Ήταν
ένας μακρύς δρόμος στην Αριζόνα ή την
Αμαλιάδα. Ξεκινούσε από ένα ύψωμα, έκανε
μια μεγάλη καμπύλη, ίσιωνε στην άγονη
σαβάνα, χανόταν στο βάθος της Δύσης,
καθώς στένευε εντυπωσιακά, με προοπτική.
Ψυχή δε φαινόταν πουθενά, άκρα ησυχία
ενός πρωινού που δεν έμοιαζε με κανένα
άλλο, το άνυδρο τοπίο, οι γκρίζοι βράχοι,
ακούνητες σκιές ακολουθούσαν το μάτι
και ούτε τα βήματα του μοναχικού διαβάτη
που βάδιζε στην άσφαλτο δεν έσπαζαν την
απόλυτη ησυχία. Δε φορούσε παπούτσια;
ή τα είχε καλύψει με πανιά; Ποιον φοβόταν
σε τούτη την ερημιά; Ήταν ένας άνθρωπος
μέσης ηλικίας με γένια και μαλλιά μεγάλα,
άπλυτος, κακοντυμένος, νηστικός. Πόσες
μέρες θα είχε να φάει; κι έπειτα; δεν τον
ένοιαζε καθόλου ή δεν έμοιαζε να τον
νοιάζει. Αυτός κάπου πήγαινε, είχε τον
προορισμό του, που μπορεί να ήταν ένα
μυστικό αφού σε κανέναν δεν είχε πει
που πήγαινε. Σταμάτησε λίγο στην κατηφόρα,
έβαλε το χέρι του αντήλιο, έψαξε πέρα
μακριά στο βάθος του δρόμου, προσπαθώντας
ν ανακαλύψει κάτι. Η αγωνία ζωγραφίστηκε
στις ρυτίδες του. Δεν μπορεί; κάπου εκεί
έπρεπε να βρίσκεται αυτό που έψαχνε δε
χάνονται τόσο εύκολα οι άνθρωποι, έστω
κι αν οι δρόμοι είναι τόσο μεγάλοι.
Ξαναπήρε τα βήματα του σαν Ινδιάνος- ή
μήπως ήταν ;- χωρίς να σκέφτεται τίποτε
πια. Τι χρειαζόταν οι σκέψεις στην
ερημιά;
Θα είχε φτάσει στη μέση του
δρόμου και είδε λίγο πιο μακριά του έναν
όγκο που έμοιαζε με ανθρώπινο κουφάρι
ξαπλωμένο μπρούμυτα καταμεσής στην
άσφαλτο. Πλησίασε γοργά προς τα κει, του
φάνηκε σαν πεθαμένος, δεν σάλευε καθόλου,
μπορεί και κοιμισμένος αλλά στη μέση
του δρόμου; Κοιμούνται οι άνθρωποι
καταμεσής στην άσφαλτο; Δεν κοιμούνται
αλλά να που ετούτος βρισκόταν εκεί, λίγο
μακριά του ακόμα κι έμοιαζε όντως να
κοιμάται. Έφτασε ακριβώς από πάνω του,
τον παρατήρησε όπως ήταν μπρούμυτα, τον
γύρισε με το πόδι ανάσκελα. Φορούσε ένα
κουστούμι ακριβό, μια γραβάτα πιο ακριβή,
σφιχτή στο κολάρο του άσπρου πουκάμισου.
Τα μάτια του ήταν κλειστά, τα μέλη του
παραδομένα, χαλαρά αλλά δεν είχε την
όψη του νεκρού. Ο διαβάτης έσκυψε,
ακούμπησε το αυτί του στο μέρος της
καρδιάς. Τίποτε. Τι τον ένοιαζε αυτόν;
μπορεί να ήταν και νεκρός. Με αργές
κινήσεις, έψαξε τις τσέπες του σακακιού,
βρήκε το πορτοφόλι του. Ανασηκώθηκε, το
άνοιξε, μερικά κέρματα, έπεσαν στο
έδαφος, κύλισαν την κατηφόρα, τίποτε
άλλο. Με βιαστικές κινήσεις τα πρόλαβε,
τα πάτησε με το πέλμα του, τα μάζεψε,
στην αγκαλιά του,- θα του ήταν χρήσιμα,
πάντα τα χρήματα είναι πιο χρήσιμα από
τους πεθαμένους. Τα έβαλε στην δικιά
του τσέπη, έκανε μια γκριμάτσα σιχασιάς,
έφτυσε προς το μέρος του ξαπλωμένου,
πέταξε το πορτοφόλι δίπλα του. Με προσοχή
τον ξαναγύρισε μπρούμυτα και πήρε πάλι
ήσυχος το δρόμο του. Θα είχε ξεμακρύνει
κανένα χιλιόμετρο στην ευθεία, όταν
ξαναέστρεψε το βλέμμα του πίσω . Το
κουφάρι ήταν ακόμα εκεί, μια μουντζούρα
στην άσφαλτο, ένας απροσδιόριστος όγκος
στον απροσμέτρητο κόσμο μας.
Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου