δεν συνέβαινε τίποτε.
-Από ποιον; από σένα; χλεύασα.
-Από τον εαυτό σου. Γι΄αυτό ηρέμησε.
Έπιασα σκεφτικός το πηγούνι μου και τον παρατήρησα καλύτερα. Τι ποντικίσια φάτσα ήταν αυτή; Ίσια μαλλιά σαν πράσα, κακοχτενισμένα. Στόμα σαν μια σχισμή, πέντε τρίχες φύτρωναν εδώ κι εκεί, σε ένα μαυριδερό σαγόνι. Σώμα λιγνό, νευρώδες, άτριχο. Φορούσε ένα μαγιό, από αυτά που λέμε κουραδοκόφτη, φαινόταν όλο το κωλαράκι του κι έσταζε νερά ενώ εγώ φορούσα Αρμάνι την τελευταία μόδα κατευθείαν από το Μιλάνο.
-Από τη θάλασσα ήρθες; τον ρώτησα.
-Οι φτωχοί από κει έρχονται, αφού συνήθως απαγορεύεται η είσοδος στα μέρη σας.
-Ξέρεις ότι μπορώ να φωνάξω να σε πετάξουν έξω με τις κλωτσιές;
-Δε θα το κάμεις, είπε με πεποίθηση.
-Γιατί;
-Επειδή θέλεις ν αλλάξεις πρόσωπο. Επειδή, δεν σου αρέσει αυτό που είσαι κι εγώ μπορώ να σε βοηθήσω σ΄αυτό.
-Πως και πότε θα γίνει αυτό; είπα ξαφνιασμένος, γιατι πράγματι τον τελευταίο καιρό σκεφτόμουν να γίνω κάτι άλλο.
-Μην έχεις αγωνία, θα σε βρω εγώ. Δουλεύω σε ινστιτούτο αλλαγής φύλου.
Από μικρό παιδί, πέντε ή έξι χρονών, που μπέρδεψα τα μπούτια μου με μια συνομήλικη ξαδέρφη, κατάλαβα τη διαφορά των δύο φύλων. Του αρσενικού και του θηλυκού, του άντρα και της γυναίκας. Απο τότε θυμάμαι πως με συνάρπαζε η ιδέα πως μπορείς να γίνεις το άλλο. Δηλαδή, εγώ σαν άντρας να μπορούσα να νιώσω τι ακριβώς αισθάνεται μια γυναίκα. Ο φόβος είναι άραγε ίδιος ή μια γυναίκα φοβάται περισσότερο; Η υπόσταση του σώματος μπροστά στον καθρέφτη, τι αναλογία ηδονής, χαράς, μίσους ευτυχίας, προσδίδει στη γυναίκα; Σαν αυτούσιο αρσενικό που ήμουν, γνώριζα ή τουλάχιστον πίστευα πως γνώριζα τι ακριβώς ένιωθα απέναντι στο σώμα μου και στο μυαλό μου. Το θηλυκό όμως; Λένε πως οι γυναίκες είναι πονηρές. Πως σκέφτονται αλλιώτικα απο τους άντρες. Είναι όμως αλήθεια αυτό και ποιος μπορεί να το βεβαιώσει απόλυτα αν δεν έχει βρεθεί και στις δύο πλευρές;. Όμως το συναρπαστικότερο μέρος αυτής της σύγκρισης, ήταν πρώτα η ηδονή κι ύστερα η εξίσωση των ειδών εγκεφάλου. Και η περιβόητη ισότητα των δύο φύλων, κατέληγε στον αδυσώπητο αγώνα του φεμινιστικού κινήματος. Γιατί μια γυναίκα να θέλει να εξισωθεί με τον άντρα; Τι νόημα είχε αυτό, αφού αποτελούν δυο αντίθετα πράγματα και ως εκ τούτου εξυπηρετούν διαφορετικούς κανόνες της ζωής.
Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Γυμνός στο τεράστιο σαλόνι περιφερόμουν εδώ κι εκεί. Πολλές φορές έπιανα τα στήθεια μου να δω μήπως μεγάλωσαν και το πεος μου που βρισκόταν σε ακατάσχετη στύση απο φόβο ενστίκτου μήπως αλλοτριωθεί σε αιδοίο. Ήταν όμως κι αυτός ο άτριχος σπουργίτης που είχε εμφανιστεί απο το πουθενά να μου σπαράζει το μυαλό. Τι στο διάολο ήθελε; Εγω ήμουν ένας βολεμένος μεγαλοαστός, ένας άνθρωπος μεγαλωμένος στην εβέλεια της πραγματικότητας, θα μου άλλαζε ένα τυχαίο γεγονός τη ζωή μου; Ή μήπως κατα βάθος, πράγμα που δεν ήθελα να ομολογήσω, ήθελα ν γίνω γκέι; Να αποποιηθώ δηλαδή τη φύση μου. Αλλά ποια ήταν η φύση μου; αναρωτήθηκα φωναχτά στον καθρέφτη. Ήμουν ένας ερμαφρόδιτος παπαγάλος ή μια ξεφωνημένη κολοσούσσα;
Πέρασαν δυο-τρεις μέρες. Συνηθισμένος στις μεγαλοαστικές μου ασχολίες, ξεχάστηκα. Ή μάλλον, σκέφτηκα, τελειωτικά, πως το γεγονός ήταν ένα αποκύημα της φαντασίας μου. Πως δεν υπήρξε δηλαδή, κανένας ξεπουπουλιασμένος σπουργίτης που με είχε επισκεφτεί στην παραλία του Αστέρα Βουλιαγμένης. Έτσι, όταν εμφανίστηκε πάλι ξαφνικά από το βυθό της θάλασσας, δεν το πίστεψα.
Ήταν πρωί αυτή τη φορά κι απολάμβανα την ζέστη ενός ωραίου Φθινοπωρινού ήλιου.
-Είσαι έτοιμος; με ρώτησε
-Έτοιμος για πού;
-Ξέχασες; θα πάμε στο ινστιτούτο αλλαγής φύλων. Όπως συμφωνήσαμε, δεν είναι τίποτα φοβερό, θα δεις.
-Μιλάς σοβαρά; πήγα ν αστειευτώ. Και πότε συμφωνήσαμε;
-Πολύ σοβαρά! με αντέκρουσε με σκιώδη φωνή.
-Μήπως δεν πρέπει; έκανα αμφιταλαντευόμενος
-Ξέχνα το! Πρέπει να γίνει. Εξ άλλου, λεφτά έχεις, τι φοβάσαι;
-Δεν είναι αυτό..έκανα μια άλλη μορφή αντίρρησης σκεπτόμενος πως, άμα έχεις λεφτά, όλα είναι τέλεια, όλα είναι λυμένα.
-Πάμε, πάμε έκανε αποφασιστικά και με πήρε από το μπράτσο.
Η χειρουργική επέμβαση δεν διήρκησε πολύ. Ίσως τέσσερις-πέντε ώρες. Εγω δεν κατάλαβα και πολλά πράγματα, όπως δεν καταλαβαίνει κανείς. όταν βρίσκεται ναρκωμένος στο χειρουργικό κρεββάτι.
Άμα ξύπνησα, οι γιατροί έτριβαν τα χέρια τους.
-Μπράβο! είπαν. Όλα έγιναν στην εντέλεια.
Και με άφησαν μόνο μου.
Ή μάλλον μόνη μου.
Καθώς συνερχόμουν από την νάρκωση, έβαλα τα χέρια μου στο στήθος. Αναμαλλιασμένος χούφτωσα δυο υπέροχα γυναικεία στήθη. Ύστερα κατέβασα το χέρι μου χαμηλά.Στην αρχή δεν κατάλαβα αν έπιανα πέος ή κλειτορίδα.
Δυστυχώς ήταν κλειτορίδα.
Ή ευτυχώς.
Τώρα ήμουν μια τέλεια γυναίκα.
-Ν΄αφήσεις τα μαλλιά σου να μακρύνουν, άκουσα μια νοσοκόμα που εισέβαλλε ξαφνικά στο θάλαμο. Θα είσαι πανέμορφη. Μια κούκλα!
-Αποτρίχωση; ψέλλισα πιάνοντας τα γένια μου.
-Μη σε νοιάζει! κελάρυσε. Σε λίγες μέρες δε θα βγαίνουν πια.
Έφυγε αφήνοντας με μόνη στην συμφορά μου,
Κι εξαφανίστηκε ως δια μαγείας, όπως ακριβώς είχε εμφανιστεί, αφήνοντας με μετέωρο να χάσκω στο μακρύ βυθό της θάλασσας και της ανθρώπινης διάστασης.
ΚΩΣΤΑΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ
 

