Μυθιστόρημα
Ο
ΘΕΌΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΏΝ
Τρομοκράτης δεν ήταν
η σωστή λέξη. Κι ο ανακριτής έψαχνε πάντα
με μανία για το σωστό. Σωστά γινόταν
αυτό που του έμαθαν. Σωστό, όμως, ήταν
και κείνο που δε γνώριζε. Τρομοκράτης,
επέμενε, δεν ήταν η σωστή απόδοση.
Τρόμο-κρατεί.
Ιδεοκράτης
θα ήταν καλύτερα.
Ο
τρόμος έχει μια άλλη σημασία. Προέρχεται
από τον φόβο, που δεν ήταν αποτυπωμένος
στο πρόσωπο κανενός τρομοκράτη.
Ιδέα
του ήταν και την πίστευε. Ιδέες όμως
υπήρχαν πολλές.
Η
Ελλάδα έσκαγε το πρόσωπο της στο μισό
φεγγάρι του πρωινού, όταν τα βήματα του
αγουροξυπνημένου ανακριτή, ακολουθούσαν
τον ρυθμό μιας ζεστής μέρας του
Οκτώβρη.
Την
Ελλάδα που αγαπούσε "μοιρολατρικά"
ο ανακριτής, μπορεί και παθολογικά, του
την είχαν μάθει σαν μια όμορφη κόρη, απ
όταν ήταν μικρός. Όλα τα πράγματα όταν
είμαστε μικροί μοιάζουν όμορφα. Είναι
όμορφα! Είναι ωραία!
Την
έδειχναν, πάντα μ εκείνο το κοντάρι με
τη γαλανόλευκη, τα λευκά μπράτσα που
γύρω τους τυλιγόταν το μυστηριώδες
πέπλο της λευκότητας και το στιβαρό,
αγέρωχο βλέμμα που έδειχνε την
αποφασιστικότητα, ίσως όλων εκείνων
που υπήρχαν πίσω απ αυτήν.
Θα
ήταν μια ωραία αρχή. Αν, κι έτσι τα
πράγματα γίνονται πιο γρήγορα, θα ήταν
μια ωραία αρχή. Η άλλη θα ήταν να
ξεκινήσουμε με τον Νίκο Καζάρμα. Αλλά
εκείνος τούτη την ώρα θα κοιμόταν βαθιά.
Τι έχουν να πουν οι άνθρωποι που
κοιμούνται; Τίποτε. Μόνο όνειρα. Και τα
όνειρα δεν είναι ποτέ αληθινά.
Το
όνειρο που έβλεπε ο Καζάρμας ήταν
χαμογελαστό. Βρισκόταν, λέει, μέσα σε
ένα ραφείο, αν και σήμερα δεν πηγαίνουν
οι άνδρες σ ένα ραφείο, αυτός προβάριζε
εκεί, ένα γυαλιστερό μαύρο ή μπλε
κουστούμι, που θα του χρειαζόταν για
κάποιες επίσημες βραδιές. Όμως, αμέσως
μετά, το κουστούμι γινόταν πάνω του,
φόρμα αθλητική. Μια καινούργια φόρμα,
κόκκινη και άσπρη. Ήταν τα χρώματα του.
Τώρα το ραφείο είχε γίνει γήπεδο,
καταπράσινο, κερκίδες δεν υπήρχαν αλλά
κόσμος ήταν αρκετός έξω από τα κάγκελα,
σα να περίμενε μόνον αυτόν, που ακολουθώντας
τους συμπαίχτες του, βγήκε από την
καταπακτή των αποδυτηρίων, χαμογελαστός.
Του
άρεσε αυτή η ώρα. Όπως του άρεσε και το
ποδόσφαιρο. Έπαιζε με μανία, από μικρός
ήθελε να γίνει μεγάλος ποδοσφαιριστής
και τώρα του δινόταν αυτή η ευκαιρία να
κάνει τα πρώτα βήματα. Έβγαινε με
μια ομάδα από τα αποδυτήρια, φορώντας
στην πλάτη του το νούμερο δέκα που ήταν
και το αγαπημένο του.
Και
το παιχνίδι άρχισε ξαφνικά-αυτός όμως
δεν μπορούσε ν ακουμπήσει τη μπάλα. Όλο
ερχόταν κοντά του με καλοζυγισμένες
πάσες που θα μπορούσε εύκολα να τις
κοντρολάρει και ν αρχίσει τις περίτεχνες
ντρίπλες του αλλά, τίποτε. Μόλις
προσπαθούσε να την αγγίξει, εκείνη
έφευγε σα να την παρέσερνε ο αγέρας. Την
πήγαινε σε άλλους, συμπαίχτες ή
αντιπάλους.
Δεν
ήξερε τι να κάνει κι ένιωθε σα μικρό
παιδί έτοιμο να βάλει τα κλάματα, όμως
δεν το κανε. Απλά συνέχιζε να τρέχει
πίσω από τη μπάλα που την πήγαινε όπου
ήθελε ο άνεμος.
Τα
όνειρα όμως δεν τελειώνουν πουθενά κι
ο Νίκος Καζάρμας, γύρισε ανάσκελα,
προχωρώντας γοργά για το καινούργιο.
Κι
ο ανακριτής παρ όλα αυτά, προχωρούσε
αργά. Σαν τον σαλίγκαρο που γυρίζει
πίσω, μόλις τα κέρατα του συναντήσουν
ένα εμπόδιο, σκέφτηκε και θυμήθηκε τον
νεαρό. "Γαμιέσαι κερατά!" του είχε
πει κατάμουτρα την περασμένη βδομάδα,
την πρώτη στιγμή που τον έφεραν στο
γραφείο του και τον κοίταξε κατ ευθείαν
στα μάτια. Κι αυτός πετάχτηκε πάνω.
Αγρίεψε, έσμιξε τα φρύδια, ύστερα κάθισε
πάλι, ηρέμησε. Είχε προλάβει να σκεφτεί,
πως ήταν, μονάχα, ένας ηλίθιος νεαρός,
με γαλάζια, πιο ηλίθια μάτια.
Τον
είχαν φέρει εκεί, γιατί έκανε μάτι στη
σκοτωμένη φοιτήτρια. Κι αργότερα, είπαν
πως αυτός την είχε σκοτώσει. Μάλλον κάτι
τέτοιο θα ήταν. "Όμως δε φαινόταν
εύκολο πράγμα" μονολόγησε προχωρώντας
ακόμα πιο βαθιά στο στενό σοκάκι σε
μικρή απόσταση από τον ουρανοξύστη,
εκεί, όπου στον δέκατο τρίτο όροφο και
στο δέκατο τρίτο γραφείο, τον περίμενε
η πρωινή καρέκλα [την αγαπούσε την
καρέκλα του] και ο γλυκός-πολύ γλυκός,
πρωινός τούρκικος καφές.
Προληπτικός
δεν ήταν με τα νούμερα, μόνο τις μαύρες
γάτες φοβόταν. Αν τύχαινε και του κοβε
καμιά τον δρόμο, ήταν ικανός να γυρίσει
σπίτι του και να μείνει άρρωστος, μισή
βδομάδα.
Στο
ασανσέρ έκανε ν ανάψει τσιγάρο. Έπιασε
την ταμπακιέρα, μάλλον χρυσή-ποιος
ήξερε πόσα πράγματα ήταν αληθινά.
Την
έβαλε ξανά στην αριστερή τσέπη, κοιτάζοντας
απέναντι την πινακίδα που έγραφε
"NO SMOKINGK" γιατί στη δεξιά είχε πάντα
ένα πιστόλι που μπερδεύτηκε κι αυτό στο
μυαλό του με το "NO SMOKINGK".
Βγαίνοντας
από το ασανσέρ ξανάβγαλε την ταμπακιέρα.
Την άνοιξε-είχε δυο επίπεδα. Στο ένα
υπήρχαν τσιγάρα άφιλτρα, κουλτουριάρικα.
Στο δεύτερο έναν μηχανισμό παρακολούθησης
από απόσταση. Άκουγε μ αυτόν περίπου
στα χίλια μέτρα, μα δεν τον χρησιμοποιούσε
συχνά. Ίσως γιατί άκουγε όλες τις
μπερδεμένες σκέψεις των ανθρώπων, ενώ
αυτός ήταν ένας ξεκάθαρος άνθρωπος, με
σοβαρές αντιλήψεις για τη ζωή και λίγα
γκρίζα μαλλιά. Καλοξυρισμένος,
φρεσκοχτενισμένος, φορούσε πάντα
κουστούμι και γραβάτα, κανονικά δεμένη
στο λαιμό του. Ποτέ δε θυμήθηκε τον εαυτό
του χωρίς γραβάτα, σα να είχε γεννηθεί
μ αυτήν, δεμένη σφιχτά γύρω από έναν
άσπρο γιακά πουκαμίσου, αγορασμένο όπως
όλα του τα ρούχα, από τα καλύτερα και
ακριβότερα καταστήματα. Είχε γίνει
κοσμοπολίτης ο ανακριτής, του άρεσε το
λούσο, το ακριβό.
Εκείνο
το "γαμιέσαι κερατά" ηχούσε ακόμα
άσχημα στ αυτιά του, αυτός ήταν ένας
άνθρωπος που δεν τα σήκωνε κάτι τέτοια
και καθώς έκλεινε την πόρτα του γραφείου,
θυμήθηκε πως η καθαρίστρια τον είχε
κοιτάξει με μια δόση ειρωνείας-σα να
του λεγε πως ήταν πίσω από την πόρτα και
κρυφάκουγε όταν είχε ξεφουρνηθεί εκείνο
το "Γαμιέσαι κερατά". [Οπωσδήποτε
εδώ χρειαζόταν θαυμαστικά αλλά ο
ανακριτής δε θαύμαζε ποτέ τίποτε.]
Κάθισε
στο γραφείο ανασκαλεύοντας μερικά
χαρτιά κι άναψε επιτέλους το τσιγάρο,
ώρα επτάμισι, ακριβώς το πρωί. Δεν
ήξερε αν πήγαιναν επτάμισι το πρωί στο
γραφείο τους οι ανακριτές, αν ήταν
τακτικός ή άτακτος, αυτός, ο δέκατος
τρίτος τακτικός ανακριτής Αθηνών.
Απ το Μυθιστόρημα μου
Ο
ΘΕΌΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΏΝ

















