Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Ο ΘΕΌΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΏΝ...5

 

 


Μυθιστόρημα
Ο ΘΕΌΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΏΝ
Τρομοκράτης δεν ήταν η σωστή λέξη. Κι ο ανακριτής έψαχνε πάντα με μανία για το σωστό. Σωστά γινόταν αυτό που του έμαθαν. Σωστό, όμως, ήταν και κείνο που δε γνώριζε. Τρομοκράτης, επέμενε, δεν ήταν η σωστή απόδοση. Τρόμο-κρατεί.

Ιδεοκράτης θα ήταν καλύτερα.
Ο τρόμος έχει μια άλλη σημασία. Προέρχεται από τον φόβο, που δεν ήταν αποτυπωμένος στο πρόσωπο κανενός τρομοκράτη. 
Ιδέα του ήταν και την πίστευε. Ιδέες όμως υπήρχαν πολλές.

Η Ελλάδα έσκαγε το πρόσωπο της στο μισό φεγγάρι του πρωινού, όταν τα βήματα του αγουροξυπνημένου ανακριτή, ακολουθούσαν τον ρυθμό μιας ζεστής μέρας του Οκτώβρη.

Την Ελλάδα που αγαπούσε "μοιρολατρικά" ο ανακριτής, μπορεί και παθολογικά, του την είχαν μάθει σαν μια όμορφη κόρη, απ όταν ήταν μικρός. Όλα τα πράγματα όταν είμαστε μικροί μοιάζουν όμορφα. Είναι όμορφα! Είναι ωραία!
Την έδειχναν, πάντα μ εκείνο το κοντάρι με τη γαλανόλευκη, τα λευκά μπράτσα που γύρω τους τυλιγόταν το μυστηριώδες πέπλο της λευκότητας και το στιβαρό, αγέρωχο βλέμμα που έδειχνε την αποφασιστικότητα, ίσως όλων εκείνων που υπήρχαν πίσω απ αυτήν.
Θα ήταν μια ωραία αρχή. Αν, κι έτσι τα πράγματα γίνονται πιο γρήγορα, θα ήταν μια ωραία αρχή. Η άλλη θα ήταν να ξεκινήσουμε με τον Νίκο Καζάρμα. Αλλά εκείνος τούτη την ώρα θα κοιμόταν βαθιά. Τι έχουν να πουν οι άνθρωποι που κοιμούνται; Τίποτε. Μόνο όνειρα. Και τα όνειρα δεν είναι ποτέ αληθινά.
Το όνειρο που έβλεπε ο Καζάρμας ήταν χαμογελαστό. Βρισκόταν, λέει, μέσα σε ένα ραφείο, αν και σήμερα δεν πηγαίνουν οι άνδρες σ ένα ραφείο, αυτός προβάριζε εκεί, ένα γυαλιστερό μαύρο ή μπλε κουστούμι, που θα του χρειαζόταν για κάποιες επίσημες βραδιές. Όμως, αμέσως μετά, το κουστούμι γινόταν πάνω του, φόρμα αθλητική. Μια καινούργια φόρμα, κόκκινη και άσπρη. Ήταν τα χρώματα του. Τώρα το ραφείο είχε γίνει γήπεδο, καταπράσινο, κερκίδες δεν υπήρχαν αλλά κόσμος ήταν αρκετός έξω από τα κάγκελα, σα να περίμενε μόνον αυτόν, που ακολουθώντας τους συμπαίχτες του, βγήκε από την καταπακτή των αποδυτηρίων, χαμογελαστός.
Του άρεσε αυτή η ώρα. Όπως του άρεσε και το ποδόσφαιρο. Έπαιζε με μανία, από μικρός ήθελε να γίνει μεγάλος ποδοσφαιριστής και τώρα του δινόταν αυτή η ευκαιρία να κάνει τα πρώτα βήματα. Έβγαινε  με μια ομάδα από τα αποδυτήρια, φορώντας στην πλάτη του το νούμερο δέκα που ήταν και το αγαπημένο του.
Και το παιχνίδι άρχισε ξαφνικά-αυτός όμως δεν μπορούσε ν ακουμπήσει τη μπάλα. Όλο ερχόταν κοντά του με καλοζυγισμένες πάσες  που θα μπορούσε εύκολα να τις κοντρολάρει και ν αρχίσει τις περίτεχνες ντρίπλες του αλλά, τίποτε. Μόλις προσπαθούσε να την αγγίξει, εκείνη έφευγε σα να την παρέσερνε ο αγέρας. Την πήγαινε σε άλλους, συμπαίχτες ή αντιπάλους.
Δεν ήξερε τι να κάνει κι ένιωθε σα μικρό παιδί έτοιμο να βάλει τα κλάματα, όμως δεν το κανε. Απλά συνέχιζε να τρέχει πίσω από τη μπάλα που την πήγαινε όπου ήθελε ο άνεμος.
Τα όνειρα όμως δεν τελειώνουν πουθενά κι ο Νίκος Καζάρμας, γύρισε ανάσκελα, προχωρώντας γοργά για το καινούργιο.
Κι ο ανακριτής παρ όλα αυτά, προχωρούσε αργά. Σαν τον σαλίγκαρο που γυρίζει πίσω, μόλις τα κέρατα του συναντήσουν ένα εμπόδιο, σκέφτηκε και θυμήθηκε τον νεαρό. "Γαμιέσαι κερατά!" του είχε πει κατάμουτρα την περασμένη βδομάδα, την πρώτη στιγμή που τον έφεραν στο γραφείο του και τον κοίταξε κατ ευθείαν στα μάτια. Κι αυτός πετάχτηκε πάνω. Αγρίεψε, έσμιξε τα φρύδια, ύστερα κάθισε πάλι, ηρέμησε. Είχε προλάβει να σκεφτεί, πως ήταν, μονάχα, ένας ηλίθιος νεαρός, με γαλάζια, πιο ηλίθια μάτια.
Τον είχαν φέρει εκεί, γιατί έκανε μάτι στη σκοτωμένη φοιτήτρια. Κι αργότερα, είπαν πως αυτός την είχε σκοτώσει. Μάλλον κάτι τέτοιο θα ήταν. "Όμως δε φαινόταν εύκολο πράγμα" μονολόγησε προχωρώντας ακόμα πιο βαθιά στο στενό σοκάκι σε μικρή απόσταση από τον ουρανοξύστη, εκεί, όπου στον δέκατο τρίτο όροφο και στο δέκατο τρίτο γραφείο, τον περίμενε η πρωινή καρέκλα [την αγαπούσε την καρέκλα του] και ο γλυκός-πολύ γλυκός, πρωινός τούρκικος καφές.
Προληπτικός δεν ήταν με τα νούμερα, μόνο τις μαύρες γάτες φοβόταν. Αν τύχαινε και του κοβε καμιά τον δρόμο, ήταν ικανός να γυρίσει σπίτι του και να μείνει άρρωστος, μισή βδομάδα.
Στο ασανσέρ έκανε ν ανάψει τσιγάρο. Έπιασε την ταμπακιέρα, μάλλον χρυσή-ποιος ήξερε πόσα πράγματα ήταν αληθινά. 

Την έβαλε ξανά στην αριστερή τσέπη, κοιτάζοντας απέναντι την πινακίδα που έγραφε  "NO SMOKINGK" γιατί στη δεξιά είχε πάντα ένα πιστόλι που μπερδεύτηκε κι αυτό στο μυαλό του με το "NO SMOKINGK".
Βγαίνοντας από το ασανσέρ ξανάβγαλε την ταμπακιέρα. Την άνοιξε-είχε δυο επίπεδα. Στο ένα υπήρχαν τσιγάρα άφιλτρα, κουλτουριάρικα. Στο δεύτερο έναν μηχανισμό παρακολούθησης από απόσταση. Άκουγε μ αυτόν περίπου στα χίλια μέτρα, μα δεν τον χρησιμοποιούσε συχνά. Ίσως γιατί άκουγε όλες τις μπερδεμένες σκέψεις των ανθρώπων, ενώ αυτός ήταν ένας ξεκάθαρος άνθρωπος, με σοβαρές αντιλήψεις για τη ζωή και λίγα γκρίζα μαλλιά. Καλοξυρισμένος, φρεσκοχτενισμένος, φορούσε πάντα κουστούμι και γραβάτα, κανονικά δεμένη στο λαιμό του. Ποτέ δε θυμήθηκε τον εαυτό του χωρίς γραβάτα, σα να είχε γεννηθεί μ αυτήν, δεμένη σφιχτά γύρω από έναν άσπρο γιακά πουκαμίσου, αγορασμένο όπως όλα του τα ρούχα, από τα καλύτερα και ακριβότερα καταστήματα. Είχε γίνει κοσμοπολίτης ο ανακριτής, του άρεσε το λούσο, το ακριβό.
Εκείνο το "γαμιέσαι κερατά" ηχούσε ακόμα άσχημα στ αυτιά του, αυτός ήταν ένας άνθρωπος που δεν τα σήκωνε κάτι τέτοια και καθώς έκλεινε την πόρτα του γραφείου, θυμήθηκε πως η καθαρίστρια τον είχε κοιτάξει με μια δόση ειρωνείας-σα να του λεγε πως ήταν πίσω από την πόρτα και κρυφάκουγε όταν είχε ξεφουρνηθεί εκείνο το "Γαμιέσαι κερατά". [Οπωσδήποτε εδώ χρειαζόταν θαυμαστικά αλλά ο ανακριτής δε θαύμαζε ποτέ τίποτε.]
Κάθισε στο γραφείο ανασκαλεύοντας μερικά χαρτιά κι άναψε επιτέλους το τσιγάρο, ώρα επτάμισι, ακριβώς το πρωί. Δεν ήξερε αν πήγαιναν επτάμισι το πρωί στο γραφείο τους οι ανακριτές, αν ήταν τακτικός ή άτακτος, αυτός, ο δέκατος τρίτος τακτικός ανακριτής Αθηνών.

 Απ το Μυθιστόρημα μου
Ο ΘΕΌΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΏΝ

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

ΔΕΝ ΦΟΥΜΆΡΩ

 


Τώρα αυτά για παγκόσμιες ημέρες δε με ενδιαφέρουν αλλά, για την εναντίωση μου σ αυτή την κάκιστη συνήθεια των ανθρώπων, το κάπνισμα, είμαι βέβαιος πως, πρώτον θεωρώ ότι, όταν κάπνιζα έκανα μια από τις ηλιθιοδέστερες πράξεις μου, που δεν ωφελούσε πουθενά, πόσο μάλλον στο κέρδος από την εικόνα των ινδαλμάτων, στις οθόνες, Τζειμς Ντιν, τυλιγμένος σε μια τούφα καπνού, Κατερίνα Γώγου και λοιπών, που υποτίθεται με έσπρωχναν να κάνω το ίδιο, ποτέ δεν το έκανα, απλά, δεύτερον, όλοι γνωρίζουμε πως ο καπνός βλάφτει ανεπανόρθωτα την υγεία και τίποτε άλλο δεν προσφέρει ας πούμε για απόλαυση, όταν αποφασίσεις να το κόψεις, όπως έκανα εγώ πριν από εφτά χρόνια περίπου αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να πείσω κανέναν από τους διπλανούς μου να κάνουν το ίδιο, ενώ συμφωνούν πως έχω δίκιο, να το κόψουν! 

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

ΣΤΟ ΆΓΡΙΟ.

 


 

Τα Καλοκαίρια στο Άγριο είχαν μια ωραία ζέστη, όχι πολύ, μάλλον δροσερά και ίσως κάποιους Αύγουστους ν ανέβαινε ψηλά η θερμοκρασία. Εκείνο το Καλοκαίρι που τέλειωσα την πρώτη Δημοτικού, ο Τούμας μου είχε βάλει εννέα στο ενδεικτικό και είχα αισθανθεί περήφανος και περισσότερο η μητέρα μου, επειδή τα περισσότερα αδέρφια μου δεν έπαιρναν πάνω από έξι, πέρασε ανάμεσα από πολύ σκόνη και φωνές. Στο Άγριο οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι ακόμα και φυσικά γέμιζαν σκόνες τα μουντζουρωμένα μας πρόσωπα. Ο πατέρας μου είχε φύγει από την Άνοιξη, μετανάστης στη Δυτική Γερμανία όπως σχεδόν όλοι οι άντρες του χωριού, κι όλοι μαζί πασχίζαμε να τα βγάλουμε πέρα, περισσότερο η μητέρα αλλά κι εμείς τα παιδιά κάτι κάναμε. Οι εργασίες ήταν πολλές, στον κήπο, στο χτήμα Χατζιά, όπου είχαμε υποστατικό με λίγα ζωντανά, κότες, κατσίκες και άλογα, στο μποστάνι με τα Καλοκαιρινά ζαρζαβατικά, στον κάμπο που είχαμε λίγα στρέμματα σχετικά με τους άλλους, όπου έσπερναν το καλαμπόκι, και το σιτάρι. Θυμάμαι κάτι νύχτες που κοιμόταν εκεί όλοι η οικογένεια, τα πρωινά έκανε φοβερή δροσιά, και τα παιδιά κουκουλώνονταν με κουβέρτες, ενώ οι μεγάλοι άρχιζαν να θερίζουν.
Πέρασε το Καλοκαίρι εκείνο, ήρθε ο Χειμώνας στο Άγριο, βαρύς, οι κρύσταλλοι κρέμονταν από τα δέντρα, ο πατέρας μου είχε στείλει πολλά δέματα με ρούχα, πολλά ρούχα που έκαναν τη μητέρα να χάνεται, πώς να τα ξεδιαλύνει, πώς να μας ντύσει, εμάς τα μαυρόπαιδα της, αλλά γελούσε κάπου-κάπου το χείλη τη, αυτής που έλεγε πως δε θα γελάσει ποτέ το χείλι μας. Ακόμα και σοκολάτες είχαν μέσα αυτά τα δέματα και τι άλλο δεν είχαν, ώσπου έφτανε η μέρα που θα γινόταν τα βαφτίσια της δεύτερης αδερφής μου που θα την έλεγαν Δέσποινα, ενώ η μητέρα ήταν έγκυος ήδη στο τελευταίο της παιδί που ήταν κι αυτό κορίτσι, η Φιλοθέη, τότε, την ημέρα που θα γινόταν η βάφτιση, είχε έρθει πρώτη και καλύτερη η Δέσπω η μάγισσα και ψιθύρισε στ αυτί της πως δε θα έκανε άλλο παιδί πια, φτάνει! φώναξε, του έκαμα μάγια του κερατά, να στερέψει ο σπόρος του κι η μάνα μου την κοίταζε όπως την κοίταζε, απορημένη η γυναίκα, φοβούμενη πως δε θα ξανάκανε έρωτα με τον Φώτη κι ανατρίχιασε αλλά η Δέσπω την καθησύχασε λέγοντας πως απλά δεν θα έκανε χωρίς να συλλαμβάνει, αυτά ήταν τα μάγια της, κι όλες οι γειτόνισσες που είχαν έρθει στο γιορτινό τραπέζι, γέλασαν στην αυλή, που είχε ετοιμαστεί για αυτή τη γιορτή της βάφτισης, το πρωινό εκείνο του Φλεβάρη, κι εγώ, χωμένος κάπου εκεί, παρακολουθούσα τις σκηνές που διαδέχονταν η μια την άλλη, βλέποντας τη Δέσποινα, ένα πολύ όμορφο κορίτσι να κλαίει στη σαρμανίτσα, λουσμένη με το φως του ονόματος της, κι ύστερα να γελάει καθώς όλοι έκαναν ευχές, να ζήσει, να χαίρεται και τα λοιπά, οι περισσότερες γυναίκες και κοπέλες ήταν, οι ελάχιστοι άντρες που είχαν απομείνει στο χωριό ήταν εκεί, πέντε Βαγγέληδες, με πρώτον τον Βαγγέλη Κουφό, τον χαζό του χωριού που είχε παντρευτεί τη Σόφω, μια πρώην πόρνη στα δεκατέσσερα την είχαν ξεπαστρέψει πέρα στις κωμοπόλεις.
-Βαφτίσαμε την κόρη του φαμπρικατζή! Το κορίτσι του Άγριου! Φώναζε ο χαζός κι έπινε κρασί.
Τα μάτια του έβγαζαν σπίθες, λιγνός, στραβός σαν κατσαβίδι σπασμένο, χόρευε καθώς οι μουσικάντηδες άρχισαν να παίζουν κι όλοι τους κοιτάζαμε μαγεμένοι που έπαιζαν το κλαρίνο, το ντέφι και την κιθάρα, όταν φάνηκαν στα τρία πέτρινα σκαλοπάτια, τρεις κοπέλες ντυμένες με άσπρα πέπλα, αργά-αργά, τρεις ξανθές κοπέλες που άστραφταν στον κρύο ήλιο, σοβαρές, αγέλαστες, κατέβηκαν επί τέλους τα τρία σκαλιά, περπάτησαν κι έφτασαν πάνω από τη βαφτισμένη Δέσποινα, έκαναν κύκλο, στάθηκαν γύρω της, με τα χέρια ψηλά στον ουρανό, εδέησαν αυτές οι μοίρες, οι κόρες της Ανάγκης.
-Είναι πρωί ακόμα! είπε η Κλωθώ, ενώ ένα κρύσταλλο έπεφτε από το κλαρί της σκαμνιάς.
-Μεσημέριασε πάλι! Απάντησε η Λάχεσις. Το κορίτσι απ το Άγριο έχει όνομα. Το λένε Δέσποινα, αυτό θα κουβαλάει σαν λαχείο σε όλη της τη ζωή.
-Έρχεται το βράδυ! Φώναξε η Άτροπος, το μέλλον των θνητών.
Η μάνα του κοριτσιού συνέχιζε να κλώθει σε μια ρόκα που δεν είχε μαλλί, οι τρεις κοπέλες, έχασαν τα πέπλα τους, στη θέση τους εμφανίστηκαν η Βαγγελιώ, η Ασημούλα και η Αρετή, έφηβες κόρες με ροδοκόκκινα χείλη και μάγουλα και παιχνίδιζαν μεταξύ τους, οι κρύσταλλοι έπεφταν τώρα βροχή στην αυλή που άντεχε το βάρος των θνητών.
απόσπασμα από την ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΌΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ. [Αέκδοτο μυθιστόρημα μου.]
 

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

ασύνειδο;

 

 


Προσφεύγω στο φανταστικό, στα όνειρα, στο ασύνειδο και στην τύχη. Είναι δύσκολο να βάλω όρια στον σουρεαλισμό. Είναι ένας αυτοματισμός, είναι η υπαγόρευση της σκέψης χωρίς έλεγχο; Η τρομακτική ένταση την ώρα της δημιουργίας; Πάντως ο Ρεμπώ, έλεγε πως πρωταρχική έγνοια του σουρεαλισμού είναι ν αλλάξουμε τη ζωή. Παρατήστε τα παιδιά στο δάσος! Αφήστε τον γάμο και πάτε για πουρνάρια! Πάρτε τους δρόμους! Να μερικά από τα συνθήματα εκείνης της εποχής. Μιλάμε για τις αρχές του εικοστού αιώνα. Εκατό χρόνια μετά, δεν μπορούμε να πούμε τα ίδια πράγματα. Αυτοί οι μυθικοί άνθρωποι, ο τρομερός Μαξ Έρνστ, ο αυμβίβαστος Ζαν Αρπ, έτρωγε αράχνες; ο Αντρέ Μασόν, μου καψε το τσιγάρο τα δάχτυλα, ο Χουάν Μιρο, το ασύνειδο στίγμα, ο Φράνσις Πικαμπιά, ντεπούτο σφαγμένου κόκορα, ο Ρενέ Μαγκρίτ, βρίστε τους παπάδες στο δρόμο. ο Σαλβαντόρ Νταλί, με το ένα πόδι ξυπόλητο και ο Αντρέ Μπρετόν με το μανιφέστο της ανυποληψίας ζωγραφισμένο στο κούτελο του. Μην ξεχάσω τους δικούς μας, τον Εγγονόπουλο και τον Εμπειρίκο που ακολούθησαν στεγνά με υποψίες σοβαρές αυτό το κίνημα 

Τρίτη 26 Μαΐου 2026

ΑΝ ΜΕΓΆΛΩΝΑ 2

 


 

ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΟΜΟΥΝ ΑΝ ΜΕΓΑΛΩΝΑ
 
Απ την αρχή σκεφτόμουν ήρωας να γίνω
σαν τον Αχιλλέα μα και τον Ρομπέν των δασών
το ίδιο με ενθουσίαζε
Ίσως ο Αλέξανδρος μου ταίριαζε καλύτερα
Μα και του Αριστοτέλη η ευρυμάθεια με κεντούσε
Των αρχαίων ειδώλων, μου κόστιζε η Ελένη
η κόρη του Τυνδάρεω [ωραίο όνομα αυτό]
γιατί ήταν η πιο όμορφη των γυναικών του κόσμου.
Κι ο Έκτωρ παιδιόθεν με κατεδίωκε
με τον αδιάλλακτο πατριωτισμό.
Απ την αρχή σκεφτόμουν να γίνω αρχιτέκτων
να μοιάσω πιο πολύ στον Καλλικράτη
κι ο Καλατράβα με συνάρπαζε όσο των Αχαιών τα τείχη
Γιατί και ποιητής αν γινόμουν-Όμηρος σίγουρα-
θα μ άρεσε αλλά και στίχος του Ρεμπό ή του Μποντλέρ.
Του Καβάφη ο θηλυπρεπισμός της Ιστορίας δε με ενοχλεί
όσο του Ελύτη η καπήλευση του Αιγαίου πελάγους
του Ρίτσου το εγκώμιο των αριστερών ηρώων.
Όμως από παιδί με κατέλαβε μια επιθυμία σφοδρή
να γίνω Σαίξπηρ, τρομερός Άμλετ
και του Ρακίνα ήθελα να μοιάσω, μα
αυτός που δε μ ενδιέφερε καθόλου αλλά ας ήμουν,
ήταν ο Τουρκουάτο Τάσο
Κι ο δικός μας ο Εγγονόπουλος που σαν ζωγράφο τον θαύμασα πολύ
αυτόν και τον Τουλούζ Λωτρέκ και ίσως τον Μαξ Έρνστ.
Ναι,
σαν αυτόν ήθελα να γίνω.
Και γιατί όχι στρατηγός, ω ναι, Επαμεινώνδας
της θηβαϊκής ηγεμονίας, πρώτος κατ εμέ μπροστά από τον Κίμωνα
χωρίς να εξαιρώ τον Ρόμελ και τον Σπάρτακο
Αυτών τα ιδανικά ήτο σπουδαία, όσο τα δικά μου
κι απ τους ηγέτες των λαών
ο Αττίλας
ο Μέτερνιχ
ο Ροβεσπιέρος
ο Καποδίστριας
Τον Χίτλερ επουσιωδώς δεν μίσησα όσο τον Μοντγκόμερυ
Ακόμη, ίσως ο Αντώνιος να ήτο από τις μορφές που μ άρεσαν
για την ανοησία, για το πάθος το ανθρώπινο.
Και αθλητής; Ως δισκοβόλος του Μύρωνα
θα ταίριαζε στο ωραίο μου σώμα αλλά και Μπέκαμ, ως ντελικάτη Αγγλιδόφατσα
παρ ότι λέω ειλικρινά πως δεν συγκρίνεται στο άθλημα
με τον Κροιφ.
Όμως, να, εκείνο που ήθελα να γίνω πάνω απ όλα ήταν σκηνοθέτης
Αγγελόπουλος, αιώνιο πέλμα στο κενό και Μάρτιν Σκορτσέζε
ή Άρθουρ Πεν
ή Ντέιβιντ Λιν
να έχω υπο τας διαταγας μου αστέρια.
Όπως την Μιρέιγ Ντάρκ, την Μέριλιν, τον Μάρλον Μπράντο
τον θλιβερό απολογισμό του Πήτερ Ο΄Τούλ
Ναι, Ο΄Τούλ ήθελα να γίνω
κάτι μεταξύ Δον Κιχώτη και Αλ Πατσίνο.
Παρ όλα αυτά δε θα λεγα όχι να γινόμουν μουσουργός
θεός της μελωδίας, Μπετόβεν ή Λίστ ή Μότσαρτ.
Ραχμάνινοφ θαρρώ μου ταίριαζε καλύτερα
Ποτέ δεν θα θελα να γίνω Χατζιδάκις-Θεοδωράκης
Δεν έτρεφα τέτοιες ελπίδες ούτε
ταίριαζαν στην ιδιοσυγκρασία μου
Όπως δεν ταιριάζουν αν γινόμουν τραγουδοποιός
ο Παπακωνσταντίνου ο Βασίλης κι ο Πασχάλης
όσο αντίθετα θέλγομαι απ τον Μπομπ Ντίλαν
τον Νίκος Σιδηρόπουλος
τον Άσιμος
Και πάνω απ όλα ήθελα να γίνω
λίγο απ την αφέλεια του ποιητή
να νομίζει πως
ο κόσμος είναι όπως τον έφτιαξε αυτός.
 

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

ΤΑ ΔΈΝΤΡΑ ΔΕΝ ΥΠΆΡΧΟΥΝ ΠΙΑ. 2

 

 


ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΙΑ ΑΛΛΑ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΦΥΣΑΕΙ ΑΚΟΜΑ.
Πάνω στον λόφο έκοψαν τα δέντρα οι υλοτόμοι
Τα δέντρα δεν υπάρχουν πια
Αλλά ο άνεμος φυσάει ακόμα.
Εμείς περπατούσαμε κι αυτόν τον καιρό με πατερίτσες
Είχε σπάσει το πόδι μας ένας θεός που δεν τον ξέραμε και
χωρίς κανέναν λόγο ανεβαίναμε αυτόν τον λόφο που δεν είχε δέντρα.
Μόνο χώμα, πέτρες, κόκκινο χώμα σαν το αίμα των φίλων που δεν ζούνε πια.
Είναι λυπηρό να πεθαίνουν οι φίλοι και να μένουμε εμείς
Τι θα κάνουμε χωρίς τους φίλους;
Και οι υλοτόμοι ήταν κάποιοι φίλοι που αγαπούσαν το δάσος
Δεν είναι που θέλω να σου πω κάτι σπουδαίο για τον άνεμο
Ούτε και τα δέντρα με ενδιαφέρουν τόσο πολύ
Ξέρω πως κι εσύ πούστη, τα αγαπάς αυτά τα πράγματα
Είσαι όμοιος με μένα
με τον άνεμο που φυσάει ακόμα
Μπορείς ν ανέβεις μαζί του όπου θέλεις
Θα σε πάει στα πέρατα της γης
γιατί αυτό θέλεις.
Δεν είναι που δεν έχουμε πόδια, ούτε που θέλω να σου πω κάτι σπουδαίο. Πούστη.
Απλά γυρνάω στα ίδια λόγια.
Είναι κάτι σφήνες από παλιά
Τότε που στις Μυκήνες βασίλευε ο Αγαμέμνων
Και η Κλυταιμνήστρα ορμήνευε τον Αίγισθο
Ίδια είναι, όλα παλιά, ο λόφος με τις λεύκες, το κέρινο ομοίωμα του εαυτού μας
Ω! πούστη μου, τα ρούχα που ήθελες να φορέσεις δεν ήταν δικά σου
Ούτε το αληθινό σπαθί σου
ούτε ο λόφος που δεν είχε δέντρα αλλά ο άνεμος που σφυρίζει ακόμα.
Γιατί σφυρίζει ο άνεμος;
Είναι που έχω παιδικές απορίες κι αν ανέβαινα μια φορά περισσότερο εκεί, το
έκανα για να σε συναντήσω
 

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

ΙΟΥΛΊΑ 2

 


 

Βραδάκι ήταν, ο καιρός δεν έλεγε τίποτε. Πήρα το αυτοκίνητο μου να πάω στο πουθενά. Οδηγούσα το σαράβαλο μου σε δρόμους ξένους, δεν είχα τι να κάνω. Έβαλα μουσική, δε με ευχαρίστησε, άνοιξα στη διαπασών το Στέλλα μωρ Στέλλα, κακιά κοπέλα, θυμήθηκα κάποια πραγματική Στέλλα που είχα γνωρίσει πριν χρόνια. Χάιδεψα τα γένια μου που τη θυμήθηκα; καλή ήταν είχαμε περάσει μερικούς μήνες μαζί, ύστερα χάθηκε, παντρεύτηκε κάποιον Βαγγέλη. Εγώ παρέμενα ανύπαντρος, μεγάλωνα όμως κι αυτό μου κακοφαινόταν. Πλησίαζα τα σαράντα δύο, γυναίκες; πολλές είχα αλλά εκείνη τη μία, τη μοναδική δεν την είχα βρει ακόμα. Και που να την εύρισκα; όλο στα κακόφημα καταγώγια της πόλης σύχναζα με κάτι αργοπορημένους φίλους σαν τον Περικλή που τον είδα μόλις πάρκαρα να κάθεται στο ακριανό τραπέζι του λεριασμένου καφενείου στην πέρα γειτονιά. Τον καλησπέρισα, δε μου απάντησε, μιλούσε στο κινητό,...με κάποια κοπέλα, με τη Φλώρα μιλάω μου είπε, θες να της πεις καλησπέρα; εγώ; παραξενεύτηκα, που την ξέρω την κυρία; Μίλα της ! μου έγνεψε σαν να μου έλεγε, μην κάνεις το βλάκα..σαν να μην καταλάβαινα, σαν να ήμουν από χωριό και μου την έδωσε. Μίλησα με μια άγνωστη φωνή, είπε πως της άρεσε η δικιά μου, πήγαινε να την πάρεις έλεγε σιγανά ο Περικλής από δίπλα κι εγω ασυναίσθητα κανόνισα να πάω να την πάρω κάτω απ το λιμάνι που περίμενε. Έκλεισα το κινητό και γύρισα στο φίλο μου. Άσε με του είπα, εγώ ήρθα να πιω ένα ποτό, δεν πάω πουθενά! Ποια είναι αυτή; καμιά ξενέρωτη; και τι με νοιάζει εμένα που είναι μόνη της απόψε! να πάω; Πήγαινε! επέμενε ο Περικής, είναι καλή και κατεβάσαμε στα γρήγορα δυο τεκίλες. Ας πάω αν και βαριέμαι, αν και δεν έχω εμπιστοσύνη στην κρίση των άλλων για το ποια είναι καλή. Πήρα το σαράβαλο και κίνησα. Έφτασα στο λιμάνι, πήγα στο απέναντι περίπτςερο που είπε πως θα στεκόταν, μια ξανθιά είχε πει πως ήταν με μπλέ Καλοκαιρινά ρούχα. Η Φλώρα. Ναι, Φλώρα. Εγώ σταμάτησα λίγο παράμερα να τη δω, μήπως ήταν κανένα σούργελο και δεν είχα καμιά διάθεση για τέτοια. Από τη φωνή όμως δε φαινόταν για τέτοια και μόλις την είδα, έπαθα! Ένα θεοκόριτσο, μια όμορφη γυναίκα με περίμενε στο περίπτερο κι εγώ καθόμουν σαν χαζός να την κοιτάζω!
Μπήκε στο κάθισμα δίπλα μου, δε με κοίταζε συνέχεια. Εγώ την έβλεπα προφίλ. Με λένε Ίων, είπα. Χαχα, γέλασε, λουλούδι είσαι; εμένα ξέρεις το όνομα μου γέλασε πάλι κι έσφιξε τα γόνατα της με τις δεμένες παλάμες της. Είχε σκύψει και με κοίταζε αστραφτερή από χαμηλή λήψη. Τα μαλλιά της ακουμπούσαν στο δάπεδο του αυτοκινητου. Είσαι πολύ γλυκιά! της χαμογέλασα και ξεκίνησα σίγουρος για το που θα πήγαινα και τι θα έκανα μαζί της. Περάσαμε το λιμάνι, σε πανοραμικό πλάνο, άναψε τσιγάρο, ήταν πολύ ευχάριστη, όπως κι εγώ για κείνη. Φτ'ασαμε στο βρώμικο καφενέ, δε στραβομουτσούνιασε, κάθισε αφού χαιρετήθηκαν με τον Περικλή. Ως εδώ όλα καλά, σκεφτόμουν και λέγαμε διάφορα, πίνοντας ένα ποτό ακόμα. Εγώ, παρότι είχα διάθεση να πιω παραπάνω εκείνο το βράδυ, συγκρατήθηκα. Σε λίγο ο Περικλής αφού κατάλαβε πως περίσσευε, καμώθηκε πως είχε κάπου να πάει. Έφυγε, μας άφησε μόνους. Πάμε να φύγουμε από εδώ; μιλήσαμε ή σκεφτήκαμε κι οι δυο ταυτόχρονα, πλησιάζοντας τα πρόσωπα μας. Οι δυό ανάσες έσμιξαν, α, τι ωραία!είπα και είπε.
-Τι ωραία που είναι η ζωή! Ίων; δεν είναι ωραία η ζωή; αναφώνησε εντελώς ξεδιάντροπα στο σκοτάδι και σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της να με φιλήσει
-Ναι, είπα κι εγώ, ρουφώντας μια πικροδάφνη από τα ζεστά χείλη. Ναιααα! είναι πολύ ωραία η ρουφιάνα! Πάμε!
-Φύγαμεεεε και μστριφογύρισε στα πεδιλά της σαν κοπέλα του μπαλέτου
Μπήκαμε πάλι στο αυτοκίνητο, φτάσαμε στην παραλία της πόλης με τα πολλά μαγαζιά, τα φώτα, τις φωνές των ανθρώπων. Ήπιαμε κάπου ένα ακόμα ποτό και επειδή βιαβόμασταν για την ωραία ζωή, περπατήσαμε στην παραλία. Καθώς το κ΄ύμα βούρκωνε πίσω από τα βούρλα, της ανασήκωσα το λινό φουστάνι. Της κατέβασα το κυλοτάκι. Ενα από τα πιο ηδονικά μέρη όλης της διαδικασίας και κεί, όρθια. πισωκολλητά, σεβαστήκαμε το σπουδαίο του έρωτα. Ύστερα, φύγαμε κι απο εκεί, αναψοκοκκινισμένοι συνθέμελα. Φτάσαμε σε κάποιο κρεβάτι, σε κάποιο ξενοδοχείο, ούτε μας ένοιαζε που. Κι ώρα πέρασε γοργά. Είχε φτάσει τρεις, όταν σηκωθήκαμε, να πάμε κάπου, για ένα ποτό, να μη χωρίσουμε, να ήμασταν μαζί λίγο ακόμα.
-Ναι, ίων, πάμε εκεί που θέλεις εσύ.
Μπήκανε στο λιμάνι, ένα σκοτεινό μαγαζί, δε σκεφτόμουν τίποτα, γιατί να σκεφτώ; Καθίσαμε στα σκοτεινά να κοιταχτούμε. Στο ημίφως το γκαρσόνι μας σερβίρησε και μας κοίταξε μάλλον περίεργα. Περισσότερο τη Φλώρα. Ήπιαμε μια στάλα ποτό και σφίχτηκε πάνω μου.
-Πάμε να φύγουμε από δω Ίων! είπε παρακαλεστά.
-Γιατί; απόρεσα κι άνοιξα τα χέρια μου. Μη φοβάσαι..
-Πάμε Ίων..
Μα δεν προλάβαμε. Τα φώτα άναψαν όλα και γύρω μας όρθιοι καμιά δεκαριά άντρες μας κοιτούσαν. Τι τρέχει; σηκώθηκα προς το μέρος τους. Κανείς δε μίλησε. Γέλασαν όλοι μαζί απαίσια, περπατώντας κύκλο γύρω-γύρω μας. Το γέλιο βρόντησε απειλιτικό. ο πρώτος με χτύπησε άξαφνα από πίσω κι ύστερα, έκαναν πιο γρήγορες κινήσεις, δεν πρόλαβα ν αμυνθώ με χτύπησαν στο πρόσωπο, γέμισα αίματα, κύλισα χάμω, στο δάπεδο ενώ η Φλώρα ούλιαζε: Ίωωωων!
Άκουγα τη φωνή της, δεν έβλεπα, είχα τυφλωθεί από τα χτυπήματα, ένα ολόκληρο μαύρο πλάκωνε την ύπαρξή μου, ταξίδευα στο κενό, χανόμουν στο υπερπέραν κι όταν το μαχαίρι μπήχτηκε στην καρδιά μου, κατάλαβα το τελευταίο μου αίμα ν αναπηδά στο στήθος μου ενώ ακουγόταν στον αέρα η σπαραχτική φωνή της Φλώρας!
-Ίωωωωωωωωων!
 

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

ΕΞΑΙΡΈΣΕΙΣ

 


 

Η παραγωγή έργου θεωρείται απαραίτητη για την επιτυχία. [Εκτός εξαιρέσεων, Καβάφης, Τζέιμς Τζόις..] Δηλαδή, αν γράψεις χίλια ποιήματα, αδερφέ, δεν μπορεί, κάποιο λόγο θα είχες για να κουραστείς τόσο...Επίσης, αν μπορείς να ζωγραφίσεις χίλιους δεκατρείς πίνακες! Τι διάολο, όλο μαλακίες θα κάνεις!
Και κάτι απλό: Το θέμα είναι να μη παραγνωριζόμαστε. Ούτε εδώ, ούτε αλλού.Από μακριά!
Κάποιος στο δρόμο κυνηγούσε το καπέλο του. Μόλις το πλησίαζε σαν ένα μαγικό αόρατο σχοινί το τραβούσε μακριά του. Ή μακριά μου, γιατί μπορεί να ήμουν εγώ. Ναι, εγώ ήμουν που κυνηγούσα το καπέλο μου και τώρα κρύωνε η κεφαλή μου. Μυστήριο πράγμα, δεν το έφτανα ποτέ κι κόσμος γύρω μου γελούσε- οι γυναίκες φέρνοντας την παλάμη κοντά στα χείλη να κρύψουν το μισοχαμόγελο τους. Κάτι Μογγολικές φάτσες με κοντά πόδια, λοξά, σχισμένα μάτια που είχαν επιζήσει από τον όλεθρο των παγετώνων πριν από εκατό χιλιάδες χρόνια, -γιατί άραγε επέζησαν;- και είχαν έρθει τώρα στην πατρίδα μου, στη γη δηλαδή που γεννήθηκε ο πατήρ μου. Κι αυτοί γελούσαν πιο πολύ. Χι, χι, χι, χι. Τέσσερα γέλια.
 