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

ΈΧΕΤΕ ΦΆΕΙ ΠΟΤΈ ΣΑΎΡΑ;

 


Είχα φύγει πολύ μακριά, απροσπέλαστος από τις φωνές των φίλων και δικών, ενώ τους ήθελα όλους, σ αυτό το ταξίδι, τελικά δεν ήρθε κανένας και το έκανα μόνος μου. Είναι σπουδαίο να μπορεί να μένει κανείς μόνος του στην ερημιά. Δοκιμάζει τις δυνάμεις του, συγκρούεται με το καλό και το κακό, τρώει, μυρμήγκια, καμιά σαύρα που κυνηγάει την ουρά της, αυτή απομένει στο χέρι, έχετε φάει ποτέ σαύρα; εγώ ποτέ, εκτός από την τελευταία πρασινοκίτρινη που δεν έλεγε να φύγει από το σκηνικό μου, οπότε την έβρασα σε ένα τσουκάλι, σαν μοναχικός τυχοδιώκτης, να πιω το ζουμί της, να πάρω δύναμη, αφού πια δεν είχε τι άλλο να φάω, εκτός κι αν έτρωγα τον Μπίλλυ, τον Εγγλέζο, μια χούφτα άνθρωπο και το βλεπα στα μάτια του που τρεμόπαιζαν πως φοβόταν ότι θα τον έτρωγα, τελικά και είπε πως μετάνιωσε που είχε έρθει μαζί μου, μ εμένα δηλαδή, σ αυτή την κόλαση, παρέα με έναν άνθρωπο σαν εμένα, δασύτριχο και σκιερό, με ορέξεις πεινασμένου θηρίου, έτοιμο να εκραγεί, έτοιμο να πεθάνει, που πεινούσε, που πείναγε για όλα, για τροφή, για σκέψη, για νωτιαίο ανθρώπινο μυελό, σαν αυτό που έχουν τα κόκαλα μικρού ζαρκαδιού, που σε κάνουν να γλείφεις το μεδούλι, να γλείφεις τις άκρες απο τα μάτια της μικρής γυναίκας, με τις μεγάλες ρόγες στην αμμουδιά και τις πατούσες ενός μαύρου που είχε είκοσι και πλέον χρόνια να πλυθεί, επειδή το νερό παντού είναι ακριβό τώρα κι ο θεός της μοναξιάς δεν είχε ακόμα ανακαλύψει το αντίδοτο στο τσίμπημα ενός σκορπιού στο νου, γιατί ο θεός στην μοναξιά δεν υπάρχει, άρα τι μπορεί να φοβηθεί ο σκορπιός, χωρίς ανθρώπους ο θεός είναι άχρηστος, τα ζώα δεν έχουν φτιάξει θρησκείες και περνάνε καλύτερα απο τους ανθρώπους, καλά το έγραψε ο Όργουελ, ο Τζόρτζ, ναι αυτός ο πούστης, που βρήκε και τον μεγάλο αδερφό για να μας καταδιώκει, εσαεί, τι είναι αυτό που μας καταδιώκει-ακόμα και στην ερημιά χρειάζεσαι χρήμα για να φας,- κι επειδή ο Μπίλης ο Εγγλέζος το κουνούσε το παραδάκι, μου αγόρασε ένα τρένο, πάρτο μου είπε για να ταξιδεύεις σ όλον τον κόσμο, σε όποια γης έχει φαί να φας αλλά μην με τρως σε παρακαλώ πάρε το τρένο, ναι, να το πάρω είπα εγώ αλλά οι σιδηροτροχιές δεν τρώγονται, μα σου είπα, επέμενε εκείνος, θα βρεις φαί σε άλλες χώρες και το καλοσκέφτηκα, έπιασα οδηγός στο τρένο, με ταχύτητες μαγνητικές, να πάω σε άλλον πλανήτη, όπου τα όντα σαν εμένα, δεν θα είχαν ανάγκη να τρώνε φαί νόστιμο κι έτσι, φτάνοντας εκεί, έφαα όλες, ναι, έφαα, όλες τις ράγες του τρένου ούτως ώστε να μην μπορώ να γυρίσω πίσω, να μην μπορέσω να σας ξαναδώ ποτέ μου. 

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

ΜΕΓΆΛΟ ΚΑΛΟΚΑΊΡΙ

 


Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ.
Ένα σπίτι μεγάλο όπως το ονειρευόταν, στην άκρη του γυαλιστερού κόσμου, -τζαμένιες ψευδαισθήσεις και το ξέρεις, κάποιος στίχος σφηνώθηκε ανάμεσα σ αυτή την πολυτέλεια, σ αυτή τη χλιδή που ονειρευόταν από παιδί η Αρχοντούλα Πέρκινς και στην πραγματικότητα που θρόιζε τα ωραία δέντρα στην αυλή. Στην αυλή όπου υπήρχε μόνο πράσινο και δεν υπήρχαν ζώα. Η Αρχοντούλα σιχαινόταν τα ζώα. Τα ζώα και τους ανθρώπους. Αγαπούσε τη μοναξιά και το πράσινο, μόνο αυτά τα δυο ήταν η ευτυχία της σ αυτόν τον παραδεισένιο τόπο της.
Όλα αυτά τα είχε φτιάξει μόνη της, εξ άλλου δεν είχε και κανέναν σ αυτόν τον κόσμο. Οι γονείς της είχαν πεθάνει ή είχαν σκοτωθεί σε μακάβριο ατύχημα. Κάποια ξαδέρφια φρόντισε να τα ξεφορτωθεί αλλάζοντας το πατρικό της από Περκινιάδη σε Πέρκινς, επειδή της άρεσε αυτός ο Άντονι, ο Άντονι Πέρκινς σε εκείνα τα σαδιστικά Ψυχώ που έπαιζε όταν ζούσε.
Ήταν πρωί τα Αυγούστου που η μοναξιά της μεγαλούπολης χτυπούσε κόκκινο, να είσαι μόνος σε ένα τόσο μεγάλο σπίτι δεν ήταν και ότι καλύτερο αλλά αυτό επιθυμούσε αυτό αγαπούσε. Τίποτε άλλο, το μεγάλο σαλόνι, όπου μπορούσε να παίζει, να χορεύει ν ακούει Ραχμάνινοφ, ααα αυτός ο Ραχμάνινοφ της είχε φάει τη ζωή. Την όμορφη ζωή πάνω ακριβώς στα τριάνταένα της χρόνια, παρθένα που δε χάριζε σε κανέναν τον υμένα της, όμορφη σαν νεράιδα που χαμογελούσε πάνω απ το ρυάκι, που κελάρυζε ανάμεσα από τα χαλίκια σαν λέξεις υδάτινες, τόση ήταν η ευτυχία της!
Ο άνθρωπος είχε φτάσει εκεί πριν από λίγο. Χτύπησε το κουδούνι με τον δείχτη και λέω με τον δείχτη γιατί συνήθως χτυπάμε το κουδούνι με τον μεσαίο δάχτυλο. Ο δάχτυλος του δαχτύλου και περίμενε. Κανείς. Ο ήλιος στραφτάλιζε τις ακτίνες στο απέραντο γαλάζιο. Ξαναχτύπησε. Η Αρχοντούλα επάνω αναρωτήθηκε ποιος να ήταν; δε θυμόταν να είχε καλέσει κάποιον. Ποιος είναι; φώναξε!
-Ο ταχυδρόμοοοοοοοος! ακούστηκε η φωνή κι από μέσα και από έξω. [Είναι ο πιο εύκολος τρόπος να μπεις σε ένα σπίτι, όλοι ανοίγουν στους ταχυδρόμους.]