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

ΑΛΚΟΟΛΕς

 

 
 

 
Μύθος ή πραγματικότητα;
Ωμή αλήθεια: το αλκοόλ βλάφτει σοβαρά την υγεία.
Μια από τις μεγαλύτερες εξαρτήσεις του ανθρώπου. Χειρότερο από ναρκωτικά. Αργός αλλά σταθερός θάνατος.
Ενας από τους κυριότερους λόγους αποτυχίας στη ζωή.
Μύθος τα περι έμπνευσης στη ζωγραφική, στο γράψιμο. Εαν δεν είσαι νορμάλ, θα δημιουργήσεις
λάθη. Και ούτε τα μισά από όσα θα μπορούσες.
Το αλκοόλ φυραίνει το μυαλό.
Μπορώ να πω πως δεν έπινα από μικρός. Το κρασί η μπύρα, το ούζο μου προκαλούσαν αηδία μέχρι ακόμα και που πήγα φαντάρος. Όχι δεν έπινα. Το σιχαινόμουν το ποτό, έπινε ο πατέρας μου, γινόταν έρμαιο του ούζου, δεν ήταν αλκοολικός ήταν μέθυσος, μέχρι τα 60 του. Ύστερα έκοψε ποτό και τσιγάρο κι έζησε ακόμα είκοσι χρόνια σαν "λογικός" άνθρωπος. Ντρεπόμουν για τα δυο μεγάλα μου αδέρφια που ήταν κι αυτοί μέθυσοι. Ο πρώτος κατάντησε αλκοολικός και πέθανε εξ αιτίας του πιοτού. Ντρέπομαι γιατί και οι περισσότεροι φίλοι μου είναι αλκοολικοί αλλά δεν το καταλαβαίνουν. Ε, τρία τέσσερα πέντε ουίσκυ και μισό κιλό κρασί την ημέρα δεν πειράζουν, λένε αφελέστατα.
Μέχρι τα τριάντα μου κάπου εκεί, ζήτημα αν είχα πιει δέκα φορές και είχα μεθύσει δυο-τρεις. [ Αυτό με έχει σώσει, οι φίλοι μου που πίναν από τα εφηβικά τους χρόνια έχουν πεθάνει. Κίρρωση του ήπατος. Το σύνηθες. Απαίσσιος θάνατος] Από τα τριανταδυο, άρχισα να κουτσοπίνω. Δεν ξέρω πως, ε, αφού δε με πείραζε έλεγα, δε μεθούσα, δεν έκανα φασαρίες, δεν τσακωνόμουν, απλά με έπιανε σαν μια επιθυμία να ξεφεύγω λίγο με το ποτό και είναι αλήθεια πως αφού δεν έπινα κάθε μέρα ήταν κάπως υποφερτά τα πράγματα. Εργαζόμουν πάρα πολύ, δεκαπέντε ώρες την ημέρα, ήμουν νέος, δυνατός, αθλητικός. Τα χέρια μου, το μυαλό μου καθάριο αλλά σιγά σιγα γινόμουν κρυφοπότης. Έπαιρνα στο σπίτι διάφορα ποτά, έφτασα να πίνω ένα μπουκάλι κονιάκ μόνος μου. Κάπου εκεί άρχισα να καταλαβαίνω τον επηρεασμό του ποτού αλλά μια οι παρέες μια το ένα, μια το άλλο, έπινα κάθε μέρα. Τα βράδια κοιμόμουν μεθυσμένος κι όταν το πρωί πάθαινα κενά μνήμης τρόμαξα. Σταμάτησα να πίνω ένα χρόνο. Ύστερα πάλι τα ίδια, πίναμε το βράδυ με τους φίλους ότι βρίσκαμε μπροστά μας, βότκες, τεκίλες σφηνάκια, και σιγά-σιγά απ΄το πρωί πάλι τα ίδια. Δικαιολογία: για να ξεμεθύσεις από το βραδυνό, το πρωί πρέπει να πιεις μια γουλιά από το ίδιο! Το κοβα μόνο όταν ήμουν άρρωστος και η πάλη με τι αλκοολικές ουσίες είχε αρχίσει να θεριεύει μέσα μου. Μην πίνεις Κώστα, έλεγα μην πίνεις. Όποιος πίνει καταστρέφει τη ζωή, θυμόμουν τα λόγια του Τ. Ουίλιαμς από τη Λυσσασμένη γάτα. Αλλά μετά πο μια βδομάδα πάλι τα ίδια. Το ποτό δε με μεθούσε κι αυτό μπορεί να ηταν χειρότερο. Γιατί άμα μεθούσα ή γινόμουν όπως οι άλλοι θα το καταλάβαινα και δεν θα ανεχόμουν τον εαυτό μου. Ελα όμως που δε φαινόμουν ποτέ μεθυσμένος μέχρι τότε;[ μεγαλώνοντας αλλάζουν τα πράγματα, λιγοστεύουν οι αντιστάσεις του εαυτού] όσο και να πινα, απλά μια ευθυμία, ένα κέφι που κι αυτό το κρυβα επιμελώς αλλά με έριχνε χαμηλά, μου διαστρέυλωνε την αισιοδοξία, τα βλεπα όλα μαύρα, ήμουν ντάουν και δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω πως έπρεπε να το κόψω. Έγραφα, ζωγράφιζα, έπινα, χώρισα πιωμένος μια υπέροχη κυρία, παντρεύτηκα μια άλλη που δεν έπρεπε, χώρισα και μ αυτήν όταν πια είχα καταστρέψει μια ντουζίνα λεφτά, μια καριέρα που διαφαινόταν περίλαμπρη, μια ζωή υπεύθυνη όπως μου άξιζε και αντ αυτού πήρα αγκαλιά τις μπουκάλες όλου του κόσμου. Έπινα-έπινα-έπινα, μέρα νύχτα μια εικοσαετία περίπου μέχρι τα πενήντα μου. Τις σπάνιες φορές που το κοβα καταλάβαινα πόσο κακό μου είχε κάνει. Έβλεπα άλλα πράγματα, ένιωθα άλλα που δεν μπορούσα να τ αγγίξω πιωμένος. Ο αλοολικός μόλις ξυπνήσει σκέφτεται που θα βρει να πιεί, δεν έχει όρεξη για δουλειά, βιάζεται να πάει στον καφενέ, στο δρόμο, να βρει να πιεί, γίνεται σαν τον ναρκωμανή. Δεν μπορούσα πια να κοιμηθώ αν δεν είχα πιεί, το πρόσωπο μου είχε αρχίσει να κοκκινίζει, τα ωραία μου χαρακτηριστικά αλλοιώνονταν, τσακονώμουν πιο εύκολα, εντάξει δεν ήμουν πολύ εριστικός αλλά πράγματα που θα μπορούσα να τ αποφεύγω εξ αιτίας του ποτού, δεν τα κατάφερνα. Έπειτα ένιωθα μια δυστυχία, μια ντροπή ας μην φαινόμουν μεθυσμένος-φτάνει που το ήξερα εγώ- πως δε θα μπορούσα ν αντιμετωπίσω τις καταστάσεις, ειδικά όταν είχα να κάνω με ξενέρωτους, όπως λέμε -κάκιστα- τους ανθρώπους που δεν αγγίζουν το αλκοόλ. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε όταν διάβασα πως ο Ζαμπέτας δεν έβαζε σταγόνα αλκοόλ στο στόμα του όπως μεγάλη εντύπωση μου έκαναν οι πιωμένοι καλλιτέχνες και για όσους μάθαινα πως ήταν αλκοολικοί. Βαν Γκογκ,, Εντγκαρ Αλλαν Ποε, φρικτός θάνατος, Ρίτσαρντ Μπάρτον, Ερνεστ Χεμινγουέη, το αλκοόλ σε σπρώχνει στην αυτοκτονία κατα έναν περίεργο τρόπο. Μοντιλιάνι, Τζάκσον Πόλλοκ, Γουίτνευ Χιούστον και τόσοι άλλοι επώνυμοι και ανώνυμοι.
Ο αλκοολισμός είναι ένα μεγάλο πρόβλημα που παραμένει άγνωστο στον περισσότερο κόσμο.
Ο αλκοολισμός είναι η τρίτη αιτία θανάτων μετά τα τροχαία και τις ασθένειες.[ Κι εκτός αυτου πρέπει να είναι φοβερά επώδυνος θάνατος.]
Αν έχεις ανάγκη να πιεις ένα ποτό την ημέρα είσαι δυνητικός αλκοολικός
Όλα αυτά τα ήξερα, τα γνώριζα. Αλκοολικοί καλλιτέχνες προβάλλονται παντού και θεωρούνται ινδάλματα.[ Ε, δεν είναι παρά ψυχικά ράκη.] Οι φίλοι μου όλοι πίνουν. Γιατί να μην πίνω κι εγώ; Ο γνωστός δημοσιογράφος δεν γράφει αν δεν κατεβάσει μισό μπουκάλι ουίσκυ, η διάσημη Χίλτον κυκλοφοράει με τα μπουκάλια στις μέσα τσέπες, όπου να πας τα βράδυα γίνεται της τρελής από τις σαμπάνιες. Στα καφενεία, στα τσιπουράδικα, στις μπυραρίες το αλκοόλ τρέχει ποτάμι. Τα ξέρω όλα αυτά. Όπως γνωρίζω και τι γίνεται γύρω μου. Παντού αλκοόλ, η εύκολη λύση των νέων για να ξεφύγουν από τον εαυτό τους και τον κόσμο, για να μην ασχοληθούν με τα προβλήματα. Περνάνε στους δρόμους με ένα μπουκάλι μπύρα ή ρετσίνα, αγόρια, κορίτσια ανεξέλεγκτα [ δε θυμάμαι την παλιά εποχή γυναίκες να πίνουν στο δρόμο αλλά και οι μπεκρήδες ήταν λίγοι τους ξέραμε με το μικρό όνομα τους. Τώρα ξεχύλησε γο κακό.] πίνουν, γίνονται κυνικοί, δυστυχισμένοι, χαμένοι στη σύγχιση.
Τώρα δεν πίνω και δεν καπνίζω. Είναι κάμποσος καιρός που βλέπω τα πράγματα καθαρά. Αυτά που δεν έβλεπα τότε. Οχι, δεν πέταξα μπουκάλια και πακέτα. Ούτε χρησιμοποίησα κανένα φάρμακο για να τα κόψω. Χρησιμοποίησα μονάχα τη δύναμη του εγκεφάλου. Του μυαλού. Αυτού που έχει ο άνθρωπος και δεν το χρησιμοποιεί σωστά.

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

ΟΙΔΊΠΟΥς ΕΠΊ- ΤΈΛΟΥΣ! ΑΝΈΒΑΣΕ ΤΗΝ ΠΈΤΡΑ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ

 


 
Το μέλλον στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Αν σκεφτούμε καλά είναι παράξενο που πιστεύουμε πως το μέλλον είναι κάτι που μπορεί να χαθεί. Πως μπορεί να χάσουμε κάτι που δεν υπάρχει. Προσπαθώ να συνδιάσω τη ματαιότητα της πράξης του Σίσυφου, δηλαδή το κουβάλημα της πέτρας και το ξανακύλισμα της. Δηλαδή, τι θα γινόταν αν ο Σίσυφος κατάφερνε τελικά να σταθεροποιήσει την πέτρα πάνω στην κορυφή του βουνού! Αυτός είναι ο στόχος του. Το θέμα είναι αν ο Σισυφος το ξέρει ή έστω το καταλαβαίνει πως ο στόχος του είναι ένα συνεχές ανύπαρκτο μέλλον, όπως ένας σύγχρονος άνθρωπος κάνει καθημερινά τα ίδια πράγματα: πηγαίνει στο γραφείο του, εργάζεται, προσπαθεί ν ανεβάσει τις μετοχές της επιχείρησης του, την οποία θα μεταβιβάσει στο μέλλον στα παιδιά του για να κάνουν και εκείνα την ίδια προσπάθεια. Είναι δηλαδή μια διαρκής επανάληψη με απειρους στόχους που δεν μπορούν να δώσουν νόημα στη ζωή του ανθρώπου. Του ανθρώπου που βάζει στόχο το ακατόρθωτο, αυτό αποδεικνύει ο μύθος του Σίσυφου.
Υποθέτουμε πως το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι να έχουμε κάτι.Σε ορισμένες περιπτώσεις, στην Αμερικάνικη Δύση του δέκατου ένατου αιώνα, υπόσχονταν στους έποικους ότι θα είχαν τόση έκταση γης όση μπορούσαν να καλύψουν με το άλογο σε μια ημέρα! Αυτή η διαδικασία λεγόταν "αρπαγή γης", μας πληροφορεί ο Mark Rowlands.
Φαντάζεσθε ήδη και γνωρίζετε τι επακολούθησε. Μπορούμε ν αρπάξουμε ό,τι είναι πιο σημαντικό στη ζωή-το νόημα της ζωής. Ολή μας η ζωή είναι η αρπαγή γης που μοιάζει με το κουβάλημα της πέτρας του Σίσυφου.
Απο τη σειρά ΔΟΚΙΜΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ του Κώστα Πλιάτσικα

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

 

 


ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΕΥΜΈΝΩΝ
 
 
Νόμιζα πως ήταν πρωί
αλλά ήτανε βράδυ
έπειτα όμως, ήρθες εσύ
και γίναμε ένα με το σκοτάδι
Σου είπα σ αγαπάω πολύ
αλλά εσύ είπες, πάθος!
κι έφευγες σαν πουλί
με τρένο που το λεγαν λάθος
Νόμιζα πως ήταν πρωί
αλλά ήτανε βράδυ
[από τα μικρά ποιήματα μου]
 

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

ΜΕΓΑΛΟΘΥΜΊΑ

 


 