Α, ο ταχυδρόμος .... μισόσμιξε τα νεραιδένια χείλη της, άνοιξε και την πόρτα. Περίμενε κανένα γράμμα; Μήπως κάποια κάρτα ή μια επιταγή; Δε θυμόταν. Όχι, δεν περίμενε τίποτε και κάθισε στον μεγάλο καναπέ ευχαριστημένη που δε φοβόταν τίποτε στη ζωή της. Άπλωσε το χέρι, έπιασε την τσαγέρα, έβαλε λίγο τσάι Τενερίφης στο πορσελάνινο φλιτζάνι, μισή κουταλιά μέλι φθονερού μελισσοκόμου από το Πήλιο, γιατί φθονερού; Έχει κάποια σημασία αλλά τέλος πάντων, δίπλα υπήρχε ένας φάκελος που τον έσκισε πίνοντας μια γουλιά από το υπέροχο τσάι της.
Ω, Γουίλλυ έπρεπε να ήσουν εδώ
είσαι η λατρεία μου
εσύ κι ένας σκίουρος,
έλεγε η σημείωση στην κάρτα του φακέλου αλλά ποιος ήταν ο Γουίλλυ; Και γιατί αγαπούσε τους σκίουρους; Αυτή δεν αγαπούσε κανένα ζώο!
Χαμογέλασε λοξά με το κοροϊδευτικό της βλέμμα. Αυτό το βλέμμα που είχαν λατρέψει όλοι οι καθρέφτες.
Ωστόσο ο άνθρωπος που χτύπησε το κουδούνι φάνηκε στο άνοιγμα της πόρτας γυμνός. Κρατούσε στα χέρια του το πρόσωπο του, την αξιοπρέπεια του, δεν ήταν ούτε όμορφος, μηδέ άσχημος και οι αφαλοί της Αρχοντούλας λύθηκαν. Τι θα της έκανε τώρα αυτός ο απαίσιος; Τα ρούχα της έπεσαν στο μεγάλο σαλόνι, το κρυστάλλινο γέλιο της πάγωσε στην ατμόσφαιρα, το βαλς του Μπάχ, είχε αλλάξει το σιντι από τη στιγμή που χτύπησε το κουδούνι, γέμισε τον αέρα, η δαντελλένια κυλόττα άφησε να φανεί το χνούδι, το χνούδι γλίστρησε στη σχισμή, μαζί με το λαχταριστό κρέας, ο άνθρωπος μπήκε μέσα στο σπίτι της, μπήκε μέσα στη σάρκα της, ο ταχυδρόμος χτυπούσε πάντα δυο φορές μαζί μ αυτόν τον αδιόρθωτο Τζακ Νίκολσον, ο καινούριος φάκελος έπεσε στο δάπεδο του μεγάλου σαλονιού της Αρχοντούλας Πέρκινς.
Άθελά του, άθελα του φακέλου; Φύσηξε ο άνεμος; Ο άνεμος πάντα φυσάει κάποτε κι έδειξε την οπή του κόσμου. Ήταν ωραία η οπή απέναντι απ τον καθρέφτη, ωραίο ήταν και το νούμερο, πέντε ίσως έξι χιλιάδες ευρώ για μια ώρα, για μια νύχτα σε ένα μαγεμένο κόσμο, για μέρα στον παράδεισο, δεν ήταν και ευκαταφρόνητο ποσό έστω και για κάποια σαν την παρθένα Αρχοντούλα που αγαπούσε τα δέντρα και δεν αγαπούσε τα ζώα.
 

ΤΟΥ ΚΌΣΜΟΥ Η ΠΛΗΓΉ

  Μικρόν, δε μου άρεσαν οι γέροι Εσχάτως άρχισα να τους συμπαθώ Είναι σπουδαίο είπα, το καρτέρι του χρόνου μέχρι να σκεφτώ πως μπορεί να φαί...