ΠΡΟΣΌΝΤΑ ΕΝΟς ΔΊΚΑΙΟΥ ΆΝΤΡΑ.
Ελεύθερος, απολιτικοποιημένος, ανήσυχο πνεύμα, χωρίς παράλογες συμπεριφορές.
Δύσκολες ιδιότητες, σπάνια προτερήματα: γενναίος, δίκαιος στην όψη και την τομή του λόγου. Μεγάλα ψυχικά χαρίσματα, ανιδιοτέλεια. Εκτίμηση της φιλίας, τιμή και σεβασμός στη γυναίκα.
Αλτρουιστική συμπεριφορά, μεγαλοθυμία, σκληρότητα αποφάσεων, ενίοτε διπλωμάτης, πράγμα δύσκολο για τον χαρακτήρα του. Υποστηρικτής των αδυνάτων, όχι φιλάνθρωπος με την ψεύτικη ετικέτα του καπιταλισμού.
Ηδονισμός, χαμόγελο νεότητος, ακραιφνής, ρηξικέλευθος, ειρωνικός με τους απέναντι ευρισκόμενους που χλευάζουν. Η επανάσταση του είναι διαρκής και η γεναιοδωρία μαζί με την απλοχεριά, σπάνια προτερήματα. Συνεπής, άρχοντας.
Ευελιξία, αθλητισμός με προσοχή στο σώμα και στο πνεύμα.
Υπάρχει κανείς;
Θα εκμηδενίσω τη φιλοσοφία, να σκεφτόμαστε όπως χτες.
Ε, τώρα! μου επιτρέπεις να πω πως λες βλακείες! ποιον απλό κόσμο βρε; σου είπε κανείς ότι εγώ είμαι ο απλός κόσμος; ίσα-ίσα το αντίθετο. Μιλάνε μια ξένη γλώσσα προς εσένα και είναι φυσικό. Θα γελάσουν με τις θέσεις σου και θα πουν άσε το παιδί έχει δίκιο. Μην τρομάζεις, απλά δεν τα διδάχτηκες. Δεν ξέρεις τι είναι ο Μπέρκλει, δεν μελέτησες τις βασικές αρχές της φιλοσοφίας του Πούλιτζερ, δεν στάθηκες στον Έκο,δεν διάβασες και προσπαθείς μόνος σου επειδή άκουσες πέντε αρχαιοελληνικά ονόματα να βγάλεις συμπεράσματα. Όταν δεν έχουμε μελετήσει νομίζουμε πως ο κόσμος είναι αυτός που λέμε εμείς. Δυστυχώς ο κόσμος της επιστήμης και της φιλοσοφίας, η μελέτη, όλων όσων είπαν αυτοί, είναι απαραίτητη για να μπορέσεις να εξάγεις καινούργια συμπεράσματα.
Με τους νικητές ή με τους ηττημένους;
Το ερώτημα είναι τι πρέπει να κάνεις ή τι θέλεις. Κάνεις ότι θέλεις ή ότι πρέπει;
Καμιά φορά, δε θέλω τίποτα. Και τότε είμαι ελεύθερος.
Τα δέντρα μεγαλώνουν μόνα τους. Τα παιδιά μας όχι.
Να μια αδικία απαρχής.
Ακούστε μάγκες, σ αυτή τη ζωή όση ποίηση και να γράφεις, άμα δεν έχεις τύχη θα τρως κάθε μέρα μακαρόνια αστέγνωτα.
Ε, ναι, είναι αδιαμφισβήτητο, μετά την πτώση της αρχαίας Ελλάδας στους Ρωμαίους ουδένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος υπήρξε. Πάντα υπό τις επιρροές των μεγάλων δυνάμεων. Δυστυχώς. [Εν τέλει, κάποιες μικρές εκλάμψεις, βεβαίως υπήρξαν.]
Αν καμιά φορά φοβάσαι τον θάνατο, ή τους ανθρώπους, μάθε πως οι δεύτεροι είναι χειρότεροι.
Ας σκεφτούμε καλύτερα. [Δε θα μιλήσω γι αυτούς που δεν ξεπέρασαν ποτέ τον εαυτό τους.] Είμαι ακαταλαβίστικος, είπαν οι πολλοί. Και κερδίζει πάντα η πλειοψηφία.Σε έναν κόσμο τρελό, καλά είναι και ένας μόνος του.
Έχω μια απορία, από τις πολλές: αυτοί που κάνουν τατουάζ σ όλο τους το κορμί πως νιώθουν; Εμένα μου φαίνεται αρρωστημένο, δεν μπορώ να τους καταλάβω, διάσημους και μη. Δηλαδή με την πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου ή και αντίθετα άντρα, που έχει στιγματίσει έτσι το κορμί του, την ύπαρξη του, πως να κάνεις σεξ;
Είναι ομοφυλόφιλος ο Ροζ Πάνθηρας;
 

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

ΆΝΟΙΞΗ

 Αχ χελιδόνι μου μη φεύγεις μακριά...Άνοιξη....θυμάμαι.


Κάτι από λίγο ή πολύ είναι η Άνοιξη; όμορφη γυναίκα που διαβαίνει γρήγορα με λινό φόρεμα που σείεται στο απαλό αέρι.
Χωρίς χελιδόνια δεν έρχεται η Άνοιξη και κατ εξοχήν μήνας του έαρος ο Μάιος  και ο ωραίος έρωτας σαν αγόρι κι αυτός διαβαίνει σγουρόξανθος. Αχ! αν δεν είναι έρωτας η Άνοιξη τι είναι έρωτας; κορίτσια κι αγόρια ξεχυθείτε ανάμεσα από στάχυα και ανθισμένες κουμαριές. [αλλά που να τις βρείτε!]
Ας παραδεχτούμε την δόξα της Άνοιξης!
 

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Η ΤΈΧΝΗ

 


 

ΣΚΟΤΕΙΝΌ ΦΙΛΊ
Ζωή δίχως κίνητρο πως να τη ζήσεις;
μαρτυρώντας ψεύτικα λόγια;
η τέχνη δε με σώζει, η γνώση,
οι λέξεις έχουν κάποια εύνοια
πηγαίνω προς μια ολοσχερή καταδίκη
αλλά για να μη φοβίζεις τους γύρω σου
λες πως είσαι αισιόδοξος
[για να μη γίνεσαι γελοιοδέστατος
των καταστάσεων]
Ζωή χωρίς αξίες πως να τη ζήσεις;
Δίχως ντροπή έχτισαν γύρω μου τείχη
κάτι μου θυμίζει αυτό ποιητή
το σκοτεινό φιλί μιας μάταιας Αλεξάνδρειας
πρέπει να πω τα πράγματα με τ όνομα τους;
Τα όρια της τέχνης
Κάποιοι πλούσιοι βάζουνε σύνορα
-μπορεί να έχουν δίκιο, δικό τους το χωράφι γη
-δε λες τίποτε σπουδαίο τα είπαν άλλοι
και τους έκαψαν στην πυρά
φοβάσαι όμως να κλάψεις μη σε πουν δειλό οι αφέντες
το σκοτεινό φιλί μιας ανόητης παράστασης
είναι η ζωή σου ποιητή
κότινος που δεν σου αξίζει γι αυτό
βγες έξω! να μην υπάρχεις στη συνωμοσία τους
Αυτός ο κόσμος είναι δικός τους
μαχαίρι και φωτιά σε μια λέξη: ελευθερία!
Κανένας φτωχός δε θα επιβιώσει
τα μέτρα ενός κόσμου μεθυσμένου
Αυτός είναι ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας
Κι αυτό κάτι μου θυμίζει ποιητή του Νόμπελ
πικρά κλαίει ο Ρωμιός την βλάσφημη ιστορία του
Σκαρίμπα το θείο τραγί
πως να μην κλάψεις για έναν λαό τόσο χαμένο;
Λαός είναι όλοι οι άνθρωποι της γης
μαύροι, άσπροι, κίτρινοι, ιντιανς
μα δεν αρκεί γιατί αφέντες είναι οι λευκοί
ζωή χωρίς ιδανικά πως να τη ζήσεις;
σκοτεινό φιλί.

 

ΠΆΝΤΟΥΜ...5

    ΑΛΛΟ ΠΑΝΤΟΥΜ   Έχω καράβια στο κεφάλι μου «το νου μου τρώει αυτή η σκέψη» * Καβάφης; Πως τάχα κλει το παραθύρι μου Και κρύβω αυτή μου τη...